Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

Yποχρέωση συμμόρφωσης του επιληφθέντος μετ’ αναίρεση δικαστηρίου της ουσίας προς τις κρίσεις της αναιρετικής απόφασης (ΣτΕ 417/2016 7μ)

Yποχρέωση συμμόρφωσης του επιληφθέντος μετ’ αναίρεση δικαστηρίου της ουσίας προς τις κρίσεις της αναιρετικής απόφασης (ΣτΕ 417/2016 7μ)

Προκαταρτικές σκέψεις

 1.Με την απόφαση ΣτΕ 417/2016 [ΣτΕ 417], το Α΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε αίτηση αναίρεσης της απόφασης ΔΕφΠειρ 1880/2009, η οποία είχε εκδοθεί μετά την αναιρετική απόφαση ΣτΕ 1361/2008. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης ΔΠρΠειρ 593/2001, η οποία είχε απορρίψει προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. περί μη αναγνώρισης, κατόπιν εξαγοράς, χρόνου υπηρεσίας που η αναιρεσείουσα είχε πραγματοποιήσει στην Ίμβρο ως ασφαλιστέου στο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα. Η απόφαση ΣτΕ 417/2016 ερμηνεύει δικονομικές διατάξεις που διέπουν τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει η υιοθέτηση της πάγιας νομολογίας ως προς τις συνέπειες της αναιρετικής απόφασης, ιδίως δε ως προς την υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από αναίρεση να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση. Κατά τη νομολογία αυτή, το δικαστήριο της ουσίας που επιλαμβάνεται εκ νέου ορισμένης υπόθεσης κατόπιν αναιρετικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύεται ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν με την τελευταία αυτή απόφαση και οφείλει να μην αποστεί από τις κρίσεις αυτές, έστω και σιωπηρές, ως προς τα αυτεπαγγέλτως ερευνώμενα από το αναιρετικό δικαστήριο ζητήματα, όπως η συνταγματικότητα ή, γενικότερα, η συμβατότητα με υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες δικαίου των διατάξεων που κρίθηκαν εφαρμοστέες στην επίδικη περίπτωση. Υποχρεούται πρωτίστως να εφαρμόσει τις διατάξεις που κρίθηκαν εφαρμοστέες στην επίδικη περίπτωση με την αναιρετική απόφαση, αποδίδοντας σ’ αυτές την ίδια ακριβώς έννοια που τους απέδωσε και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Την ίδια υποχρέωση έχει και το Συμβούλιο Επικρατείας, όταν δικάζει αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης που εκδόθηκε από το δικαστήριο της παραπομπής. Ειδικότερα, ούτε το επιληφθέν μετ’αναίρεση δικαστήριο της ουσίας ούτε το Συμβούλιο της Επικρατείας, δικάζοντας αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης που εκδόθηκε από το δικαστήριο της παραπομπής, μπορούν να αρνηθούν την εφαρμογή των διατάξεων που κρίθηκαν εφαρμοστέες με την αναιρετική απόφαση, με την αιτιολογία ότι είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς το Σύνταγμα ή προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή προς άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, έστω και αν η αναιρετική απόφαση δεν περιέχει ρητές κρίσεις περί της συμβατότητας των διατάξεων που κρίθηκαν εφαρμοστέες από αυτή προς τους εν λόγω υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες δικαίου (ΣτΕ 4186/1988 7μ, 2798/2011, 3524, 3573/2013, 1480/2014, 309, 316-318, 596, 1300/2015). Σημειώνεται, πάντως, ότι κατά την άποψη της μειοψηφίας στην απόφαση ΣτΕ 417/2016 (και κατά την άποψη που επικράτησε στην παραπεμπτική στην 7μελή απόφαση της 5μελούς σύνθεσης του Α΄Τμήματος ΣτΕ 2178/2015) το δικάσαν εφετείο δεσμευόταν και δεν μπορούσε να αποστεί από την κρίση του αναιρετικού δικαστηρίου περί της αναδρομικότητας της εφαρμοστέας διάταξης, πλην όμως δεν αποτελούσε κριθέν ζήτημα από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο δεν αποφάνθηκε σχετικά με την αναιρετική του απόφαση, το ζήτημα της συμβατότητας της διάταξης αυτής προς το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, πολλώ μάλλον, καθόσον με υπόμνημά της ενώπιον του δικάσαντος εφετείου η ήδη αναιρεσείουσα παραδεκτώς έθεσε υπόψιν του δικαστηρίου αυτού την απόφαση του ΕΔΔΑ (της 19.6.2008, Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδος), με την οποία κρίθηκε ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ εμπίπτει και η νόμιμη προσδοκία απόκτησης περιουσιακού δικαιώματος, όταν η προσδοκία αυτή έχει επαρκή βάση στο εσωτερικό δίκαιο, όπως σε περίπτωση που επιβεβαιώνεται από πάγια νομολογία των δικαστηρίων.

2. Η πάγια αυτή προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας φαίνεται ότι προσκρούει στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης που διαμορφώθηκε με την απόφαση Elchinov (βλ. την επισήμανση αυτή στη Σημείωση Ι. Δημητρακόπουλου, www.humanrightscaselaw.gr, για την απόφαση ΣτΕ 417/2016 7μ), ενισχύθηκε δε και συμπληρώθηκε με την απόφαση Križan, τουλάχιστον όσον αφορά τη συμβατότητα του εθνικού δικαίου προς το δίκαιο της Ένωσης. Ειδικότερα, από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης η υποχρέωση συμμόρφωσης του κατώτερου δικαστηρίου, στο πλαίσιο αναπομπής της υπόθεσης σε αυτό προς επανεξέτασή της, στην απόφαση ανώτερου δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι το πρώτο διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το συμβατό της εν λόγω απόφασης με το ενωσιακό δίκαιο. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας P. Cruz Villalón, στις προτάσεις που ανέπτυξε για την υπόθεση Elchinov, η απάντηση στο ερώτημα αυτό εντοπίζεται, κατ’αρχήν, στη νομική θεωρία που εκφράζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου Rheinmühlen I του 1974 (απόφαση της 16.01.1974, 166/73, Rheinmühlen-Düsseldorf, Συλλογή τόμος 1974, σ.17), με την οποία κρίθηκε ότι «κανόνας του εθνικού δικαίου, ο οποίος δεσμεύει τα δικαστήρια που δεν αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό ως προς τις νομικές εκτιμήσεις του ανωτέρου δικαστηρίου, δεν μπορεί να αφαιρέσει από τα εν λόγω δικαστήρια την ευχέρεια να υποβάλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου το οποίο αφορούν τέτοιες νομικές εκτιμήσεις». Καίτοι η κρίση του Δικαστηρίου αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στη δυνατότητα του εθνικού δικαστηρίου να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα, εξυπακούεται ότι αυτή η δυνατότητα παρέχεται προκειμένου να παρακαμφθεί, εφόσον παρίσταται ανάγκη, η απόφαση του ανώτερου δικαστηρίου. Η απόφαση Rheinmühlen I εισήγαγε ένα είδος αποκεντρωμένου ελέγχου συμβατότητας προς το κοινοτικό δίκαιο, όχι μόνο των εθνικών κανόνων αλλά και των δικαστικών αποφάσεων. Πράγματι, οι δικαστές των οποίων οι αποφάσεις είχαν αναιρεθεί από ανώτερο δικαστήριο μπορούσαν, επικαλούμενοι το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου, σε περίπτωση που η υπόθεση είχε αναπεμφθεί ενώπιόν τους, να αγνοήσουν την εν λόγω αναίρεση, εάν αυτή αντέβαινε, κατά την κρίση τους, στο δίκαιο της Ένωσης. Η ευκαιρία που παρείχετο να επιβεβαιωθεί η υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου προείχε έναντι της αρχής της δικονομικής αυτονομίας σε περίπτωση σύγκρουσής τους. Στις προτάσεις του στην υπόθεση Elchinov, o γενικός εισαγγελέας πρότεινε στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην υποχρέωση που υπέχει, βάσει της εθνικής εννόμου τάξεως, κατώτερο δικαστήριο, το οποίο έχει ήδη εκδώσει την πρώτη απόφαση, να εφαρμόσει, σε περίπτωση αναπομπής της υπόθεσης, τις οδηγίες που περιέχονται στην εκδοθείσα από ανώτερο δικαστήριο αναιρετική απόφαση στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας. Πρόκειται για την προσέγγιση που ακολουθεί η πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. O γενικός εισαγγελέας ανέφερε ότι δεν είναι αναγκαίο το εθνικό δικαστήριο να παρεκκλίνει της εσωτερικής ιεραρχικής δομής του για να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ενώσεως, αφού, μεταξύ άλλων, ο δικαιούχος των παραχωρηθέντων από αυτό το δίκαιο δικαιωμάτων έχει σήμερα τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή λόγω παράβασης οφειλομένης σε δικαστική απόφαση (απόφαση C-129/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας) καθώς και αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (απόφαση Köbler). Επιπλέον, έχει στη διάθεσή του τη δυνατότητα αυτεπάγγελτης αναθεώρησης της κυρωθείσας με παράνομη απόφαση πράξης, εφ’ όσον τούτο επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο (απόφαση Kühne & Heitz). Παρά την αντίθετη πρόταση του γενικού εισαγγελέα, ο οποίος τεκμηρίωσε την ανάλυσή του στις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση Rheinmühlen I του 1974, στην ανάγκη αποφυγής μονοδιάστατης και επικεντρωμένης αποκλειστικά στην υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου ανάγνωσής της και συνεκτίμησης των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της κάθε εθνικής έννομης τάξης, αλλά και στον επαναπροσδιορισμό του ρόλου των ανώτατων εθνικών δικαστηρίων για την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και της ευθύνης τους στο πλαίσιο της εκπλήρωσης αυτής της αποστολής (σημεία 23-39 των προτάσεών του), το Δικαστήριο ενέμεινε στην πάγια νομολογία του, για την υποχώρηση της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών ενόψει διασφάλισης της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης.

3. Συγκεκριμένα, η απόφαση τoυ τμήματος μείζονος σύνθεσης της 5ης Οκτωβρίου 2010, C‑173/09, Elchinov, εκδόθηκε επί αίτησης προδικαστικής απόφασης που υπέβαλε βουλγαρικό δικαστήριο, το οποίο ζήτησε, μεταξύ άλλων, να διευκρινιστεί αν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης το να δεσμεύεται, κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο έχει αναπεμφθεί η υπόθεση από ανώτερο δικαστήριο που είχε επιληφθεί κατ’ αναίρεση, από τις νομικές εκτιμήσεις του ανώτερου δικαστηρίου, εφόσον το κατώτερο αυτό δικαστήριο, που καλείται να αποφανθεί επί της υπόθεσης, κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης του εν λόγω κατώτερου δικαστηρίου, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης. Το Δικαστήριο υπενθύμισε την πάγια νομολογία του κατά την οποία η ύπαρξη κανόνα του εθνικού δικαίου κατά τον οποίο τα δικαστήρια που δεν αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό δεσμεύονται από τις εκτιμήσεις των ανώτερων δικαστηρίων δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αναιρεί την ευχέρεια των πρώτων αυτών δικαστηρίων να υποβάλλουν στο Δικαστήριο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης το οποίο αφορούν οι νομικές αυτές εκτιμήσεις. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το δικαστήριο που δεν αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό πρέπει να είναι ελεύθερο, όταν κρίνει ότι η νομική εκτίμηση που διατυπώθηκε από ανώτερο δικαστήριο θα μπορούσε να το οδηγήσει στην έκδοση απόφασης αντίθετης προς το δίκαιο της Ένωσης, να υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ερωτήματα τα οποία το απασχολούν (αποφάσεις Rheinmühlen-Düsseldorf, σκέψεις 4 και 5, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-210/06, Cartesio, Συλλογή 2008, σ. I-9641, σκέψη 94, της 9ης Μαρτίου 2010, C‑378/08, ERG κ.λπ., σκέψη 32, και Melki και Abdeli, σκέψη 42). Πρέπει επίσης να τονιστεί, ότι, κατά πάγια νομολογία, το εθνικό δικαστήριο στο οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, η εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων αυτών, αφήνοντας εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη εθνική διάταξη, δηλαδή εν προκειμένω τον εθνικό δικονομικό κανόνα που αναφέρθηκε παραπάνω στη σκέψη 22, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνιση της διάταξης αυτής είτε διά της νομοθετικής οδού είτε κατ’ εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας (βλ. συναφώς αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal, Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψη 24, και της 19ης Νοεμβρίου 2009, C‑314/08, Filipiak, σκέψη 81). Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης το να δεσμεύεται, κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο έχει αναπεμφθεί η υπόθεση από ανώτερο δικαστήριο που είχε επιληφθεί κατ’ αναίρεση, από τις νομικές εκτιμήσεις του ανώτερου δικαστηρίου, εφόσον το κατώτερο αυτό δικαστήριο, που καλείται να αποφανθεί επί της υπόθεσης, κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης του εν λόγω κατώτερου δικαστηρίου, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης.

4. Η ανωτέρω νομολογία επιρωννύεται με την απόφαση του τμήματος μείζονος συνθέσεως της 15ης Ιανουαρίου 2013, C-416/10, Križan, στο πλαίσιο της οποίας η αναιρετική (δεσμευτική για το εθνικό δικαστήριο) απόφαση προέρχεται από το συνταγματικό δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους. Το Δικαστήριο, απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα σλοβακικού δικαστηρίου, έκρινε ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να υποβάλει αυτεπαγγέλτως στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής απόφασης ακόμη και όταν αποφαίνεται κατόπιν αναπομπής μετά την αναίρεση της πρώτης απόφασής του από το συνταγματικό δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους και έστω και αν εθνικός κανόνας επιβάλλει σε αυτό να λύσει τη διαφορά ακολουθώντας τη νομική θέση που διατυπώθηκε από το τελευταίο δικαστήριο. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο νομικός κανόνας ο οποίος υποχρεώνει ένα δικαστήριο και μάλιστα ανώτατο να ακολουθήσει τη νομική θέση του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Ústavný súd Slovenskej republiky) δεν δύναται να εμποδίσει το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σε όποιο χρονικό σημείο της διαδικασίας κρίνει κατάλληλο και, εφόσον συντρέχει τέτοια περίσταση, να μην εφαρμόσει τις εκτιμήσεις του Ústavný súd Slovenskej republiky που θα αποδειχθούν αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης. Το γεγονός ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν έθεσαν, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζήτημα δικαίου της Ένωσης δεν αποκλείει τη δυνατότητα το δικαιοδοτικό αυτό όργανο να απευθυνθεί στο Δικαστήριο (αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia, Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 7, και της 8ης Μαρτίου 2012, C-251/11, Huet, σκέψη 23), δεδομένου ότι η προδικαστική παραπομπή στηρίζεται σε διάλογο μεταξύ δικαστών, του οποίου η έναρξη εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου όσον αφορά τη λυσιτέλεια και την ανάγκη της εν λόγω παραπομπής (αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-210/06, Cartesio, Συλλογή 2008, σ. I-9641, σκέψη 91, και της 9ης Νοεμβρίου 2010, C-137/08, VB Pénzügyi Lízing, Συλλογή 2010, σ. I-10847, σκέψη 29). Σημειώνεται, πάντως, ότι στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Elchinov, το Δικαστήριο της Ένωσης είχε ήδη αποφανθεί επί της ερμηνείας των κρίσιμων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου και ότι οι νομικές εκτιμήσεις του ανώτατου εθνικού δικαστηρίου, οι οποίες, κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο, δέσμευαν το εθνικό δικαστήριο ήσαν αντίθετες προς την ως άνω ερμηνεία. Εν προκειμένω, δηλαδή, το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα βρισκόταν αντιμέτωπο με αντίθετες νομικές εκτιμήσεις και κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο, ήταν υποχρεωμένο να ακολουθήσει την προσέγγιση του εθνικού δικαστηρίου.

5. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, C-5/14, Kernkfraftwerke, με την οποία εξετάσθηκε το ζήτημα της σχέσης μεταξύ της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και των διαδικασιών ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στα κράτη μέλη. Πράγματι, με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να διευκρινιστεί αν μπορεί να υποβάλει αίτηση προδικαστικής απόφασης μολονότι εκκρεμεί ενώπιον του Bundesverfassungsgericht εθνική διαδικασία ελέγχου της συνταγματικότητας των διατάξεων του εθνικού δικαίου επί των οποίων ερείδεται η ατομική πράξη που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης [δηλαδή του νόμου σχετικά με τον φόρο πυρηνικών καυσίμων (Kernbrennstoffsteuergesetz), της 8ης Δεκεμβρίου 2010]. Βάσει των διευκρινίσεων του αιτούντος δικαστηρίου, εάν το Bundesverfassungsgericht αποφανθεί ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός χωρίς να περιορίσει μόνο για το μέλλον τα αποτελέσματα της απόφασής του, η επίμαχη φορολογική δήλωση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης θα ακυρωθεί αυτομάτως, πράγμα το οποίο θα είχε ως συνέπεια να παύσει η κύρια διαδικασία και να καταστούν τα προδικαστικά ερωτήματα άνευ αντικειμένου. Θα μπορούσε δηλαδή να προβληθεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν υποθετικό χαρακτήρα, διότι η λυσιτέλειά τους εξαρτάται από την έκβαση της εθνικής διαδικασίας ελέγχου της συνταγματικότητας. Εάν οι εθνικές διατάξεις ακυρωθούν αναδρομικώς λόγω αντισυνταγματικότητας, το ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν τίθεται πλέον. Εντούτοις, η προσέγγιση του Δικαστηρίου όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της προδικαστικής διαδικασίας και των εθνικών διαδικασιών ελέγχου της συνταγματικότητας είναι διαφορετική. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, καίτοι ενδέχεται να αποτελεί πλεονέκτημα η επίλυση των προβλημάτων που ανάγονται αποκλειστικά στο εθνικό δίκαιο κατά τον χρόνο της παραπομπής στο Δικαστήριο, τα εθνικά δικαστήρια έχουν ευρύτατη ευχέρεια να απευθύνονται στο Δικαστήριο, όταν εκτιμούν ότι η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν τους θέτει ζητήματα ερμηνείας ή εκτιμήσεως του κύρους διατάξεων του δικαίου της Ένωσης επί των οποίων πρέπει να αποφασίσουν. Περαιτέρω, το ίδιο το αιτούν δικαστήριο ερμηνεύει το άρθρο 100 παρ. 1 πρώτη περίοδος του ΘΝ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή απαγορεύει στα εθνικά δικαστήρια να αποφαίνονται επί της ουσίας ενόσω το Bundesverfassungsgericht δεν έχει εκδώσει την απόφασή του, επ’ ουδενί όμως αποκλείει την ευχέρεια να υποβληθεί στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής απόφασης. Υπογραμμίζει επίσης ότι, αν η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης μέσω της υποβολής αίτησης προδικαστικής απόφασης μπορούσε να ζητηθεί μόνον κατόπιν της έκδοσης απόφασης με την οποία το Bundesverfassungsgericht θα έκρινε συνταγματικό τον KernbrStG, τότε πιθανώς η διαδικασία θα διαρκούσε στο σύνολό της πολλά έτη, οπότε θα παραβιαζόταν η υποχρέωση απονομής της δικαιοσύνης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

6. Το ως άνω ερώτημα, που αφορά, κατ’ ουσία, το παραδεκτό της προδικαστικής παραπομπής του Finanzgericht, έδωσε στο Δικαστήριο την ευκαιρία να υπενθυμίσει και να συστηματοποιήσει την πάγια νομολογία του όσον αφορά, αφενός, τον ρόλο του εθνικού δικαστή στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και, αφετέρου, τη σχέση της προδικαστικής παραπομπής και των εθνικών διαδικασιών δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας νόμων, ιδίως δε τις γνωστές αποφάσεις-σταθμούς Simmenthal, FactortameFilipiakMelki και Abdeli, Križan κ.λπ. και A (C-112/13 [σημειώνεται ότι στην απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, A, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική ρύθμιση, κατά την οποία τα τακτικά δικαστήρια που αποφαίνονται κατόπιν έφεσης ή σε τελευταίο βαθμό δικαιοδοσίας υποχρεούνται, σε περίπτωση κατά την οποία εκτιμούν ότι εθνικός νόμος αντιβαίνει στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, να υποβάλουν, εκκρεμούσης της ενώπιόν τους δίκης, αίτηση περί ακύρωσης του νόμου ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου και όχι απλώς να μην εφαρμόσουν τον νόμο εν προκειμένω, εφόσον η κατά προτεραιότητα εφαρμογή της διαδικασίας αυτής έχει ως συνέπεια να παρακωλύει, τόσο πριν την υποβολή της σχετικής αίτησης στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιφορτισθεί με την άσκηση του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων όσο και, ενδεχομένως, κατόπιν της έκδοσης της απόφασης του δικαστηρίου αυτού επί της εν λόγω αίτησης, τα ως άνω εθνικά δικαστήρια να κάνουν χρήση της δυνατότητάς τους ή να εκπληρώνουν την υποχρέωσή τους που συνίσταται στην υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο]. Δεδομένου μάλιστα ότι την αίτηση προδικαστικής απόφασης υπέβαλε πρωτοβάθμιο εθνικό δικαστήριο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η απόφαση Kernkraftwerke Lippe-Ems GmbH εντάσσεται στη νομολογία που αναβαθμίζει τον θεσμικό ρόλο των κατώτερων εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο του διαλόγου με το ΔΕΕ, εφόσον αυτά μπορούν να απευθύνονται άμεσα στο ΔΕΕ, χωρίς να εξαρτώνται από άλλες εξουσίες ή δικαστικές αρχές [ειδικότερα δε από τα ανώτατα δικαστήρια] του εσωτερικού δικαίου.

Παρουσίαση της απόφασης ΣτΕ 417/2016

 Το ιστορικό της διαφοράς

Η αναιρεσείουσα, ομογενής από την Τουρκία, εγκαταστάθηκε μονίμως στην Ελλάδα το έτος 1972. Στις 21.6.1984 υπέβαλε αίτηση περί αναγνωρίσεως του χρόνου απασχολήσεώς της στην Ίμβρο, όπου εργαζόταν ως νοσοκόμα από το έτος 1949 έως το έτος 1965, η οποία απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως υποβληθείσα και με την απόφαση ΣτΕ 2024/1992 επικυρώθηκε η σχετική κρίση. Μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2079/1992, με το άρθρο 23 του οποίου η υποβολή των σχετικών αιτήσεων κατέστη απρόθεσμη, η αναιρεσείουσα υπέβαλε τις από 22.12.1992 και 27.5.1999 αιτήσεις, με τις οποίες ζήτησε εκ νέου την αναγνώριση της απασχολήσεώς της στην Τουρκία, προκειμένου να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα λόγω γήρατος στο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα. Επί των ως άνω αιτήσεων εκδόθηκε τελικώς η Ε/Α/705/22.12.1992-Ε/Α/399/27.5.1999 απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Καλλιθέας, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα, με την αιτιολογία ότι, κατ’εφαρμογή του άρθρου 9 του Ν. 2187/1994, η κατάργηση της προθεσμίας υποβολής της αίτησης ισχύει μόνον για τους ομογενείς από την Τουρκία οι οποίοι εξακολουθούν να είναι εγκατεστημένοι εκεί. Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση ΔΠρΠειρ 593/2001. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, με την οποία προέβαλε ότι η αναδρομική ισχύς του άρθρου 9 του Ν. 2187/1994, με την οποία τέθηκε ως πρόσθετη προϋπόθεση για την αναγνώριση χρόνου απασχολήσεως ομογενών εκ Τουρκίας ως ασφαλιστέου στο Ι.Κ.Α. η μόνιμη διαμονή τους στην Τουρκία, είναι αντίθετη προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, καθώς και προς τα άρθρα 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) και 6 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 20 και 26 του Συντάγματος. H έφεση αυτή απορρίφθηκε με την απόφαση ΔΕφΠειρ 1978/2003, η οποία αναιρέθηκε με την απόφαση ΣτΕ 1361/2008. Με την αναιρετική αυτή απόφαση κρίθηκε α) ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2187/1994 έχει αναδρομική ισχύ και ότι, αφού το αίτημα της αναιρεσείουσας υπεβλήθη στις 22.12.1992, δηλαδή μετά τις 27.8.1992 (ημερομηνία στην οποία ανέτρεχε η ισχύς της διάταξης αυτής), τούτο έπρεπε να κριθεί βάσει της διάταξης αυτής και β) ότι, εφόσον η αναιρεσείουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής της ως άνω αίτησής της ήταν μονίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής για την αναγνώριση του χρόνου απασχόλησής της στην Τουρκία. Το δικάσαν εφετείο, επιληφθέν μετά την αναιρετική αυτή απόφαση, δέχθηκε ότι με την απόφαση αυτή κρίθηκε δεσμευτικά ότι «λόγω της αναδρομικότητας των διατάξεων της ως άνω παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 2187/1994, το αίτημα της αναιρεσείουσας που υποβλήθηκε στις 22.12.1992 έπρεπε να κριθεί βάσει των διατάξεων της ως άνω παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 2187/1994» και απέρριψε ως αλυσιτελώς προβαλλομένους τους ως άνω λόγους έφεσης, αφού έκρινε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ΔΕφΠειρ 1880/2009 ότι η αναιρεσείουσα, η οποία κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής της (22.12.1992) ήταν μονίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2187/1994 για την αναγνώριση του χρόνου απασχολήσεώς της στην Τουρκία ως χρόνου που είχε διανυθεί στην ασφάλιση ελληνικού ασφαλιστικού οργανισμού. Με την αίτηση αναίρεσης που άσκησε κατά της ως άνω απόφασης ΔΕφΠειρ 1880/2009, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι αυτή είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το δικάσαν εφετείο στήριξε αποκλειστικά την απόφασή του στην κρίση ότι η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2187/1994 είχε αναδρομική ισχύ, ως γνησίως ερμηνευτική, χωρίς να εξετάσει τον λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας ότι η αναδρομική κατάργηση του νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε έως τη δημοσίευση του Ν. 2187/1994 αντίκειται προς το άρθρο 1 του ΠΠΠ καθώς και προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 20 και 26 του Συντάγματος, δεδομένου ότι με την από 22.12.1992 αρχικώς υποβληθείσα αίτησή της προς το αναιρεσίβλητο Ίδρυμα η αναιρεσείουσα είχε θεμελιώσει δικαίωμα αναγνώρισης προϋπηρεσίας και προσδοκία για λήψη σύνταξης γήρατος.

Ερμηνεία διατάξεων σχετικά με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αναίρεσης (σκέψεις 5 και 6 της απόφασης)

Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, θεσπίζεται ως πάγια ρύθμιση το απαράδεκτο της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε όλες γενικώς τις υποθέσεις, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον αυτού είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ, ειδικώς δε στις υποθέσεις διοικητικών συμβάσεων, όταν αυτό είναι κατώτερο των 200.000 ευρώ. Περαιτέρω, ως εξαίρεση θεσπίζεται το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, όταν ο αναιρεσείων προβάλλει με το εισαγωγικό δικόγραφο και με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, μεταξύ άλλων, ότι, αν και το ποσό της διαφοράς είναι κατώτερο από 40.000 ευρώ (ή 200.000 ευρώ), με την αίτηση τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της πρoσβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων.

Εξάλλου, με το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, ορίζεται ρητώς ότι οι διατάξεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου δεν έχουν εφαρμογή επί αιτήσεων αναιρέσεως επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή αφορούν στη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή στη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών εξαιρείται από τη θεσπιζόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 53 ειδική διαδικασία προβολής ισχυρισμών και ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως, χωρίς τους τιθέμενους με την παράγραφο αυτή περιορισμούς, εφόσον η διαφορά που έχει επιλυθεί από τα δικαστήρια της ουσίας κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας αφορά, μεταξύ άλλων, στη θεμελίωση δικαιώματος σε σύνταξη˙ ως τέτοιες δε νοούνται αποκλειστικά και μόνον οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την εξέταση από τα αρμόδια Ταμεία της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων θεμελιώσεως του δικαιώματος για λήψη συνταξιοδοτικής παροχής. Κατά τα λοιπά, οι διαφορές οι οποίες ανακύπτουν κατά την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σχέσεως, πριν τεθεί ζήτημα θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατά τα ανωτέρω, και δεν έχουν άμεσο χρηματικό αντικείμενο (όπως είναι, ιδίως, οι διαφορές περί την υπαγωγή στην ασφάλιση, την αναγνώριση χρόνου ασφαλίσεως, τον χαρακτηρισμό ατυχήματος ως εργατικού ή μη, την ασφαλιστική τακτοποίηση εργαζομένου κατά τον ΚΒΑΕ (κανονισμό βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων) ή το δικαίωμα συνέχισης στην προαιρετική ασφάλιση, ακόμη και αν τα αμφισβητούμενα ζητήματα δύνανται να επιδράσουν στη μελλοντική θεμελίωση του δικαιώματος λήψης συνταξιοδοτικής παροχής), άγονται παραδεκτώς ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου μόνον εφόσον προβληθεί, βασίμως, ισχυρισμός περί ύπαρξης σπουδαίου νομικού ζητήματος ή περί αντίθεσης προς τη νομολογία, κατά τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 3772/2009. Και τούτο διότι η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του π.δ. 18/1989, ως εισάγουσα εξαίρεση από τους τιθέμενους με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου περιορισμούς, είναι στενώς ερμηνευτέα, η ερμηνεία δε αυτή είναι σύμφωνη προς τον σκοπό των ανωτέρω διατάξεων, οι ρυθμίσεις των οποίων, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3772/2009, υπαγορεύθηκαν από την ανάγκη επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύνης (ΣτΕ 4245/2012 7μ., 2570/2013, 31, 1916/2014, 3556/2015).

Ερμηνεία του άρθρου 57 του πδ 18/1989 (συνέπειες της αναιρετικής απόφασης, σκέψη 8 της απόφασης)

Στο άρθρο 57 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζονται τα εξής: «1. Το Συμβούλιο, όταν δέχεται την αίτηση, αναιρεί την απόφαση που έχει προσβληθεί και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από αυτήν… 2. Αν αναιρεθεί, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, η απόφαση που έχει προσβληθεί, το Συμβούλιο παραπέμπει την υπόθεση είτε στο δικαστήριο που είχε εκδώσει την απόφαση είτε σε άλλο ομοειδές και ομοιόβαθμο, εκτός αν η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό μέρος, οπότε αποφασίζει και περαιτέρω για αυτήν. Σε καμία περίπτωση το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να αποστεί από την απόφαση του Συμβουλίου ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν από αυτό». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, το δικαστήριο της ουσίας που επιλαμβάνεται εκ νέου ορισμένης υποθέσεως κατόπιν αναιρετικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύεται ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν με την τελευταία αυτή απόφαση και οφείλει να μην αποστεί από τις κρίσεις αυτές, έστω και σιωπηρές, ως προς τα αυτεπαγγέλτως ερευνώμενα από το αναιρετικό δικαστήριο ζητήματα, όπως η συνταγματικότητα ή, γενικότερα, η συμβατότητα με υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες δικαίου των διατάξεων που κρίθηκαν εφαρμοστέες στην επίδικη περίπτωση (βλ. σχετ. ΣτΕ 4186/1988 7μ., 2798/2011, 3524/2013, 1480/2014, 596/2015). Υποχρεούται δε πρωτίστως να εφαρμόσει τις διατάξεις που κρίθηκαν εφαρμοστέες στην επίδικη περίπτωση με την αναιρετική απόφαση, αποδίδοντας σ’ αυτές την ίδια ακριβώς έννοια που τους απέδωσε και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Την ίδια υποχρέωση έχει και το Συμβούλιο Επικρατείας, όταν δικάζει αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε από το δικαστήριο της παραπομπής. Ειδικότερα, ούτε το επιληφθέν μετ’αναίρεση δικαστήριο της ουσίας ούτε το Συμβούλιο της Επικρατείας, δικάζοντας αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε από το δικαστήριο της παραπομπής, μπορούν, κατά τα προεκτεθέντα, να αρνηθούν την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων που κρίθηκαν εφαρμοστέες με την αναιρετική απόφαση, με την αιτιολογία ότι είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς το Σύνταγμα ή προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή προς άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, έστω και αν η αναιρετική απόφαση δεν περιέχει ρητές κρίσεις περί της συμβατότητας των διατάξεων που κρίθηκαν εφαρμοστέες από αυτή προς τους εν λόγω υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες δικαίου (βλ. σχετ. ΣτΕ 4186/1988 7μ, 3524, 3573/2013, 1480/2014, 309, 316-318, 1300/2015).

Εφαρμογή των ανωτέρω στην υπό κρίση υπόθεση

Με την απόφαση ΣτΕ 417/2016, το Α΄Τμήμα έκρινε, ακολουθώντας την πάγια σχετική νομολογία, ότι, εφόσον με την αναιρετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ΣτΕ 1361/2008 κρίθηκε ότι η έχουσα αναδρομική ισχύ διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2187/1994 ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και, συνεπώς, κρίθηκε σιωπηρώς το αυτεπαγγέλτως εξεταστέο από το δικαστήριο ζήτημα της συμβατότητάς της προς υπερκείμενους κανόνες δικαίου, το δικάσαν εφετείο επιληφθέν μετ’αναίρεση είχε πρωτίστως την υποχρέωση να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή που κρίθηκε εφαρμοστέα με την αναιρετική απόφαση, αποδίδοντας σ’ αυτήν την ίδια ακριβώς έννοια που της απέδωσε και το Συμβούλιο της Επικρατείας και δεν μπορούσε να αποστεί από το κριθέν τούτο ζήτημα και να αρνηθεί την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, λόγω τυχόν αντίθεσής της προς τα άρθρα 1 του ΠΠΠ και 6 της ΕΣΔΑ. Επομένως, οι προβληθέντες ενώπιον του δικάσαντος εφετείου λόγοι περί μη συμφωνίας του άρθρου 9 του Ν. 2187/1994 προς τις ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις ήσαν απαράδεκτοι και, ως εκ τούτου, ορθώς απορρίφθηκαν χωρίς να εξεταστούν από το διοικητικό εφετείο, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου λόγων αναιρέσεως.

Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ο. Ζύγουρα, στη γνώμη της οποία προσχώρησε η Πάρεδρος Στ. Κτιστάκη, οι οποίες διατύπωσαν την άποψη ότι το δικάσαν εφετείο δεσμευόταν και δεν μπορούσε να αποστεί μόνον από την κρίση του αναιρετικού δικαστηρίου περί της αναδρομικότητας της ως άνω διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 2187/1994. Δεν αποτελούσε, όμως, κριθέν ζήτημα από το Συμβούλιο της Επικρατείας, αφού αυτό δεν αποφάνθηκε σχετικώς με την αναιρετική του απόφαση, το ζήτημα της συμβατότητας της διάταξης αυτής προς τα άρθρα 1 του ΠΠΠ και 6 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, το δικάσαν εφετείο ώφειλε εν προκειμένω να αντιμετωπίσει τον ρητώς προβληθέντα λόγο έφεσης περί αντίθεσης της άνω διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 2187/1994 προς αυτές των άρθρων 1 του ΠΠΠ και 6 της ΕΣΔΑ, μη κωλυόμενο από την αναιρετική απόφαση ΣτΕ 1361/2008, αφού αυτή δεν είχε κρίνει επί του ζητήματος αυτού. Τούτο δε, δοθέντος και του ότι η αναιρεσείουσα, με το από 29.6.2009 υπόμνημά της ενώπιον του δικάσαντος εφετείου παραδεκτώς – κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 8 – έθεσε υπόψη του δικαστηρίου αυτού απόφαση του ΕΔΔΑ (της 19.6.2008, Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδος), με την οποία κρίθηκε ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ εμπίπτει και η νόμιμη προσδοκία απόκτησης περιουσιακού δικαιώματος, όταν η προσδοκία αυτή έχει επαρκή βάση στο εσωτερικό δίκαιο, όπως σε περίπτωση που επιβεβαιώνεται από πάγια νομολογία των δικαστηρίων. Επομένως, κατά την γνώμη αυτή, μη νομίμως το δικάσαν δικαστήριο δεν απήντησε επί του ως άνω λόγου εφέσεως και, για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινομένη αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.

Βιβλιογραφία: Μ. Aubert/Ε. Broussy/Η. Cassagnabère, Chronique de jurisprudence de la CJUE. Environnement – Information du public, ΑJDA 2013, σ. 338· Ε. Broussy/H. Cassagnabère/Chr. Gänser, Chronique de jurisprudence de la CJUE. Principes de primauté et d’équivalence, AJDA 40/2014, σ. 2295· Μ. Faix, Das Europarecht im Dialog zwischen den Gerichten der Slowakischen Republik und dem Gerichtshof der Europäischen Union, Europäische Grundrechte-Zeitschrift 2013, σ. 483· V. Michel, Faculté de saisine – Les règles procédurales nationales ne peuvent pas priver les juridictions internes de leur faculté de renvoi, Europe 2010, décembre, Comm. 12, σ. 21· F. Picod, Le juge national doit suivre la Cour de justice plutôt qu’un juge national supérieur, La Semaine Juridique – édition générale 2010 nº 43 σ. 2005· του ιδίου, Un juge national peut ne pas respecter la position d’une cour constitutionnelle s’agissant du droit de l’Union, La Semaine Juridique – édition générale 2013 nº 5 σ. 195· D. Simon, Notion de juridiction. Importantes précisions sur la recevabilité des renvois préjudiciels, ainsi que sur la faculté/obligation de renvoi d’office des juridictions suprêmes à la Cour de justice en dépit de l’obligation procédurale de respecter les appréciations de la juridiction constitutionnelle, Europe 2013, mars, Comm. 3, σ. 19· του ιδίου, Autorité de chose jugée, Europe 2016, janvier, Comm. 3, σ. 13· Κ. Γιαννακόπουλου, To δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η χειραφέτηση των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ΕφημΔΔ 1/2014, σ. 10· Ι. Δημητρακόπουλου, Σημείωση στην απόφαση ΣτΕ 417/2016 ,  in www.humanrightscaselaw.gr· www.prevedourou.gr, Διευκρινίσεις για τη σχέση μεταξύ της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και των διαδικασιών ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στα κράτη μέλη (ΔΕΕ της 4ης Ιουνίου 2015, C-5/14, Kernkraftwerke Lippe-Ems GmbH κατά Hauptzollamt Osnabrück)· Κ. Παπανικολάου, Ο έλεγχος της συμβατότητας των νόμων προς το Σύνταγμα και προς το ενωσιακό δίκαιο στη μετ’αναίρεση δίκη. παρατηρήσεις στην απόφαση ΣτΕ 309/2015, ΔιΔικ 6/2015, σ. 826. Για τα όρια και κυρίως για το έρεισμα της δεσμευτικότητας των προδικαστικών αποφάσεων του ΔΕΕ για το γαλλικό Conseil d’Etat, καθώς και για την προσπάθεια του τελευταίου, αφενός, να θέσει τις προϋποθέσεις του διαλόγου του με το ΔΕΕ και, αφετέρου, να προσαρμόσει τις απαντήσεις του ΔΕΕ στις δικές του νομικές εκτιμήσεις, βλ. Cl. Vocanson, Le Conseil d’Etat français et le renvoi préjudicial devant la Cour de justice de l’Union européenne, Dalloz, 2014, σ. 143-245

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο