Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

Σχέση προδικαστικής παραπομπής και ελέγχου συνταγματικότητας εθνικών διατάξεων (ΔΕΕ της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Global Starnet Ltd κατά Ministero dell’Economia e delle Finanze και Amministrazione Autonoma Monopoli di Stato, C-322/16)

Σχέση προδικαστικής παραπομπής και ελέγχου συνταγματικότητας εθνικών διατάξεων (ΔΕΕ της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Global Starnet Ltd κατά Ministero dell’Economia e delle Finanze και Amministrazione Autonoma Monopoli di Stato, C-322/16)

1.Με αφορμή την υπόθεση Global Starnet [1], που εντάσσεται στη νομολογία για τη συμβατότητα εθνικών πρακτικών στον τομέα των τυχηρών παιγνίων προς τους κανόνες και αρχές του δικαίου της Ένωσης για την ελευθερία εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών (ΙΙ), το Δικαστήριο κλήθηκε εκ νέου να αποφανθεί για τις συνέπειες του ελέγχου συνταγματικότητας στην υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής που υπέχουν τα δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας (Ι). Περαιτέρω είχε την ευκαιρία να υπενθυμίσει το περιεχόμενο της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (ΙΙΙ).

Ι. Υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής – σχέση με τον έλεγχο συνταγματικότητας

2.Το ιταλικό Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) ζήτησε να διευκρινιστεί «αν το άρθρο 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου δεν υποχρεούται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, όταν, στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης, το Συνταγματικό Δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους εκτίμησε τη συνταγματικότητα των εθνικών ρυθμίσεων υπό το πρίσμα κανόνων αναφοράς που έχουν περιεχόμενο ανάλογο με εκείνο των κανόνων του δικαίου της Ένωσης». Πριν υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, το Consiglio di Stato υπέβαλε ενώπιον του Corte costituzionale (Συνταγματικού Δικαστηρίου) ζήτημα συνταγματικότητας των διατάξεων του εθνικού δικαίου που αποτελούν επίσης το αντικείμενο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος. Το Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο) αποφάνθηκε, απαντώντας στο σχετικό ερώτημα, ότι οι ως άνω διατάξεις είναι σύμφωνες όχι με το δίκαιο της Ένωσης, αλλά με τις διατάξεις του Ιταλικού Συντάγματος οι οποίες, κατά το Consiglio di Stato, έχουν, κατ’ ουσίαν, το ίδιο κανονιστικό περιεχόμενο με τα άρθρα 26, 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ και με το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καθώς και με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

3.Το ζήτημα της συμβατότητας εθνικών διατάξεων προς το ενωσιακό δίκαιο, αφενός, και της συνταγματικότητάς τους, αφετέρου, ανακύπτει σε πολλές έννομες τάξεις. Όσον αφορά τη σειρά εξέτασης των δύο αυτών θεμάτων, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 161/2010, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι «…κατά την εξέταση του συμβατού [εθνικής] ρύθμισης προς κανόνες με τυπική ισχύ υπέρτερη του νόμου, πρέπει κατ’ αρχάς να εξετασθεί το ζήτημα της συνταγματικότητας της ρύθμισης. Και εάν μεν η ρύθμιση αυτή κριθεί αντισυνταγματική και, επομένως, μη εφαρμοστέα, θα καταστεί πλέον αλυσιτελής η εξέταση του ζητήματος του συμβατού της ρυθμίσεως προς το κοινοτικό δίκαιο. Εάν, αντιθέτως, η επίμαχη ρύθμιση κριθεί συμβατή προς το Σύνταγμα θα ανακύψει, εν συνεχεία, η ανάγκη να εξετασθεί το συμβατό της εν λόγω εφαρμοστέας, κατά το εθνικό δίκαιο, διατάξεως προς το κοινοτικό δίκαιο. Η τήρηση της ανωτέρω σειράς κατά την εξέταση του εφαρμοστέου ή μη της επίμαχης ρύθμισης όχι μόνον δεν παραβιάζει την υποχρέωση του εθνικού δικαστή να αφήσει ανεφάρμοστη, σε συμμόρφωση προς την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, εθνική ρύθμιση αντικείμενη στο κοινοτικό δίκαιο, αλλά είναι και η μόνη κατάλληλη για τη λυσιτελή εξέταση του ζητήματος του συμβατού της εθνικής ρύθμισης προς το κοινοτικό δίκαιο, δοθέντος ότι η εξέταση του τελευταίου αυτού ζητήματος καθώς και του ζητήματος αν παρίσταται ανάγκη υποβολής στο ΔΕΚ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 234 ΣΕΚ, προδικαστικών ερωτημάτων, αναγομένων στην ερμηνεία των κρίσιμων για την επίλυση της διαφοράς διατάξεων του κοινοτικού δικαίου) προϋποθέτει, πάντως, την πλήρη επίλυση από τον, μόνο αρμόδιο προς τούτο, εθνικό δικαστή, όλων των ζητημάτων που άπτονται της ερμηνείας και του εφαρμοστέου, κατά το εθνικό δίκαιο, της υπό έλεγχο εθνικής διατάξεως». Επισημαίνεται συναφώς ότι, κατά τη σχετική νομολογία του ΔΕΚ/ΔΕΕ, στο εθνικό δικα­στήριο εναπόκειται να εκτιμά σε ποιο στάδιο της διαδικασίας είναι σκόπιμο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο [2].

4.Σε άλλη απόφαση της Ολομέλειας, πάντως, τη ΣτΕ Ολ 3633/2004, η μειοψηφήσασα γνώμη υιοθέτησε λίαν φιλοκοινοτική στάση, υποστηρίζοντας ότι «προηγείται η εξέταση του ζητήματος της συμφωνίας των εθνικών αγορανομικών ρυθμίσεων για την τιμή των φαρμάκων προς τις διατάξεις της οδηγίας 89/105/ΕΟΚ, εν σχέσει προς το ζήτημα της συμφωνίας τους προς το άρθρο 5 του Συντάγματος, το οποίο άλλωστε κατοχυρώνει γενικώς την οικονομική ελευθερία, ενώ η οδηγία έχει ως ειδικό αντικείμενο τον καθορισμό των τιμών των φαρμάκων. Και τούτο διότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι συνταγματικές διατάξεις, πρέπει, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, να ερμηνεύονται υπό το φως του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, παγίως το ΔΕΚ δέχεται ότι, όσον αφορά την κατάσταση, κατά την οποία μία οδηγία δεν έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, ένα εθνικό δικαστήριο, που καλείται να το ερμηνεύσει, οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο με αυτόν τον τρόπο προς το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης …. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η οδηγία μπορεί να απονείμει στους ιδιώτες «ενεργά» δικαιώματα, τα οποία να μπορούν αυτοί να επικαλεσθούν ενώπιον των δικαστηρίων …. … Λόγω του ότι η έννοια των διατάξεων … της οδηγίας 89/105/ΕΟΚ δεν παρίσταται πρόδηλη, το Δικαστήριο οφείλει … να αναβάλει την περαιτέρω οριστική κρίση της υπόθεσης και να διατυπώσει προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΚ…».

5.Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει πάγια νομολογία όσον αφορά τη σχέση της προδικαστικής παραπομπής και των εθνικών διαδικασιών δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας νόμων, με τις γνωστές αποφάσεις-σταθμούς Simmenthal, FactortameFilipiak [3]Melki και Abdeli [4]Križan κ.λπ. [5] και A [6]. Στην απόφαση της 11ηςΣεπτεμβρίου 2014, A, το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική ρύθμιση, κατά την οποία τα τακτικά δικαστήρια που αποφαίνονται κατόπιν εφέσεως ή σε τελευταίο βαθμό δικαιοδοσίας υποχρεούνται, σε περίπτωση κατά την οποία εκτιμούν ότι εθνικός νόμος αντιβαίνει στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, να υποβάλουν, εκκρεμούσης της ενώπιόν τους δίκης, αίτηση περί ακυρώσεως του νόμου ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου και όχι απλώς να μην εφαρμόσουν τον νόμο εν προκειμένω, εφόσον η κατά προτεραιότητα εφαρμογή της διαδικασίας αυτής έχει ως συνέπεια να παρακωλύει, τόσο πριν την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιφορτισθεί με την άσκηση του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων όσο και, ενδεχομένως, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού επί της εν λόγω αιτήσεως, τα ως άνω εθνικά δικαστήρια να κάνουν χρήση της δυνατότητάς τους ή να εκπληρώνουν την υποχρέωσή τους που συνίσταται στην υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο [7]. Πτυχές της σχετικής προβληματικής έχει ήδη αντιμετωπίσει το Δικαστήριο στην απόφαση Mecanarte [8].

6.Το ζήτημα της σχέσης μεταξύ της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και των διαδικασιών ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στα κράτη μέλη απασχόλησε πρόσφατα το Δικαστήριο στην απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, C-5/14, Kernkraftwerke Lippe-Ems GmbH κατά Hauptzollamt Osnabrück, στις βασικές σκέψεις της οποίας στηρίζεται το ΔΕΕ στην υπό εξέταση απόφαση Global Starnet. Υπενθύμισε ότι, οσάκις εθνικό δικαστήριο στο οποίο έχει υποβληθεί διαφορά σχετική με το δίκαιο της Ένωσης κρίνει ότι διάταξη του εθνικού δικαίου είναι όχι μόνον αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, αλλά και αντισυνταγματική, το δικαστήριο αυτό ούτε στερείται της ευχέρειας που του παρέχει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ούτε απαλλάσσεται από την προβλεπόμενη στο ίδιο άρθρο υποχρέωσή του να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή με το κύρος του δικαίου της Ένωσης για τον λόγο ότι η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας μιας διατάξεως του εσωτερικού δικαίου προϋποθέτει υποχρεωτικά την άσκηση προσφυγής ενώπιον συνταγματικού δικαστηρίου [9]. Συγκεκριμένα, θα θιγόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης εάν η ύπαρξη υποχρεωτικής προσφυγής ενώπιον συνταγματικού δικαστηρίου μπορούσε να παρακωλύσει το εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί διαφοράς διεπόμενης από το δίκαιο της Ένωσης να κάνει χρήση της δυνατότητας η οποία του παρέχεται βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ να υποβάλει στο Δικαστήριο τα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να κρίνει αν εθνικός κανόνας είναι συμβατός με το δίκαιο αυτό ή όχι [10]. Τόσο η λειτουργία του συστήματος συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, το οποίο καθιερώνεται με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, όσο και η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης επιτάσσουν να έχει το εθνικό δικαστήριο την ευχέρεια να υποβάλει στο Δικαστήριο, σε όποιο στάδιο της διαδικασίας το κρίνει σκόπιμο και μάλιστα ακόμη και μετά το πέρας παρεμπίπτουσας διαδικασίας ελέγχου της συνταγματικότητας, οποιοδήποτε προδικαστικό ερώτημα εκτιμά ότι είναι αναγκαίο [11]. Η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ θα θιγόταν αν, εξαιτίας της υπάρξεως διαδικασίας ελέγχου της συνταγματικότητας, ο εθνικός δικαστής αδυνατούσε να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα και να εφαρμόσει αμέσως το δίκαιο της Ένωσης κατά τρόπο σύμφωνο προς την κρίση ή τη νομολογία του Δικαστηρίου [12]. Επιπροσθέτως, όταν δεν υπάρχει κανένα ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου κατά της αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου, το τελευταίο αυτό δικαστήριο υποχρεούται να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εφόσον ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης [13].Το Δικαστήριο τονίζει μετ’επιτάσεως ότιτο γεγονός ότι το Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο) αποφάνθηκε ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου, οι οποίες αποτελούν επίσης αντικείμενο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του Ιταλικού Συντάγματος οι οποίες έχουν, κατ’ ουσίαν, το ίδιο κανονιστικό περιεχόμενο με τα άρθρα 26, 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ και με το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ουδεμία επιρροή ασκεί επί της υποχρεώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ περί υποβολής στο Δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης [14]. Καταλήγει, λοιπόν ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο το οποίο διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως τόσο με το δίκαιο της Ένωσης όσο και με το Σύνταγμα του οικείου κράτους μέλους δεν στερείται της ευχέρειας ούτε απαλλάσσεται από τυχόν υποχρέωσή του να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή με το κύρος του δικαίου της Ένωσης, επειδή εκκρεμεί παρεμπίπτουσα διαδικασία ελέγχου της συνταγματικότητας της συγκεκριμένης νομοθετικής ρυθμίσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να ασκεί τον έλεγχο αυτόν. Η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ δεν κλονίζεται από το γεγονός –το οποίο αναφέρει η διάταξη περί παραπομπής– ότι ιδιώτες μπορούν να έχουν, σύμφωνα με τη νομολογία Francovich και Köbler, δικαίωμα αποζημιώσεως για παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης από τα εθνικά δικαστήρια. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η δυνατότητα, υπό ορισμένες περιστάσεις, λυσιτελούς επικλήσεως της ευθύνης των κρατών μελών σε περίπτωση δικαστικής πλάνης δεν μπορεί παρά να είναι το έσχατο μέσο. Η άσκηση αγωγής λόγω ευθύνης των κρατών μελών αποσκοπεί μόνο στην αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αλλά δεν υπηρετεί τον σκοπό της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ [15].

7.Όσον αφορά τη σειρά εξέτασης των ζητημάτων της συνταγματικότητας και της συμβατότητας προς το δίκαιο της Ένωσης, η κατ’αρχήν άκαμπτη προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας όπως συνάγεται από την απόφαση ΣτΕ Ολ 161/2010, δεν φαίνεται να εναρμονίζεται με την τάση του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών ως πηγή των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αποτυπώνεται στην πρόσφατη νομολογία του (Åkerberg Fransson, Melloni, Τarico II) κατά την οποία «οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να εφαρμόζουν εθνικά πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, υπό τον όρον ότι η εφαρμογή αυτή δεν διακυβεύει το επίπεδο προστασίας που προβλέπει ο Χάρτης, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, ούτε την υπεροχή, την ενότητα ή την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης» [16]. Όπως επισημαίνει, συναφώς, ο Ι. Δημητρακόπουλος, το ΔΕΕ φαίνεται να λαμβάνει υπόψη «τους προβληματισμούς του εθνικού συνταγματικού/ανώτατου δικαστή για τη σχέση ενωσιακού δικαίου και εθνικών συνταγματικών κανόνων, ιδίως εάν αυτοί θεμελιώνονται επαρκώς στο ευρωπαϊκό δίκαιο, ώστε ο μεταξύ τους διάλογος όχι μόνο να είναι γνήσιος και γόνιμος, αλλά και να εξυπηρετεί, κατά το δυνατό, την ανάγκη συγκλίσεων και συμβιβασμών. Δείχνει, επίσης, ότι, για τα εθνικά ανώτατα δικαστήρια ο δρόμος της πειθούς, μέσω της διαδικασίας του προδικαστικού ερωτήματος, μπορεί να είναι πιο πρόσφορος από την απευθείας διατύπωση οριστικών κρίσεων, χωρίς προηγούμενη “διαβούλευση” με το ΔΕΕ, έστω κι αν πρόκειται για ζητήματα απτόμενα της ερμηνείας και της εφαρμογής του εθνικού Συντάγματος» [17]. Πράγματι, με την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με τη συμβατότητα εθνικού κανόνα προς το ενωσιακό δίκαιο, ο εθνικός δικαστής, έχοντας πλέον υπόψη του την απάντηση του ΔΕΕ, θα μπορέσει, στη συνέχεια, να ερμηνεύσει τον κανόνα του εθνικού Συντάγματος κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης, προς τον σκοπό σύγκλισης και αποφυγής συγκρούσεων. Eνδιαφέρουσα υπό το πρίσμα αυτό είναι η στάση του Conseil d’Etat, το οποίο μετέφερε στο κοινοτικό/ενωσιακό πεδίο διαφορές που έθεταν εν αμφιβόλω τη συνταγματικότητα εθνικών πράξεων μεταφοράς οδηγιών και κατέληξε στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ σχετικά με το κύρος κοινοτικής οδηγίας υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της ισότητας (που εντάσσεται στο πρωτογενές δίκαιο) με την οποία ταυτίζεται η αντίστοιχη αρχή του γαλλικού Συντάγματος, με την αποφασηArcelor [18]. Το ίδιο πνεύμα διαπνέει και τη λύση που υιοθέτησε η Ολομέλειά του, όταν η εκτίμηση του σοβαρού χαρακτήρα προκαταρκτικού ζητήματος συνταγματικότητας (question prioritaire de constitutionnalité) εξαρτάται από την προηγούμενη ερμηνεία οδηγίας που δημιουργεί σοβαρή δυσκολία [19].

ΙΙ. Συμβατότητα προς τους κανόνες περί ελευθερίας εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

 8.Όταν ένα εθνικό μέτρο αφορά ταυτοχρόνως πλείονες θεμελιώδεις ελευθερίες, το Δικαστήριο το εξετάζει, κατ’ αρχήν, από πλευράς μίας μόνον από τις θεμελιώδεις αυτές ελευθερίες εάν προκύπτει ότι, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι άλλες είναι εντελώς δευτερεύουσες σε σχέση με την πρώτη και μπορούν να συνενωθούν με αυτήν [20]. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία εξαρτά την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας από τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως και προβλέπει διάφορες περιπτώσεις εκπτώσεως του παραχωρησιούχου παρακωλύει την άσκηση των ελευθεριών τις οποίες διασφαλίζουν τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ [21]. Όσον αφορά τη συμβατότητα των εθνικών ρυθμίσεων προς τους κανόνες της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η λύση εντάσσεται στην πάγια και πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τους επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι εθνικές διατάξεις [22]. Τα εθνικά μέτρα πρέπει, επιπλέον, να τηρούν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και τα θεμελιώδη δικαιώματα.

ΙΙΙ. Επί της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

9. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου, από την οποία απορρέει η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επιτάσσει να είναι οι κανόνες δικαίου σαφείς και ακριβείς, τα δε αποτελέσματά τους να μπορούν να προβλεφθούν, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις [23]. Ειδικά το δικαίωμα προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απορρέει από το ότι στον ενδιαφερόμενο έχουν δοθεί συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές [24]. Τούτο προϋποθέτει, αφενός, ότι η εμπιστοσύνη που σχετίζεται με συγκεκριμένη κατάσταση, η οποία χρήζει προστασίας βάσει του δικαίου της Ένωσης, δημιουργήθηκε από θεσμικό όργανο της Ένωσης [25] ή από άλλο όργανο που ενεργεί ως «εκπρόσωπος» της Ένωσης (π.χ., από τις εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με τη μεταφορά ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης) [26] και, αφετέρου, ότι αυτή η εμπιστοσύνη διαψεύστηκε επίσης από θεσμικό όργανο της Ένωσης ή από άλλο όργανο που ενεργεί ως «εκπρόσωπός» της [27]. Εν προκειμένω, πάντως, ουδεμία από τις προϋποθέσεις αυτές πληρούται. Αφενός, δεν έχει δοθεί καμία διαβεβαίωση από θεσμικό ή άλλο όργανο της Ένωσης ή από εθνικές αρχές που ενεργούν ως εκπρόσωποί της. Αφετέρου, δεν υπήρξε κανένα μέτρο της Ένωσης το οποίο επηρέασε την κατάσταση της αναιρεσείουσας στην κύρια δίκη. Πράγματι, ερωτηθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Global Starnet επιβεβαίωσε ότι: i) οι φερόμενες διαβεβαιώσεις απορρέουν απλώς από την ύπαρξη δεδομένης εθνικής ρύθμισης (η οποία προϋπήρχε της θέσπισης των επίμαχων εθνικών διατάξεων) και ii) η φερόμενη παραβίαση απορρέει απλώς από τη θέσπιση των επίμαχων εθνικών διατάξεων [28]. Περαιτέρω, ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί να προσδοκά ότι δεν θα επέλθει καμία νομοθετική μεταβολή, αλλά μπορεί μόνο να προβάλλει αντιρρήσεις κατά του τρόπου εφαρμογής της μεταβολής αυτής. Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο εθνικός νομοθέτης οφείλει να προβλέψει υπέρ των επιχειρηματιών αυτών μεταβατική περίοδο με διάρκεια επαρκή ώστε να μπορέσουν να προσαρμοσθούν ή σύστημα εύλογης αποζημιώσεως [29]. Καίτοι, ασφαλώς, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει, υπό το πρίσμα της παρατιθέμενης στις προηγούμενες σκέψεις νομολογίας, και βάσει σφαιρικής εκτιμήσεως του συνόλου των σχετικών περιστάσεων, αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση είναι σύμφωνη με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επισημαίνεται ότι από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι ο νόμος 220/2010 προέβλεπε προθεσμία 180 ημερών από την έναρξη της ισχύος του για την εισαγωγή, μέσω πράξεως τροποποιητικής της υφιστάμενης συμβάσεως, των νέων απαιτήσεων που επέβαλλε, η προθεσμία δε αυτή φαίνεται καταρχήν να είναι επαρκής ώστε οι παραχωρησιούχοι να μπορέσουν να προσαρμοσθούν στις απαιτήσεις αυτές [30].

 

[1] EU:C:2017:985. Σχόλιο D. Simon, Obligation de renvoi, Europe 2/2018, σ. 40. Γενικά για το θέμα του ελέγχου συνταγματικότητας και συμβατότητας των νόμων προς το ενωσιακό δίκαιο, βλ. Γ. Γεραπετρίτη, Το Σύνταγμα και ο δικαστής: μία αέναη διαλεκτική σχέση. Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις 3242/2004 και 3243/2004 ΣτΕ για τον “ βασικό μέτοχο”, ΝοΒ, 2005, σ. 443˙Κ. Γιαννακόπουλου, Η πρόταση ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου υπό το πρίσμα της εξέλιξης των σχέσεων μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου, σε Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος (επιμ. Χ.ΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΥ/Ν.ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ), Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών-ΙΣΤΑΜΕ «Ανδρέας Παπανδρέου», Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2013, σ. 162 και του ιδίουΣυνταγματικό Δικαστήριο και Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο, ΕφημΔΔ, 1/2006, σ. 10. Επίσης, Β. Μπουκουβάλα, Ο δικαστικός έλεγχος της συμβατότητας των νόμων με το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο ως μία αυτόνομη μορφή ελέγχου για την άρση της σύγκρουσης των κανόνων δικαίου κατά την εφαρμογή τους, www.constitutionalism.gr

[2] ΔΕΚ της 27.7.1991, Mecanarte, C‑348/89, EU:C:1991:278, σκέψη 49.

[3] C-314/08, EU:C:2009:719, σκ. 85: “η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει στον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο αφήνοντας ανεφάρμοστες τις αντίθετες εθνικές διατάξεις, ανεξαρτήτως της αποφάσεως του εθνικού συνταγματικού δικαστηρίου δυνάμει της οποίας η απώλεια της δεσμευτικής ισχύος των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες αυτό έκρινε ως αντισυνταγματικές, μετατέθηκε σε μεταγενέστερο χρονικό σημείo”.

[4] C‑188/10 και C‑189/10, EU:C:2010:363, σκ. 45. Βλ. σχόλιο D. Simon/A. Rigaux, La priorité de la question prioritaire de constitutionnalité : harmonie(s) et dissonnance(s) des monologues juridiques croisés, Cahiers Cons. const. 2010, σ. 63.

[5] C‑416/10, EU:C:2013:8.

[6] C-112/13 EU:C:2014:2195.

[7] Βλ. σχόλιο των Ε. Broussy/H. Cassagnabère/Chr. Gänser, Chronique de jurisprudence de la CJUE. Principes de primauté et d’équivalence, AJDA 40/2014, σ. 2295.

[8] Απόφαση της 27.7. 1991, Mecanarte (C‑348/89, EU:C:1991:278, σκέψεις 39, 45 και 46): «όταν εθνικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο διαφοράς που αφορά το κοινοτικό δίκαιο, διαπιστώνει την αντισυνταγματικότητα εθνικής διατάξεως, δεν στερείται της ευχέρειας ούτε απαλλάσσεται της υποχρεώσεως, τις οποίες προβλέπει το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να υποβάλει στο Δικαστήριο ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του κοινοτικού δικαίου, για τον λόγο ότι η αναγνώριση της αντισυνταγματι­κότητας προϋποθέτει υποχρεωτική προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου».

[9] Ε. Πρεβεδούρου, Νομολογιακές διευκρινίσεις ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης προδικαστικής απόφασης (με αφορμή τις αποφάσεις του ΔΕΕ C-62, Gauweiler, και C-5/14, Kernkraftwerke Lippe -Ems GmbH), ΘΠΔΔ 3-4/2016, σ.  401.

[10] Σκέψη 21 της απόφασης Global Starnet και σκέψη 34 της απόφασης Kernkraftwerke Lippe-Ems.

[11] Σκέψη 22 της απόφασης Global Starnet και σκέψη 35 της απόφασης Kernkraftwerke Lippe-Ems.

[12] Σκέψη 23 της απόφασης Global Starnet και σκέψη 36 της απόφασης Kernkraftwerke Lippe-Ems.

[13] Σκέψη 24 της απόφασης Global Starnet και απόφαση της 9.9.2015, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., C-160/14, EU:C:2015:565, σκέψη 37.

[14] Σκέψη 25 της απόφασης Global Starnet.

[15] Σημείο 20 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση Global Starnet.

[16] ΔΕΕ της 26.2.2013, Åkerberg Fransson, C-617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 29· της 5.12.2017, Μ.Α.S.και M.B., C-4/17, EU:C:2017:936, σκέψη 47.

[17] Ι. Δημητρακόπουλου, Αρχές της ασφάλειας δικαίου, της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας, παραγραφή αδικημάτων περί τον ΦΠΑ και σχέση μεταξύ εθνικού Συντάγματος, Χάρτη ΘΔΕΕ και ΕΣΔΑ, στις αποφάσεις Taricco I και Taricco II του ΔΕΕ, humanrightscaselaw.gr

[18] CE, ass., 8 févr. 2007, n° 287110, Société Arcelor Atlantique et Lorraine, Lebon 55, με τις προτάσεις˙ AJDA 2007, σ. 577, chron. F. Lenica/J. Boucher, Le juge administratif et le statut constitutionnel du droit communautaire dérivé˙ AJDA 2007, σ. 1097, tribune P. Cassia˙ RFDA 2007, σ. 384, concl. M. Guyomar˙ RFDA 2007, σ. 564, note A. Levade˙ RFDA 2007, σ. 578, note X. Magnon˙ RFDA 2007, σ. 596, chron. T. Rambaud/A. Roblot-Troizier Magnon˙ RFDA 2007, σ. 789, note M. Canedo-Paris, Le juge administratif, le droit international et la responsabilité : un trio infernal ?˙ RFDA 2008, σ. 780, chron. T. Haas/C. Santulli ˙ RTD eur. 2007, σ. 378, note P. Cassia, Le droit communautaire dans et sous la Constitution française˙ RTD eur. 2008, σ. 835, chron. D. Ritleng/A. Bouveresse/J.-P. Kovar. Bλ. και Ε. Πρεβεδούρου, Η σχέση εθνικού Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου υπό το πρίσμα του διαλόγου των δικαστών. Πρακτική απάντηση σε ένα δογματικό ζήτημα. Με αφορμή το βιβλίο της Λίνας Παπαδοπούλου, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της «υπεροχής», ΕΔΚΑ 2010, σ. 257, με παραπομπές στη γαλλική βιβλιογραφία για την ανάλυση της νομολογίας Arcelor.

[18] CE, ass., 31 mai 2016, n° 393881, AJDA 2016, σ. 1392, chron. L. Dutheillet de Lamothe/G. Odinet, QPC et question préjudicielle : la logique et ses impasses˙ RFDA 2016, σ. 989, concl. E. Cortot-Boucher, Conclusions sur Conseil d’État, assemblée, 31 mai 2016, M. Marc Jacob, n° 393881, και σ. 1003, note H. Labayle/R. Mehdi, Question préjudicielle et question prioritaire – Dédale au Conseil d’État. Η υπόθεση έλαβε τον αριθμό πρωτοκόλλου C-327/16. Bλ. και CE 27 juin 2016, n° 398585, Société APSIS, AJDA 2016, σ. 2444, note V. Barbé, L’enchevêtrement des contrôles de conventionnalité et de constitutionnalité.

[19] CE, ass., 31 mai 2016, n° 393881, AJDA 2016, σ. 1392, chron. L. Dutheillet de Lamothe/G. Odinet, QPC et question préjudicielle : la logique et ses impasses˙ RFDA 2016, σ. 989, concl. E. Cortot-Boucher, Conclusions sur Conseil d’État, assemblée, 31 mai 2016, M. Marc Jacob, n° 393881, και σ. 1003, note H. Labayle/R. Mehdi, Question préjudicielle et question prioritaire – Dédale au Conseil d’État. Η υπόθεση έλαβε τον αριθμό πρωτοκόλλου C-327/16. Bλ. και CE 27 juin 2016, n° 398585, Société APSIS, AJDA 2016, σ. 2444, note V. Barbé, L’enchevêtrement des contrôles de conventionnalité et de constitutionnalité.

[20]. Διάταξη της 28.9.2016, Durante, C-438/15, EU:C:2016:728, σκέψη 14.

[21]. ΔΕΕ της 28.1.2016, Laezza, C-375/14, EU:C:2016:60, σκέψη 22.

[22] Για τις σχετικές ιταλικές διατάξεις, βλ. ΔΕΕ της 8.9.2016, Politano, C-225/15, EU:C:2016:645, σχόλιο D. Simon, Compatibilité avec le droit de l’Union des règles italiennes relatives aux concessions de jeux et paris, Europe 2016, Novembre nº 11 σ. 27.

[23] Σκέψη 46 της απόφασης Global Starnet και ΔΕΕ της 11.6.2015, Berlington Hungary κ.λπ., C-98/14, EU:C:2015:386, σκέψη 77

[24] ΔΕΕ της 13ης Ιουνίου 2013, HGA κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑630/11 P έως C‑633/11 P, EU:C:2013:387, σκέψη 132 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

[25] ΔΕΕ της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna, C‑221/09, EU:C:2011:153, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

[26]. ΔΕΚ της 20ής Ιουνίου 2002, Mulligan κ.λπ., C‑313/99, EU:C:2002:386, σκέψη 48, και της 11ης Ιουλίου 2002, Marks & Spencer, C‑62/00, EU:C:2002:435, σκέψεις 43 έως 47.

[27] ΔΕΚ της 28ης Μαρτίου 1996, Anglo Irish Beef Processors International κ.λπ., C‑299/94, EU:C:1996:148, σκέψεις 34 και 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

[28] Σημείο 68 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα N. Wahl, EU:C:2017:442.

[29] Σκέψεις 47 και 48 της απόφασης Global Starnet και σκέψεις 78 και 85 της απόφασης Berlington Hungary κ.λπ.

[30] Bλ. συστηματική ανάλυση της αρχής αυτής σε  S. Calmes, Du principe de protection de la confiance légitime en droits allemand, communautaire et français, thèse, éd. Dalloz, 2001· P. Mouzouraki, Le principe de confiance légitime en droit allemand, français et anglais: Un exemple de convergence des droits administratifs des pays européens?, Bruylant, 2012· R. El Herfi, Les principes de confiance légitime et de sécurité juridique en droit européen, http://www.courdecassation.fr/IMG/Principes_confiance_legitime_securite_juridiaque_droit_europenn,.pdf· S. Altmeyer, Vertrauensschutz im Recht der Europäischen Union und im deutschen Recht, Nomos, 2003· Α. Hatje, Rechtssicherheit und Vertrauensschutz – Wechselseitige Einwirkungen zwischen Europäischem Gemeinschaftsrecht und deutschem Verfassungs- und Verwaltungsrecht in: J. Schwarze (Hrsg.), Bestand und Perspektiven des Europäischen Verwaltungsrechts, Nomos, 2008, σ. 223· Ε. Πρεβεδούρου, H κοινοτική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως παράδειγμα αλληλεπιδράσεως των εννόμων τάξεων, ΔτΑ, Ι/2003, σ. 171.

 

 

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο