H έννοια της «υφιστάμενης νομολογίας» προς την οποία πρέπει να είναι αντίθετη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΣτΕ 3008/2013 και ΣτΕ 266/2014)

H έννοια της «υφιστάμενης νομολογίας» προς την οποία πρέπει να είναι αντίθετη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΣτΕ 3008/2013 και ΣτΕ 266/2014)

1.Κατά πάγια νομολογία, «με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 213), οι ρυθμίσεις του οποίου εφαρμόζονται στις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του, ήτοι μετά την 1-1-2011 (βλ. άρθρο 70 Ν. 3900/2010), ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (ΣτΕ 2177/2011 7μ.), αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου να κριθεί ως παραδεκτή αίτηση αναίρεσης επί διαφοράς η οποία άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και έχει χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή δεν έχει χρηματικό αντικείμενο, απαιτείται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 53 π.δ. 18/1989. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με αυτοτελείς, ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, αναγόμενο σε εσφαλμένη ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και κρίσιμο για την κατ’ αναίρεση επίλυση της διαφοράς, επί του οποίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί του ιδίου νομικού ζητήματος και όχι επί αναλόγου ή παρομοίου» (ΣτΕ 3374/2011, 4163/2012 7μ., 4987/2012, 797, 2094, 2115, 2498, 3578, 4160/2013, 239/2014).

2.Όσον αφορά την αντίστοιχη διάταξη περί εφέσεως, βλ. την απόφαση ΣτΕ 4328/2012: «στο άρθρο 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει μετά την προσθήκη εδαφίου με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, ορίζεται ότι: «Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ως ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων με το δικόγραφο της εφέσεως απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου αυτής, νοούνται εκείνοι που αναφέρονται με τρόπο συγκεκριμένο σε κριθέν νομικό ζήτημα, αναγόμενο στην ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση και όχι απλώς στην ορθή ή μη υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τα δικόγραφα των κρινομένων εφέσεων προβάλλεται, εν σχέσει προς τις διαληφθείσες στην προηγούμενη σκέψη κρίσεις των εκκαλουμένων αποφάσεων, ότι «δεν υπάρχει σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορώσα τα αυτά πραγματικά περιστατικά». Ο ισχυρισμός όμως αυτός, ως αναγόμενος αποκλειστικώς στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους κανόνες που εφαρμόσθηκαν και όχι στα νομικά ζητήματα που κρίθηκαν, κατά τ’ ανωτέρω, με τις εκκαλούμενες αποφάσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος».

Βλ. και ΣτΕ 706/2013: «εν προκειμένω, δεν υφίσταται αντίθεση μεταξύ της ως άνω αποφάσεως, την οποία επικαλείται ο εκκαλών και της εκκαλουμένης ως προς την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, προκύπτει δε ότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου στις δύο υποθέσεις διαφοροποιήθηκε στην υπαγωγή, εν όψει του ότι ελήφθησαν υπ’όψιν διαφορετικά στοιχεία φακέλου».

3. Κατά τον καθηγητή Πάνο Λαζαράτο (Η έννοια της «νομολογίας» κατ’ άρθρο 53§3 πδ 18/1989, ΘΠΔΔ, 1/2014, σ. 63), η νομολογιακή αντιμετώπιση του «συγκεκριμένου νομικού ζητήματος» επί του οποίου, για το παραδεκτό της αναίρεσης, θα έπρεπε να μην υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή να υπάρχει μεν αλλά να είναι αντίθετη προς τα κριθέντα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνοψίζεται ως εξής:

      «1. Η ανυπαρξία ή μη νομολογίας ενδιαφέρει επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος
  1. Νομικό ζήτημα αποτελεί μόνον η ερμηνεία κανόνα δικαίου.
  2. Η ερμηνεία αυτή περιλαμβάνεται αποκλειστικώς στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
  3. Τυχόν αντίθεση ή διαφοροποίηση στην υπαγωγή δεν συνιστά αντίθεση στη νομολογία και υπό την έννοια αυτή δεν καθιστά παραδεκτή την αναίρεση ή την έφεση.»

4.Η απόφαση ΣτΕ 3008/2013 (Στ΄Τμήμα) φαίνεται να διευρύνει την έννοια της νομολογίας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η οποία περιλαμβάνει και την ερμηνεία του κανόνα που διατυπώνεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού: «κατά την έννοια των διατάξεων [του άρθρου 53 παρ. 3 και 4 του πδ 18/1989, όπως τροποποιήθηκαν], προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω παραγράφων, ήτοι και του ελαχίστου ποσού της διαφοράς και των αναφερομένων στην παρ. 3 προϋποθέσεων (ΣτΕ 1873/2012 7μ.). Επομένως, επί διαφοράς από διοικητική σύμβαση, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει τα 200.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλ. επί ζητήματος ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για την διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη, ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητος για την διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 4994/2012, 4987/2012, 3933/2012). Στην τελευταία δε περίπτωση οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς, το δε κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών (ΣτΕ 4987/2012, 3933/2012). Επομένως, σε περίπτωση που ο αναιρεσείων επικαλείται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης προς υφιστάμενη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, νομολογία, θα πρέπει η αντίθεση αυτή να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υποθέσεως, αλλά να αφορά αποκλειστικά στην ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής, δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στην μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση».

5. Κατά τον Π. Λαζαράτο, η απόφαση ΣτΕ 3008/2013, η οποία δέχεται ότι ως νομολογία επί συγκεκριμένου ζητήματος θεωρείται και η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που διατυπώνεται στην ελάσσονα πρόταση, επιφέρει «σπουδαία και αξιοσημείωτη επέκταση του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος και στην ελάσσονα πρόταση» (ΘΠΔΔ 1/2014, σ. 64). Η θέση αυτή συμβαδίζει με τη σύμφωνη προς την κρατούσα άποψη περί αντικειμένου της δίκης ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του πδ 18/1989. Πράγματι, η διάσπαση μεταξύ μείζονος πρότασης, αφενός, και υπαγωγής εν γένει, αφετέρου, αλλοιώνει την έννοια του αντικειμένου της διαφοράς, το οποίο προσδιορίζεται κατ’ ίσο μέρος από πραγματικά και νομικά δεδομένα. Επομένως, το πώς ερμηνεύεται ένας κανόνας δικαίου φωτίζεται κυρίως στο υπαγωγικό τμήμα της ελάσσονος πρότασης και όχι στη μείζονα, όπου συνήθως δεν θα υπάρχει καμία διαφωνία μεταξύ των δικαστηρίων» (ΘΠΔΔ 1/2014, σ. 64 και Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, 2013, αρ. περ. 1287 επ.).

6. Περαιτέρω διευκρινίσεις ως προς την έννοια του κρίσιμου νομικού ζητήματος παρέχει η απόφαση ΣτΕ 266/2014 (ΣτΕ 266 2014) του Ε΄ Τμήματος, η οποία εκδόθηκε επί αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης Διοικητικού Πρωτοδικείου με την οποία έγινε δεκτή τριτανακοπή του αναιρεσίβλητου και εξαφανίστηκε προηγούμενη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή προσφυγή των αναιρεσειόντων και είχε ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη, λόγω παρόδου άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της αίτησής τους, άρνηση της Διοίκησης να άρει 1) την απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε, λόγω ρυμοτομίας, σε ακίνητο ιδιοκτησίας τους και 2) το ρυμοτομικό βάρος που επιβλήθηκε σε άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων: «το κρίσιμο για την επίλυση της παρούσας υπόθεσης νομικό ζήτημα είναι αν έχει παραβιαστεί το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα στην ιδιοκτησία λόγω της διατήρησης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και του ρυμοτομικού βάρους, αντιστοίχως, στα …. ακίνητα των αναιρεσειόντων χωρίς να έχει συντελεστεί κατά νόμο η απαλλοτρίωσή τους. Στις συνταγματικές διατάξεις δεν ορίζεται το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είναι ανεκτή η διατήρηση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή ρυμοτομικού βάρους, σύμφωνα δε με τη νομολογία που έχει διαμορφωθεί καθ’ ερμηνεία των διατάξεων αυτών, η διατήρηση της ρυμοτομικής επιβάρυνσης, … είναι ανεκτή μόνο για εύλογο χρόνο, μετά την πάροδο του οποίου ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης να άρει την απαλλοτρίωση και το βάρος. Εξάλλου, ο εύλογος χρόνος, που αποτελεί στοιχείο του συνταγματικού κανόνα, εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, δηλαδή από πραγματικά δεδομένα, όπως είναι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την επιβολή της ρυμοτομικής επιβάρυνσης, οι ενέργειες, στις οποίες έχει τυχόν προβεί η Διοίκηση και από τις οποίες μπορεί να συναχθεί πρόθεσή της για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, και οι τυχόν ενέργειες των ιδιοκτητών. Εφόσον, επομένως, η νομική έννοια του εύλογου χρόνου εξειδικεύεται μέσω των πραγματικών δεδομένων, ζήτημα νομολογιακού προηγουμένου, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, μπορεί να τεθεί μόνον αν έχει επιλυθεί από το δικαστήριο υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά διότι μόνο στην περίπτωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό ζήτημα».

7. Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ότι οι πληττόμενες με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης κρίσεις του δικάσαντος δικαστηρίου έρχονται σε αντίθεση προς τις μνημονευόμενες στο δικόγραφο αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όπως προβλήθηκε, κρίθηκε αβάσιμος διότι, όπως συνάγεται από το σκεπτικό τους, οι μνημονευόμενες αποφάσεις έχουν εκδοθεί σε υποθέσεις, στις οποίες οι πραγματικές συνθήκες δεν ήταν ίδιες ούτε ουσιωδώς παρεμφερείς προς τα δεδομένα της κρινόμενης υπόθεσης. Έτσι, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε ότι, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι υφίσταται νομολογία ως προς την κρίσιμη έννοια του εύλογου χρόνου υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά, ο ισχυρισμός περί του παραδεκτού των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως είναι από την άποψη αυτή βάσιμος (σκέψη 8).

8. Εν κατακλείδι, στην απόφαση ΣτΕ 266/2014, το Συμβούλιο της Επικρατείας συναρτά τη νομολογιακή ερμηνεία του εφαρμοστέου κανόνα –προς την οποία πρέπει να είναι αντίθετες οι κρίσεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης– προς τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Ακριβέστερα, νομολογιακό προηγούμενο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989,υφίσταται μόνον αν έχει ήδη επιλυθεί από το δικαστήριο (Συμβούλιο της Επικρατείας ή άλλο ανώτατο δικαστήριο, ή διοικητικό δικαστήριο που αποφάνθηκε ανεκκλήτως) υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά προς αυτά που αντιμετώπισε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι μόνο στην περίπτωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό ζήτημα.

Bλ. Β. Π. Τσιγαρίδα, Η έννοια του «νομικού ζητήματος» και της «υφιστάμενης νομολογίας» κατά το άρθρο 53 παρ. 3 του ΠΔ 18/1989 (με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 266/2014), ΘΠΔΔ 8-9/2014, σ. 763.

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο