Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

Σύνθεση Δημοσίου Δικαίου – εξέλιξη στην έννοια της εκτελεστής διοικητικής πράξης (ΣτΕ Ολ 2210/2020) – αντιθέσεις μεταξύ Τμημάτων ΣτΕ (ΣτΕ Ολ 2208/2020) (14.12.2020)

1. Στο μάθημα της Σύνθεσης θα εξετασθούν δύο πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας, η ΣτΕ Ολ 2210/2020 [ΣτΕ 2210-2020] και η ΣτΕ Ολ 2208/2020 [ΣτΕ 2208:2020], οι οποίες αποτελούν την κατάληξη μιας μακράς σειράς αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας που στηρίζονται στο ίδιο ιστορικό, δηλαδή στη λειτουργία συγκροτήματος κινηματογράφων στο Ηράκλειο και εκδόθηκαν επί αιτήσεων ακύρωσης τόσο κατά διαφόρων αδειών που χρειάσθηκαν για τη διασφάλιση της παραπάνω λειτουργίας (ΣτΕ 2375/2010, ΣτΕ Ολ 1792/2011, ΣτΕ 3064/2012), όσο και κατά της παράλειψης σφράγισης του πολυκινηματογράφου και κατά της δήλωσης ένταξής του στον Ν. 4178/2013 (ΣτΕ 2738/2014, 1214/2019).

2. Η απόφαση ΣτΕ Ολ 2210/2020 εκδόθηκε επί αιτήσεως ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά δήλωσης ένταξης του πολυκινηματογράφου στον Ν. 4178/2013, δηλαδή στο ευνοϊκό πλέγμα διατάξεων του νόμου αυτού για τις αυθαίρετες κατασκευές. Η απόφαση αυτή περιλαμβάνει σημαντικές διευκρινίσεις όσον αφορά την έννοια της δεκτικής δικαστικής προσβολής διοικητικής πράξης. Υπό το πρίσμα αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει η σκέψη 9, όπου ερμηνεύονται οι σχετικές διατάξεις του Ν. 4178/2020, προκειμένου να εντοπιστεί το αντικείμενο ευθείας (ακυρωτικής) δικαστικής προσβολής σε μια διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει ενέργειες ιδιωτών (υποβολή αίτησης και δικαιολογητικών και καταβολή παραβόλου εκ μέρους του ενδιαφερομένου) και ενεργοποίηση του ευνοϊκού καθεστώτος του Ν. 4178/2013 χωρίς την έκδοση ρητής διοικητικής πράξης κατόπιν σχετικού ελέγχου. Το Δικαστήριο εντοπίζει την προσβλητή πράξη στην αυτόματη αποδοχή της αίτησης-δήλωσης και του αιτήματος που αυτή περιέχει, αποδοχή η οποία δεν εκδηλώνεται κατά τρόπο ρητό και πανηγυρικό. Εκτελεστό χαρακτήρα έχει επίσης και η απόφαση ή η παράλειψη απόφανσης του ΣΥΠΟΘΑ (Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων) επί της προσφυγής που ασκείται ενώπιόν του κατά της αίτησης-δήλωσης και εξετάζεται βάσει ειδικής διαδικασίας (υπηρεσιακή εισήγηση από την οικεία ΥΔΟΜ). Η ως άνω σκέψη 9 διαλαμβάνει, ειδικότερα τα εξής: «9. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις ο νομοθέτης του Ν. 4178/2013 εξαγγέλλει, στο άρθρο 1 παρ. 1, γενική απαγόρευση μεταβίβασης και σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα επί των οποίων έχουν εκτελεσθεί αυθαίρετες κατασκευές ή έχουν σημειωθεί αυθαίρετες αλλαγές χρήσης. Με τις επόμενες διατάξεις του όμως, ο ίδιος νόμος οργανώνει σύστημα απαλλαγής από την απαγόρευση κατηγοριών ιδιοκτησιών με αυθαίρετες κατασκευές και χρήσεις, οι οποίες, άλλως, θα υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1….. Οι συνέπειες, εξάλλου, της υπαγωγής στο ευνοϊκό πλέγμα διατάξεων που περιέχει ο ν. 4178/2013 για τις αυθαίρετες κατασκευές, κατ’ απόκλιση της γενικής απαγόρευσης σύστασης και μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων που ο ίδιος περιέχει, δεν εξαντλούνται στην ανάκτηση της ευχέρειας των ενδιαφερομένων να συστήσουν, αποκτήσουν ή μεταβιβάσουν εγκύρως εμπράγματα δικαιώματα επ’ αυτών, αλλά αυτονοήτως επεκτείνονται στη διατήρηση των αυθαιρέτων κτισμάτων καθ’ όλο το διάστημα που η διαδικασία παραμένει εκκρεμής. … Περαιτέρω, όμως, η διαδικασία υπαγωγής ενεργοποιείται χωρίς ρητή διοικητική πράξη, η οποία να πιστοποιεί την κίνησή της, αλλά με την υποβολή αιτήσεως του ενδιαφερομένου για την υπαγωγή στο καθεστώς του εν λόγω ν. 4178/2013, συνοδευόμενη από τα δικαιολογητικά του άρθρου 11 ή, υπό προϋποθέσεις, και χωρίς αυτά (βλ. άρθρο 2 παρ. 2 α της ως άνω υπουργικής απόφασης), και περατώνεται, πράγματι, με την έκδοση της κατά το άρθρο 30 παρ. 2 πράξης ολοκλήρωσης της υπαγωγής, η οποία, άλλωστε, μπορεί να εκδίδεται και “αυτομάτως”, κατά τη διατύπωση του νόμου, χωρίς, δηλαδή, να έχει διενεργηθεί διοικητικός έλεγχος. Σε κάθε περίπτωση, κατά το διάστημα που η διαδικασία ελέγχου των υποβληθέντων με την αρχική αίτηση δικαιολογητικών είναι εκκρεμής, και το οποίο μπορεί να είναι μακρό (βλ. άρθρο 9 περ. Ε του ν. 4178/2013, που ορίζει επταετή προθεσμία, μη οριζόμενη, μάλιστα, ως αποκλειστική, για τον έλεγχο των δικαιολογητικών, ο οποίος, σημειωτέον, λαμβάνει χώρα με πρωτοβουλία του ενδιαφερομένου, βλ. και άρθρο 25 παρ. 8, που προβλέπει δειγματοληπτικό -τουλάχιστον 5% των δηλώσεων- έλεγχο της ακριβείας των υποβληθέντων στοιχείων), διατηρούνται οι συνέπειες της υπαγωγής, έστω και μη περαιωμένης, δηλαδή η αναστολή της είσπραξης και της επιβολής κάθε κύρωσης, ιδίως δε η υποχρέωση αποχής της Διοίκησης από την επίσπευση της κατεδάφισης, η οποία μπορεί, εν τέλει, να εξελιχθεί σε εξαίρεση από την κατεδάφιση, τριακονταετή ή και οριστική, αναλόγως της κατηγορίας του αυθαιρέτου, με την προϋπόθεση της καταβολής του παραβόλου και του ενιαίου ειδικού προστίμου. Κατά τα λοιπά, η επέλευση των εν λόγω συνεπειών σε κάθε ειδική περίπτωση συγκεκριμένης ιδιοκτησίας με ορισμένες αυθαίρετες κατασκευές, δεν αποτελεί προϊόν εξατομικευμένης κρίσης διοικητικού οργάνου ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που τάσσονται γι’ αυτό από το ν. 4178/2013, αλλά αποτελεί ευθεία απόρροια του ν. 4178/2013, μη υποκειμένου, βεβαίως, σε ευθεία προσβολή από οποιονδήποτε θιγόμενο από τις συνέπειες αυτές. Η επέλευση των συνεπειών αυτών, εξάλλου, ενεργοποιείται, κατά τα ανωτέρω, με την υποβολή της σχετικής αίτησης – δήλωσης υπαγωγής στο νόμο και την καταβολή του σχετικού προστίμου και παραβόλου εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Δεδομένου, όμως, ότι η ίδια η αίτηση – δήλωση αυτή, προερχόμενη από ιδιώτη, δεν συνιστά διοικητική πράξη, η επέλευση των ως άνω συνεπειών, οι οποίες συνίστανται ιδίως στη διατήρηση και, μάλιστα, για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, κατασκευής ανεγερθείσης κατά παράβαση της πολεοδομικής νομιμότητας, πρέπει να θεωρηθεί ότι καθίσταται, κατ’ ακριβολογία, επιτρεπτή από την αποδοχή της αιτήσεως εκ μέρους της Διοίκησης. Η εν λόγω αποδοχή, παρ’ ότι δεν εκδηλώνεται κατά τρόπο ρητό και πανηγυρικό, πρέπει να θεωρηθεί ότι παρεμβάλλεται μεταξύ, αφενός, της αίτησης – δήλωσης υπαγωγής, υποβαλλομένης, άλλωστε, στη Διοίκηση προδήλως με σκοπό να γίνει αποδεκτή, και, αφετέρου, της ενεργοποιήσεως του ευνοϊκού καθεστώτος του ν. 4178/2013. Αν, μάλιστα, η αίτηση – δήλωση συνοδεύεται από την καταβολή του προβλεπομένου παραβόλου, η αποδοχή της, που, στην περίπτωση αυτή, λογίζεται αυτόματη, μπορεί, κατά το σύστημα του νόμου, να συμπίπτει χρονικώς τόσο με την ίδια την υποβολή της αίτησης – δήλωσης, η οποία προηγείται λογικώς της αποδοχής της, όσο και με την λογικώς επόμενη επέλευση των ευμενών για τις αυθαίρετες κατασκευές συνεπειών του νόμου. Αυτή η χρονική σύμπτωση, καθ’ όλα νοητή, είναι και πρακτικώς δυνατή, αφού μεταξύ της υποβολής της δήλωσης και της επέλευσης των ευνοϊκών, υπό την ανωτέρω έννοια, συνεπειών του νόμου δεν προβλέπεται, και, μάλιστα, κατά γενικό κανόνα, κανένας πραγματικός διοικητικός έλεγχος, ο οποίος, άλλωστε, δεν αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση ούτε για την περαίωση της υπαγωγής. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αποδοχή της δήλωσης και του σχετικού αιτήματος που αυτή περιέχει, προερχόμενη από τη Διοίκηση, ισοδυναμεί με εκτελεστή διοικητική πράξη, υποκείμενη σε αίτηση ακυρώσεως. Αυτή η ερμηνεία των ως άνω διατάξεων διασφαλίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, προσιδιάζει δε σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η επέλευση ορισμένων εννόμων συνεπειών προβλέπεται, μεν, από τυπικό νόμο, αποτελεί, όμως, ευθεία απόρροια αιτήσεων ιδιωτών (πρβλ. ΣτΕ 376/2014 Ολομ. σκ. 10, 455/2019, σκ. 9 κ.ά.). Εφόσον, τέλος, ασκηθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο (άρθρο 25 παρ. 16) προσφυγή ενώπιον του ΣΥΠΟΘΑ, η οποία δεν χωρεί, βεβαίως, κατά το σύστημα του νόμου, αποκλειστικώς και μόνον επί πράξεως ολοκληρώσεως ή περαιώσεως της υπαγωγής (άρθρο 30 παρ. 2), που και αυτή, άλλωστε, μπορεί να χωρεί “αυτομάτως” και χωρίς έλεγχο, αλλά χωρεί και κατά της αιτήσεως – δηλώσεως, ακολουθηθεί δε η προβλεπόμενη για την εξέτασή της ειδική διοικητική διαδικασία (υπηρεσιακή εισήγηση από την οικεία ΥΔΟΜ κ.λπ.), η επ’ αυτής εκδιδόμενη απόφαση ή στοιχειοθετούμενη παράλειψη αποφάνσεως, έχει επίσης εκτελεστό χαρακτήρα και υπόκειται και αυτή σε αίτηση ακυρώσεως.
3. Η ΣτΕ Ολ 2208/2020 εκδόθηκε επί αίτησης επανάληψης της διαδικασίας (έκτακτο ένδικο μέσο) η οποία είχε οδηγήσει στην έκδοση της απόφασης ΣτΕ 3064/2012 του Δ΄ Τμήματος, την οποία εξαφανίζει. Η αίτηση επανάληψης ασκήθηκε βάσει των διατάξεων του άρθρου 69Α του π.δ. 18/1989, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), με αυτήν δε γίνεται επίκληση της απόφασης του Α΄ Τμήματος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 23.5.2019, “Σινέ Τσαγκαράκης Α.Ε.Ε. κατά Ελλάδας” (αρ. προσφυγής 17257/13). Με την απόφαση αυτή διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ παραβίαση δικαιώματος της αιτούσας κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά την εκδίκαση αιτήσεως ακυρώσεως της ίδιας, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση ΣτΕ 3064/2012. Ειδικότερα, η απόφαση ΣτΕ 3064/2012 (απορριπτική) εκδόθηκε επί της από 30.10.2007 αίτησης της αιτούσας εταιρείας περί ακύρωσης των αδειών εγκατάστασης συγκροτήματος κινηματογράφων, που χορηγήθηκαν από τον Αντιδήμαρχο Ηρακλείου στην εταιρεία «ΔΟΜΙΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε.», καθώς και της άδειας λειτουργίας για το ανωτέρω συγκρότημα κινηματογράφων («ODEON ΤΑΛΩΣ»), που χορηγήθηκε από τον Δήμαρχο Ηρακλείου στην εταιρεία «CRETA CINEMAS Κινηματογραφικές Επιχειρήσεις Α.Ε.». Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 2208/2020, η Ολομέλεια, αφενός, αναλύει τις προϋποθέσεις του βασίμου της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 69 Α του ΠΔ 18/1989 και, αφετέρου, ρυθμίζει τις αντιθέσεις μεταξύ του Δ΄ και του Ε΄ Τμήματος στη συγκεκριμένη υπόθεση, αποδίδοντας προτεραιότητα στην αρχή της προστασίας του περιβάλλοντος (προσέγγιση του Ε΄ Τμήματος), έναντι της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (προσέγγιση του Δ΄Τμήματος).
4. Ειδικότερα, στην απόφασή του Σινέ Τσαγκαράκης Α.Ε.Ε. κατά Ελλάδας, το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τους ισχυρισμούς της αιτούσας περί παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, οι οποίοι είχαν επικεντρωθεί στην παραβίαση της αρχής ασφάλειας δικαίου από το ΣτΕ, το Δ´ Τμήμα του οποίου εξέδωσε, στην υπόθεσή της, απόφαση αντίθετη από την εκδοθείσα από την Ολομέλεια επί της ιδίας υποθέσεως (ΣτΕ 3064/2012 και Ολ 1792/2011, αντιστοίχως). Καθ’ όσον αφορά το ζήτημα της παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ λόγω των συνθηκών ανασφάλειας δικαίου που διαμορφώθηκαν από το ΣτΕ με την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (του Δ΄ και του Ε΄ Τμήματος) επί της ιδίας υποθέσεως, το ΕΔΔΑ εξέτασε το ζήτημα υπό το πρίσμα της νομολογίας του περί αποκλίσεων στην εσωτερική νομολογία των κρατών(ΕΔΔΑ μείζ. συνθ. απόφαση της 20.10.2011, Nejdet και Preihan Sahin κατά Τουρκίας, 13279/05, σκ. 49-58 και 61). Κατά τα γενόμενα δεκτά από το ΕΔΔΑ, οι αποκλίσεις στην εσωτερική νομολογία εξετάζονται υπό το πρίσμα των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας των νομικών καταστάσεων, η δε διατήρησή τους ενέχει τον κίνδυνο να προκληθούν νομική αβεβαιότητα και κλονισμός της εμπιστοσύνης των πολιτών στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, η οποία είναι θεμελιώδης για το κράτος δικαίου. Στο πλαίσιο, όμως, αυτό, το ΕΔΔΑ υπενθύμισε τη νομολογία του, σύμφωνα με την οποία οι αποκλίσεις στην εσωτερική νομολογία είναι εγγενές στοιχείο κάθε συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, χωρίς μάλιστα να αποκλείεται να εμφανίζονται ακόμη και εντός του ίδιου δικαστηρίου, το γεγονός δε αυτό δεν προσκρούει καθ’ εαυτό στην ΕΣΔΑ, όπως δεν προσκρούει σ’ αυτήν και η μεταστροφή της νομολογίας. Επιπλέον, το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι και η διαφορετική κρίση σε δύο όμοιες διαφορές δεν συνιστά αναγκαίως νομολογιακή απόκλιση, εφόσον μπορεί να υφίσταται διαφοροποίηση στα πραγματικά περιστατικά της καθεμιάς, το κατά πόσον δε πράγματι υφίσταται ή όχι νομολογιακή απόκλιση αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου πρέπει να κρίνεται βάσει των εξής κριτηρίων: α) εάν οι αποκλίσεις είναι σοβαρές και διαρκείς, β) εάν το εθνικό δίκαιο προβλέπει μηχανισμούς άρσης των αποκλίσεων και, γ) εάν οι μηχανισμοί εφαρμόστηκαν σε μία συγκεκριμένη περίπτωση και ποιες ήταν οι συνέπειες της εφαρμογής τουςΩς προς την εσωτερική έννομη τάξη της Ελληνικής Δημοκρατίας, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η Ολομέλεια του ΣτΕ είναι αρμόδια, κατά την εσωτερική νομοθεσία, για τη ρύθμιση των αντιθέσεων μεταξύ των Τμημάτων του και την οριστική επίλυση ενός ζητήματος ερμηνείας κανόνα δικαίου, αίροντας την ανασφάλεια δικαίου γύρω από αυτό. Καθ’ όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υφίσταται από πολλά έτη σοβαρή και διαρκής απόκλιση μεταξύ της νομολογίας του Δ´ και του Ε´ Τμήματος επί του ζητήματος του παρεμπίπτοντος ελέγχου της νομιμότητας της άδειας εγκατάστασης κατά την εξέταση της νομιμότητας της άδειας λειτουργίας με προεκτάσεις αναγόμενες στις γενικές αρχές του συνταγματικού και διοικητικού δικαίου. Έκρινε, όμως, ότι υπάρχει στην ελληνική έννομη τάξη μηχανισμός άρσης των νομολογιακών αντιθέσεων μεταξύ Τμημάτων του ΣτΕ, αυτός, δηλαδή, της εισαγωγής ορισμένης υπόθεσης στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, ο οποίος, μάλιστα, ενεργοποιήθηκε στην περίπτωση της αιτούσας με την έκδοση της αποφάσεως ΣτΕ Ολ 1792/2011 της Ολομελείας, κληθείσης να επιλύσει το κρίσιμο, κατά το ΕΔΔΑ, νομικό ζήτημα κατά πόσον η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης υπερισχύει της αρχής της προστασίας του περιβάλλοντος, το οποίο ευρίσκεται στη βάση της διαπιστωθείσης νομολογιακής αντιθέσεως, με το Ε´ Τμήμα να αποδίδει προτεραιότητα στη δεύτερη αρχή και το Δ´ Τμήμα στην πρώτη. Περαιτέρω, όπως διέγνωσε και το ΕΔΔΑ, η ως άνω απόφαση της Ολομέλειας έκρινε ότι ο έλεγχος των χρήσεων γης κατά την έκδοση της άδειας λειτουργίας είναι όχι μόνο επιτρεπτός αλλά και αναγκαίος, τούτο δε για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, κρίνοντας, στη συνέχεια, ότι οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής σε καταστάσεις που δημιουργήθηκαν κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της προστασίας του περιβάλλοντος, όπως εν προκειμένω. Επομένως, η Ολομέλεια υιοθέτησε, κατά το ΕΔΔΑ, τη νομολογία του Ε´ Τμήματος, αποφαινόμενη, μάλιστα, όχι γενικώς επί των εφαρμοστέων αρχών, αλλά επιλύοντας το κρίσιμο ζήτημα της επίδικης διαφοράς, γεγονός που προκύπτει από τη χρήση του όρου «εν προκειμένω» κατά την αναφορά στον αποκλεισμό της εφαρμογής της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Περαιτέρω, όμως, σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού άρσης των αποκλίσεων της νομολογίας, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το Δ´ Τμήμα, προς το οποίο η Ολομέλεια ανέπεμψε την υπόθεση μετά την επίλυση του ως άνω ζητήματος, παρ’ ότι επανέλαβε τη θέση της Ολομέλειας, ενέμεινε ουσιαστικά στην προηγούμενη νομολογία του κατ’ επίκληση «εξαιρετικών περιστάσεων», οι οποίες εν προκειμένω επέβαλλαν την προστασία της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί βάσει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τούτο δε μολονότι η Ολομέλεια είχε ήδη λάβει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες της επίμαχης περίπτωσης και είχε αποκλείσει την εφαρμογή της ως άνω αρχής, κρίνοντας ότι αυτή έπρεπε να υποχωρήσει έναντι της αρχής της προστασίας του περιβάλλοντος. Καθ’ όσον, εξάλλου, αφορά το Ε´ Τμήμα, αυτό, με την απόφαση ΣτΕ 2738/2014, ενέμεινε στη νομολογία του, η εφαρμογή της οποίας καθιστά επιβεβλημένο το μέτρο της σφράγισης. Ενόψει τούτων, και παρ’ ότι το αντικείμενο των δύο αιτήσεων ακυρώσεως της αιτούσας ενώπιον του Δ΄ και του Ε´ Τμήματος ήταν διαφορετικό από τεχνική άποψη, η απόφαση του Δ´ Τμήματος επέτρεψε την κανονική λειτουργία του συγκροτήματος και η απόφαση του Ε´ Τμήματος έκρινε ότι αυτή ήταν απαγορευμένη, ενώ η αντιφατική αυτή κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω από τη μη ολοκλήρωση της διαδικασίας σφράγισης σύμφωνα με την απόφαση ΣτΕ 2738/2014 του Ε΄ Τμήματος, η οποία, όπως έκρινε το Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ΣτΕ, εξηγείται από το γεγονός ότι οι ανταγωνιστές της αιτούσας υπέβαλαν αίτηση υπαγωγής του συγκροτήματος σε καθεστώς πολεοδομικής τακτοποίησης κατά τον ν. 4178/2013. Επομένως, κατά το ΕΔΔΑ, η νομολογιακή απόκλιση μεταξύ των δύο Τμημάτων διατηρήθηκε παρά την παρέμβαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, γεγονός που καταδεικνύει την αναποτελεσματικότητα του μηχανισμού εναρμόνισης της νομολογίας, περαιτέρω δε, κλονίσθηκε η ασφάλεια δικαίου κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

5. Η Ολομέλεια εξαφάνισε την απόφαση ΣτΕ 3064/2012, δίκασε εκ νέου την αίτηση ακύρωσης της αιτούσας και τη δέχθηκε, κρίνοντας ότι η προσβαλλόμενη πράξη του Δημάρχου Ηρακλείου, με την οποία χορηγήθηκε στην παρεμβαίνουσα «CRETA CINEMAS Κινηματογραφικές Επιχειρήσεις Α.Ε.» άδεια λειτουργίας (πολυκινηματογράφου) για χρήση μη επιτρεπόμενη βάσει του ισχύοντος στην περιοχή πολεοδομικού καθεστώτος, είναι μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το “συνεπειοκρατικό επιχείρημα” στον δικανικό συλλογισμό: “τυχόν γενίκευση της νομικής λύσης που έδωσε η πληττόμενη απόφαση ΣτΕ 3064/2012 θα καθιστούσε, κατ’ ουσίαν, γενικώς ανενεργό το νομικό κανόνα που διατύπωσε η απόφαση ΣτΕ Ολ 1792/2011  της Ολομελείας”. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, το αρμόδιο όργανο του οικείου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης προκειμένου να χορηγήσει την άδεια λειτουργίας συγκεκριμένης εγκαταστάσεως, όπως είναι ο πολυκινηματογράφος, ο οποίος από απόψεως πολεοδομικής λειτουργίας και συνεπειών στη φυσιογνωμία της περιοχής διαφέρει ουσιωδώς από τον τύπο του κοινού κινηματογράφου, οφείλει να ελέγξει, κατά πόσον η χρήση αυτή συμβιβάζεται προς τη χρήση που προβλέπεται από το γενικό πολεοδομικό σχέδιο για τη συγκεκριμένη περιοχή εγκαταστάσεως, εφόσον, ιδίως, δεν έχει προηγηθεί τέτοιος έλεγχος κατά τα προγενέστερα στάδια αδειοδοτήσεως. Παράλειψη του οργάνου αυτού να προβεί στον κατά τα ανωτέρω έλεγχο καθιστά την εκδιδόμενη πράξη με την οποία χορηγείται η άδεια λειτουργίας, κατ’ αρχήν, παράνομη”. Βλ. συναφώς, Η. Κουβαρά, Οι συνέπειες της δικαστικής απόφασης ως θεμέλιο των νομικών κρίσεων. Πρόλογος Σπ. Βλαχόπουλος, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, σ. 11 επ.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο