Η παρέμβαση του νομοθέτη στην απονομή της δικαιοσύνης (Σύνθεση Δημοσίου Δικαίου, 7-12-2015)

Η παρέμβαση του νομοθέτη στην απονομή της δικαιοσύνης

Στο πλαίσιο της ως άνω θεματικής (παρεμβάσεις της νομοθετικής εξουσίας στην απονομή της δικαιοσύνης), θα αναλυθούν οι αποφάσεις  ΣτΕ 391.2008 του Ε΄Τμήματος που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια, η απόφαση της Ολομέλειας  ΣτΕ Ολ 4076.2010 και θα αναφερθούν οι βασικές σκέψεις της απόφασης του ΔΕΕ της 18ης Οκτωβρίου 2011, C-128.2009, C-129/09, C-130/09, C-131/09 C-134/09 και C-135/09, Bonus et Roua κ.λπ. Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης του ΔΕΕ, ακολούθησε η έκδοση της ΣτΕ Ολ 376/2014 [A376-2014].

Η ανάλυση στηρίζεται στο ακόλουθο διάγραμμα.

Διάγραμμα

Ι. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Οι παρεμβάσεις της νομοθετικής εξουσίας στην απονομή της δικαιοσύνης καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων και αναφέρονται ιδίως στην αναδρομική, ως επί το πλείστον, θέσπιση κανόνων δικαίου με τη βούληση αυτοί να καταλάβουν δικαιώματα, σχέσεις ή καταστάσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν ήδη κριθεί από αυτά. Η εν λόγω νομοθετική πρακτική θέτει θεμελιώδη ζητήματα συνταγματικής τάξης αναγόμενα ιδίως στη διάκριση των πολιτειακών λειτουργιών και εξουσιών, συχνά δε και το θέμα της συνέχισης ή της κατάργησης της ακυρωτικής δίκης κατά διοικητικής πράξης που καθίσταται, μετά τη δικαστική προσβολή, αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης. Από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που εμπλουτίσθηκε ουσιωδώς από την επίδραση και της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), μπορούν να εντοπισθούν τρεις περιπτώσεις νομοθετικής παρέμβασης. Η πρώτη αφορά την αναδρομική κύρωση με νόμο κανονιστικής πράξης που εκδόθηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση ή κατά παράβαση αυτής, η δεύτερη την αναδρομική εφαρμογή νόμου σε εκκρεμείς υποθέσεις και η τρίτη τη θέσπιση ατομικής διοικητικής πράξης με νόμο. Πριν από την ανάλυση των περιπτώσεων αυτών, επιβάλλεται η συνοπτική παρουσίαση της γενικότερης προβληματικής των νομοθετικών κυρώσεων υπό το πρίσμα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Το ΕΔΔΑ ενέταξε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ τους κυρωτικούς νόμους, ασκώντας έτσι για πρώτη φορά έλεγχο συμβατότητας προς την ΕΣΔΑ των νομοθετικών κυρώσεων, με την απόφαση Ελληνικά Διυλιστήρια κατά Ελλάδας [ΕΔΔΑ της 9ης Δεκεμβρίου 1994 (13427/1987)]. Η υπόθεση αφορούσε τον Ν. 1701/1987, Αναγκαστική συμμετοχή δημοσίων φορέων στις ιδιωτικές επιχειρήσεις του Ν. 98/1975 και εξαγορά μεριδίων, ο οποίος προέβλεψε ότι με τη λύση των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί κατά το χρονικό διάστημα από 21 Απριλίου 1967 μέχρι 24 Ιουλίου 1974 καταργούνται και οι ρήτρες διαιτησίας που περιείχαν, δεν ισχύουν δε και δεν εκτελούνται οι διαιτητικές αποφάσεις που στηρίζονταν στις ανωτέρω ρήτρες. Ο νόμος αυτός εκδόθηκε ενώ εκκρεμούσε ενώπιον του Αρείου Πάγου υπόθεση μεταξύ του Δημοσίου και αντισυμβαλλομένου του με αντικείμενο την ισχύ σχετικής διαιτητικής απόφασης εις βάρος του Δημοσίου. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο σχετικός νόμος απέκλειε οποιονδήποτε πραγματικό έλεγχο της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, οπότε αποτελούσε επέμβαση στην απονομή της δικαιοσύνης προκειμένου να επηρεάσει την έκβαση της δίκης υπέρ του Δημοσίου [Σημειωτέον ότι με την ΑΠ Ολ 4/1989 (που εκδόθηκε κατόπιν της παραπεμπτικής ΑΠ 1387/1987 του Α΄ Τμήματος) κρίθηκε ότι δεν είναι, κατ’ αρχήν, αντισυνταγματική η παράγραφος 4 του άρθρου 12 του Ν. 1701/1987 με την οποία καταργούνται εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του δίκες, υπό την προϋπόθεση ότι με τον τρόπο αυτόν δεν θίγονται συνταγματικώς προστατευόμενα κεκτημένα δικαιώματα. Στην υπό κρίση υπόθεση όμως, που αποτέλεσε την occasio legis, η επιδίωξη αποκλεισμού της δικαστικής έρευνας για το κύρος της επίμαχης διαιτητικής απόφασης με την έκδοση του εν λόγω ερμηνευτικού νόμου τις παραμονές της συζήτησης της αναίρεσης ενώπιον του Α΄ τμήματος ΑΠ συνιστά σφετερισμό της αρμοδιότητας του δικαστηρίου επί της συγκεκριμένης διαφοράς και αντιβαίνει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών (ΕΕΝ 1989, σ. 622, Δ 1990, σ. 938, ΝοΒ 1990, σ. 442)]. Ομοίως, με την απόφαση Παπαγεωργίου κατά Ελλάδας [ΕΔΔΑ της 22ας Οκτωβρίου 1997 (97/1996/716/913)], κρίθηκε ότι το άρθρο 26 του Ν. 2020/1992, το οποίο προέβλεψε ότι οι εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων για τους κλάδους ασφάλισης ΟΑΕΔ, ΟΕΚ και ΟΕΕ θεωρούνται κοινωνικοί πόροι υπέρ των οργανισμών αυτών και ότι εισφορές που έχουν καταβληθεί μέχρι τη δημοσίευση του νόμου δεν αναζητούνται, οι δε σχετικές αξιώσεις αποσβέννυνται και οι εκκρεμείς δίκες ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου για την αναζήτηση των εισφορών αυτών καταργούνται, συνιστά παρέμβαση στην απονομή της δικαιοσύνης  Πράγματι, το άρθρο αυτό ενσωματώθηκε σε νόμο με διαφορετικό αντικείμενο [Ν. 2020/1992, Διαρρυθμίσεις στον ενιαίο ειδικό φόρο κατανάλωσης των πετρελαιοειδών προϊόντων και άλλες διατάξεις] μετά την άσκηση αίτησης αναίρεσης της ΔΕΗ και παρέμβασης του ΟΑΕΔ κατά της απόφασης του Εφετείου Αθηνών και πριν από τη συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου, σε χρόνο δηλαδή κατά τον οποίο μπορούσε να προβλεφθεί με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο αυτό θα ακολουθούσε την παγία νομολογία του που ήταν ευνοϊκή για τον ιδιώτη διάδικο. Η θέσπιση του άρθρου 26 σε ένα τόσο κρίσιμο χρονικό σημείο της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου ρύθμιζε στην πραγματικότητα επί της ουσίας τη διαφορά και καθιστούσε περιττή τη συνέχιση της δίκης. Κατά συνέπεια, συνιστούσε παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.

Η συνταγματικότητα των κυρωτικών νόμων και η συμφωνία τους προς την ΕΣΔΑ, ιδίως οσάκις αυτοί καταλαμβάνουν δικαιώματα, σχέσεις ή καταστάσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν ήδη κριθεί από αυτά, έχει αποτελέσει το αντικείμενο πλουσιότατης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Από τη νομολογία αυτή, που επηρεάστηκε στις βασικές θεωρήσεις της από την αντίστοιχη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, συνάγεται ότι οι παρεμβάσεις της νομοθετικής εξουσίας στην απονομή της δικαιοσύνης συνδέονται ιδίως με τη λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή, τη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.), την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας (άρθρο 43 Συντ.), την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 Σ), το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Συντ.) και τη συνταγματική κατοχύρωση της αίτησης ακύρωσης (άρθρο 95). Η κατωτέρω ανάλυση περιορίζεται στις επιπτώσεις των νομοθετικών κυρώσεων στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Από δικονομική σκοπιά, η νομοθετική κύρωση οποιασδήποτε μορφής αποσκοπεί να προσδώσει δικαστική ασυλία στη διοικητική πράξη.

ΙΙ. Νόμος που θεσπίζει διοικητική πράξη

Ιδιαίτερη περίπτωση νομοθετικής κύρωσης αποτελούν οι νόμοι οι οποίοι, κατά παράβαση του κανόνα της γενικότητας του νόμου, ενσωματώνουν διοικητικές πράξεις και μάλιστα μέχρι του σημείου που να περιλαμβάνουν όλη την ατομική ρύθμιση του ζητήματος, ώστε να μην προβλέπεται η έκδοση καμιάς ατομικής πράξης. Χαρακτηριστική περίπτωση της τάσης αυτής εντοπίζεται στην απόφαση ΣτΕ 391/2008 του Ε΄ τμήματος, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο αίτησης ακύρωσης κατά πολεοδομικών ρυθμίσεων που θεσπίσθηκαν υπό το ένδυμα νόμου. Επρόκειτο ειδικότερα, για την έγκριση ρυμοτομικού σχεδίου στον χώρο ΟΑΚΑ Αμαρουσίου, την έγκριση πράξεων εφαρμογής, την άδεια κατασκευής εγκαταστάσεων, τον καθορισμό χρήσεων, την έγκριση της θέσης και διάταξης των κτιρίων με τον χαρακτηρισμό της έγκρισης αυτής ως πολεοδομικής άδειας και, τέλος, την άδεια απ’ ευθείας εκποίησης των ακινήτων του ΟΕΚ. Με την απόφαση αυτή παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια το ζήτημα της συμβατότητας προς το Σύνταγμα διατάξεων του N 3207/2003, Ρύθμιση θεμάτων Ολυμπιακής Προετοιμασίας και άλλες διατάξεις, βάσει των οποίων, κατ’ απόκλιση από τη συνήθη, προβλεπόμενη στο νόμο, διοικητική διαδικασία, θεσπίζονται ατομικές ρυθμίσεις χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.

 Όσον αφορά τη δικαστική προστασία, εν προκειμένω, σε αντιδιαστολή προς τη νομοθετική κύρωση ήδη υφιστάμενης ατομικής διοικητικής πράξης, δεν ανακύπτει ζήτημα συνέχισης της ακυρωτικής δίκης, αλλά παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης, εφόσον αυτή ασκείται κατά ατομικής μεν ρύθμισης, πλην όμως περιβεβλημένης το ένδυμα τυπικού νόμου. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, η προβληματική εντάσσεται στο ίδιο πνεύμα της προσπάθειας διασφάλισης του δικαστικού ελέγχου της ρύθμισης.

Α. Η ΣτΕ 391/2008 -          Προσβαλλόμενη πράξη

Με τον Ν. 3207/2003 «Ρύθμιση Θεμάτων Ολυμπιακής προετοιμασίας και άλλες διατάξεις» (άρθρο 6 παρ. 1) εγκρίθηκε ρυμοτομικό σχέδιο στον υπερτοπικό πόλο του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθήνας, με τον καθορισμό οικοδομήσιμων χώρων, οδών, πεζοδρόμων, κοινοχρήστου χώρου πρασίνου και τη δημιουργία δευτερεύοντος δικτύου πρασίνου αποκλειστικά για πεζούς, τροποποιήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο με την κατάργηση οικοδομικών τετραγώνων, οδών, κοινοχρήστων χώρων, τη δημιουργία νέων οικοδομικών τετραγώνων και τον καθορισμό οδών, πεζοδρόμων, κοινοχρήστων χώρων πρασίνου και χώρου παιδικού σταθμού - αναψυχής - αθλητισμού, όπως οι ρυθμίσεις αυτές φαίνονται στο διάγραμμα κλίμακας 1:2000 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του οποίου αντίτυπο σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύθηκε με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Περαιτέρω, με την ως άνω παράγραφο ορίσθηκε ότι η έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου επέχει θέση έγκρισης Πράξης Εφαρμογής για την παραπάνω περιοχή και ότι για τον σκοπό αυτόν, προτάσεις που υποβλήθηκαν δυνάμει των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 2947/2001 θεωρείται ότι επάγονται όλα τα έννομα αποτελέσματά τους και για την παρούσα ρύθμιση. Ακολούθως, με την παρ. 1β του ως άνω άρθρου 6 καθορίσθηκαν όροι και περιορισμοί δόμησης ανά οικοδομικό τετράγωνο. Στην συνέχεια με την παρ. 1γ προβλέφθηκε ότι στα οικοδομικά τετράγωνα που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση επιτρέπεται η κατασκευή μόνιμων εγκαταστάσεων για τη δημιουργία Ολυμπιακού Χωριού Φιλοξενίας των Δημοσιογράφων και ότι «μετά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στο οικοδομικό τετράγωνο 1 επιτρέπονται οι χρήσεις που προβλέπονται στην περ. ε της παρ. 2.3 του Παραρτήματος Α΄ του άρθρου 15 του Ν. 1515/1985, όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2730/1999, με εξαίρεση τις χρήσεις των περιπτώσεων 2, 12, 14, 16, 17, 18 και 19 του άρθρου 8 του από 23.2/6.3.1987 προεδρικού διατάγματος, όπως ισχύει. Στα οικοδομικά τετράγωνα 2 και 3 επιτρέπεται η χρήση αμιγούς κατοικίας. Στο οικοδομικό τετράγωνο 4 επιτρέπεται η χρήση κατοικίας και η χρήση γραφείων. Στο οικοδομικό τετράγωνο 5 επιτρέπεται η χρήση παιδικού σταθμού, αθλητισμού και αναψυχής». Οι ανωτέρω ρυθμίσεις απεικονίζονται σε δύο (2) σχέδια γενικής διάταξης ολυμπιακής και μεταολυμπιακής χρήσης σε κλίμακα 1:2000, τα οποία θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και των οποίων αντίτυπα σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύθηκαν με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στη συνέχεια, με την παρ. 2. του ίδιου άρθρου 6 ορίσθηκε ότι στους πιο πάνω καθοριζόμενους χώρους εγκρίνεται η θέση και η διάταξη των κτιρίων, όπως φαίνονται σε τρία (3) τοπογραφικά διαγράμματα κλίμακας 1:200 και σε ένα (1) τοπογραφικό διάγραμμα 1:500, καθώς και σε τρία (3) διαγράμματα κάλυψης 1:200 και σε ένα (1) διάγραμμα κάλυψης 1:1000, που θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικοδομικών και Κτιριοδομικών Κανονισμών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και των οποίων αντίτυπα σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύθηκαν με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην ίδια παράγραφο ορίσθηκε ότι «η παρούσα έγκριση επέχει θέση αδείας της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής για την εκτέλεση των εργασιών που αφορούν την Ολυμπιακή και μεταολυμπιακή χρήση του έργου» και ότι «οι απαιτούμενες σύμφωνα με τις οικείες προδιαγραφές μελέτες για την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών κατατίθενται στην υπηρεσία που ορίζεται στην παρ. α της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Ν. 2947/2001, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Μελέτες που έχουν υποβληθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού συνεχίζουν να ισχύουν, εφόσον είναι σύμφωνες με τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου». .... .... Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται από τους αιτούντες, από τους οποίους ο πρώτος φέρεται ως δημότης του Δήμου Αμαρουσίου και το τρίτο αποτελεί σωματείο που κατά το οικείο καταστατικό έχει ως σκοπό την συμβολή στην αναβάθμιση και προστασία του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής των κατοίκων του Αμαρουσίου, η ακύρωση «των εις το ΦΕΚ Α΄ 302/24.12.2003, υπό το ένδυμα νόμου (3207/03, αρθ. 6), εμπεριεχομένων πολεοδομικών ρυθμίσεων, ήτοι εγκρίσεως ρυμοτομικού σχεδίου στον χώρον Ο.Α.Κ.Α. Αμαρουσίου, εγκρίσεως πράξεων εφαρμογής, αδείας κατασκευής εγκαταστάσεων, καθορισμού χρήσεων, εγκρίσεως της θέσεως και διατάξεως των κτιρίων δια χαρακτηρισμού της τοιαύτης εγκρίσεως ως πολεοδομικής αδείας και, τέλος, αδείας απ’ ευθείας εκποιήσεως των ακινήτων του Ο.Ε.Κ.».

-          Η κρίση του Δικαστηρίου - - Εφαρμοστέες διατάξεις

 Από τις διατάξεις των άρθρων 24, 26 και 28 του Συντάγματος συνάγεται ότι δεν αποκλείεται μεν η, κατ’ απόκλιση από την συνήθη διοικητική διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες κανονιστικού χαρακτήρα νομοθετικές διατάξεις, θέσπιση ατομικών ρυθμίσεων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού με τυπικό νόμο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι με τις ρυθμίσεις αυτές δεν θίγονται ατομικά δικαιώματα και δεν παραβιάζονται άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές, καθώς και οι σχετικοί ορισμοί του κοινοτικού δικαίου. Δεδομένου ότι πρόκειται πάντως για απόκλιση από την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, η θέσπιση ατομικών ρυθμίσεων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού με τυπικό νόμο είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και επομένως, οι λόγοι προσφυγής στην διαδικασία αυτή πρέπει να προκύπτουν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου (ΣτΕ 1567/2005).

Περαιτέρω, στο άρθρο 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, ενώ στο άρθρο 87 αυτού ορίζεται ότι «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. 2 …», στο άρθρο 93 ότι «1. Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους. 2 … 3 … 4. Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα», στο άρθρ. 94 ότι «1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας διαδικασίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4 …» και στο άρθρο 95 ότι «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως : α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου β) … γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σε αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. ...».

-- Οι διατυπωθείσες γνώμες  Τα μέλη της σύνθεσης υποστήριξαν τρεις διαφορετικές γνώμες, οι οποίες μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

1. Κατά την πλέον προωθημένη άποψη, η συνταγματικότητα μιας νομοθετικής διάταξης δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί δικαστικώς, εκτός αν καταλείπεται στάδιο έκδοσης ατομικών διοικητικών πράξεων. Ένδικα βοηθήματα που ασκούνται με βάση το άρθρο 57 ΑΚ δεν παρέχουν ισοδύναμη προστασία με την αίτηση ακύρωσης. Εν όψει των ανωτέρω, ο αποκλεισμός της αμφισβήτησης με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης της συμφωνίας με το Σύνταγμα αλλά και με κανόνες υπέρτερης του νόμου τυπικής ισχύος ατομικών ρυθμίσεων που έχουν θεσπισθεί με νόμο κατ’ απόκλιση, έστω και συνταγματικώς κατ’ αρχήν επιτρεπόμενη, της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, στις περιπτώσεις, τουλάχιστον, κατά τις οποίες είναι δυνατή η άμεση εκτέλεση της ρύθμισης, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η περαιτέρω έκδοση διοικητικής πράξης, θα οδηγούσε σε ματαίωση της αποστολής των διοικητικών δικαστηρίων, όπως αυτή προβλέπεται στο Σύνταγμα και, γενικότερα, σε ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ των τριών λειτουργιών του Κράτους, στην οποία αποβλέπει ο συντακτικός νομοθέτης με τις ανωτέρω διατάξεις. Κατά συνέπεια, κατά την έννοια τόσο της διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 20, 28 και 93 αυτού και προς την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, ενόψει της οποίας είναι εφαρμοστέες οι συνταγματικές διατάξεις που αφορούν το σύστημα οργάνωσηςτης δικαιοσύνης, όσο και της παρ. 1 του άρθρου 45 του π.δ/τος 18/1989, κατά την οποία «1. Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου», δεν αποκλείεται στις ανωτέρω περιπτώσεις η ευθεία προσβολή με αίτηση ακύρωσης ατομικής ρύθμισης που έχει μορφή διάταξηςτυπικού νόμου. Ειδικότερα, με το ένδικο βοήθημα παραδεκτώς αμφισβητείται, στην περίπτωση αυτή, μόνον η συμφωνία της ρύθμισης με κανόνες υπέρτερης του νόμου τυπικής ισχύος, και, αν ο σχετικός λόγος κριθεί βάσιμος, ακυρώνεται η διά του νόμου επιβαλλόμενη ατομική ρύθμιση κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται η εκτέλεσή της με υλικές ενέργειες. Εν προκειμένω, οι διατάξεις του επίμαχου νόμου, κατά των οποίων στρέφεται η κρινόμενη αίτηση, περιέχουν ατομική ρύθμιση αμέσως εφαρμοστέα χωρίς να καταλείπεται στάδιο έκδοσης διοικητικής πράξης, αφού, όπως ρητώς αναφέρεται στις πληττόμενες διατάξεις, η ρύθμιση αυτή επέχει θέση οικοδομικής άδειας, η οποία, συνεπώς, έχει ενσωματωθεί στις διατάξεις αυτές του τυπικού νόμου. Κατ’ ακολουθίαν, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, η κρινόμενη αίτηση, κατά τη γνώμη των ανωτέρω μελών του Δικαστηρίου, παραδεκτώς κατ’ αρχήν στρέφεται κατά της επίμαχης ρύθμισης.

2. Κατ’ άλλη γνώμη, στην περίπτωση προσβολής «απλώς τυπικού νόμου», ο οποίος προβαίνει σε εξαντλητική ατομική ρύθμιση αποκλείοντας τη δυνατότητα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας με ευθεία προσβολή του, θεμελιώνεται παραβίαση των άρθρων 20 παρ. 1 Σ και 6 της ΕΣΔΑ. Πρέπει, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι η αίτηση ακύρωσης στρέφεται κατά της «σιωπηρής έγκρισης» της εκτέλεσης της ατομικής αυτής ρύθμισης από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία είναι αρμόδια κατά το Σύνταγμα για την εκτέλεση των νόμων.

3. Τέλος, η τρίτη γνώμη μεταθέτει την προβληματική στο πεδίο του κοινοτικού δικαίου, στο μέτρο που τα κρινόμενα έργα εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, η οποία επιτάσσει συναφώς αποτελεσματική δικαστική προστασία. Θα πρέπει, επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, να απευθυνθεί στο ΔΕΚ προδικαστικό ερώτημα ως προς το αν η παρεχόμενη από τον πολιτικό δικαστή προστασία κατά το άρθρο 57 ΑΚ (αφού η πράξη έγκρισης του έργου είναι τυπικός νόμος κατά του οποίου δεν μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση ακύρωσης) συνιστά αποτελεσματική ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που απονέμει στους πολίτες το κοινοτικό δίκαιο.

Β. Η απόφαση ΣτΕ Ολ 4076/2010

 Επιλαμβανόμενη της αίτησης ακύρωσης, κατόπιν της ως άνω παραπεμπτικής, η Ολομέλεια ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, επισημαίνοντας ότι εκκρεμούν ενώπιον του ΔΕΕ προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε με σειρά αποφάσεών του (την άνοιξη του 2009) το βελγικό Conseil d’Etat. Τα ερωτήματα αυτά θέτουν το ζήτημα του αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου νομικών πράξεων με ισχύ τυπικού νόμου οι οποίες επιτρέπουν την εκτέλεση έργων που εμπίπτουν στην οδηγία 85/337/ΕΟΚ, αλλά δεν μπορούν να προσβληθούν ενώπιον του διοικητικού δικαστή και, συνεπώς, να τύχουν του απαιτούμενου από την οδηγία αυτή ελέγχου. Η Ολομέλεια θεώρησε ότι η απάντηση του ΔΕΕ στα ερωτήματα αυτά ενδέχεται να επηρεάσει τη λύση και της εκκρεμούσης ενώπιόν της υπόθεσης.

Γ. Η απόφαση ΔΕΕ της 18ης Οκτωβρίου 2011, C-128/09, C-129/09, C-130/09, C-131/09 C-134/09 και C-135/09, Bonus et Roua κ.λπ.

 Με την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2011 επί των ανωτέρω υποθέσεων C-128/09, C-129/09, C-130/09, C-131/09 C-134/09 και C-135/09, Bonus et Roua κ.λπ.,, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 1, παρ. 5, της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας (επομένως και από το άρθρο 10α αυτής που προβλέπει δικαστικό έλεγχο των εμπιπτουσών στις διατάξεις της πράξεων ή παραλείψεων) εξαιρούνται μόνο τα σχέδια που εγκρίνονται καταλεπτώς με ειδική νομοθετική πράξη, κατά τρόπον ώστε οι σκοποί που επιδιώκονται με την οδηγία να επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας [Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ εξαρτά από δύο προϋποθέσεις την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Η πρώτη απαιτεί το σχέδιο να εγκρίνεται καταλεπτώς (δηλαδή κατά τρόπο επαρκώς ακριβή και οριστικό) με ειδική νομοθετική πράξη (η οποία πρέπει να περιέχει, όπως μια διοικητική άδεια, όλα τα στοιχεία του σχεδίου που κρίνονται λυσιτελή για την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, αφού προηγουμένως τα στοιχεία αυτά ληφθούν υπόψη από τον νομοθέτη). Σύμφωνα με τη δεύτερη, οι σκοποί της οδηγίας (η διασφάλιση, δηλαδή, πριν από τη χορήγηση της σχετικής άδειας ότι εκτιμώνται οι επιπτώσεις των σχεδίων που ενδέχεται να θίξουν σημαντικά το περιβάλλον, ιδίως λόγω της φύσης, του μεγέθους ή του τόπου πραγματοποίησής τους), συμπεριλαμβανομένου αυτού της παροχής πληροφοριών, πρέπει να επιτυγχάνονται μέσω της νομοθετικής διαδικασίας]. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις αυτές, αφού λάβει υπόψη τόσο το περιεχόμενο της εκδοθείσας νομοθετικής πράξης όσο και το σύνολο της νομοθετικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοσή της. Συναφώς, νομοθετική πράξη η οποία «επικυρώνει» αμιγώς και μόνον προϋφιστάμενη διοικητική πράξη και η οποία περιορίζεται στην αναφορά επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος χωρίς να έχει προηγηθεί κίνηση νομοθετικής διαδικασίας επί της ουσίας μέσω της οποίας διασφαλίζεται η τήρηση των εν λόγω προϋποθέσεων δεν μπορεί να λογίζεται ειδική νομοθετική πράξη κατά την έννοια της διάταξης αυτής και, ως εκ τούτου, δεν αρκεί για να εξαιρεθεί ένα σχέδιο από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ. Με άλλους λόγους, το Δικαστήριο δεν απαιτεί τον ευθύ δικαστικό έλεγχο νομοθετικής πράξης, αλλά την κατά τη νομοθετική διαδικασία τήρηση δύο προϋποθέσεων που εξασφαλίζουν την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας.

Σημειώνεται ότι και το βέλγικό Cour constitutionnelle (Συνταγματικό Δικαστήριο), στο οποίο παρεπέμφθη η εξέταση της συνταγματικότητας των ως άνω βελγικών νομοθετικών πράξεων, υπέβαλε στο ΔΕΕ σχετικά προδικαστικά ερωτήματα, ζητώντας, μεταξύ άλλων, να διευκρινιστεί αν αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ νομοθετικές πράξεις όπως οι πολεοδομικές ή περιβαλλοντικές άδειες καθώς και αν η οδηγία επιτρέπει την έκδοση νομοθετικών πράξεων, όπως οι αναδρομικής ισχύος επικυρώσεις πολεοδομικών ή περιβαλλοντικών αδειών. Πράγματι, η επικύρωση των οικοδομικών αδειών και των αδειών εργασιών με διάταγμα του Κοινοβουλίου προσδίδει στις εν λόγω πράξεις νομοθετικό χαρακτήρα, με συνέπεια, το Conseil d’État να καθίσταται πλέον αναρμόδιο να επιληφθεί αιτήσεων ακύρωσης στρεφομένων κατά πράξεων αυτών. Κατά συνέπεια, μετά την επικύρωσή τους, αυτές μπορούν να προσβληθούν μόνον ενώπιον του Cour constitutionnelle αποκλειστικά για λόγους αντλούμενους από τη συμφωνία προς τους κανόνες των οποίων την εφαρμογή είναι αρμόδιο να ελέγχει το δικαστήριο αυτό. Με την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2012, C-182/2010, Marie-Noëlle Solvay κ.λπ. κατά Région wallonne, το ΔΕΕ επανέλαβε τη λύση που συνήχθη από την προαναφερθείσα απόφαση Bonus et Roua κ.λπ.

Δ. Η απόφαση ΣτΕ Ολ 376/2014

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 376/2014, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου ακύρωσε τη σιωπηρή διαπίστωση, από τη Διεύθυνση Οικοδομικών και Κτηριοδομικών Κανονισμών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, της συμφωνίας προς τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 1 περ. α΄, β΄ και γ΄ και 2 του Ν. 3207/2003 των μελετών που υποβλήθηκαν σε αυτήν, έκρινε όμως ότι η αίτηση ακύρωσης δεν στρέφεται παραδεκτά κατά της παρεχόμενης με τον νόμο άδειας εκποίησης των ακινήτων του ΟΕΚ που συνιστά ρύθμιση τυπικού νόμου [βλ. ΣτΕ Ολ 376/2014: προσβολή ατομικής ρύθμισης περιβεβλημένης το ένδυμα τυπικού νόμου, www.prevedourou.gr].

Ε. Η απόφαση ΣτΕ Ολ 3053/2009

 Στο ίδιο πνεύμα της εξασφάλισης της έννομης προστασίας κινείται και η συλλογιστική νεότερης απόφασης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σχετικής με το έργο της εκτροπής των υδάτων του ποταμού Αχελώου προς τη Θεσσαλία, το οποίο απασχόλησε το Συμβούλιο της Επικρατείας ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90 και είχε ως συνέπεια την έκδοση μιας πρωτοποριακής νομολογίας που συνέβαλε στη διεύρυνση και ενίσχυση του ακυρωτικού ελέγχου. Οι εγκριτικές αποφάσεις των σχετικών περιβαλλοντικών όρων ακυρώθηκαν τρεις φορές [ΣτΕ 2759-60/1994, Ολ 3478/2000 και Ολ 1688/2005]. Μετά την τελευταία ακύρωση της σχετικής ΕΠΟ, ακυρώθηκε και η απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ που ενέκρινε το αποτέλεσμα δημοπρασίας για σχετικό έργο αποπεράτωσης φράγματος [ΣτΕ Ολ 1186/2006]. Για την αποφυγή περαιτέρω ακυρώσεων και την ολοκλήρωση του έργου, επιδιώχθηκε η νομοθετική ρύθμιση του θέματος με την ένταξη σχετικών διατάξεων στον Ν. 3481/2006, Τροποποιήσεις στη νομοθεσία για το Εθνικό Κτηματολόγιο, την ανάθεση και εκτέλεση συμβάσεων έργων και μελετών και άλλες διατάξεις. Ειδικότερα, με τα άρθρα 9 και 13 του ως άνω νόμου, επετράπη η συνέχιση των εργασιών της αναδόχου των έργων εκτροπής εταιρείας, οι οποίες είχαν διακοπεί μετά την τελευταία ακυρωτική απόφαση και, συνεπώς, επανήλθε σε ισχύ η ακυρωθείσα έγκριση δημοπρασίας. Ενόψει της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 13 του ως άνω νόμου, η Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων, Οδικών Σηράγγων και Υπογείων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, κάλεσε με έγγραφό της τον ανάδοχο του έργου «να προβεί ... άμεσα ... στην έναρξη και συνέχιση των εργασιών ...» που είχαν διακοπεί μετά την ακυρωτική απόφαση ΣτΕ Ολ 1186/2006. Κατά του ως άνω εγγράφου και του Ν. 3481/2006, ορισμένοι ΟΤΑ και περιβαλλοντικές οργανώσεις άσκησαν αιτήσεις ακύρωσης, επί των οποίων εκδόθηκε η ΣτΕ Ολ 3053/2009.

Για να εξασφαλίσει τη δικαστική προστασία στην εν λόγω υπόθεση που παρουσίαζε και κοινοτικό ενδιαφέρον, αφού ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, περί υδάτων, η πλειοψηφούσα γνώμη έκρινε ότι το ως άνω έγγραφο, «ανεξαρτήτως της ειδικότερης διατυπώσεως του περιεχομένου του, επάγεται μεταβολή στον νομικό κόσμο, αφού επιφέρει τη δυσμενή για τους αιτούντες συνέπεια της, δυνάμει των προβλέψεων του νόμου και των εγκριθέντων με αυτόν περιβαλλοντικών όρων, συνεχίσεως της εκτελέσεως του συνόλου του επιμάχου έργου, και, μάλιστα, παρά την μεσολαβήσασα ακυρωτική απόφαση. Αποτελεί, συνεπώς, εκτελεστή διοικητική πράξη και προσβάλλεται παραδεκτώς με τις κρινόμενες αιτήσεις, καθ’ ερμηνεία των δικογράφων της. Άλλωστε, για την επέλευση των εννόμων συνεπειών των εμπεριεχομένων στο συγκεκριμένο νόμο ατομικών ρυθμίσεων ήταν αναγκαία η έκδοση από όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία είναι η κατά το Σύνταγμα αρμόδια για την εκτέλεση των νόμων εξουσία, διοικητικής πράξεως, ρητής ή σιωπηρής, έγγραφης ή προφορικής, με περιεχόμενο την εντολή εκτελέσεως της πράξεως του νομοθετικού οργάνου, όπως έγινε εν προκειμένω με το ως άνω έγγραφο. Υπό την εκδοχή εξ άλλου αυτή παρέχεται στους αιτούντες η κατοχυρούμενη από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ έννομη προστασία, και μάλιστα ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου, του οποίου προβάλλουν ότι δεν εξετελέσθη προσηκόντως η προηγουμένη ακυρωτική απόφαση. Συνεπώς, απαραδέκτως οι αιτήσεις στρέφονται ευθέως κατά των συγκεκριμένων διατάξεων του τυπικού νόμου αλλά ασκούνται παραδεκτώς κατά της ως άνω πράξεως». Είναι προφανής η προσπάθεια του Δικαστηρίου να διαμορφώσει την έννοια της εκτελεστής διοικητικής πράξης κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίσει το παραδεκτό του οικείου βοηθήματος και, συνακολούθως, τη δικαστική προστασία του δικαιώματος στο περιβάλλον. Ειδικότερα, ερμηνεύει διασταλτικά τα συστατικά στοιχεία της εκτελεστής πράξης, αντιμετωπίζοντάς την ως «λειτουργική έννοια» [Κατά την εύστοχη παρατήρηση του Κ. Γιαννακόπουλου, Ο διάχυτος και παρεμπίπτων δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, ΕφημΔΔ 6/2009, σ. 825 (842)], δηλαδή ως έννοια ανοικτή, δεκτική εμπλουτισμού από κάθε απρόβλεπτη μελλοντική εξέλιξη και αντλούσα την ενότητά της από τη λειτουργία την οποία επιτελεί, εν προκειμένω την εξασφάλιση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης [Για τη σημασία και την εξέλιξη του περιεχομένου της λειτουργικής έννοιας που καθιέρωσε ο Doyen Vedel (στις εξής μελέτες: G. Vedel, De l'arrêt Septfonds à l'arrêt Barinstein (La légalité des actes administratifs devant les tribunaux judiciaires) », in JCP 1948. I. 682· του ιδίου, La juridiction compétente pour prévenir, faire cesser ou réparer la voie de fait administrative, in JCP 1950. I. 851), βλ., αντί πολλών, G. Tusseau, Critique d’une métanotion fonctionnelle: La notion (trop) fonctionnelle de “notion fonctionnelle”, RFDA 4/2009, σ. 641].

Σαφέστερη υπό το πρίσμα αυτό είναι η ειδικότερη γνώμη που διατύπωσαν μέλη του Δικαστηρίου, στο ίδιο πνεύμα εξασφάλισης του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος. Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε ότι, «ναι μεν η αίτηση ακυρώσεως χωρεί κατά “πράξεων των διοικητικών αρχών” (άρθρο 95 παρ. 1 στ. α΄ του Συντάγματος) και συνεπώς είναι απαράδεκτη αίτηση με την οποία προσβάλλεται ευθέως διάταξη τυπικού νόμου, στην ειδική όμως περίπτωση, κατά την οποία η προσβαλλόμενη διάταξη,... δεν συνιστά άσκηση “νομοθετικής λειτουργίας”, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος, δηλαδή θέση απρόσωπου και αφηρημένου κανόνα δικαίου, δεκτικού περαιτέρω εφαρμογής, αλλά αποτελεί εξαντλητική ρύθμιση συγκεκριμένου ζητήματος διοικητικής φύσεως, έτσι ώστε τα έννομα αποτελέσματά της να επέρχονται αμέσως εκ του νόμου και να μην απομένει κανένα περιθώριο εκδόσεως εκτελεστής διοικητικής πράξεως εφαρμογής της, τότε κατά την έννοια των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ερμηνευομένων σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με τα οποία αντιστοίχως, κατοχυρώνεται η αρχή της ισότητας και το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η αίτηση ακυρώσεως χωρεί παραδεκτώς κατά της διοικητικής πράξεως που, υπό τα δεδομένα αυτά, εμπεριέχεται στην προσβαλλόμενη νομοθετική διάταξη».

Η έννομη προστασία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 95 του Συντάγματος, οι οποίες κατοχυρώνουν το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας και το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης αντιστοίχως, δεν αφορά μόνο την οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή την έκδοση οριστικής απόφασης επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, δηλαδή τη λήψη του μέτρου, το οποίο κρίνεται κατάλληλο για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης. Προς εξασφάλιση της προστασίας αυτής έγινε δεκτή η αίτηση αναστολής εκτέλεσης πράξεων σχετικών με την κατασκευή και λειτουργία των έργων μερικής εκτροπής του άνω ρου του Αχελώου ποταμού προς τη Θεσσαλία και την ενεργειακή αξιοποίηση των υδάτων του, οι οποίες περιβλήθηκαν το ένδυμα τυπικού νόμου. Εν προκειμένω, δεν έγινε αναφορά στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, αλλά ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων στηρίχθηκε στα σχετικά άρθρα του Συντάγματος [ΣτΕ ΕΑ 141/2010 και ΣτΕ ΕΑ 151/2011].

 

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο