Εξελίξεις Ευγενίας Πρεβεδούρου

Εθνικά δικαστήρια: o ιός της εθνικής ταυτότητας και η αναζήτηση εμβολίου (D. Simon, Juridictions nationales : virus de l’identité nationale, où est le vaccin ?, Europe 12/2021, σ. 1)

Εθνικά δικαστήρια: o ιός της εθνικής ταυτότητας και η αναζήτηση εμβολίου (D. Simon, Juridictions nationales : virus de l’identité nationale, où est le vaccin?, Europe 12/2021, σ. 1)

1. Οι τελευταίοι μήνες χαρακτηρίσθηκαν από ένα κύμα νομολογιακής πανδημίας που προκάλεσε σοβαρές βλάβες στη νομική υγεία του δικαίου της Ένωσης και στην ανοσία που διασφαλίζει η ερμηνεία του Δικαστηρίου. Η πιο θεαματική εκδήλωση της επίθεσης του μικροβίου της εθνικής ταυτότητας προέρχεται, προφανώς, από την απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2021 που εξέδωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας (Trybunał Konstytucyjny, απόφαση Κ 3/21) [1], με την οποία έκρινε απερίφραστα ότι δεν συνάδουν προς το πολωνικό Σύνταγμα οι διατάξεις του άρθρου 1 ΣΕΕ σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 4 παρ. 3 ΣΕΕ, όπως ερμηνεύονται από το ΔΕΕ. Τούτο διότι οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν στα όργανα της Ένωσης να ενεργούν καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων τους και να αμφισβητούν την υπεροχή του Συντάγματος εντός της πολωνικής έννομης τάξης, την κυριαρχία ή τον δημοκρατικό χαρακτήρα της Πολωνίας. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. 2 ΣΕΕ, όπως ερμηνεύεται από το ΔΕΕ, στο μέτρο που επιτρέπει στους εθνικούς δικαστές να θέτουν εκποδών ορισμένες συνταγματικές διατάξεις για να διασφαλίσουν την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου. Επομένως, το συνταγματικό δικαστήριο της Πολωνίας αναγνωρίζει την εξουσία του να αξιολογεί ευθέως τη συνταγματικότητα των αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ένωσης και να καταλήγει στη μη εφαρμογή τους εντός της πολωνικής δικαιοταξίας. Η απόφαση αυτή συνιστά ριζική αμφισβήτηση της αρχής της υπεροχής  και της αυθεντίας των αποφάσεων του δικαστή της Ένωσης, καθόσον το πολωνικό δικαστήριο αρνείται κατηγορηματικά να αντλήσει τις έννομες συνέπειες των αποφάσεων σχετικά με τις επιταγές του κράτους δικαίου, που εξέδωσε το ΔΕΕ κατόπιν προδικαστικής προσφυγής ή προσφυγής λόγω παραβάσεως, καθώς και τις διατάξεις ασφαλιστικών μέτρων που δημοσιεύθηκαν, μεταξύ άλλων, τον Ιούλιο του 2021 και τον Οκτώβριο του 2021. Πρόκειται, ιδίως, για τις αποφάσεις ΔΕΕ της 6ης Οκτωβρίου W.Ż., (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός) C-487/19 (EU:C:2021:79) [2]. Περαιτέρω, στο πλαίσιο εκκρεμούς διαδικασίας προσφυγής λόγω παραβάσεως στην υπόθεση C-204/21, Επιτροπή κατά Πολωνίας (ΕΕ C 252 της 28.6.2021, σ. 9), οι διατάξεις για την τροποποίηση του νόμου περί οργανώσεως των τακτικών δικαστηρίων, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ορισμένων άλλων νόμων αποτέλεσαν το αντικείμενο, πρώτον, της διατάξεως της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας, (C-204/21 R, EU:C:2021:593), με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της εφαρμογής των οικείων εθνικών διατάξεων, δεύτερον, της διατάξεως της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 2021, Πολωνία κατά Επιτροπής (C-204/21 R-RAP, EU:C:2021:834), με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα ανακλήσεως της διατάξεως της 14ης Ιουλίου 2021 [3], καθώς και, τρίτον, της διατάξεως του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-204/21 R, EU:C:2021:877) [4], με την οποία επιβλήθηκε στη Δημοκρατία της Πολωνίας χρηματική ποινή έως ότου συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη της 14ης Ιουλίου 2021 ή, άλλως, έως την έκδοση της αποφάσεως με την οποία θα περατωθεί η δίκη στην υπόθεση  C-204/21. Το ζήτημα της ανεξαρτησίας των πολωνικών δικαστηρίων αποτελεί επίσης αντικείμενο των εκκρεμών προδικαστικών παραπομπών στις υποθέσεις C-181/21 (G)  [ΕΕ C 289 της 19.7.2021, σ. 22] και C-269/21 (BC και DC) [ΕΕ C 289 της 19.7.2021, σ. 27].
2. Του ανοικτού αυτού πολέμου είχε προηγηθεί – εκτός από τις προϊστορικές, πλέον, αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων της Δανίας, της Τσεχίας και της Γερμανίας [5] – η απόφαση Weiss του Bundesverfassungsgericht [6], η οποία στηρίχθηκε στη θεωρία ultra vires για να στερήσει αποτελέσματος τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παρά την απόφαση του ΔΕΕ επί της προδικαστικής παραπομπής του ιδίου δικαστηρίου. Στο ίδιο πνεύμα, παρά τις ηπιότερες εκφάνσεις, θα πρέπει να αναφερθεί η απόφαση του γαλλικού Conseil dEtat στην υπόθεση French Data (CEass., 21 avril 2021, n° 393099) [7]. Εν προκειμένω το Conseil dEtat αρνήθηκε κατηγορηματικά να επικυρώσει τη συλλογιστική που θέτει εκποδών την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης και την ερμηνεία του ΔΕΕ με το πρόσχημα ότι το ΔΕΕ υπερέβη τις αρμοδιότητες που απονέμουν στην Ένωση οι Συνθήκες. Αρνήθηκε, δηλαδή την εφαρμογή της θεωρίας ultra vires του Bundesverfassungsgericht. Όχι απλώς δεν υπέκυψε στον πειρασμό να ευθυγραμμιστεί με την παραπάνω επικριτέα και επικριθείσα νομολογία, αλλά έκρινε ότι, «σε αντιδιαστολή προς τους ισχυρισμούς του Πρωθυπουργού, δεν απόκειται στον διοικητικό δικαστή να διασφαλίσει την τήρηση, από το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης ή από το ίδιο το ΔΕΕ, της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών. Ειδικότερα, [ο διοικητικός δικαστής] δεν μπορεί να ασκήσει έλεγχο επί της συμβατότητας προς το δίκαιο της Ένωσης των αποφάσεων του ΔΕΕ και, ιδίως, να στερήσει τις αποφάσεις αυτές από την υποχρεωτική ισχύ τους, την οποία υπενθυμίζει το άρθρο 91 του κανονισμού διαδικασίας του ΔΕΕ, με το αιτιολογικό ότι αυτό υπερέβη την αρμοδιότητά του, αποδίδοντας σε αρχή ή σε πράξη του δικαίου της Ένωσης περιεχόμενο που βαίνει πέρα του πεδίου εφαρμογής που προβλέπουν οι Συνθήκες» (σκέψη 8). Εκτός από τη ρητή καταδίκη της θεωρίας ultra vires, η σημαντική εισφορά της απόφασης French Data έγκειται στο ότι, με την αναφορά στον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο εθνικός δικαστής αποδέχεται σιωπηρά ότι το έρεισμα της προσέγγισης αυτής επιβάλλεται από το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης και απορρέει έμμεσα από τις συνταγματικές διατάξεις. Από την άλλη μεριά, όμως, το Conseil d’État  δεν εφαρμόζει εξ ολοκλήρου τις επιταγές του δικαίου της Ένωσης όπως ορίζονται από το Δικαστήριο της Ένωσης, στο όνομα της προστασίας σκοπών που εγγυάται το γαλλικό Σύνταγμα. Περαιτέρω, η απόφαση είναι σημαντική και όσον αφορά τους περιορισμούς που δικαιολογούν η εθνική ασφάλεια, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η κίνηση των ποινικών διώξεων, οι οποίοι αξιολογούνται σε σχέση με τους κανόνες προστασίας των προσωπικών δεδομένων και του ιδιωτικού βίου.
3. Το τμήμα της απόφασης για την «σύμφυτες στην ιεραρχία των κανόνων επιταγές» αρχίζει με την καλοδεχούμενη υπόμνηση των διατάξεων του άρθρου 88-1 του γαλλικού Συντάγματος και των άρθρων 4 παρ. 3 και 19 παρ. 1 ΣΕΕ, επί τη βάσει των οποίων η Ολομέλεια συνάγει από την υποχρέωση τήρησης του δικαίου της Ένωσης τα εξής: «Δυνάμει των αρχών της υπεροχής, της ενότητας και της αποτελεσματικότητας που απορρέουν από τις Συνθήκες, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΕ, ο εθνικός δικαστής, επιφορτισμένος με την εφαρμογή των διατάξεων και γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, έχει την υποχρέωση να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητά του, αφήνοντας, εν ανάγκη, ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη, είτε απορρέει από διεθνή δέσμευση της Γαλλίας, είτε από νόμο είτε από διοικητική πράξη» (σκέψη 4). Ωστόσο, η παραπάνω διακήρυξη, που παραλείπει σκοπίμως τις διατάξεις συνταγματικής ισχύος, σχετικοποιείται, αν δεν ανατρέπεται σιωπηρώς, από τη δογματική επιβεβαίωση της θέσης του Συντάγματος στην κορυφή της εσωτερικής έννομης τάξης. Η υπεροχή του Συντάγματος και επί του δικαίου της Ένωσης συνδέεται έτσι με αυτό που ο δημόσιος εισηγητής (Alexandre Lallet) ανέφερε ως «ρήτρα διασφάλισης Arcelor», από τη γνωστή νομολογία του 2007 [8]. Εν προκειμένω το Conseil d’État επαναλαμβάνει τον συλλογισμό της απόφασης του 2007 ως εξής: κατ’ουσίαν, απόκειται, βέβαια, στον εθνικό διοικητικό δικαστή να υιοθετήσει την πλέον σύμφωνη προς τις συνταγματικές επιταγές ερμηνεία του δικαστή της Ένωσης, αλλά, στην περίπτωση που «η εφαρμογή οδηγίας ή κανονισμού, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΕ, έχει ως συνέπεια να στερεί αποτελεσματικών εγγυήσεων μια συνταγματική εγγύηση που δεν απολαύει, στο δίκαιο της Ένωσης, ισοδύναμης προστασίας», ο εθνικός δικαστής οφείλει να θέσει εκποδών την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετημάτων, στο μέτρο που «το επιτάσσει ο σεβασμός του Συντάγματος» (σκέψη 5). Κατά συνέπεια, η αρχή αυτή επιβάλλει στον διοικητικό δικαστή, όταν επιλαμβάνεται ζητήματος που συνδέεται με την ισχύ κανονιστικών πράξεων που μεταφέρουν οδηγία ή εφαρμόζουν κανονισμό της Ένωσης, «να εξετάσει αν υφίσταται κανόνας ή γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, που, ενόψει της φύσης ή του περιεχομένου τους, όπως ερμηνεύονται στο παρόν στάδιο από τη νομολογία του ΔΕΚ/ΔΕΕ, διασφαλίζουν με την εφαρμογή τους τον σεβασμό της προβληθείσας συνταγματικής διάταξης ή αρχής». Εάν η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή των συνταγματικώς κατοχυρωμένων αρχών, υπό την επιφύλαξη της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ για να υπάρχει βεβαιότητα συναφώς, ο διοικητικός δικαστής απορρίπτει τους λόγους που είναι ικανοί να εμποδίσουν την πλήρη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Αντιθέτως, εάν το δίκαιο της Ένωσης δεν διασφαλίζει την προστασία των επίμαχων συνταγματικών αρχών, ο διοικητικός δικαστής αναγνωρίζει την εξουσία του να παραλύσει, αν παραστεί ανάγκη, την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στο όνομα της κατίσχυσης του σεβασμού του συνταγματικού κανόνα (σκέψεις 6 και 7 της απόφασης, προτάσεις A. Lallet, σ. 28). Στη συνέχεια, το Conseil d’État δέχεται επί τη βάσει των άρθρων 12 και 16 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, ότι «οι συνταγματικής τάξης σκοποί της διασφάλισης των θεμελιωδών συμφερόντων του Έθνους, της πρόληψης των προσβολών της δημόσιας τάξης, της αναζήτησης των δραστών αξιόποινων πράξεων και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας δεν απολαύουν στο δίκαιο της Ένωσης ισοδύναμης προστασίας με αυτή που εγγυάται το Σύνταγμα» (σκέψη 10).
4. Παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον οι αντιδράσεις της θεωρίας στην απόφαση αυτή. Ορισμένοι σχολιαστές αξιολογούν θετικά την απόφαση, από την οποία συνάγουν ότι «ο πόλεμος των δικαστών δεν θα γίνει» [9], ή θεωρούν ότι πρόκειται για «πλήρη και λακωνική αναγνώριση της αρχής της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου» [10], ή αισιοδοξούν, γιατί «το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο γίνεται ο τροβαδούρος της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου» [11]. Για άλλους συγγραφείς, όμως, πρόκειται για «οφθαλμαπάτη διαλόγου των δικαστών» [12], μάλιστα δε για την «ενσυνείδητη και σοβαρή επιλογή να ανοίξει τον πόλεμο των δικαστών στην Ευρώπη», που προσομοιάζει με δικαστικό  «Frexit» [13]. Τέλος, υποστηρίχθηκε ότι, παρά την κατηγορηματική προσήλωση του Conseil d’État στην κοινοτική ορθοδοξία, πρόκειται για ερμηνεία που περιορίζει την αυθεντία του ΔΕΕ και αποδυναμώνει την απόφασή του και πρέπει να αποδοκιμαστεί [14]. Σίγουρα, πάντως, πρόκειται για καινοτόμα απόφαση (καλώς ή κακώς) ως προς τις σχέσεις μεταξύ εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου, εθνικού δικαστή και δικαστή της Ένωσης, που θα ενταχθεί στις Μεγάλες Αποφάσεις της Διοικητικής Νομολογίας [15]. Ακριβέστερη φαίνεται συναφώς η προσέγγιση του καθηγητή D. Simon, κατά τον οποίον, η απόφαση «δεν δικαιολογεί ούτε υπερβολικές τιμές ούτε τόση αγανάκτηση» [16]. Σίγουρα, πάντως, το Conseil d’État επιδίωξε να αποφύγει την εκ νέου πυροδότηση του πολέμου των δικαστών και δεν παρασύρθηκε από τις σειρήνες της μη εφαρμογής των κανόνων της Ένωσης που θα μπορούσαν να κριθούν ultra viresΌπως επισημάνθηκε, η σύνταξη της απόφασης ως προς το σημείο αυτό αποτελεί έμμεση αναγνώριση του μονοπωλίου του ΔΕΕ ως προς την αυθεντική ερμηνεία της Συνθήκης, αντίθετα προς τις διαπιστώσεις του BVerfG στην απόφαση της 5 Μαΐου 2020 στην υπόθεση PSPP [17]. Σημειώνεται, πάντως, η  ασυνήθιστα μακροσκελής απόφαση του ΔΕΕ της 18ης Μαΐου 2021, Asociaţia «Forumul Judecătorilor din România» [Ένωση Φόρουμ Δικαστών της Ρουμανίας] κ.λπ. κατά Inspecţia Judiciară κ.λπ., C-83/19, C-127/19, C-195/19, C-291/19, C-355/19 και C-397/19, η οποία φαίνεται να συνιστά έμμεση αντίδραση στην απόφαση τουConseil d’État. To τμήμα μείζονος σύνθεσης του ΔΕΕ αποφάνθηκε επί της μεταρρύθμισης του δικαιοδοτικού συστήματος και της καταπολέμησης της διαφθοράς στη Ρουμανία, επιβεβαιώνοντας, στην απάντηση σε ένα προδικαστικό ερώτημα, τη «θεωρία» του για την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, η οποία «επιβάλλει …σε όλες τις αρχές των κρατών μελών να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διαφόρων κανόνων της Ένωσης, το δε δίκαιο των κρατών μελών δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα το οποίο αναγνωρίζεται στους κανόνες αυτούς εντός των κρατών μελών» (σκέψη 244), μνημονεύοντας πρώτη τη νομολογία του La Quadrature du Net, από τις κρίσεις της οποίας απέστη το Conseil d’État. Το ΔΕΕ προσθέτει με λίαν επίσημους όρους ότι, «λόγω της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, η επίκληση από κράτος μέλος των διατάξεων του εθνικού του δικαίου, ακόμη και του συνταγματικού, δεν είναι δυνατόν να υπονομεύσει την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, τα αποτελέσματα της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης δεσμεύουν όλα τα όργανα ενός κράτους μέλους και οι εσωτερικές διατάξεις περί της κατανομής των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων, περιλαμβανομένων των διατάξεων συνταγματικής ισχύος, δεν μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο συναφώς» (σκέψη 245). Υπενθυμίζει, ακόμη, ότι «η αρχή της υπεροχής είναι επίσης εκείνη η οποία, σε περίπτωση που είναι αδύνατη η σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο το οποίο καλείται, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, να εφαρμόσει τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης την υποχρέωση να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητά τους, αποφασίζοντας αυτεπαγγέλτως να αφήσει, εν ανάγκη, ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να οφείλει να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνισή της είτε διά της νομοθετικής οδού είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας» (σκέψη 247). Η αλήθεια είναι η υποχρέωση αυτή περιορίζεται στις διατάξεις άμεσου αποτελέσματος σύμφωνα με τη νομολογία Poplawski 2. Δεδομένου ότι η υπόθεση αφορούσε διατάξεις αμέσου αποτελέσματος, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 18ης Μαΐου 2021, επιβεβαίωσε πανηγυρικά την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι και των εθνικών συνταγματικών διατάξεων [18].
5. Στη χορεία των ανώτατων δικαστηρίων των κρατών μελών που αποφαίνονται ως προς τις σχέσεις του εσωτερικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης προστίθεται και το γαλλικό Conseil constitutionnel. Με την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2021 (ConsConst. 15 octobre 2021, n°2021-940 QPC, Soc. Air France), εισάγεται νέα επιφύλαξη συνταγματικότητας, ικανή να παραλύσει την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στο όνομα της απόλυτης υπεροχής του συνταγματικού κανόνα. Ειδικότερα, το  Conseil constitutionnel διακήρυξε για πρώτη φορά την ύπαρξη συγκεκριμένης «αρχής σύμφυτης με τη συνταγματική ταυτότητα της Γαλλίας». Η πάγια νομολογία του από το 2004 του επιτρέπει να ασκήσει έλεγχο κανόνων του παραγώγου δικαίου για να διασφαλίσει αυτή την ταυτότητα, πράγμα που έκανε εν προκειμένω, απορρίπτοντας, ωστόσο, την προσφυγή. Η απόφαση εκδόθηκε επί ερωτήματος συνταγματικότητας που υπέβαλε το Conseil d’État και αφορούσε την υποχρέωση των αεροπορικών εταιριών να επανοπροωθούν αλλοδαπούς στους οποίους είχε απαγορευθεί η διαμονή στο εθνικό έδαφος. Εν προκειμένω, το Conseil constitutionnel έκρινε ότι από το άρθρο 12 της Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 απορρέει η απαγόρευση ανάθεσης σε ιδιώτες αρμοδιοτήτων γενικής διοικητικής αστυνομίας (police administrative générale) εγγενείς στην άσκηση της «αστυνομίας» (force publique) που είναι αναγκαίες για την προστασία των δικαιωμάτων. Η επιταγή αυτή συνιστά αρχή εγγενή στη συνταγματική ταυτότητα της Γαλλίας. Επιβάλλεται στο σημείο αυτό η υπόμνηση ότι η εν λόγω κρίση του Conseil constitutionnel θυμίζει τη νομολογία ΣτΕ Ολ 1934/1998, για την αποκλειστική ανάθεση αστυνομικών καθηκόντων στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ, καθόσον πρόκειται για αρμοδιότητες εγγενείς στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας ως άσκησης κυριαρχίαςΩστόσο, το Conseil constitutionnel έκρινε, στη συνέχεια, ότι οι διατάξεις του άρθρου L. 213-4 και του άρθρου L. 625-7 του code de l‘ entréet du séjour des étrangers et du droit d‘ asile, που μεταφέρουν στην εθνική έννομη τάξη τις διατάξεις της οδηγίας 2001/51/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2001, για τη συμπλήρωση των διατάξεων του άρθρου 26 της Σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985, δεν αντιβαίνουν προς την επιταγή αυτή. Οι βαλλόμενες διατάξεις δεν έχουν ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να επιβάλλουν στις αεροπορικές επιχειρήσεις την υποχρέωση ούτε εποπτείας του προσώπου που πρέπει να επαναπροωθηθεί ούτε καταναγκασμού, διότι τα μέτρα αυτά εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των αστυνομικών αρχών. Δεν στερούν επίσης τον κυβερνήτη αεροσκάφους από την ευχέρειά του να αποβιβάσει πρόσωπο που συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια, την υγεία, τις υγειονομικές διατάξεις ή την ευταξία στο αεροσκάφος, κατ’εφαρμογή του άρθρου L. 6522-3 du code des transports. Η απόφαση χρήζει σχολιασμού υπό δύο, κυρίως, πτυχές: αφενός ως προς το ζήτημα της εργαλειοποίησης και των κινδύνων του ελέγχου της συνταγματικής ταυτότητας και, αφετέρου, ως προς το γενικότερο θέμα των ορίων της ανάθεσης διοικητικών καθηκόντων σε ιδιώτες [19].
6. Τα εν λόγω μείζονα και, εν τινι μέτρω, συγκλίνοντα νομολογιακά γεγονότα είναι πολύ ανησυχητικά για το μέλλον της Ευρώπης του δικαίου και της Ευρώπης των δικαστών [20]. Την ανησυχία αυτή εντείνουν ορισμένες «παράδοξες», καθόσον προέρχονται από τον πρώην Γάλλο Επίτροπο Michel Barnier, που διαπραγματεύθηκε σκληρά το Brexitυπερασπιζόμενος με νύχια και με δόντια το συμφέρον της Ένωσης, απόψεις για τη «συνταγματική ασπίδα» ή την ανάκτηση «της νομικής μας κυριαρχίας για να μην υποτασσόμεθα πλέον στις αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΕΔΔΑ». Ώρα γιατους νομικούς να αντιδράσουν με αποτελεσματικά εμβόλια….

[1] La crise de la primauté traduit certainement un rejet des valeurs communes et constitue vraisemblablement un choc existentiel pour l’UE. 3 questions à Yves Petit, professeur de droit public à l’Université de Lorraine, directeur du Centre européen univesitaire de Nancy. Entretien par D. Simon et Christelle Hang-Hu, Europe 11/2021, σ. 4.

[2] Οbservations D. Simon, Europe 12/2021, σ. 12.

[3] Commentaire Anne Rigaux, Europe 12/2021, σ. 18.

[4] Commentaire Anne Rigaux, Europe 12/2021, σ. 19.

[5] Εκτός του Bundesverfassungsgericht με την απόφαση της 20ής Μαΐου 2020, στον έλεγχο αυτό προέβη τόσο τοανώτατο δανικό δικαστήριο στην απόφαση Højesteret, 6 Δεκεμβρίου 2016, 15/2014, Dansk Industri, το οποίο δενεφάρμοσε την απόφαση ΔΕΕ της 19.4.2016, C-441/14, Dansk Industri (DI) κατά Sucession Karsten Eigil RasmussenEU:C:2016:278 (βλ., ενδεικτικά, L. Coutron, Contentieux de l’Union européenne – Quand la réitération de l’effet direct horizontal du principe de non-discrimination en raison de l’âge passe mal : du rififi avec la Cour suprême danoise !, RTD Eur., 2017, σ. 389) όσο και το Τσεχικό Συνταγματικό Δικαστήριο με την απόφασή του της 31ηςΙανουαρίου 2012, Régime de pensions slovaque, Pl.ÚS5/12, το οποίο δεν ακολούθησε την απόφαση ΔΕΕ της 22.6.2011, C-399/09, Marie Landtová κατά Česká správa socialního zabezpečení, EU:C:2011:415 (βλ. A. Levade, in Constitutions, 2012, σ. 292). Η απόφαση στηρίζεται τόσο στην αναρμοδιότητα σε σχέση με τις συνομολογηθείσες μεταφορές συντάξεων όσο και στην προσβολή της τσεχικής συνταγματικής ταυτότητας.

[6] D. Simon, Nouvelle guerre des juges : « bras d’honneur » ou « bras de fer » ?, Europe 2020, repère 6. Βλ. αυστηρή κριτική, μεταξύ άλλων και στο ύφος, της απόφασης του Bundesverfassungsgericht από τον Β. Σκουρή, Το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο καταλογίζει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρβαση των αρμοδιοτήτων τους, www.constitutionalism.gr. Του ιδίου, Der Vorrang des Europäischen Unionsrechts vordem nationalen Recht. Unionsrecht bricht nationales Recht, EuR 1-2021, σ. 3 (19 επ.). Ομοίως, Λ. Παπαδοπούλου, Πέρα από την «υπεροχή»: ο έλεγχος «ultra vires» και συνταγματικής ταυτότητας των πράξεων ενωσιακών οργάνων εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων. Σχόλιο στην απόφαση PSPP της 5ης Μαΐου 2020 του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, ΤοΣ 4/2019, σ. 11 (26 επ.). Για «θεσμικό τραύμα» κάνει λόγο ο Απ. Βλαχογιάννης, Η απόφαση Weiss του Bundesverfassungsgericht της 5ης Μαΐου 2020: μια δήλωση πίστης στην εθνική κυριαρχία και τη νομισματική ορθοδοξία, ΕφημΔΔ 2/2020, σ. 218 (236). Βλ. διεξοδική ανάλυση και αυστηρή κριτική στην απόφαση του Bundesverfassungsgericht από την καθηγήτρια Τζ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, Καρλσρούη κατά Λουξεμβούργου και Φραγκφούρτης: Γερμανία κατά Ευρώπης; Σκέψεις με αφορμή την απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 2020, ΕφημΔΔ 2/2020, σ. 157. Διαφορετική συναφώς η προσέγγιση του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Πρ. Παυλόπουλου, Μια έμμεση πλην σαφής αμφισβήτηση της υπεροχής του ευρωπαϊκού έναντι του εθνικού δικαίου από τη νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, ΕφημΔΔ 2/2020, σ. 130. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει συναφώς η θετική αξιολόγηση της απόφασης από τον καθηγητή Wolfgang Kahl, Optimierungspotenzial im „Kooperationsverhältnis“ zwischen EuGH und BVerfG,  NVwZ12/2020, σ. 824, την οποία χαρακτηρίζει ως «europafreundlich», με τη σωστή έννοια του όρου, καθόσον έθεσε στην ορθή βάση τον ρόλο του δικαίου και την επιταγή αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου ως των βασικών πυλώνων μιας κοινότητας δικαίου και ενός ευρωπαϊκού συνταγματικού συνδέσμου.

[7] D. Simon, Retour des monologues juridictionnels croisés ? A propos de l’arrêt du Conseil d’Etat dans l’affaire French Data, Europe 2021, étude 2.

[8] Ε. Πρεβεδούρου, Προστασία της συνταγματικής ταυτότητας χωρίς έλεγχο ultra vires: μαθήματα Europafreundlichkeit από το Conseil d’ Etat, ΘΠΔΔ 6/2021, σ. 637, αρ. περ. 4

[9] M.-C. Montecler, La guerre des juges n’aura pas lieu, AJDA 2021, σ. 828·

[10] J. Ziller, Le Conseil d’Etat se refuse d’emboiter le pas au joueur de flûte de Karlsruhe, https://blogdroiteuropeen.com/2021/04/23/.

[11] F. Jault-Seseke, Conservation des données de connexion : le Conseil d’Etat, option droit de l’Union européenne, un bon et habile élève, https://blog.leclubdesjuristes.com.

[12] Β. Bertrand, L’arrêt French Data du Conseil d’Etat : un dialogue des juges en trompe l’œil,https://blog.leclubdesjuristes.com.

[13] P. Cassia, Le Frexit sécuritaire du Conseil d’Etat, https://blogs.mediapart.fr/paul-cassia/blog/230421/le-frexit-secutritaire-du-conseil-d-etat.

[14] L. Azoulai/D. Ritleng, L’Etat c’est moi. Le Conseil d’État, la sécurité et la conservation des données, RTD eur 2021, σ. 349.

[15] Ε. Landot :https://blog.landot-avocats.net/2021/04/27/libertes-et-communisations-droits-francais-et europeen-survol-de-limportant-arret-french-data-network-video-et-article-2/.

[16] Κ. Γιαννακόπουλου, Η εθνική συνταγματική ταυτότητα και ο «κλεφτοπόλεμος» των δικαστών, www.constitutionalism.gr  και Ε. Πρεβεδούρου, Προστασία της συνταγματικής ταυτότητας χωρίς έλεγχο ultra vires: μαθήματα Europafreundlichkeit από το Conseil d’ Etat, ΘΠΔΔ 6/2021, σ. 637.

[17] J. Ziller, Le Conseil d’Etat se refuse d’emboiter le pas au joueur de flûte de Karlsruhe, https://blogdroiteuropeen.com/2021/04/23/.

[18] Commentaire D. Simon, Europe 7/2021, σ. 16.

[19] Βλ. αναλυτικά, H. Labayle, Identité constitutionnelle et primauté du droit de l’Union, Europe, 12/2021, étude 6, σ. 5.

[20] Βλ., διεξοδικά, D. Simon/Anne Rigaux, Le bouclier, le glaive ou la balance : les aléas de la primauté juridictionnelle du droit de l’Union, Mélanges Y. Bot, υπό δημοσίευση.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο