Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

H οργάνωση της γαλλικής διοικητικής δικαιοσύνης (Conseil d’Etat και διοικητικά δικαστήρια)

H οργάνωση της γαλλικής διοικητικής δικαιοσύνης (Conseil dEtat και διοικητικά δικαστήρια)

(ΕΣΔι, διοικητική κατεύθυνση: Ιστορία της Δικαιοσύνης –Δεοντολογία- Νομοθεσία για την οργάνωση της δικαιοσύνης 6,7,10 και 11 Μαρτίου 2014)

Εισαγωγή

Περιγράφοντας το γαλλικό δικαιοδοτικό σύστημα και ιδίως την ιστορία και τη λειτουργία του Conseil d’Etat στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, ο Jean-Marc Sauvé, Vice-président του οργάνου από το 1995, αναφέρθηκε στο «θαύμα του Conseil d’Etat» (le “miracle du Conseil d’Etat” [J.-M. Sauvé, The French administrative jurisdictional system (Speech by Jean-Marc Sauvé in Hunter Valley, Australia on March 4th 2010)], το οποίο ιδρύθηκε ως το βασικό γνωμοδοτικό όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, για να εξελιχθεί, αφού διαμόρφωσε ένα φιλόδοξο σώμα κανόνων διοικητικού δικαίου, νομικά δεσμευτικών για όλα τα διοικητικά όργανα, διατηρώντας ταυτόχρονα και τη γνωμοδοτική του αρμοδιότητα, στον δικαστή της νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης και της ευθύνης του συνόλου των δημοσίων αρχών. Η εξέλιξη αυτή και η συνεχής προσαρμογή του θεσμού για να ανταποκριθεί στη συνεχή αύξηση του αριθμού και της περιπλοκότητας των διοικητικών διαφορών έκαναν τον ίδιο τον πρόεδρό του να χαρακτηρίσει το Conseil d’Etat, το οποίο διατηρεί το όνομά του, έναν από τους πιο αγγλοσαξωνικούς θεσμούς της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Η γαλλική διοικητική δικαιοσύνη περιλαμβάνει τρία επίπεδα. Το πρώτο συνιστούν τα διοικητικά πρωτοδικεία (tribunaux administratifs, των οποίων οι αποφάσεις καλούνται jugements), που συστήθηκαν το 1953, ανέρχονται σε 42 και έχουν το τεκμήριο της αρμοδιότητας. Το δεύτερο επίπεδο αποτελείται από τα 8 διοικητικά εφετεία (cours administratives d’appel, τα οποία εκδίδουν arrêts) που ιδρύθηκαν το 1987, ενώ στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκεται το Conseil d’Etat (του οποίου οι δικαστικές αποφάσεις καλούνται décisions), το οποίο έχει εξελιχθεί σε αναιρετικό δικαστήριο (άνω του 70% των αποφάσεών του εκδίδονται επί αιτήσεων αναίρεσης˙ αίτηση αναίρεσης ασκείται και στις ακυρωτικές διαφορές, καθώς και κατά των αποφάσεων των διοικητικών πρωτοδικείων περί προσωρινής δικαστικής προστασίας), ενώ επιλαμβάνεται σε πρώτο βαθμό των αιτήσεων ακύρωσης κατά προεδρικών διαταγμάτων, κανονιστικών πράξεων υπουργών και ανώτατων διοικητικών αρχών που ασκούν την αρμοδιότητά τους στο σύνολο της επικράτειας, των διαφορών που αφορούν δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, των διαφορών από τις περιφερειακές και ευρωπαϊκές εκλογές και των αγωγών αποζημίωσης λόγω υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Το Conseil d’Etat είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση των διοικητικών δικαστηρίων και του σώματος των διοικητικών δικαστών (άρθρο R 121-9 Code de justice administrative, στο εξής: CJA), ενώ ο πρόεδρός του είναι ο κύριος διατάκτης του προϋπολογισμού των δικαστηρίων αυτών (άρθρο R 222-11 του CJA).

Οι δικαστές που υπηρετούν στα πρωτοδικεία και τα εφετεία είναι περίπου 1200 και προέρχονται τόσο από την Ecole Nationale d’Administration (άρθρο L 233-2 του του CJA) όσο και από απευθείας διαγωνισμό, αλλά και με διορισμό δημοσίων υπαλλήλων ή πολιτικών δικαστών (άρθρο L 233-3 του CJA). Το Conseil constitutionnel (με απόφαση της 22ας Ιουλίου 1980) κατοχύρωσε την ύπαρξη και την ανεξαρτησία της διοικητικής δικαιοσύνης που αποτελούν «θεμελιώδεις αρχές αναγνωριζόμενες από τους νόμους της Δημοκρατίας» (principes fondamentaux reconnus par les lois de la République). Περαιτέρω, ο νόμος 86-14 της 6ης Ιανουαρίου 1986 καθόρισε τους κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση μελών των διοικητικών δικαστηρίων. Έτσι, οι δικαστές της διοικητικής δικαιοσύνης έχουν ειδικό καθεστώς που διασφαλίζει την ανεξαρτησία τους και τη μονιμότητά τους. Πάντως, σε αντιδιαστολή προς την τακτική δικαιοσύνη, (justice judiciaire), η διοικητική δικαιοσύνη δεν κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμα, ενώ τα ένδικα βοηθήματα της αίτησης ακύρωσης και της αίτησης αναίρεσης αναγνωρίσθηκαν νομολογιακά ως γενικές αρχές του δικαίου και μάλιστα υπερνομοθετικής ισχύος [με τις αποφάσεις CE Ass. 17 févr. 1950, Dame Lamotte και CE Ass. 7 févr. 1947, D’Aillières, αντιστοίχως]. Οι συνταγματικές διατάξεις που αναφέρονται στο Conseil d’Etat, αφορούν τη λειτουργία του ως γνωμοδοτικού σώματος (άρθρα 37-39 Const.), ενώ η πρόσφατη τροποποίηση (άρθρο 61-1) αφορά την εκ μέρους του υποβολή προδικαστικού ερωτήματος περί συνταγματικότητας (question prioritaire de constitutionnalité) στο Conseil constitutionnel.

Ιδιαίτερης ανάλυσης χρήζει το Conseil d’Etat (οργάνωση, αρμοδιότητες, διαδικασία), λόγω της σημασίας του τόσο στο πλαίσιο της διοιητικής δικαιοσύνης όσο και για τη διαμόρφωση του γαλλικού διοικητικού δικαίου. Κατά τον πλέον εύστοχο χαρακτηρισμό, αποτελεί το εργοστάσιο παραγωγής του δικαίου [B. Latour, La fabrique du droit. Une ethnographie du Conseil d’Etat, La Découverte, 2004], δεδομένου ότι, βάσει των συνταγματικά προβλεπόμενων αρμοδιοτήτων του, γνωμοδοτεί επί των σημαντικότερων κανονιστικών κειμένων και νομοθετημάτων κυβερνητικής και κοινοβουλευτικής προέλευσης, ερμηνεύει και εφαρμόζει το δημόσιο δίκαιο συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωσή του [G. Vedel, Le droit administratif peut-il rester indéfiniment jurisprudentiel ?, EDCE 1979, n° 31, σ. 31˙ F. Melleray, Le droit administratif doit-il redevenir jurisprudentiel ? Remarques sur le déclin paradoxal de son caractère jurisprudentiel, AJDA 2005, σ. 637] και ερμηνεύει και σχολιάζει την ίδια τη νομολογία του μέσω, αφενός, των προτάσεων των πρώην commissaires du gouvernement (rapporteurs publics) και, αφετέρου, των σχολίων των ίδιων των μελών του, ιδίως δε του Centre de recherches et de diffusion juridiques, δημιουργώντας την περίφημη doctrine organique [Για την έννοια αυτή βλ., ενδεικτικά, J.-J. Bienvenu, Remarques sur quelques tendances de la doctrine contemporaine en droit administratif, Droits t. 1, 1985, σ. 155· Μ. Degueurgue, Doctrine universitaire et doctrine organique, in La doctrine en droit administratif, Actes du colloque organisé les 11 et 12 juin 2009 par l’AFDA à la faculté de droit de Montpellier, LexisNexis, 2010, σ. 41309˙ M. Deguergue, Les commissaires du gouvernement et la doctrine, Droits, n° 20, 1994, σ. 126˙I. da Silva, Les conclusions, fragments d’un discours contentieux, in Le dialogue des juges. Mélanges en l’honneur de Bruno Genevois, Dalloz, 2009, σ. 359] σε αντιδιαστολή με την προερχόμενη από τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας doctrine universitaire [Πάντως, το τμήμα έκθεσης και μελετών διοργανώνει συστηματικά συνέδρια στα οποία συμμετέχουν μέλη της ακαδημαϊκής και της δικαστικής κοινότητας, διευκολύνοντας έτσι τον ουσιαστικό διάλογο θεωρίας και νομολογίας: J.-M. Sauvé, L’Université et le Conseil d’Etat. Un dialogue “naturel et bienfaisant” , Colloque “Le Conseil d’Etat et l’Université », du 7 février 2014].

Σημειώνεται ότι το υπηρεσιακό καθεστώς των διοικητικών δικαστών και των μελών του Conseil d’Etat αυτονομήθηκε περαιτέρω ένταντι του γενικού καθεστώτος των δημοσίων λειτουργών, με δύο πρόσφατες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (ordonnances) της 13ης Οκτωβρίου 2016. Πρόκειται για την ordonnance n°2016-1365 η οποία αφορά τα μέλη του Conseil d’Etat και την ordonnance n°2016-1366 για τους διοικητικούς δικαστές. Οι νέες διατάξεις αφορούν την ενίσχυση της Commission supérieure du Conseil d’Etat και του Conseil supérieur des TA-CAA, τη διεύρυνση των εγγυήσεων όσον αφορά την πειθαρχική διαδικασία καθώς και διατάξεις για την υπηρεσιακή εξέλιξη και την αξιολόγηση των δικαστών (βλ. Th. Tuot,  Statut des juges administratifs: une étape de plus dans l’autonomie, AJDA 1/2017, σ. 53).

Ι. H oργάνωση του Conseil dEtat

Το Conseil d’État περιλαμβάνει 300 μέλη και 390 υπαλλήλους. Τα δύο τρίτα των μελών του εργάζονται στο Palais-Royal και ασκούν τρεις κατηγορίες καθηκόντων: γνωμοδοτούν επί κανονιστικών πράξεων και σχεδίων νόμων (είναι, δηλαδή, νομικοί σύμβουλοι της Κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου), εκδικάζουν τις διοικητικές διαφορές και έχουν την ευθύνη της διαχείρισης των διοικητικών δικαστηρίων. Το ένα τρίτο των μελών του Conseil d’État είναι αποσπασμένα στην ενεργό Διοίκηση (διευθύνσεις υπουργείων, νπδδ), ή βρίσκονται σε διαθεσιμότητα για ορισμένο χρονικό διάστημα προκειμένου να ασκήσουν ιδιωτική επαγγελματική δραστηριότητα.

Καθήκοντα προέδρου ασκεί ο Vice-président του Conseil d’État, ενώ τυπικά πρόεδρος είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός (ιστορικό κατάλοιπο της εποχής της justice retenue, όταν ο ρόλος του Conseil d’État ήταν αμιγώς συμβουλευτικός της εκτελεστικής εξουσίας, ακόμη και στην απονομή της δικαιοσύνης) ο οποίος δεν ασκεί ποτέ τη σχετική αρμοδιότητα. Η εσωτερική δομή του Conseil d’État έχει ως εξής:

Α. Τα τμήματα

Το δικαιοδοτικό τμήμα (section du contentieux), εκδικάζει τις διοικητικές διαφορές. Υπάρχουν πέντε γνωμοδοτικά τμήματα (εσωτερικών, κοινωνικής πολιτικής, δημοσίων έργων, διοίκησης, δημοσιονομικών) που εκδίδουν γνωμοδοτήσεις επί των σχεδίων νόμων ή διαταγμάτων που τους υποβάλλονται και το τμήμα έκθεσης και μελετών (section du rapport et des etudes, άρθρο R123-5 του CJA), το οποίο πραγματοποιεί νομικές μελέτες τις οποίες ζητεί η Κυβέρνηση επί σημαντικών πολιτικών ζητημάτων (μελέτη για το ισλαμικό φουλάρι, για τη λειτουργία των ενδικοφανών προσφυγών κ.λπ.), εκδίδει ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητες της διοικητικής δικαιοσύνης καθώς και μια μεγάλη μελέτη για ένα σημαντικό ζήτημα της επικαιρότητας δικής του επιλογής (ασφάλεια δικαίου, ανεξάρτητες αρχές, soft law, διαβούλευση κ.λπ). Στο τμήμα αυτό είναι εντεταγμένη η διεύθυνση εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, στα πλαίσια της οποίας ελέγχεται η συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. Εκτός από τη διεύθυνση αυτή, περιλαμβάνει και τις ακόλουθες τρεις υπηρεσίες, που αφορούν τις σχέσεις του Conseil d’Etat με άλλα εθνικά και διεθνή δικαστήρια: délégation à la valorisation de la juridiction administrative, délégation au droit européen, délégation aux relations extérieures.

Ιδιαίτερης μνείας χρήζει και το Centre de recherches et de diffusion juridiques (βλ. αναλυτικά AJDA 2/2014, 60 ans de chroniques de jurisprudence du Conseil d’Etat˙M. Long, Quarante ans de chronique de jurisprudence administrative, AJDA, 1995, n° spécial, p. 7˙X. Domino/A. Bretonneau/E. Bokdam-Tognetti/J. Lessi, Que fait le centre ? –, AJDA 2014, σ. 81). Το τμήμα αυτό διοικείται από τρεις παρέδρους (maitres de requêtes), οι οποίοι, κατά γενικό κανόνα, εξελίσσονται στη συνέχεια σε rapporteurs publics, ενώ όλοι σχεδόν οι πρόεδροι του δικαιοδοτικού τμήματος θήτευσαν σε αυτό. Tο τμήμα αυτό εξαρτάται διοικητικά από τη Γενική Γραμματεία του Conseil d’Etat και έχει τις εξής αρμοδιότητες 1. Σχολιασμό των αποφάσεων της δικαιοδοτικής ολομέλειας και της ολομέλειας του δικαιοδοτικού τμήματος ή αποφάσεων που σηματοδοτούν νομολογιακές εξελίξεις (οι τρεις πάρεδροι παρακολουθούν τις οικείες διασκέψεις). 2. Έρευνα και σύνταξη μελετών (ιδίως ανάλυση νομολογίας ή στοιχείων συγκριτικού δικαίου) κατόπιν αίτησης μέλους του δικαιοδοτικού τμήματος για την προετοιμασία της εισήγησής του σε συγκεκριμένη υπόθεση. 3. Προετοιμασία των υποθέσεων της ολομέλειας [παράθεση της εφαρμοστέας νομοθεσίας και προηγούμενης σχετικής νομολογίας, με τη συνδρομή του rapporteur public της υπόθεσης] και αποδελτίωση των αποφάσεων και αρχειοθέτησή τους στη βάση δεδομένων (base Ariane). Οι πάρεδροι του Centre de recherches et de diffusion juridiques συντάσσουν σχόλια των σημαντικότερων κατά την εκτίμησή τους αποφάσεων του Conseil d’Etat, με απόλυτη ανεξαρτησία, χωρίς να αποκαλύπτουν τα μυστικά της διάσκεψης στην οποία είναι παρόντα. Πρόκειται για «έγκυρη» ερμηνεία της νομολογίας και διαμόρφωση της περίφημης doctrine organique (“εξουσιοδοτημένοι” ερμηνευτές της νομολογίας).

Η Γενική Γραμματεία ασχολείται με τη διαχείριση του Conseil d’État και του συνόλου της διοικητικής δικαιοσύνης {τμήμα προσωπικού, πληροφορικής, υποδομής, ασφάλειας, δημοσίων σχέσεων, βιβλιοθήκης}. Καθήκοντα Γενικού Γραμματέα ασκεί ένας σύμβουλος ή πάρεδρος που διορίζεται με προεδρικό διάταγμα κατόπιν πρότασης του Υπουργού δικαιοσύνης και διατύπωσης γνώμης του vices president και των προέδρων των τμημάτων του Conseil d’État.

Β. Τα μέλη

Τέσσερις έως έξη θέσεις εισηγητών προτείνονται στους τελειόφοιτους της ΕΝΑ, που επιλέγονται μεταξύ των πρώτων στον διαγωνισμό. Οι εισηγητές προάγονται μετά από τρία περίπου έτη και γίνονται σύμβουλοι περίπου δώδεκα έτη μετά από τον διορισμό τους. Στην πρόσληψη κατόπιν διαγωνισμού προστίθεται και ο εξωτερικός γύρος (tour extérieur) : ένας πάρεδρος στους τέσσερις και ένας σύμβουλος επικρατείας στους τρεις διορίζονται από την Κυβέρνηση κατόπιν γνώμης του Vice-président του Conseil d’État, ενώ ένα τμήμα των εξωτερικών διορισμών καλύπτεται από τα μέλη των διοικητικών πρωτοδικείων και εφετείων κατόπιν πρότασης του Conseil d’État.

Επί πλέον, το Conseil d’État περιλαμβάνει συμβούλους επικρατείας σε έκτακτη υπηρεσία (en service extraordinaire) που διορίζονται –κατά κανόνα με απόσπαση από την κύρια θέση τους– για τέσσερα έτη και παρίστανται μόνο στα διοικητικά τμήματα. Ο εξωτερικός γύρος και η έκτακτη υπηρεσία εμπλουτίζουν το Conseil d’État με πολύτιμες εμπειρίες από τη Διοίκηση ή την ελεύθερη αγορά.

Κάθε μέλος εντάσσεται, κατά κανόνα, τόσο σε διοικητικό όσο και στο δικαιοδοτικό τμήμα. Όταν ανήκει αποκλειστικά στο δικαιοδοτικό τμήμα υποχρεούται να διεκπεραιώνει τουλάχιστον 80 φακέλους ετησίως. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί το διάταγμα της 6ης Μαρτίου του 2008, το οποίο αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη τροποποίηση του Conseil d’Etat, αφού αναδιοργάνωσε το δικαιοδοτικό και τα γνωμοδοτικά τμήματα. Διατηρείται μεν η ενότητα του Conseil d’Etat υπό την έννοια ότι ορισμένοι σύμβουλοι έχουν μικτό καθεστώς, αλλά μειώνεται ο αριθμός των μελών των γνωμοδοτικών τμημάτων που μετέχουν στους δικαιοδοτικούς σχηματισμούς. Χαρακτηριστική είναι η νέα διάταξη του άρθρου R 122-21-1 του CJA: «τα μέλη του Conseil dEtat δεν μπορούν να μετάσχουν στην εκδίκαση των ενδίκων βοηθημάτων κατά πράξεων που εκδόθηκαν κατόπιν γνώμης του Conseil dEtat, εφόσον μετείχαν στις συνεδριάσεις για την έκδοση της γνώμης αυτής». Όταν το Conseil d’Etat επιλαμβάνεται ενδίκου βοηθήματος κατά κανονιστικής πράξης που εκδόθηκε κατόπιν γνώμης ενός γνωμοδοτικού σχηματισμού του, ο κατάλογος των μελών που έλαβαν μέρος στη συνεδρίαση για την έκδοση της γνώμης αυτής κοινοποιείται στον διάδικο που υπέβαλε σχετικό αίτημα. Αφορμή για τη διάταξη αυτή έδωσε η απόφαση του ΕΔΔΑ της 26ης Νοεμβρίου 2006, Sacilor Lormines c. France (65411/01), που εντάσσεται στο πνεύμα της νομολογίας Procola (28 Σεπτεμβρίου 1995) και Kleyn (6 Μαΐου 2003). Το ΕΔΔΑ δέχθηκε να εξετάσει την αιτίαση περί έλλειψης αμεροληψίας που στηριζόταν στον δυισμό των αρμοδιοτήτων του Conseil d’Etat, παρά το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχαν κοινά μέλη στον γνωμοδοτικό και στον δικαιοδοτικό σχηματισμό που ασχολήθηκαν διαδοχικά με την ίδια πράξη. Το ίδιο το Conseil d’Etat σε αποφάσεις του κρίνει ότι ο κίνδυνος μεροληψίας απορρέει όχι από τον λειτουργικό διχασμό του σώματος, αλλά από την άσκηση από το ίδιο φυσικό πρόσωπο των δύο τύπων καθηκόντων.

Το καθεστώς των μελών του Conseil d’État προσδιορίζεται λιγότερο από γραπτά κείμενα και πρωτίστως από την πρακτική. Όσον αφορά τα κείμενα, πρέπει να αναφερθούν οι διατάξεις του Code de justice administrative από το διάταγμα της 30ής Ιουλίου 1963 σχετικά με το καθεστώς των μελών του Conseil d’État (portant statut des membres du Conseil d’État). Οι διατάξεις αυτές είναι παρεμφερείς προς αυτές των δημοσίων υπαλλήλων (και, μεταξύ άλλων, δεν καθιερώνεται επισήμως μονιμότητα-ισοβιότητα), με κάποιες εξαιρέσεις: δεν προβλέπεται βαθμολογία, δεν προβλέπεται κατάρτιση πίνακα προαγωγίμων. Η διαχείριση του Conseil d’État και των μελών του διασφαλίζεται κατά εσωτερικό τρόπο, από το γραφείο του Conseil d’État, που συγκροτείται από τον Vice-Président, τους επτά προέδρους των τμημάτων και τον Γενικό Γραμματέα του Conseil d’État, χωρίς εξωτερικές επεμβάσεις. Στην πράξη, τα μέλη είναι μόνιμα, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, όπως κατά την περίοδο 1940-44. Τέλος, μολονότι η προαγωγή γίνεται κατ’επιλογή, στην πράξη γίνεται κατ’αρχαιότητα, πράγμα που εξασφαλίζει την ανεξαρτησία των μελών.

Η προεδρία του Conseil d’État ανατίθεται στον Vice-président. Η ονομασία αυτή αποτελεί κατάλοιπο της εποχής που την προεδρία του Conseil d’État ασκούσε ο αρχηγός του κράτους ή άλλη πολιτική αρχή. Από τον Οκτώβριο του 2006, την προεδρία ανέλαβε ο Jean-Marc Sauvé, ο οποίος επί 11 έτη (1995 à 2006) ήταν Γενικός Γραμματέας της Κυβέρνησης. Από άποψη πρωτοκόλλου βρίσκεται μετά τα μέλη της Κυβέρνησης, τους προέδρους του κοινοβουλίου και τον πρόεδρο του Conseil constitutionnel.

Προεδρεύει στη Ολομέλεια (Assemblée générale) η οποία γνωμοδοτεί για την Κυβέρνηση επί σχεδίων κανονιστικών πράξεων και νομοσχεδίων. Θεωρητικά την προεδρία μπορεί να ασκήσει ο Premier ministre, και σε περίπτωση απουσίας του, ο garde des Sceaux, πράγμα που συμβαίνει εντελώς εξαιρετικά και για συνεδρίαση πανηγυρικού χαρακτήρα (à caractère protocolaire). Προεδρεύει επίσης στη δικαιοδοτική Ολομέλεια, που είναι ο πλέον επίσημος δικαιοδοτικός σχηματισμός του Conseil d’État και εκδίδει αποφάσεις επί των σημαντικότερων διαφορών. Επίσης είναι εξ ορισμού πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της E.N.A. και του Ανώτατου Συμβουλίου Διοικητικών Πρωτοδικείων και Εφετείων (Conseil supérieur des tribunaux administratifs et des cours administratives d’appel). Γνωμοδοτεί επί των διορισμών των παρέδρων και συμβούλων επικρατείας που αποφασίζει η Κυβέρνηση και η γνώμη του δημοσιεύεται στη Journal officiel.

Επιβάλλεται να γίνει ειδική αναφορά στον θεσμό του commissaire du gouvernement (επιτρόπου της κυβέρνησης), νυν rapporteur public. Πρόκειται για ένα μέλος του δικαστηρίου (κατά κανόνα έχει τον βαθμό του παρέδρου), ο οποίος δεν αποτελεί μέρος της σύνθεσης του εκάστοτε δικαιοδοτικού σχηματισμού, αλλά εξετάζει την υπόθεση και διατυπώνει προτάσεις επ’αυτής, παρουσιάζοντας το ιστορικό και τα επιχειρήματα των διαδίκων, αναλύοντας τη σχετική νομοθεσία και νομολογία και προτείνοντας συγκεκριμένη λύση. Με τις αποφάσεις EΔΔΑ της 07/06/2001, Kress c. France και της 12.04.2006, Martinie κατά Γαλλίας (58675/2000) ως προς τον ιδιαίτερο ρόλο του commissaire du gouverenement στην ένδικη διαδικασία ενώπιον του Conseil d’Etat, κρίθηκε ότι αντιβαίνει προς τις επιταγές του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ η συμμετοχή του στις διασκέψεις έστω και χωρίς ψήφο, εφόσον, κατά το ΕΔΔΑ, δεν έχει το πλήρες καθεστώς του δικαστή, οπότε μπορεί να δημιουργήσει στον μέσο διάδικο αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του. Πάντως, εκτός από την εγκατάλειψη του όρου commissaire du gouvernement και την αντικατάστασή του από τον όρο rapporteur public, προβλέφθηκε ότι απλώς παρίσταται στη διάσκεψη χωρίς να συμμετέχει. Κατά τα λοιπά, η διεξαγωγή της ένδικης διαδικασίας δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Ο διάδικος μπορεί να λάβει γνώση της έννοιας των προτάσεων (sens des conclusions) και να διατυπώσει σύντομες παρατηρήσεις κατά τη συζήτηση ή να καταθέσει σημείωμα που θα εξετασθεί κατά τη διάσκεψη. Μπορεί επίσης να ζητήσει να μην παραστεί ο rapporteur public κατά τη διάσκεψη [Ήδη το ΕΔΔΑ δέχθηκε τη συμβατότητα της παρουσίας του rapporteur-public στη διάσκεψη του Conseil d’ Etat υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου R 733-3 CJA [απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2009, Etienne c. France (req. nο 11396/2008), AJDA 2009, σ. 2468, note El Boudouhi]. Bλ. και ΕΔΔΑ της 4ης Ιουνίου 2013, Marc-Antoine κατά Γαλλίας]. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι, υπό το πρίσμα της νομολογίασ Kress και Martinie, ο νόμος 3900/2010, Εξορθολογισμός των διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης, αντικατέστησε την εισήγηση με συνοπτική έκθεση του εισηγητή δικαστή, η οποία διαλαμβάνει το ιστορικό της διαφοράς, τα στοιχεία που βεβαιώνονται από τα έγγραφα και τα ζητήματα που ανακύπτουν, όχι όμως και πρόταση του εισηγητή. Οι λόγοι της μεταρρύθμισης του θεσμού της εισήγησης που εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3900/2010 και ανάγονται στη συμβατότητά του προς την αρχή της δίκαιης δίκης και την ως άνω νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τον ρόλο και τη συμμετοχή του commissaire du gouvernement στην ενώπιον του γαλλικού Conseil d’Etat ένδικη διαδικασία δεν είναι πειστικοί, στο μέτρο που αφορούν μια ιδιομορφία της γαλλικής δικονομικής τάξης η οποία δεν έχει καμία σχέση με την ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκη [Βλ. κριτική της μεταρρύθμισης, ενδεικτικά, από Π. Λαζαράτο, Περί εισηγήσεως, ΘΠΔΔ 10-11/2011, σ. 1066˙ Χ. Πολίτη, Προβλήματα από την «νέα εισήγηση» του άρθρου 6 N 3900/2010 – Πρόοδος ή οπισθοδρόμηση, ΘΠΔΔ 5/2011, σ. 481˙ Α. Τσιρωνά, Η δικονομική μεταρρύθμιση του Ν 3900/2010 και ο νέος ρόλος του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπ. π., σ. 435· Χ. Χρυσανθάκη, Οι νέες ρυθμίσεις για τη διοικητική δίκη: Ο Ν 3900/2010. Μια «ανοικτή» επιστολή προς την πολιτεία, όπ. π., σ. 1322].

Τέλος, θα πρέπει να τονισθεί ο θεσμός των assistants de justice που καθιερώθηκε με τη μεταρρύθμιση του 2002 στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού και της επιτάχυνσης της διοικητικής δικαιοσύνης. Πρόκειται για συμβασιούχους που επικουρούν τα μέλη του δικαστηρίου κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους (προετοιμασία των υπομνημάτων, των σχεδίων διατάξεων [projets d’ordonnances], έρευνες, αιτήσεις σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων). Οι assistants de justice είναι κάτοχοι διπλώματος νομικής σχολής, που προσλαμβάνονται με σύμβαση για δύο έτη, ανανεώσιμη δύο φορές (εργάζονται 60 ώρες τον μήνα). Εκτός των assistants de justice, προβλέπεται η απασχόληση ασκουμένων, οι οποίοι τοποθετούνται επίσης στα διάφορα τμήματα προς επικουρία των μελών του δικαστηρίου. Εννοείται ότι δεν έχουν καθεστώς δικαστή, καμία δικαστική εξουσία και η απασχόλησή τους δεν αποτελεί προθάλαμο ένταξης στο δικαστήριο.

Γ. Η λειτουργία του δικαιοδοτικού τμήματος

Την προεδρία του δικαιοδοτικού τμήματος ασκεί ο πρόεδρος (président de la section du contentieux), ενώ προβλέπονται τρεις αναπληρωτές πρόεδροι (présidents-adjoints), που αποτελούν τη λεγόμενη τρόικα, η οποία διασφαλίζει την ενότητα της νομολογίας, καθορίζει τις αποφάσεις που θα δημοσιευθούν στο Recueil Lebon καθώς και εκείνες που θα εκδικασθούν από την Ολομέλεια. Το δικαιοδοτικό τμήμα επικουρείται από τη γραμματεία του και διαιρείται σε 10 υποτμήματα (sous-sections) στα οποία κατανέμονται οι υποθέσεις. Και τα τμήματα επικουρούνται από γραμματεία που διασφαλίζει την ομαλή εξέλιξη της διαδικασίας. Την προεδρία εκάστου υποτμήματος ασκεί ένας σύμβουλος επικρατείας, τον οποίο διορίζει ο πρόεδρος του δικαιοδοτικού τμήματος, επικουρούμενος από δύο assesseurs, επίσης conseillers d’État, και περιλαμβάνει 10 περίπου εισηγητές διαφόρων βαθμών. Σε κάθε υπο-τμήμα τοποθετούνται δύο rapporteurs publics (που έχουν τον βαθμό του maître de requêtes [παρέδρου]). Με απόφαση του Vice-président, οι διαφορές κατανέμονται μεταξύ των 10 υποτμημάτων. Έκαστο έχει ορισμένες αποκλειστικές αρμοδιότητες. Ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων μοιράζονται μεταξύ των υποτμημάτων κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ισομερής κατανομή (αλλοδαποί, φορολογικές υποθέσεις, δημόσια έργα, απαλλοτριώσεις, συντάξεις κ.λπ.).

Οι δικαιοδοτικοί σηματισμοί

Το Conseil d’État εκδίδει περίπου 10 000 αποφάσεις ετησίως. Αυτές δεν εκδίδονται από τον ίδιο δικαιοδοτικό σχηματισμό. Εκτός από ορισμένες διατάξεις (ordonnances) που εκδίδονται από τον Président de la section du contentieux βάσει των δικών του αρμοδιοτήτων (recours contre les décisions du bureau d’aide juridictionnelle et règlements des questions de compétences), οι αποφάσεις ανέρχονται σε 9 000 ετησίως.

Οι δικαιοδοτικοί σχηματισμοί του Conseil d’État διέπονται από τα άρθρα L.122-1 et R.122-11 επ. του Code de justice administrative. Όπως προαναφέρθηκε, η διάκριση μεταξύ γνωμοδοτικών και δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων του Conseil d’État εξασφαλίζεται κυρίως με το καθεστώς του ασυμβιβάστου που δεν επιτρέπει στα μέλη του Conseil d’État να μετέχουν στην εκδίκαση ενδίκων βοηθημάτων κατά των πράξεων που εκδόθηκαν μετά από γνώμη του Conseil d’État εφόσον μετείχαν στη συνεδρίαση για την έκδοση της γνώμης αυτής.  Το ασυμβίβαστο αυτό καθιερώθηκε νομοθετικά με την εκτεταμένη μεταρρύθμιση της διοικητικής δικαιοσύνης του 2008, ύστερα από την απόφαση ΕΔΔΑ Sacilor-Lormines κατά Γαλλίας.

Υπάρχουν τέσσερα επίπεδα δικαιοδοτικών σχηματισμών του Conseil d’État.

1.Το υπο-τμήμα δικάζον μόνο (sous-section jugeant seule): οι σχηματισμοί αυτοί επιλαμβάνονται υποθέσεων που δεν θέτουν σοβαρές δυσκολίες και κυρίως απορρίπτουν αιτήσεις αναίρεσης (procédure d’admission de pourvoi en cassation). Πρόκειται για ειδική διαδικασία που ρυθμίζεται διεξοδικά στον κώδικα. Η σύνθεση είναι τριμελής: ο πρόεδρος, ένας εκ των assesseurs, o rapporteur (εισηγητής της υπόθεσης) και o rapporteur public (άρθρο R 122-10 του CJA). Συζητώνται 20-30 υποθέσεις σε κάθε επ’ακροατηρίου συζήτηση, που έχουν εξετασθεί από διαφορετικούς εισηγητές δικαστές, πλην όμως κατά τη συζήτηση τις παρουσιάζει όλες ένας, για λόγους ταχύτητας. Ένας είναι και ο rapporteur public για το σύνολο των υποθέσεων.

2. Τα υπό-τμήματα από κοινού (sous-sections réunies) [δύο έως τέσσερα]: εκδικάζουν υποθέσεις που παρουσιάζουν μεσαία νομική δυσκολία. Ένα εξ αυτών έχει εξετάσει την υπόθεση, έχει διεξαγάγει την προδικασία (instruction) και την εκδικάζει με την ενίσχυση ορισμένων μελών άλλου υποτμήματος με συναφή αρμοδιότητα, υπό την προεδρία ενός των τριών αναπληρωτών-προέδρων του δικαιοδοτικού τμήματος, ή του ιδίου του προέδρου του δικαιοδοτικού τμήματος. Μετέχουν ο πρόεδρος και οι δύο assesseurs, καθώς και ο εκάστοτε εισηγητής της υπόθεσης του υπο-τμήματος που έχει κάνει την προδικασία και ο πρόεδρος και οι δύο assesseurs του άλλου υποτμήματος. Προστίθεται και ένας σύμβουλος από άλλο υπό-τμήμα (βάσει ειδικού καταλόγου) για να υπάρχει περιττός αριθμός. Ένας rapporteur public (άρθρο R122-16 του Code de justice administrative). Με απόφαση του vice-president ορίζονται οι ομάδες των υποτμημάτων που δικάζουν από κοινού (R 122-11).

Οι δύο κατωτέρω σχηματισμοί συνιστούν τους επίσημους σχηματισμούς του Conseil d’État, εκδικάζονται υποθέσεις μεγάλης σημασίας :

3.Το δικαιοδοτικό τμήμα σε ολομέλεια (section du contentieux)

To δικαιοδοτικό τμήμα συνεδριάζει για την εξέταση των υποθέσεων που παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία ή θέτουν εν αμφιβόλω νομολογιακή λύση που υιοθετήθηκε από τον ίδιο σχηματισμό. Αποτελείται από 15 μέλη (άρθρο R 122-18 του CJA) : τον πρόεδρο, τους τρεις αναπληρωτές-προέδρους, τους δέκα προέδρους των υποτμημάτων, και τον εισηγητή/εισηγητές της υπόθεσης (αναγκαία η παρουσία τουλάχιστον 9 μελών). Ο rapporteur public διαβάζει (lit) τις προτάσεις του.

4.Η δικαιοδοτική ολομέλεια (Assemblée du contentieux)

Ο σχηματισμός της δικαιοδοτικής ολομέλειας [Assemblée du contentieux, δεν πρέπει να γίνει σύγχυση με την Αssemblée générale, που είναι γνωμοδοτικός και όχι δικαιοδοτικός σχηματισμός], εκδικάζει υποθέσεις εξαιρετικής σημασίας (η οποία εκτιμάται σε σχέση με τη νομική εμβέλεια της απόφασης και δικαιολογεί τον εν λόγω ανώτατο σχηματισμό). Περιλαμβάνει 17 μέλη (άρθρο R 122-20 του CJA): τον Vice-président του Conseil d’État, τους επτά προέδρους των τμημάτων, τους τρεις αναπληρωτές-προέδρους του δικαιοδοτικού τμήματος, τον πρόεδρο του υποτμήματος που διεξήγαγε την προδικασία, τους τέσσερις προέδρους υποτμημάτων με τη μεγαλύτερη αρχαιότητα, πλην του προηγουμένου και τον εισηγητή της υπόθεσης. Της συνεδρίασης προεδρεύει ο Vice-président του Conseil d’État, τον οποίο αντικαθιστά σε περίπτωση κωλύματος ο Président de la section du contentieux (άρθρο R 122-21 του CJA). Όταν η δικαιοδοτική ολομέλεια (Assemblée du contentieux) επιλαμβάνεται ενδίκου βοηθήματος κατά κανονιστικής πράξης που εκδόθηκε κατόπιν γνώμης του Conseil d’État, ο πρόεδρος του γνωμοδοτικού τμήματος που γνωμοδότησε συναφώς δεν παρίσταται. Αντικαθίσταται από τον αρχαιότερο των αναπληρωτών προέδρων των άλλων διοικητικών τμημάτων.

ΙΙ Αρμοδιότητες

Ως ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, το Conseil d’État, όπως το Cour de Cassation στο πλαίσιο της πολιτικής δικαιοσύνης, διασφαλίζει την ενότητα της νομολογίας σε εθνικό επίπεδο. Περαιτέρω για ορισμένες διαφορές είναι αρμόδιο ως εφετείο ή ως δικαστήριο πρώτου και τελευταίου βαθμού.

Το Conseil d’État έχει τριπλή αρμοδιότητα :

Κατά γενικό κανόνα, ως αναιρετικό δικαστήριο, έχει την αρμοδιότητα εκδίκασης των αιτήσεων αναιρέσεων κατά των αποφάσεων των διοικητικών εφετείων (τα οποία συστήθηκαν με τον νόμο της 31ης Δεκεμβρίου 1987), κατά των αποφάσεων των ειδικών διοικητικών δικαστηρίων και, από το διάταγμα n° 2003-543 της 24ης Ιουνίου 2003, κατά των αποφάσεων που εκδίδουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό των διοικητικά πρωτοδικεία σε ορισμένες υποθέσεις [άνω του 70 % των αποφάσεων του Conseil d’État ανήκουν στην αναιρετική του αρμοδιότητα].

Ως εφετείο είναι αρμόδιο για τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των διοικητικών πρωτοδικείων σε εκλογικές διαφορές των ΟΤΑ και για την εκτίμηση της νομιμότητας [μεταξύ 1 % και 6 % των αποφάσεων του Conseil d’État ανήκουν στην εφετειακή του αρμοδιότητα].

Ως δικαστήριο πρώτου και τελευταίου βαθμού, εκδικάζει αιτήσεις ακύρωσης κατά διαταγμάτων, κανονιστικών πράξεων υπουργών, τις εκλογικές διαφορές των περιφερειών και τις ευρωπαϊκές [το 25 % περίπου των αποφάσεων του Conseil d’État εκδίδονται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό].

Και οι αποφάσεις στα πλαίσια προσωρινής προστασίας υπάγονται στην αναιρετική αρμοδιότητα του Conseil d’Etat. Σε πρώτο βαθμό αρμοδιότητα έχει ο président de la section du contentieux και οι conseillers d’État. Οι αιτήσεις αναίρεσης

κρίνονται από τα υποτμήματα. Κατά κανόνα, οι διατάξεις των δικαστών των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδονται χωρίς προφορική συζήτηση ή με συζήτηση ανάλογα με την υπόθεση.

ΙΙΙ. H διαδικασία

Οι κανόνες της διαδικασίας διέπονται από τις διατάξεις του Code de justice administrative, ο οποίος θεσπίσθηκε στα πλαίσια της κωδικοποίησης με πράξη νομοθετικού περιεχομένου του 2000 και με διατάγματα, και από καποιες νομολογιακώς διατυπωθείσες γενικές αρχές. Είναι προφανείς οι επιρροές της ΕΣΔΑ, συνεπεία πολλών καταδικών της Γαλλίας λόγω του δικονομικού της συστήματος. Σε αντιδιαστολή με τον ελληνικό Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και τον γερμανικό Verwaltungsgerichtsordnung, ο γαλλικός CJA δεν ορίζει ένδικα βοηθήματα, προϋποθέσεις του παραδεκτού και λόγους ακύρωσης (που έχουν διαμορφωθεί και εξελιχθεί νομολογιακά), αλλά θέματα υπηρεσιακής κατάστασης των μελών των δικαστηρίων και κανόνες σχετικά με την οργάνωση της διαδικασίας.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της διαδικασίας είναι ο ανακριτικός χαρακτήρας, ο κατ’αντιμωλία χαρακτήρας (caractère contradictoire, άρθρο L 5 του CJA) o έγγραφος χαρακτήρας και η μυστικότητα, υπό την έννοια ότι οι τρίτοι πρoς την υπόθεση δεν έχουν πρόσβαση στην έρευνά της. Η συζήτηση της υπόθεσης είναι δημόσια και προφορική.

Α. Προδικασία [έρευνα της υπόθεσης, instruction]

Κατάθεση στη γραμματεία

Το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαιοδοτικού τμήματος από τον δικηγόρο του αιτούντος, πλην των υποθέσεων για τις οποίες δεν είναι αναγκαία η παράσταση δικηγόρου (άρθρο R 432-1 του CJA). Ενώπιον του Conseil d’Etat επιβάλλεται η παράσταση δικηγόρου, πλην των αιτήσεων ακύρωσης, των αιτήσεων εκτίμησης της νομιμότητας, των εκλογικών διαφορών και των διαφορών σχετικά με συντάξεις. Κατατίθενται τόσα αντίτυπα όσα και οι διάδικοι, συν δύο (άλλως απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου  ως απαραδέκτου). Το δικόγραφο συνοδεύεται από τα αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς έγγραφα (προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση). Προσδιορίζει τα συστατικά στοιχεία της δίκης: Περιλαμβάνει καθορισμό αντιδίκου, αιτήματα, έκθεση πραγματικών περιστατικών και νομικά επιχειρήματα. Πρέπει να είναι αιτιολογημένο εντός της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων. Συνοδεύεται από λεπτομερή κατάλογο του συνόλου των κατατεθέντων εγγράφων (άρθρο R 412-2 του CJA). Είναι δυνατή η ηλεκτρονική κατάθεση, καθώς και η ταχυδρομική αποστολή ή κατάθεση με τηλεομοιοτυπία. Η γραμματεία με ηλεκτρονικό μήνυμα καθορίζει την πρωτοκόλλησή τους και την ημερομηνία και ώρα παραλαβής τους (διάταγμα της 10ης Μαρτίου 2005, 2005-222).

Mετά τη λήξη της προθεσμίας άσκησης του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου δεν είναι δυνατή η μεταβολή των αιτημάτων ούτε η προβολή λόγου αναγομένου σε διαφορετική  νομική αιτία (εσωτερική ή εξωτερική νομιμότητα), εκτός από λόγο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο ή ένσταση παρανομίας κανονιστικής πράξης.

H γραμματεία πρωτοκολλεί ηλεκτρονικώς το δικόγραφο, δίδει αριθμό, αναγράφει ημερομηνία (άρθρο R 413-4 του CJA), που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό της προθεσμίας και προβαίνει στην ανάλυσή του. Ιδίως εντοπίζει στοιχεία αναγκαία για την επικοινωνία με τον διάδικο, το είδος της διαφοράς στην οποία εντάσσεται το δικόγραφο και τον βαθμό επείγοντος της υπόθεσης. Καταρτίζεται το δελτίο του δικογράφου (fiche de requête, άρθρο R 413-6 του CJA). Προβαίνει δηλαδή σε μια διαλογή των υποθέσεων, καλεί ενδεχομένως τον αιτούντα να διορθώσει τυχόν πλημμέλειες του δικογράφου, π.χ μετάφραση στη γαλλική γλώσσα, προσκόμιση αντιγράφου της προσβαλλόμενης πράξης (demande de régularisation). Άλλως το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο (άρθρο R 411-1).  Στο στάδιο αυτό, ο πρόεδρος του δικαιοδοτικού τμήματος μπορεί να αποφασίσει την ανάθεση της εξέτασης της υπόθεσης στο ίδιο το τμήμα, οπότε ορίζει τον εισηγητή και κατευθύνει ο ίδιος την εξέταση (άρθρο R 611-20 του CJA).

Εν συνεχεία η υπόθεση διαβιβάζεται στο αρμόδιο υπο-τμήμα. Η γραμματεία του υπο τμήματος προβαίνει σε επιδόσεις στον αντίδικο ελέγχει και πάλι τον φάκελο και ζητεί νέες διορθώσεις των πλημμελειών. Τάσσει προθεσμία στον καθού ή αναιρεσιβαλλόμενο να υποβάλει υπόμνημα αντίκρουσης και τον οχλεί εάν δεν τήρησε την προθεσμία. Οι παρατηρήσεις του αντιδίκου κατατίθενται στη γραμματεία. Βάζει την υπόθεση σε φάκελο διαφορετικού χρώματος αναλόγως της κατηγορίας (mise sous cοte).

Κατά πάγια πρακτική, δύο μέλη του υπο-τμήματος προβαίνουν σε μια πρώτη εξέταση της υπόθεσης χωρίς ουσιαστική έρευνα (instruction). Eάν το δικόγραφο πάσχει από πρόδηλες πλημμέλειες που δεν μπορούν να διορθωθούν (προδήλως απαράδεκτο ένδικο βοήθημα λόγω υπέρβασης προθεσμίας, πρόδηλη αναρμοδιότητα του διοικητικού δικαστηρίου κ.λπ.) ενημερώνουν σχετικά τον πρόεδρο. Το ίδιο συμβαίνει όταν η λύση είναι βέβαιη [solution certaine (άρθρο R. 611-8 του CJA)] ή όταν πρόκειται για σειρά ομοίων υποθέσεων. Ο πρόεδρος αποφασίζει τη διεκπεραίωση χωρίς προδικασία (sans instruction), προωθεί τον φάκελο στην cellule d’aide à la décision, η οποία ετοιμάζει σχέδιο διάταξης (άρθρο R 122-12, 222-1). Εκδίδει διάταξη (ordonnance) και κλείνει την υπόθεση. Πρόκειται για διαδικασία που θυμίζει κάπως τη διαδικασία εν συμβουλίω του άρθρου 34Α του πδ 18/1989. Ειδικότερα, πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό η ρητώς προβλεπόμενη εξουσία απόφασης του προέδρου με διάταξη πλην της προσωρινής προστασίας [κατάργηση της δίκης λόγω παραίτησης, απόρριψη δικογράφων που προδήλως δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία της διοικητικής δικαιοσύνης, κατάργηση της δίκης, απόρριψη προδήλως απαραδέκτων ενδίκων βοηθημάτων, απόρριψη ενδίκων βοηθημάτων στηριζομένων σε προδήλως αβάσιμους λόγους ακύρωσης]. Πρόκειται για δυνατότητα της οποίας γίνεται λελογισμένη χρήση (40% ετησίως) και συνέβαλε καθοριστικά στην επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης. Δεν πρόκειται για αποφάσεις επιλύουσες διαφορά, αλλά για αποφάσεις που ανάγονται στη χρηστή και εύρυθμη διοίκηση της δικαιοσύνης.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στην ανακοίνωση κατάθεσης συμπληρωματικού υπομνήματος (mémoire complémentaire/ampliatif=υπομνημα που διευκρινίζει ή αναπτύσσει διεξοδικότερα του λόγους οι οποίοι προτάθηκαν με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο και προς στήριξη των οποίων θα προσκομιστούν νέα έγγραφα ή αποδεικτικά στοιχεία) η οποία περιλαμβάνεται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο.  Εάν ο αιτών δεν υποβάλει το υπόμνημα που προανήγγειλε εντός 3 μηνών, ο δικαστής κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι παραιτήθηκε από το δικόγραφο και εκδίδει διάταξη περί κατάργησης της δίκης λόγω παραίτησης, ακόμη και αν το υπόμνημα κατατεθεί μεταγενέστερα (άρθρο R 611-22 του CJA). Δεν απαιτείται συναφώς να προηγηθεί όχληση του αιτούντος. Πρόκειται για την καλούμενη αυτόματη ή σιωπηρή ή αυτεπαγγέλτως διαπιστούμενη παραίτηση (désistement d’office). Δικονομικός μηχανισμός εκλογίκευσης της ένδικης διαδικασίας και πειθάρχησης του αιτούντος. Αποτροπή σώρευσης υποθέσεων για τις οποίες ο διάδικος δεν επιδεικνύει ενδιαφέρον. [Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει και ο γερμανικός VwGO στο άρθρο 92, παρ. 2, όπου γίνεται λόγος για «πλασματική παραίτηση», συναγόμενη από τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος, ο οποίος αδιαφορεί για τη συνέχιση της διαδικασίας [Clausing, in Schmidt-Aßmann/Pietzner, Verwaltungsgerichtsordnung. Kommentar, Art. 92, αρ. περ. 3· A.Decker, Die Fiktion der Klagerücknahme nach §92 Abs. 2 VwGO n.F., BayVBl 1997, σ. 673] . Kατά τη διάταξη αυτή, η προσφυγή θεωρείται ανακληθείσα εάν ο προσφεύγων, παρά τη σχετική πρόσκληση του δικαστηρίου (Betreibensaufforderung) [Το δικαστήριο προβαίνει σε πρόσκληση για την κίνηση της διαδικασίας, όταν από τη συμπεριφορά του διαδίκου –ιδίως από την παράβαση δικονομικών υποχρεώσεων συμμετοχής του –  συνάγεται ότι δεν έχει πλέον συμφέρον για την παροχή δικαστικής προστασίας (για τις αντικειμενικές ενδείξεις της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος, βλ. αναλυτικά Clausing, in Schmidt-Aßmann/Pietzner, Verwaltungsgerichtsordnung. Kommentar, Art. 92, αρ. περ. 46-49∙ Schmid, in H. Sodan/J. Ziekow, Verwaltungsgerichtsordnung. Großkommentar, 3. Auflage, Nomos, 2010, Art. 92, αρ. περ. 31). Με την πρόσκληση παρέχεται στον προσφεύγοντα η δυνατότητα να ανατρέψει το νομικό πλάσμα της ανάκλησης της προσφυγής του] – με την οποία ενημερώνεται και για τις έννομες συνέπειες της ολιγωρίας του – δεν προωθεί την ένδικη διαδικασία για χρόνο άνω των δύο μηνών. Το δικαστήριο διαπιστώνει την ανάκληση της προσφυγής με διάταξη (Beschluß), η οποία έχει αναγνωριστικό αποτέλεσμα [Κατά την κρατούσα γνώμη, η περάτωση της δίκης επέρχεται δυνάμει του νόμου και όχι επί τη βάσει της δικαστικής απόφασης, οπότε η διάταξη του δικαστηρίου έχει μόνον αναγνωριστικό αποτέλεσμα (Clausing, in Schmidt-Aßmann/Pietzner, Verwaltungsgerichtsordnung. Kommentar, Art. 92, αρ. περ. 69∙ Schmid, in H. Sodan/J. Ziekow, Verwaltungsgerichtsordnung. Großkommentar, 3. Auflage, Nomos, 2010, Art. 92, αρ. περ. 42)]. Έχει γίνει δεκτό ότι ο εν λόγω κανόνας δεν δημιουργεί ζήτημα συνταγματικότητας, εφόσον κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του λαμβάνεται υπόψη ο αυστηρώς εξαιρετικός χαρακτήρας του [Clausing, in Schmidt-Aßmann/Pietzner, Verwaltungsgerichtsordnung. Kommentar, Art. 92, αρ. περ. 3, 39∙ Schmid, in H. Sodan/J. Ziekow, Verwaltungsgerichtsordnung. Großkommentar, 3. Auflage, Nomos, 2010, Art. 92, αρ. περ. 3].Από δικαιοπολιτικής απόψεως, φαίνεται απολύτως εύλογο να κολάζεται η μη συμμόρφωση προς τις δικονομικές υποχρεώσεις του διαδίκου και να αποφεύγεται η έκδοση περιττών δικαστικών αποφάσεων περί απόρριψης του ενδίκου βοηθήματος ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Περαιτέρω, ως συνταγματικώς ανεκτή δικαιολογία της προβλέψης περιοριστικών του δικαιώματος δικαστικής προστασίας κανόνων, όπως η πλασματική παραίτηση, αναφέρεται η προσπάθεια αποσυμφόρησης των δικαστηρίων [Clausing, in Schmidt-Aßmann/Pietzner, Verwaltungsgerichtsordnung. Kommentar, Art. 92, αρ. περ. 39]. Τέλος, σε αντιδιαστολή προς την αντίστοιχη γαλλική διάταξη, ο γερμανικός κανόνας περί «πλασματικής παραίτησης» παρέχει δυνατότητα και δεν επιβάλλει υποχρέωση για τον δικαστή, ο οποίος πρέπει να προβαίνει σε λελογισμένη χρήση της.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο πλαίσιο προσφυγής κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας που άσκησε συνταξιούχος αξιωματικός του λιμενικού του οποίου η δίκη καταργήθηκε, επειδή το Conseil d’Etat [CE 13 février 2004, Guillard (n° 241093). To Conseil d’Etat έκρινε ότι η μνεία που περιλαμβάνεται στο δικόγραφό του ότι επιφυλασσόταν του δικαιώματος να συμπληρώσει το παρόν ένδικο βοήθημα, εφόσον παραστεί ανάγκη, πρέπει να θεωρηθεί ως δηλώνουσα την πρόθεσή του να προσκομίσει συμπληρωματικό υπόμνημα. Κατά συνέπεια, η παράλειψη κατάθεσής εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας συνεπάγεται παραίτηση από το εισαγωγικό δικόγραφο] ερμήνευσε το δικόγραφό του ως αναγγέλλον την κατάθεση συμπληρωματικού υπομνήματος το οποίο τελικώς δεν κατατέθηκε [ΕΔΔΑ 15 Ιανουαρίου 2009, Guillard κατά Γαλλίας (24488/04), AJDA 2009, σ. 547, note B. Pacteau]. έκρινε ότι η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου R. 611-22 του CJA μπορεί να περιορίσει δυσανάλογα το δικαίωμα έννομης προστασίας. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε την πάγια νομολογία του για τη συμβατότητα των περιορισμών του δικαιώματος πρόσβασης στον δικαστή – ιδίως υπό τη μορφή των προϋποθέσεων του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων – αρκεί να εξυπηρετούν θεμιτό σκοπό και να συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας και επισήμανε ότι τα δικαστήρια, κατά την εφαρμογή των δικονομικών κανόνων, πρέπει να αποφεύγουν τόσο την υπέρμετρη τυπολατρεία που θίγει τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης όσο και την υπερβολική ελαστικότητα που θα κατέληγε στην κατάργηση των δικονομικών προϋποθέσεων που προβλέπουν οι σχετικοί κανόνες δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό, ο θεσμός της αυτεπάγγελτης διαπίστωσης της παραίτησης αποσκοπεί, κατ’αρχήν, στη χρηστή διοίκηση της δικαιοσύνης. Χωρίς, επομένως, να αποδοκιμάζει ευθέως τον ως άνω δικονομικό μηχανισμό, το ΕΔΔΑ έκρινε, περνώντας στο μικροσκόπιο τις προϋποθέσεις εφαρμογής του, ότι η σχετική νομολογία του Conseil d’ État είναι ιδιαίτερα περίπλοκη για τον μη επαγγελματία νομικό, η δε ερμηνεία της διάταξης υπό την έννοια ότι η παράλειψη κατάθεσης υπομνήματος που προαναγγέλθηκε λειτουργεί ως παραίτηση και μάλιστα όχι από τη συγκεκριμένη δίκη, αλλά από το ίδιο το δικαίωμα άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (désistement d’action αντί του désistement d’instance) επάγεται σοβαρές συνέπειες για τον διάδικο, ο οποίος στερείται οριστικά του δικαιώματος δικαστικής προστασίας [Για παράδειγμα με την απόφαση CE 23 février 1994, Yepes, Lebon σ. 1121, το Conseil d’Etat δεν ερμήνευσε τη φράση του δικογράφου «o αιτών επιφυλάσσεται του δικαιώματος να καταθέσει οποιοδήποτε υπόμνημα κατά την επ’ακροατηρίου συζήτηση», παρεμφερή προς αυτή που χρησιμοποίησε ο προσφεύγων στην υπόθεση Guillard κατά Γαλλίας, υπό την έννοια ότι προαναγγέλλει την κατάθεση συμπληρωματικού υπομνήματος.]. Ο θεμιτός σκοπός της επιτάχυνσης της εξέτασης των ενδίκων βοηθημάτων που επιδιώκεται με το υπό εξέταση δικονομικό εργαλείο μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο αυστηρά μέσα, όπως η προηγούμενη όχληση του διαδίκου. Το ΕΔΔΑ εστίασε και πάλι στο δικαίωμα αυτοπρόσωπης δικαστικής παράστασης που αναγνωρίζει η γαλλική έννομη τάξη στον διάδικο, το οποίο επιβάλλει να παρέχονται στον διάδικο δικονομικά μέσα που του εξασφαλίζουν το δικαίωμα δίκαιης δίκης, υπό την έννοια ότι ενώ βασίμως αναμένεται από τον επαγγελματία νομικό απόλυτη ακρίβεια στη σύνταξη του δικογράφου και ιδιαίτερα στην επιλογή των όρων που χρησιμοποιεί, δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι ίδιες επιταγές χωρίς κάποια ευελιξία στον ιδιώτη που δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο. Επομένως, η αυτεπαγγέλτως διαπιστούμενη παραίτηση συνεπεία αυστηρής ερμηνείας του εισαγωγικού δικογράφου συνιστά δυσανάλογο βάρος για τον διάδικο και ανατρέπει την ισορροπία μεταξύ της θεμιτής μέριμνας διασφάλισης των τυπικών προϋποθέσεων προσφυγής στα δικαστήρια, αφενός, και του δικαιώματος στον δικαστή, αφετέρου. Ένα δικονομικό όπλο που σχεδιάσθηκε για την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και την επιτάχυνση της δίκης αποδεικνύεται πηγή αμφισβητήσεων και διαφορών].

Στη συνέχεια ο πρόεδρος ορίζει ένα μέλος οποιουδήποτε βαθμού (σύμβουλο, πάρεδρο ή εισηγητή) ως εισηγητή της υπόθεσης, καθώς και τον αναθεωρητή (réviseur). Ορίζει επίσης ποιός από τους δύο rapporteurs publics θα αναλάβει να συντάξει προτάσεις (conclusions) για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Δίδεται έμφαση στον κατ’αντιμωλία χαρακτήρα της εξέτασης. Αποκλείεται οποιαδήποτε επαφή των διαδίκων με τον εισηγητή της υπόθεσης. Ο διάδικος επικοινωνεί αποκλειστικά με τη Γραμματεία του οικείου υποτμήματος. Όλα τα υπομνήματα κοινοποιούνται στους διαδίκους, εκτός εάν δεν περιέχουν νέα στοιχεία [ΕΔΔΑ, 18 Οκτωβρίου 2007, Asnar κατά Γαλλίας (12316/04). Εν προκειμένω, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι η μη κοινοποίηση εγγράφου του φακέλου της δικογραφίας και η αδυναμία του αιτούντος να το εξετάσει και να απαντήσει ενδέχεται να μη συνιστούν παραβίαση της αρχής της κατ’αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης και, συνακολούθως, του δικαιώματος δίκαιης δίκης, υπο ειδικές συνθήκες, δηλαδή όταν η κοινοποίηση του επίδικου εγγράφου δεν θα είχε καμία συνέπεια στην έκβαση της διαφοράς ή η νομική λύση που υιοθετήθηκε ήταν αδιαμφισβήτητη, πλην όμως έκρινε ότι στην υπό εξέταση διαφορά δεν συνέτρεχαν εξ ολοκλήρου οι ανωτέρω προϋποθέσεις]. Προβλέπεται η δυνατότητα σύντμησης των προθεσμιών υποβολής υπομνημάτων με διάταξη του προέδρου του υποτμήματος.

Αντίθετα, και αυτό αποτελεί σημαντική πρόοδο, εάν ο εισηγητής δικαστής εντοπίσει λόγο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο που δεν περιλαμβάνεται στα υπομνήματα των διαδίκων, τους ενημερώνει συναφώς και τάσσει προθεσμία εντός της οποίας υποβάλλουν παρατηρήσεις. Το ίδιο συμβαίνει και αν ο λόγος αυτός ανακύψει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή ακόμη και κατά τη διάσκεψη (άρθρο R 611-7 του CJA). [Bλ. αντίθετη προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην απόφαση ΣτΕ Ολ 3319/2010, σκέψη 17: «…στην προκειμένη περίπτωση,… εφαρμόσθηκε ο καθ’ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως εκδοθείς Κανονισμός εσωτερικής λειτουργίας της ΑΔΑΕ, ο οποίος προβλέπει ότι οι συνεδριάσεις της Αρχής δεν είναι δημόσιες, με αποτέλεσμα σε όλες τις σχετικές με την υπό κρίση υπόθεση συνεδριάσεις να μην έχει τηρηθεί ο κανόνας της δημοσιότητας αυτών, και συνακόλουθα χωρίς εκ του λόγου τούτου και να έχει δοθεί έστω η δυνατότητα στην αιτούσα να ζητήσει να διεξαχθεί η όλη διαδικασία δημόσια. Με τον τρόπο όμως αυτό, δεν τηρήθηκε, κατά την διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η συνταγματικά επιτασσόμενη δημόσια διεξαγωγή των συνεδριάσεων της Α.Δ.Α.Ε., η οποία …. αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας κατά την εκ μέρους της εν λόγω Αρχής επιβολή κυρώσεων. Πρέπει, δε για τον λόγο αυτό, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, ως αναγόμενο στο κύρος του εφαρμοσθέντος κανόνος δικαίου, που ρυθμίζει τα της εφαρμοστέας ενώπιον της ΑΔΑΕ διαδικασίας, και ως συναρτώμενο επίσης με τον ανωτέρω ισχυρισμό της αιτούσης εταιρείας περί παραβάσεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και μη εξαρτώμενο από την εξέταση πραγματικού εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει, στο πλαίσιο του εκ μέρους του νομικού ελέγχου του κύρους του ισχύοντος κανόνος δικαίου του διέποντος την λειτουργία της Α.Δ.Α.Ε., ότι ο εφαρμοσθείς απ’ αυτήν Κανονισμός, κατά το μέρος που αποκλείει την δημοσιότητα της λειτουργίας της και στις υποθέσεις επιβολής κυρώσεων, έχει τεθεί μη νομίμως, να ακυρωθεί η, προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση απόφαση της Αρχής αυτής, δεκτής γενομένης της κρινομένης αιτήσεως, ενώ παρέλκει, περαιτέρω, ως αλυσιτελής η έρευνα των προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως. Τέλος, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, δεν συντρέχει λόγος εκδόσεως προδικαστικής αναβλητικής αποφάσεως, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του εν λόγω αυτεπαγγέλτως εξετασθέντος λόγου, ο οποίος οδηγεί στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από το αν η αρχή της αντιμωλίας επιβάλλει, όπως υπολαμβάνει η γνώμη της ελάσσονος μειοψηφίας, που παρατίθεται στην σκέψη 19, ή όχι την έκδοση αναβλητικών αποφάσεων σε κάθε περίπτωση που Δικαστήριο άγεται στην αυτεπάγγελτη υιοθέτηση ενός καθαρά νομικού συλλογισμού, έχοντος επίδραση στην λύση εκκρεμούς ενώπιόν του υποθέσεως και μη συναρτωμένου με προβολή πραγματικού, προκειμένου να λαμβάνουν θέση επ’ αυτού οι διάδικοι, στην προκειμένη πάντως περίπτωση, η κρίση επί του νομικού ζητήματος αν εκ του Συντάγματος επιβάλλεται οι συνεδριάσεις της Α.Δ.Α.Ε. να είναι δημόσιες, με συνέπεια, σε καταφατική περίπτωση ο εφαρμοσθείς Κανονισμός Λειτουργίας αυτής, ο ορίζων το αντίθετο να είναι ανίσχυρος, δεν συνιστά νέα αυτοτελή νομική κρίση, υιοθετηθείσα πρωτοτύπως και εξ υπαρχής από το Δικαστήριο, αλλά συνδέεται αρρήκτως με το ευρύτερο ζήτημα, αν η εν λόγω Αρχή παρέχει τις εγγυήσεις «δικαστηρίου», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο με την σειρά του συνδέεται, επίσης αρρήκτως, με το περαιτέρω ζήτημα αν η ακυρωτική δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου καλύπτει τις εγγυήσεις της «δίκαιης δίκης», δηλαδή, ζήτημα, για το οποίο υποβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός από την αιτούσα και επί του οποίου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω (σκέψη 8) οι διάδικοι διετύπωσαν τις απόψεις τους».]

Πρόσφατη τροποποίηση του 2010 προβλέπει τη δυνατότητα του προέδρου του υποτμήματος το οποίο διεξάγει την εξέταση να ζητήσει από τον διάδικο να συγκεφαλαιώσει σε ένα τελικό υπόμνημα τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς που προτίθενται τελικώς να υποβάλουν στην  κρίση του δικαστή. Όσα δεν αναγράφονται στο τελικό υπόμνημα δεν θα εξετασθούν από το δικαστήριο (άρθρο R 611-8-1). Η ρύθμιση αυτή επιτρέπει τη εκκαθάριση της υπόθεσης στις περίπλοκες υποθέσεις που χαρακτηρίζονται από την υποβολή πολλών και διαδοχικών και ογκωδών υπομνημάτων. Σημειώνεται ότι με το άρθρο 41 του Ν. 4055/2012 εισήχθη η υποχρέωση κατάρτισης συνοπτικής έκθεσης δικογράφου και αναγραφής της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του δικηγόρου [στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 19 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Αν το δικόγραφο υπογράφεται από δικηγόρο, αναγράφεται η ηλεκτρονική του διεύθυνση. Στο δικόγραφο περιέχεται και συνοπτική έκθεση των τιθέμενων νομικών ζητημάτων, η οποία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες λέξεις. Ο Κανονισμός του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να καθορίζει το περιεχόμενο της έκθεσης. Η υποχρέωση αυτή δεν αφορά την αίτηση αναστολής. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει στον διάδικο, ο οποίος δεν τήρησε την ως άνω υποχρέωση και ηττήθηκε, αυξημένη δικαστική δαπάνη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 39 του παρόντος διατάγματος. Αν ο διάδικος νικήσει, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει δικαστική δαπάνη υπέρ αυτού.»]

Μπορεί επίσης να απαιτηθεί η προσκόμιση εγγράφων αφού ταχθεί προθεσμία και εν συνεχεία οχληθεί ο διάδικος.

Είναι δυνατόν να διαταχθούν αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης των διαδίκων μέτρα απόδειξης (πραγματογνωμοσύνη [άρθρο R 621-1], επιτόπια έρευνα [άρθρο R 622-1], έρευνα επ’ακροατηρίου [άρθρο R 623-1: enquête à la barre], προσκόμιση εγγράφων, εξακρίβωση γνησιότητας εγγράφων [άρθρο R 624-1]). Προς τούτο απαιτείται απόφαση του υποτμήματος που ορίζει ακριβώς το αντικείμενο της απόδειξης. Οι αποφάσεις δεσμεύουν το υποτμήμα, το οποίο δεν μπορεί να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς να λάβει υπόψη την πραγματογνωμοσύνη.

Η υπόθεση εξετάζεται διεξοδικά από τον εισηγητή (αρμοδιότητα δικαστηρίου, λόγοι κατάργησης της δίκης [διατήρηση αντικειμένου], παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος, βάσιμο).

Ο εισηγητής συντάσσει δύο κείμενα: το σχέδιο απόφασης (projet de décision) και μια note. Το σχέδιο περιλαμβάνει τις αιτιολογικές σκέψεις (visas, δηλαδή σύνοψη των αιτημάτων και των λόγων ακύρωσης και απαρίθμηση των νομικών διατάξεων που εφαρμόζονται προς επίλυση της διαφοράς). Στη συνέχεια διατυπώνει το αιτιολογικό της απόφασης, τα considérants που αποτυπώνουν την ανάλυση της υπόθεσης. Η αιτιολογία είναι κατά κανόνα συγκυριακή, ενδέχεται όμως να διατυπώνει και γενικές αρχές.

Το δεύτερο κείμενο είναι η περίφημη note του εισηγητή δικαστή. Στο κείμενο αυτό εκθέτει τη συλλογιστική του, την πορεία της σκέψης του, αναλύοντας όλες τα δικονομικά και ουσιαστικά ζητήματα που ανέκυψαν και βασιζόμενος σε θεωρητικές αναλύσεις και σε προηγούμενη νομολογία. Μπορεί να διατυπώνει και τις αμφιβολίες του ως προς την αυστηρότητα μιας προσέγγισης και τις επιφυλάξεις του ως προς το πρόσφορο νομολογιακής εξέλιξης. Η note συμπληρώνεται από παράρτημα που περιλαμβάνει τα νομικά κείμενα και τη νομολογία στην οποία στηρίζεται ο εισηγητής. Πρόκειται για έγγραφο εσωτερικό, στο οποίο δεν αποκτούν πρόσβαση οι διάδικοι.

Στην ίδια εξέταση του φακέλου προβαίνει, μετά τον εισηγητή, και ο αναθεωρητής του, που είναι είτε ο πρόεδρος του υποτμήματος είτε ένας από τους assesseurs.

Αφού ο εισηγητής και ο αναθεωρητής ολοκληρώσουν την έρευνα της υπόθεσης, αυτή συζητείται, εφόσον παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες, σε séancedinstruction (άρθρο R 122-10). Αυτές προγραμματίζονται ανά τρίμηνο, με καθορισμό ημερήσιας διάταξης. Συμμετέχουν ο πρόεδρος και οι δύο αναθεωρητές, οι εισηγητές των υποθέσεων που περιλαμβάνει η ημερήσια διάταξη και οι rapporteurs publics. Ο κάθε εισηγητής παρουσιάζει την υπόθεσή του, αναπτύσσει τη note που έχει συντάξει και η οποία έχει διανεμηθεί στα μέλη του υποτμήματος και προτείνει το σχέδιο απόφασης. Στη συνέχεια παίρνει τον λόγο ο αναθεωρητής, ο οποίος μπορεί να έχει διαφορετική γνώμη και να έχει καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα, ο πρόεδρος και όποιο άλλο μέλος του υποτμήματος επιθυμεί. Η συνεδρίαση αυτή καταλήγει στο σχέδιο απόφασης που προτείνει το υποτμήμα (projet de sous-section). Αυτή είναι η θέση της sous-section, η οποία θα υποβληθεί στη συζήτηση και στη διάσκεψη. Πιθανόν να αποφασίσει τη διεξαγωγή περαιτέρω αποδεικτικών μέτρων. Στη συνέχεια ο φάκελος της υπόθεσης παραδίδεται στον rapporteur public, απο τον οποίο ο πρόεδρος ζητεί να προτείνει πιθανή ημερομηνία ολοκλήρωσης των προτάσεών του και βάσει αυτής να ορισθεί η ημερομηνία της συζήτησης κάθε υπόθεσης.

Μετά την ολοκλήρωση των προτάσεων, η υπόθεση ενδέχεται να παραπεμφθεί σε υψηλότερο δικαιοδοτικό σχηματισμό, δηλαδή σε περισσότερα υποτμήματα από κοινού ή ακόμη στο δικαιοδοτικό τμήμα (section du contentieux) ή στη δικαιοδοτική ολομέλεια (assemblée du contentieux). Αυτό γίνεται με πρόταση του υποτμήματος ή του rapporteur public (άρθρο R 122-17), μπορεί όμως και να προταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή κατά τη συζήτηση ή και κατά τη διάσκεψη από τον πρόεδρο.

Η εξέταση της υπόθεσης (clôture d’instruction) ολοκληρώνεται με διάταξη του προέδρου ή ελλείψει αυτής τρεις πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο ενώπιον των υποτμημάτων και των υποτμημάτων από κοινού συζητώνται από 20 με 30 υποθέσεις. Στις συνεδριάσεις των ανώτερων δικαιοδοτικών από 1 έως 3.Το πινάκιο καταρτίζεται από τον rapporteur public και δημοσιεύεται από τον πρόεδρο του σχηματισμού. Κοινοποιείται στους δικηγόρους ή στους διαδίκους που δεν εκπροσωπούνται 4 ημέρες πριν (avis d’audience).  Παρέχεται στους διαδίκους η δυνατότητα να πληροφορηθούν το πνεύμα των προτάσεων (le sens des conclusions) του rapporteur public (πχ ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω αναρμοδιότητας του εκδόντος οργάνου, απόρριψη της αίτησης κατά τα λοιπά).

Β. Επ’ακροατηρίου συζήτηση

Kατά τη συζήτηση, που είναι δημόσια, o πρόεδρος δημοσιεύει αποφάσεις προηγουμένων δικασίμων (θεωρητικό). Αυτές αναρτώνται στην αριστερή πλευρά της εισόδου στην αίθουσα συνεδριάσεων.

Στη συνέχεια, συζητώνται οι υποθέσεις του πινακίου. Ο γραμματέας του σχηματισμού διαβάζει την υπόθεση, ο εισηγητής της υπόθεσης διαβάζει τα ονόματα των διαδίκων και το αίτημα του ενδίκου βοηθήματος. Κατόπιν ο πρόεδρος δίνει τον λόγο στους δικηγόρους που επιθυμούν να διατυπώσουν παρατηρήσεις, οι οποίοι σπάνια μιλούν, και, τέλος, ο rapporteur public διαβάζει τις προτάσεις του. Οι δικηγόροι μπορούν να διατυπώσουν σύντομες παρατηρήσεις επί των προτάσεων, κατά κανόνα όμως συντάσσουν note en délibéré (νέα δυνατότητα με διάταγμα του 2009).

Γ. Διάσκεψη

Η διάσκεψη ακολουθεί αμέσως τη συζήτηση και είναι μυστική, με εξαίρεση των προσώπων που αναφέρει ο κώδικας και παρίστανται μεν χωρίς βεβαίως να συμμετέχουν. Ο rapporteur public παρίσταται χωρίς να συμμετέχει, εκτός αν ο διάδικος ζήτησε να μην παραστεί. Η διαδικασία είναι απλούστερη στους μικρούς δικαιοδοτικούς σχηματισμούς που αποτελούνται από τρία μέλη. Ο εισηγητής διαβάζει το σχέδιο απόφασης του υποτμήματος το οποίο έχει διανεμηθεί σε όλα τα μέλη του δικαιοδοτικού σχηματισμού. Αν διαφέρει από τις προτάσεις του rapporteur public, ο εισηγητής καλείται να διευκρινίσει την άποψη του υποτμήματος. Στους ανώτερους δικαιοδοτικούς σχηματισμούς, ο πρόεδρος του σχηματισμού παίρνει τον λόγο μετά τον εισηγητή, απομονώνει τα θέματα που χρήζουν συζήτησης διαδοχικά, τονίζει τα σημεία που απαιτούν την επίλυση από τον σχηματισμό και δίνει πρώτος τη γνώμη του για τη λύση. Εκφράζει αμφιβολίες ως προς την ανάγκη ή τη σκοπιμότητα εξέλιξης της νομολογίας ή αντίθετα επισημαίνει ότι επιβάλλεται εξέλιξη. Τελευταίος παίρνει τον λόγο ο πρόεδρος του υποτμήματος που διεξήγαγε την προδικασία. Εάν το σχέδιο απόφασης δεν γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτό, ο εισηγητής, βάσει των όσων υιοθετήθηκαν κατά τη διάσκεψη, θα συντάξει νέο σχέδιο το οποίο θα υποβάλει στον προέδρο του υποτμήματος και εν συνεχεία στον πρόεδρο του σχηματισμού. Επομένως η διάσκεψη δεν είναι η καταχώριση του σχεδίου του υποτμήματος, αλλά αναδεικνύει όλα τα πλεονεκτήματα της συλλογικότητας. Θετική η παρουσία, έστω και παθητική, του rapporteur public. Ακόμη και αν δεν έγινε δεκτή η γνώμη του, αντιλαμβάνεται λόγω της αιτιολογίας την επιλογή του δικαιοδοτικού σχηματισμού και μπορεί να την αξιοποιήσει καλύτερα στις μελλοντικές προτάσεις του ή αν διαφωνεί να προτείνει την τροποποίησή της. Σημείωνεται ότι, κατ’εφαρμογή του άρθρου R 731-4, ο πρόεδρος του οικείου σχηματισμού μπορεί να δώσει την άδεια να παρίστανται στη διάσκεψη, χωρίς φυσικά να συμμετέχουν, δικαστές ή καθηγητές πανεπιστημίου, Γάλλοι ή αλλοδαποί, που πραγματοποιούν εκπαιδευτική επίσκεψη.

Η μορφή της απόφασης: οι αιτιολογικές σκέψεις/αναφορές, που αποτελούν σύνοψη του φακέλου, αιτήματα και κείμενα στα οποία στηρίζεται η απόφαση. Ακολουθεί το αιτιολογικό, η συλλογιστική του δικαστή επί τη βάσει των κειμένων στα οποία στηρίχθηκε. Κατά κανόνα, η αιτιολογία συνδέεται με την υπόθεση, αλλά ενίοτε διατυπώνει μια γενικότερη αρχή. Το διατακτικό χωρίζεται σε άρθρα και απαντά στα αιτήματα των διαδίκων. Τον Απρίλιο του 2012 ομάδα εργασίας υπό την προεδρία του Ph. Martin, président adjoint, συνέταξε μια έκθεση 220 σελίδων με προτάσεις για τη βελτίωση της σύνταξης των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων (Groupe de travail sur la rédaction des décisions de la juridiction administrative). Χωρίς θεαματικές μεταβολές, απλοποιήθηκε η σύνταξη των αποφάσεων, κυρίως το σκεπτικό με την εγκατάλειψη των παραγράφων μιας περιόδου και την προσθήκη αριθμού περιθωρίου.

Δ. Εκτέλεση των αποφάσεων

Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων δεν παρουσιάζει τα ίδια προβλήματα με την Ελλάδα. Ειδικότερα: Ο ακυρωτικός δικαστής έχει την εξουσία να απευθύνει στη διοίκηση διαταγές με εξειδικευμένο περιεχόμενο (injonction). Η εξουσία αυτή καθιερώθηκε ρητά με τον νόμο της 8ης Φεβρουαρίου 1995 που αποτέλεσε τομή στην ιστορία του γαλλικού διοικητικού δικονομικού δικαίου, εφόσον ο νομοθέτης κατέρριψε το παλαιό «ταμπού» της απαγόρευσης στον δικαστή να επεμβαίνει στη λειτουργία της Διοίκησης υποκαθιστώντας τη, θεωρείται δε ως η σημαντικότερη μεταρρύθμιση της διοικητικής δικαιοσύνης στους δύο αιώνες της λειτουργίας της. Εξοπλίζει τον δικαστή με την εξουσία διατύπωσης συγκεκριμένων διαταγών προς τη Διοίκηση που συνοδεύουν την ακυρωτική απόφαση και σκοπούν στην εκτέλεσή της. Πρόκειται για διαταγές προληπτικού χαρακτήρα που αντιδιαστέλλονται προς ενδεχόμενες κατασταλτατικές και a posteriori διαταγές οι οποίες τοποθετούνται στο στάδιο της συμμορφώσεως της Διοικήσεως και εντάσσονται στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου L-911-1 του Code de la justice administrative, όταν η δικαστική απόφαση συνεπάγεται οπωσδήποτε την έκδοση από τη Διοίκηση μέτρου εκτέλεσης συγκεκριμένου περιεχομένου, ο δικαστής επιτάσσει στη Διοίκηση την έκδοση του εν λόγω μέτρου εντός ορισμένης προθεσμίας. Η δικαστική διαταγή συνεπάγεται εφεξής δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης. Έτσι, ο δικαστής ακυρώνει την προσβαλλόμενη πράξη και διατάσσει το αρμόδιο όργανο, κατά περίπτωση, να χορηγήσει άδεια προσωρινής διαμονής στον αιτούντα, να διαγράψει από τον διοικητικό φάκελο του αιτούντος κάθε μνεία της ακυρωθείσας ποινής, να προσφύγει στον δικαστή της συμβάσεως προς διαπίστωση της ακυρότητάς της, να χορηγήσει οικογενειακό βιβλιάριο κ.λπ. Η διάταξη του άρθρου L-911-2 του Code de la justice administrative, αφορά την περίπτωση κατά την οποία η Διοίκηση διατηρεί τη διακριτική της ευχέρεια ως προς το περιεχόμενο της πράξης που θα πρέπει να εκδοθεί, καθόσον μπορεί να τη στηρίξει σε έρεισμα που  δεν ακύρωσε ο δικαστής, υποχρεούται όμως να εκδώσει νέα πράξη κατόπιν έρευνας της υποθέσεως και εντός της προθεσμίας που τάσσει η δικαστική απόφαση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα συναφώς είναι η διαταγή προς τον Υπουργό Εσωτερικών να επανεξετάσει αίτηση χορήγησηςπληροφοριών που περιέχονται σε συγκεκριμένο αρχείο, η εντολή στη νομαρχιακή αρχή να επανεξετάσει την αίτηση παρέκκλισης από τον κανόνα της αργίας της Κυριακής, η εντολή στον δήμαρχο να επανεξετάσει αίτηση οικοδομικής άδειας κ.λπ. Η άσκηση της εξουσίας διαταγής τελεί υπό τη δικονομική προϋπόθεση ότι υπάρχει σχετικό αίτημα των διαδίκων και υπό την ουσιαστική προϋπόθεση ότι το επιβαλλόμενο μέτρο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της δικαστικής αποφάσεως η οποία αποτελεί το έρεισμά του.

 Ε. Η αρωγή στην εκτέλεση

 Σε περίπτωση μη εκτέλεσης μιας απόφασης του Conseil d’État, ο διάδικος μπορεί να απευθυνθεί στην υπηρεσίας εκτέλεσης των αποφάσεων της section du rapport et des études du Conseil d’État, τρεις μήνες μετά την κοινοποίηση της απόφασης του Conseil d’État, ενώ δεν χρειάζεται η συνδρομή δικηγόρου. Ο πρόεδρος του τμήματος ορίζει εισηγητή της υπόθεση ο οποίος προβαίνει σε όλες τις ενέργειες που κρίνει σκόπιμες προς τη Διοίκηση. Μετά την πάροδο 6 μηνών, ο νικήσας διάδικος μπορεί να ζητήσει από το δικαιοδοτικό τμήμα του Conseil d’État να επιβάλει πρόστιμο για τη μη εκτέλεση απόφασης που το ίδιο εξέδωσε. Ο φάκελος διαβιβάζεται στην υπηρεσία εκτέλεσης των αποφάσεων της section du rapport et des études du Conseil d’État, η οποία προβαίνει στα πρόσφορα διαβήματα για την εκτέλεση της απόφασης. Εάν αυτά δεν αρκούν, το δικαιοδοτικό τμήμα αποφαίνεται επί της αίτησης και επιβάλλει πρόστιμο που καθορίζεται ανά ημέρα καθυστέρησης μέχρι την ημερομηνία εκτέλεσης της απόφασης.

Συμπεράσματα

Το γαλλικό Conseil d’Etat, χωρίς νομοθετικό έρεισμα, διεύρυνε και ενίσχυσε τον ρόλο του βελτιώνοντας την απονομή της δικαιοσύνης και την αποτελεσματικότητα της αίτησης ακύρωσης [Βλ. αναλυτικά J.-M. Sauvé, Justice administrative et Etat de droit, (intervention du 10 février 2014, Institut d’études judiciaires, www.conseil-etat.fr)]. Ειδικότερα:

– ενίσχυσε τον ακυρωτικό έλεγχο καθιερώνοντας την εξουσία του δικαστή να περιορίζει τα αναδρομικά αποτελέσματα δικαστικής ακύρωσης υπό αυστηρά καθοριζόμενες προϋποθέσεις [CE ass. 11 mai 2004, (n° 255886), Lebon σ. 197˙ AJDA 2004, σ. 1183, chron. C. Landais/F. Lenica˙ RFDA 2004, σ. 438, note J-H. Stahl/A. Courrèges, σ. 454, concl. C. Devys. Για την απόφαση βλ. και J-E. Schoettl, Ce fut AC!, 60 ans de chroniques de jurisprudence du Conseil d’Etat, AJDA 2/2014, σ. 116. Βλ. και πρόσφατες «νομολογιακές εξελίξεις στον περιορισμό των αναδρομικών αποτελεσμάτων ακυρωτικής δικαστικής απόφασης (CE 15 mai 2013, Fédération nationale des transports routiers, n° 337698, AJDA 32/2013, σ. 1876)», σε www.prevedourou.gr, με τις σχετικές βιβλιογραφικές και νομολογιακές παραπομπές)],

– δημιούργησε εξ υπαρχής το ένδικο βοήθημα της διοικητικής σύμβασης που αποτελεί έχει χαρακτήρα προσφυγής ουσίας και όχι ακυρωτικό όπως το αντίστοιχο του άρθρου 9 του Νόμου 3886/2010 [CE, Ass., 16 juillet 2007, Société Tropic Travaux Signalisation, n° 291545, Lebon, σ. 360],

– αναγνώρισε την αστική ευθύνη του Δημοσίου λόγω του περιεχομένου πλέον -και όχι απλώς των πλημμελειών της λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας της δικαιοσύνης, ή καθυστερήσεων στην απονομή της- δικαστικής απόφασης, ειδικότερα δε λόγω κατάφωρης παραβίασης του κοινοτικού δικαίου [CE της 18ης Ιουνίου 2008, Gestas, n° 295831, RFDA 2008, σ. 775, concl. C. de Salins, σ. 1178, note D. Pouyaud],

– μετέτρεψε σε διαφορές ουσίας τις μέχρι τότε ακυρωτικές διαφορές από την επιβολή προστίμου [CE της 16ης Φεβρουαρίου 2009, Société Αtom (RFDA 2009, σ. 259∙ Chronique S.-J. Liéber/D. Botteghi, L’étoile du recours pour excès de pouvoir pâlirait-elle encore?, AJDA 2009, σ. 583].

Παρά τις αδιαμφισβήτητες ιδιαιτερότητες κάθε εθνικού δικονομικού συστήματος, τις οποίες αναγνωρίζουν και τα ίδια τα ευρωπαϊκά δικαστήρια ακόμη και στις πλέον «ακτιβιστικές» προσεγγίσεις τους [Βλ. την ανάλυση του Μ. Lasser, The European Pasteurization of French Law, 90 Cornell L. Rev. 2005, σ. 995-1083, ο οποίος εντοπίζει με ιδιαίτερη ευστοχία τη δυσκολία του ΕΔΔΑ να κατανοήσει το γαλλικό σύστημα απονομής διοικητικής δικαιοσύνης λόγω των θεσμικών ιδιαιτεροτήτων του Conseil d’Etat και της ιστορικής συγκυρίας που καθόρισε την οργάνωση και τη λειτουργία του. Τονίζει περαιτέρω τις δυσμενείς συνέπειες της αρχικώς άτεγκτης και επιθετικής στάσης του ΕΔΔΑ – ιδίως όσον αφορά τη θέση του commissaire du gouvernement στο σύστημα της γαλλικής διοικητικής δίκης – για την αποτελεσματικότητα των επεμβάσεών του, υπενθυμίζοντας ότι, όπως όλα τα συστήματα διεθνούς δικαίου, το καθεστώς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης απαιτεί καλή προαίρεση και διάθεση συνεργασίας προκειμένου να λειτουργήσει επωφελώς],οι επιρροές των ξένων εννόμων τάξεων, εθνικών και υπερεθνικών, έχουν καταστεί κοινός τόπος [Βλ. ενδεικτικά, τις συμβολές σε. F Melleray (dir.), L’argument du droit comparé en droit administratif français, Bruylant, Bruxelles, 2007. Επίσης, B. Markesinis, Juges et universitaires face au droit comparé – Histoire des trente-cinq dernières années, Dalloz, 2006, σ. 27]. Επομένως, σε πολλά δικονομικά ζητήματα η πρακτική του Συμβουλίου της Επικρατείας θα μπορούσε να υποστεί την ευεργετική επίδραση του συγκριτικού δικαίου. Από τη μέχρι τώρα νομολογία του Δικαστηρίου αυτού, συνάγεται ότι η επιρροή αυτή μπορεί να εμφανιστεί υπό δύο μορφές. Η πιο σαφής είναι η ρητή αναφορά σε αποφάσεις ανώτατων αλλοδαπών δικαστηρίων προς επίρρωση της γνώμης της πλειοψηφίας ή της μειοψηφίας [Βλ., ενδεικτικά ΣτΕ Ολ 292/1984 με ρητή αναφορά σε απόφαση του BVerfG, ΣτΕ 4059/2008, 3328/2011 με παραπομπή σε αποφάσεις του BVerwG, και ΣτΕ 2232/2005, 3808/2006, 2081/2009, 2945/2011 με παραπομπή σε αποφάσεις του γαλλικού Conseil d’Etat. Βλ. και P. Agallopoulou, in U. Drobnig/J. H. M. Van Erp/S. Van Erp (dir.) The use of comparative law by courts: XIVe Congrès international de droit comparé, Athènes, Kluwer Law International, 1999, σ. 182 επ. Όσον αφορά το γαλλικό Conseil d’Etat, ο συγκεκριμένος τύπος τον οποίο περιβάλλονται απαρέγκλιτα οι αποφάσεις τουκαι η λακωνικότητα που τις χαρακτηρίζει αποκλείουν, κατ’αρχήν, την αναφορά αλλοδαπής νομολογίας στο ίδιο το σκεπτικό. Η χρήση όμως του συγκριτικού δικαίου και της νομολογίας των αλλοδαπών δικαστηρίων εμφανίζεται πλέον συχνά στις προτάσεις των rapporteurs publics ως επιχείρημα προς στήριξη της νέας λύσης που προτείνουν, με συνέπεια την αναγνώριση του διαλόγου των ευρωπαϊκών, κυρίως, δικαστηρίων ως βασικού εργαλείου της δικαστικής πρακτικής. Βλ. συναφώς F. Melleray, L’utilisation du droit comparé par le Conseil d’Etat, statuant au contentieux, in Le dialogue des juges-Mélanges en l’honneur du Président Bruno Genevois, Dalloz, 2009, σ. 779˙ C. Mialot, L’utilisation du droit comparé par le Conseil d’Etat, un changement dans la fabrique du droit, AJDA 26/2010, σ. 1462, με πλείονα παραδείγματα προσφυγής στο συγκριτικό δίκαιο]. Πιο διακριτική και πιο ενδιαφέρουσα είναι η έμμεση επιρροή που συνάγεται από το σκεπτικό του δικαστή, ο οποίος όμως δεν αναφέρει ρητά την πηγή της έμπνευσής του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα συναφώς αποτελούν δύο αποφάσεις που αφορούν διαδικαστικά ζητήματα. Πρόκειται για την απόφαση ΣτΕ 370/1997 που σηματοδότησε την νομολογιακή κατασκευή της υποχρέωσης ανάκλησης ομοίων πράξεων προς ακυρωθείσα [Βλ. συναφώς Κ. Γιαννακόπουλου, Η υποχρέωση ανάκλησης ατομικών διοικητικών πράξεων «όμοιων» με ακυρωθείσα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1998˙ Π. Λαζαράτου, Η επέκταση των αντικειμενικών ορίων του δεδικασμένου επί «ομοίων» πράξεων στο ελληνικό δίκαιο. Σχόλιο στην ΣτΕ 370/1997, Δ 1998, σ. 319]. Είναι προφανής η επιρροή του άρθρου 2 του γαλλικού διατάγματος 83-1025 της 28ης Νοεμβρίου, για τις σχέσεις μεταξύ της Διοίκησης και των χρηστών των δημοσίων υπηρεσιών [«Lorsqu’une décision juridictionnelle devenue définitive émanant des tribunaux administratifs ou du Conseil d’Etat a prononcé l’annulation d’un acte non réglementaire par un motif tiré de l’illégalité du règlement dont cet acte fait application, l’autorité compétente est tenue, nonobstant l’expiration des délais de recours, de faire droit à toute demande ayant un objet identique et fondée sur le même motif, lorsque l’acte concerné n’a pas créé de droit au profit des tiers». Βλ. ανάλυση του γαλλικού διατάγματος και της ελληνικής νομολογίας πριν από την απόφαση ΣτΕ 370/1997, βλ. σε Χ. Μουκίου, Η επέκταση του ακυρωτικού αποτελέσματος στις όμοιες πράξεις κατά το γαλλικό και το ελληνικό δίκαιο, ΔιΔικ 1994, σ. 15]. Το δεύτερο παράδειγμα αφορά την έκδοση αναβλητικών αποφάσεων προκειμένου να δοθεί στη Διοίκηση η ευκαιρία να καλύψει εντός ευλόγου χρόνου που καθορίζει το Δικαστήριο με την απόφασή του, δυνάμενες να διορθωθούν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, πράγμα που απηχεί σχετική γαλλική προβληματική και νομολογία. Kατ’ αρχήν, δεν γίνεται δεκτή η a posteriori τήρηση των διαδικαστικών και τυπικών εγγυήσεων (μετά την έκδοση της πράξης δηλαδή) και η εκ των υστέρων άρση των σχετικών πλημμελειών προς διάσωση της προσβαλλόμενης πράξης, είτε λόγω της γενικής απαγόρευσης της αναδρομικότητας που ισχύει στο δημόσιο δίκαιο [βλ. M. Stassinopoulos, Traité des actes administratifs, Institut français d’Athènes, 1954, σελ. 135, και J.-M. Auby/R. Drago, Traité de contentieux administratif , t. 2, 3ème éd., Paris, LGDJ, 1984, no 1178], είτε με το σκεπτικό ότι η λύση αυτή αντιβαίνει προς τον ίδιο τον σκοπό και τη λειτουργία των εγγυήσεων αυτών, που έγκειται στην εξασφάλιση συνθηκών ορθολογικής διαμόρφωσης της διοικητικής κρίσης και στην προστασία των διοικουμένων [βλ. R. Hostiou, Procédure et formes de l’acte administratif unilatéral en droit français, thèse, Paris, LGDJ, 1975, σελ. 275 επ., και J.-J. Israël, La régularisation en droit administratif français: étude sur le régime de l’acte administratif unilatéral, thèse, Paris, LGDJ, 1981, σ. 55 επ.]. Ωστόσο, ο ακυρωτικός δικαστής διαμόρφωσε διάφορες τεχνικές –διευρύνοντας νομολογιακά τις εξουσίες του– για να αποφύγει τις άσκοπες ακυρώσεις και να παράσχει στη Διοίκηση τη δυνατότητα να άρει εγκαίρως την παρανομία. Μια από αυτές είναι η δικαστική ακύρωση υπό αίρεση. Η τεχνική αυτή δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί από το Conseil d’Etat, την συστήνει όμως η έκθεση Pelletier, την οποία συνέταξε ομάδα εργασίας κατ’ εντολή των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εξοπλισμού, Μεταφορών, Χωροταξίας, Τουρισμού και Θαλασσίων Πόρων. Κατά το έγγραφο αυτό, ο δικαστής, στις διαφορές που αναφύονται από τις οικοδομικές άδειες, θα πρέπει να αναστέλλει την ενώπιόν του διαδικασία και να παρέχει στη Διοίκηση την ευχέρεια να άρει τυπικές πλημμέλειες της πράξης της εντός ορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της, το δικαστήριο θα συνεδριάζει εκ νέου, προβαίνοντας σε οριστική ακύρωση της πράξης [Propositions pour une meilleure sécurité juridique des autorisations d’urbanisme, Rapport au Garde des Sceaux, ministre de la justice, et au Ministre de l’Equipement, des transports, de l’aménagement du territoire, du tourisme et de la mer, présenté par le groupe de travail constitué sous la présidence de Philippe Pelletier, janvier 2005, σ. 58, 59, 75 (πρόταση 29). Βλ. και S. Pérignon, La sécurisation des autorisations d’urbanisme et des constructions existantes, AJDA 2006, σ. 1549 (1551)]. Την τεχνική αυτή, που δεν έχει ακόμη καθιερωθεί νομοθετικά, εφάρμοσε ήδη το Tribunal Administratif d’Amiens σε υπόθεση οικοδομικής άδειας [TA d’Amiens, 25 mai 2005, M. Dubruque et autres, AJDA 2005, σ. 2416, note Melleray. Βλ. συναφώς και F. Bouyssou, La sécurisation des autorisations d’urbanisme. Du terrorisme contentieux à l’absolution automatique, AJDA 2006, σ. 1268 (1270)]. Πρόσφατη νομοθετική μεταβολή, πάντως, παρέχει στον ακυρωτικό δικαστή, ο οποίος επελήφθη αίτησης ακύρωσης κατά οικοδομικής άδειας, την εξουσία να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία, τάσσοντας στον δικαιούχο της άδειας προθεσμία για να ζητήσει από τη Διοίκηση την άρση των πλημμελειών της αρχικής άδειας (άρθρο L 600-5 του code de l’urbanisme). Ειδικότερα, ο δικαστής μπορεί να προβεί στη μερική ακύρωση μιας άδειας, ακόμη κι αν αυτή αφορά αδιαίρετο σχέδιο (indivisiblité des élément du projet de construction), και να τάξει προθεσμία στον δικαιούχο της άδειας προκειμένου αυτός να υποβάλει στη Διοίκηση αίτηση τροποποιητικής άδειας για να θεραπευθεί η μερικώς ακυρωθείσα άδεια (CE 1.3.2013, M. et Mme Fritot, req. n° 350306, AJDA 9/2013, σ. 495). Περαιτέρω, ο δικαστής μπορεί να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία, όταν διαπιστώνει ότι είναι δυνατόν να θεραπευθεί η πλημμέλεια της προσβληθείσας άδειας με την έκδοση τροποποιητικής άδειας (Βλ. αναλυτικά, J.-M. Pastor, Αccélération des projets de construction: une première ordonnance cible des recours abusifs, AJDA 27/2013, σ. 1540. Ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις του προέδρου D. Labetoulle, συντάκτη έκθεσης για τις πολεοδομικές διαφορές, που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης των σχετικών νομοθετικών μεταβολών: Contentieux de l’urbanisme: “il faut modifier le comportement des acteurs (questions à D. Labetoulle), AJDA 21/2013, σ. 1188). Εφαρμογή της νομολογίας Fritot απαντά στην απόφαση του Tribunal administratif de Strasbourg, 4 juin 2013, SCI René-Dumoulin (n° 1205473), concl. Fr.-X. Pin, AJDA 34/2013, σ. 1988. Tέλος, σε πρόσφατη απόφαση του Conseil d’Etat, CE 4 octobre 2013, C. B. (n° 358401), AJDA 34/2013, σ. 1941, κρίθηκε ότι το ζήτημα αν η πλημμέλεια (παρανομία) που φέρει η άδεια μπορεί να θεραπευθεί ανήκει στην κυρίαρχη εκτίμηση των δικαστών της ουσίας (εν προκειμένω του διοικητικού εφετείου που επελήφθη έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης). Πρόκειται για τις αποφάσεις του Ε΄ Τμήματος ΣτΕ 1422/2013 και 1941/2013 (βλ. και τις αποφάσεις ΣτΕ 4357/2011 και 4358/2011 που περιέχουν obiter dictum σχετικά με τη δυνατότητα διόρθωσης διαδικαστικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης πράξης κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας).

Τέλος, στο πλαίσιο ενδεχόμενης θετικής επιρροής στην ελληνική διοικητική δικαιοσύνη θα πρέπει να αναφερθούν ορισμένοι παράγοντες που οδήγησαν στην εντυπωσιακή βελτίωση των επιδόσεων της γαλλικής διοικητικής δικαιοσύνης [Βλ. J.-M. Sauvé, Bien juger aujourd’hui, une mission impossible? (intervention du 13 décembre 2013, Academie de législation de Toulouse, www.conseil-etat.fr)].Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για την ορθολογική κατανομή των διαφορών μεταξύ των διοικητικών δικαστηρίων σε αντιδιαστολή με την αυξανόμενη περιπλοκότητα των αντίστοιχων ελληνικών διατάξεων που εντάθηκε με τις πρόσφατες τροποποιήσεις, την ευελιξία των διαδικασιών περιλαμβανομένης της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων των μονομελών σχηματισμών και τη συστηματική εφαρμογή και αξιοποίηση του θεσμού των assistants de justice και των stagiaires που συμβάλλουν ουσιωδώς στην ελάφρυνση των μελών των δικαστηρίων με την προετοιμασία των υποθέσεων.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο