Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο – Τα βασικά ένδικα βοηθήματα στη διοικητική δικονομία (σημειώσεις για το μάθημα της 4-11-2020)

Τα ένδικα βοηθήματα στη διοικητική δικονομία (σημειώσεις για το μάθημα της 4.11.2020)

Συνοπτική παρουσίαση των βασικών ενδίκων βοηθημάτων, τα οποία θα αναλυθούν διεξοδικά στα κατ’ιδίαν μαθήματα.

Α. Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

Ι. Ορισμός και αίτημα

Πρόκειται για το ένδικο βοήθημα που ασκείται, υπό συγκεκριμένες προϋπόθεσεις, ενώπιον του Συμβουλίου της Επκρατείας ή ενώπιον ΤΔΔ άλλου βαθμού (που έχει αποκτήσει αρμοδιότητα με νόμο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 95 παρ. 3 Σ) και με το οποίο επιδιώκεται η παροχή δικαστικής προστασίας με την εξαφάνιση διοικητικής πράξης για λόγους αναγόμενους στη νομιμότητά της. Με την αίτηση ακύρωσης επιδιώκεται η ολική ή μερική ακυρωση της προσβαλλόμενης πράξης (και όχι η τροποποίησή της), ενώ το δικαστήριο που εξετάζει τη διαφορά ελέγχει την πράξη μόνο ως προς τη νομιμότητα και όχι ως προς την ουσία.

Όταν προσβάλλεται ρητή πράξη διοικητικής αρχής, το αίτημα ακύρωσης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα. Όταν προσβάλλεται άρνηση ή παράλειψη της διοίκησης, τότε το αίτημα έχει καταψηφιστικό χαρακτήρα. Αντίστοιχα οι αποφάσεις του δικαστηρίου χαρακτηρίζονται ως διαπλαστικές ή καταψηφιστικές. Αναγνωριστικό, στην ουσία, χαρακτήρα έχει η απόφαση επί αίτησης ακύρωσης που ασκείται κατά ανυπόστατης πράξης, η οποία εφαρμόστηκε, οπότε το Δικαστήριο στην ουσία αναγνωρίζει το ανυπόστατο της πράξης. [Κύρια συνέπεια του ανυπόστατου των διοικητικών πράξεων είναι η εξαρχής έλλειψη εννόμων συνεπειών χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη έκδοση δικαστικής απόφασης ή ανακλητικής ή ακυρωτικής πράξης της Διοίκησης. Όσον αφορά, ειδικότερα, τη δικαστική προστασία, ισχύει κατ’αρχήν ο κανόνας του απαραδέκτου του ενδίκου βοηθήματος (αίτησης ακύρωσης ή προσφυγής ουσίας) που έχει ως αντικείμενο την ευθεία προσβολή τους, με το αιτιολογικό ότι δεν είναι δυνατόν να ακυρωθεί μια ήδη ανίσχυρη πράξη. Έτσι, αρχικά το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριπτε ως απαράδεκτο το ένδικο βοήθημα (αίτηση ακύρωσης) κατά των ανυπόστατων πράξεων, ακριβώς ελλείψει ύπαρξης εκτελεστής διοικητικής πράξης. Με την έκδοση όμως απορριπτικής απόφασης λόγω απαραδέκτου, η ανυπόστατη πράξη εξακολουθούσε να παραμένει στην έννομη τάξη, με συνέπεια η Διοίκηση να μπορεί να την εφαρμόσει έναντι άλλων διοικουμένων, που δεν δεσμεύονταν από το δεδικασμένο. Ως εκ τούτου, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 87/2011, το Δικαστήριο εγκατέλειψε την πάγια νομολογία του, και προβαίνει έκτοτε στην ακύρωση των ανυπόστατων κανονιστικών πράξεων, ανεξαρτήτως του αν αυτές έχουν τύχει εφαρμογής ή όχι. Η νομολογιακή αυτή μεταστροφή εξυπηρετεί την ασφάλεια δικαίου, αφού καταλήγει στην εξαφάνιση από την έννομη τάξη των βαρέως ελαττωματικών κανονιστικών πράξεων [ως προς τις οποίες το δικαστήριο αναγνωρίζει ρητώς ότι δεν παράγουν έννομες συνέπειες ως ανυπόστατες, αλλά τις χαρακτηρίζει ως ακυρωτέες], προς αποφυγή του ενδεχομένου της εφαρμογής τους στο μέλλον (ΣτΕ 2156/2018, 935/2018, 255/2018, Ολ 2649/2017, 1488/2017, 1847/2017, 2353/2016, 1892/2016, 1675/2016, 4690/2015, Ολ 3913/2015, 3297/2015, 1064/2014, 2252/2013, 1080/2013, Ολ 4754, 4755/2012, 3005/2012). Το ίδιο γίνεται πλέον δεκτό και για τις ανυπόστατες ατομικές πράξεις (ΣτΕ 3149-3151/2017. Διεξοδικά, συναφώς, Κ. Γώγου, Η ανυπόστατη διοικητική πράξη, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012].

ΙΙ. Αρμόδια Δικαστήρια

Τεκμήριο ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 95 παρ. 1 στοιχ. α΄).

  • Η ακύρωση επιτυγχάνεται μετά από αίτηση του ιδιώτη (αρχή της πρωτοβουλίας του ιδιώτη ως προς την κίνηση της ακυρωτικής δίκης).
  • Ακυρώνεται εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής, ατομική ή κανονιστική. Ο νόμος δεν μπορεί να εξαιρέσει κατηγορία πράξεων από τον ακυρωτικό έλεγχο (βλ. άρθρο 45 παρ. 5 του ΠΔ 8/1989, για τις κυβερνητικές πράξεις0
  • Συνταγματικώς μνημονευόμενοι λόγοι ακύρωσης: υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου (αντιστοιχούν στους λόγους ακύρωσης που διαμόρφωσε η νομολογία και αποτυπώνονται στο άρθρο 48 του ΠΔ 8/1989).

Ακυρωτικές υποθέσεις του Διοικητικού Εφετείου

Άρθρο 1 του Ν. 702/1977, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει

  • Υπαλληλικές υποθέσεις
  • Εκπαιδευτικές υποθέσεις
  • Πολεοδομικές υποθέσεις
  • Λοιπές υποθέσεις του Ν. 702/1977

Ακυρωτικές υποθέσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου

Οι διαφορές του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3068/2002 (Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, ΦΕΚ Α΄ 274): Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων: α) που εκδίδονται, κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών εν γένει, με την επιφύλαξη της παρ. 9 και β) που αφορούν την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, υπό την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 3989/1959 (ΦΕΚ Α΄ 201) και του συναφούς πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 389/1968 (ΦΕΚ Α΄ 125).

ΙΙΙ. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης

Γενικές προϋποθέσεις

  1. Ικανότητα διαδίκου

Α) Ενεργητική διαδικαστική ικανότητα (δικονομική δυνατότητα άσκησης αίτησης ακύρωσης)

– φυσικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως ηλικίας, σωματικής υγείας και ιθαγένειας

– ΝΠΙΔ κάθε μορφής

– ημεδαπά ή αλλοδαπά ΝΠΔΔ (εκτός του ελληνικού Δημοσίου), όχι κατά των πράξεων που τα αφορούν

– διοικητικό όργανο κατά πράξης άλλου οργάνου του ίδιου ΝΠΔΔ εφόσον το προβλέπει ο νόμος

– ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας χωρίς νομική προσωπικότητα

– κοινοπραξίες, εφόσον τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό προβλέπουν ειδικές διατάξεις και η προκήρυξη του διαγωνισμού

Β) Παθητική διαδικαστική ικανότητα

– Δημόσιο και ΝΠΔΔ, συμπεριλαμβανομένων των νομικών προσώπων διφυούς χαρακτήρα κατά το μέρος που ασκούν δημόσια εξουσία

– ανεξάρτητες αρχές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη πράξη: κατά το άρθρο 2 παρ. 9 του Ν. 3051/2002 (Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές), «οι ανεξάρτητες αρχές έχουν την ικανότητα να παρίστανται αυτοτελώς σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις τους». Ανάλογες ρυθμίσεις εμπεριέχουν και ειδικοί νόμοι για άλλες ανεξάρτητες αρχές.

Στην ακυρωτική δίκη το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον αρμόδιο Υπουργό, ενώ το ΝΠΔΔ είναι το ίδιο διάδικος.

  1. Ικανότητα δικαστικής παράστασης ή δικανική ικανότητα (ικανότητα να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων)

Ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 24 του ΚΔΔ

Τα ΝΠΙΔ εκπροσωπούνται από τους νόμιμους εκπροσώπους τους, οι ενώσεις προσώπων και οι ομάδες περιουσίας από τα πρόσωπα που έχουν οριστεί ως διαχειριστές τους και τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα από τα πρόσωπα που ορίζει το δίκαιο της έδρας τους.

Τα ΝΠΔΔ εκροσωπούνται στη δίκη από τους νομίμους εκπροσώπους τους, σύμφωνα με τις διατάξεις που τα διέπουν, ενώ οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές από τον πρόεδρό τους.

  1. Λοιπές γενικές διαδικαστικές προϋποθέσεις
  • Ικανότητα αυτοπρόσωπης δικαστικής παράστασης (πληρεξουσιότητα)
  • Τυπική ορθότητα άσκησης του ενδίκου βοηθήματος
  • Έλλειψη εκκρεμοδικίας

Ειδικές προϋποθέσεις

  1. Η φύση της προσβαλλόμενης πράξης (άρθρο 95 παρ. 1 στοιχ. α΄ Σ, άρθρο 45 του ΠΔ 18/1989)
  2. Το έννομο συμφέρον (άρθρο 47 του ΠΔ 18/1989)
  3. Η προθεσμία (άρθρο 46 του ΠΔ 18/1989)
  4. Προηγούμενη άσκηση τυχόν προβλεπόμενης ενδικοφανούς προσφυγής (άρθρο 45 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989)
  5. Έλλειψη παράλληλης προσφυγής

IV. Λόγοι ακύρωσης (άρθρο 48 του ΠΔ 18/1989)

  1. Αναρμοδιότητα της αρχής που εξέδωσε την πράξη
  2. Παράβαση ουσιώδους τύπου που έχει ταχθεί για τη διενέργεια της πράξης
  3. Παράβαση κατ’ουσία διάταξης νόμου
  4. Κατάχρηση εξουσίας (για τις ατομικές πράξεις διακριτικής ευχέρειας)

 

V. Η συμμετοχή τρίτων στην ακυρωτική δίκη

  • Παρέμβαση (άρθρο 49 του ΠΔ 18/1989)
  • Τριτανακοπή (άρθρο 51 του ΠΔ 18/1989)

 VI. Ομοδικία και συνάφεια

VII. H κατάργηση της ακυρωτικής δίκης

  • Παραίτηση (άρθρο 30 του ΠΔ 18/1989)
  • Θάνατος των διαδίκων (άρθρο 31 του ΠΔ 18/1989)
  • Ανάκληση, ακύρωση, λήξη ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης (άρθρο 32 του ΠΔ 18/1989)

VIIΙ. Η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο

ΙΧ. Η ακυρωτική απόφαση και οι συνέπειές της

  • Διαπλαστική ενέργεια της απόφασης
  • Δεδικασμένο
  • Υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης

 

Β. Η ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΟΥΣΙΑΣ

Ι. Ορισμός και αίτημα

Η προσφυγή είναι το ένδικο βοήθημα με το οποίο ζητείται η άσκηση ουσιαστικού ελέγχου ατομικής διοικητικής πράξης από τα ΤΔΔ. Προσφυγή ασκείται μόνον επί διαφορών ουσίας, δηλαδή στις ειδικές περιπτώσεις που ο νόμος χαρακτηρίζει μια διοικητική διαφορά ως ουσίας. Με την προσφυγή δεν ελέγχεται μόνον η νομιμότητα (ύπαρξη νομικής βάσης, ορθή εφαρμογή του νόμου), αλλά και η κατ’ουσία ορθότητα διοικητικής πράξης. Ο δικαστής της προσφυγής έχει περαιτέρω εξουσία όχι μόνο να ακυρώσει αλλά και να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη πράξη. Υπό την έννοια αυτή, η προσφυγή διαφέρει από την αίτηση ακύρωσης τόσο ως προς την έκταση του ελέγχου που προκαλεί όσο και ως προς το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης στην οποία οδηγεί.

ΙΙ. Προσβαλλόμενες πράξεις και παραλείψεις

Σε προσφυγή υπόκεινται οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας (άρθρο 63 παρ. 1 ΚΔΔ)

Η έννοια της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (άρθρο 63 παρ. 2 ΚΔΔ)

  • Σιωπηρή παράλειψη
  • Σιωπηρή άρνηση
  • Ρητή παράλειψη
ΙΙΙ. Η ενδικοφανής προσφυγή ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής (άρθρο 63 παρ. 3 και 4 ΚΔΔ)
IV. Προσφυγή πριν από τη συντέλεση της παράλειψης (άρθρο 63 παρ. 5 ΚΔΔ)
V. Ενεργητική νομιμοποίηση (άρθρο 64 ΚΔΔ)

1. Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος:

α. ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή

β. στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου.

2. Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει ο Υπουργός Οικονομικών, καθώς και τα  όργανα, στα οποία έχει μεταβιβαστεί η Αρμοδιότητα αυτή με Απόφαση του, υπέρ  του Δημοσίου κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι  οποίες εκδίδονται κατ` εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσία.

VΙ. Παθητική νομιμοποίηση (άρθρο 65 ΚΔΔ)

1. Στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής, παθητικώς νομιμοποιείται το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ, στο οποίο ανήκει το όργανο που εξέδωσε την πράξη ή που, παρά τον νόμο, παρέλειψε την έκδοσή της.

2. Αν κατά την προηγούμενη παράγραφο πράξη ή παράλειψη έχει ενσωματωθεί σε μεταγενέστερη πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου ή άλλου ΝΠΔΔ, στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής κατά της τελευταίας αυτής πράξης ή παράλειψης νομιμοποιείται παθητικώς και το νομικό πρόσωπο, όργανο του οποίου εξέδωσε ή παρέλειψε να εκδώσει την πράξη που ενσωματώθηκε.

VΙΙ. Προθεσμία (άρθρο 66 ΚΔΔ)

1. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει:

Α. Σε περίπτωση ρητής πράξης:

α. Για εκείνους τους οποίους αφορά:

i. από τη κατά το νόμο επίδοσή της σε αυτούς, ή

ii. σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της.

β. για τους τρίτους:

i. από τη δημοσίευσή της, αν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλος ειδικότερος τρόπος γνωστοποίησής της, ή

ii. σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της.

Β. Σε περίπτωση παράλειψης, από τη συντέλεσή της.

2. α. Εξαιρετικώς στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές εν γένει η προσφυγή ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών και η προθεσμία για την άσκηση της αρχίζει όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.

β. Ειδικώς στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64 η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημέρες από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης.

3. Η προσφυγή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την επίδοση της πράξης.

4. Αν, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας, αποβιώσει ο νομιμοποιούμενος χωρίς να έχει ασκήσει προσφυγή, αυτή είναι δυνατόν να ασκηθεί, από τους κάθε είδους γενικούς ή ειδικούς διαδόχους του, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, μέσα σε νέα ισόχρονη προθεσμία, η οποία και αρχίζει από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση της πράξης ή από τότε που τυχόν αυτή τους κοινοποιήθηκε ή από τότε που αποδεδειγμένως αντιλήφθηκαν τη συντέλεση της παράλειψης. Αν εκκρεμεί η αποδοχή της κληρονομίας, η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την αποδοχή.

5. Οι διατάξεις της πρώτης περιόδου της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που έπαυσε να υπάρχει το νομικό πρόσωπο.

6. Αν ο νομιμοποιούμενος προς άσκηση προσφυγής διαμένει στην αλλοδαπή, οι αντίστοιχες προθεσμίες ορίζονται σε 90 (ενενήντα) ημέρες.

VΙΙΙ. Περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής (άρθρο 68 ΚΔΔ)

1. Το δικόγραφο της προσφυγής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει ακόμη:

α. να μνημονεύει με ακρίβεια:

i. την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη,

ii. την αρχή που εξέδωσε την πράξη αυτήν ή που παρέλειψε την έκδοσή της.

iii. τους λόγους, οι οποίοι θεμελιώνουν το αίτημα και

β. να περιέχει σαφώς καθορισμένο αίτημα.

2. Αίτημα της προσφυγής μπορεί να είναι:

α. η ολική ή μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, ή

β. η τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης.

3. Αν η προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη αφορά τρίτους, στο δικόγραφο πρέπει να μνημονεύονται σαφώς οι διευθύνσεις της κατοικίας και του χώρου εργασίας ή της έδρας των τρίτων.

4. Η αόριστη μνεία στο δικόγραφο ότι προσβάλλεται και κάθε συναφής πράξη ή παράλειψη δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, εφόσον δεν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 7 του άρθρου 63, να ερευνήσει και ως προς τούτο την υπόθεση.

ΙΧ. Το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσφυγής (άρθρο 69 ΚΔΔ)

1. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

2. Κατ΄εξαίρεση, αν με την πράξη καταλογίζονται χρηματικά ποσά που αναφέρονται σε φορολογικές εν γένει απαιτήσεις του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή αυτοτελείς χρηματικές κυρώσεις για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, καθώς και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης. Ειδικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν την αναστολή ή θεσπίζουν την κατά ορισμένο μόνο ποσοστό αναστολή των πράξεων τούτων, διατηρούνται σε ισχύ.

3. Κατά τα λοιπά, σε κάθε περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 200 έως και 205.

Χ. Το απαράδεκτο της άσκησης δεύτερης προσφυγής (άρθρο 70 ΚΔΔ)

1.Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3,139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης.

2. Προσφυγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο προσφεύγων, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.

ΧΙ. Η εξουσία του αποφασίζοντος επί της προσφυγής δικαστηρίου

1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ΄εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, κατά περίπτωση, χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί:

α. αν συντρέχουν οι λόγοι της περ. α΄ της παρ. 3 ή

β. αν η πράξη είναι πλημμελής κατά τη νόμιμη βάση της, ή

γ. αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου.

2. Αν η προσφυγή στρέφεται κατά ρητής πράξης, το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε δέχεται την προσφυγή εν όλω ή εν μέρει και ακυρώνει ολικώς ή μερικώς την πράξη ή την τροποποιεί, είτε απορρίπτει την προσφυγή.

3. Το δικαστήριο ακυρώνει την πράξη και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να ενεργήσει τα νόμιμα:

α. αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση, ή

β. αν συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης, ή

γ. αν η Διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της εξουσία.

4. Αν η προσφυγή στρέφεται κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει την παράλειψη και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να προβεί στην οφειλόμενη ενέργεια, είτε απορρίπτει την προσφυγή.

5. Σε περίπτωση προσφυγής κατά πράξης ή παράλειψης φορολογικής ή τελωνειακής αρχής:

α) Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημα της. Κατ` εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, χωρεί αυτεπαγγέλτως, προκειμένου να διακριβωθεί αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου.

β) Η πράξη ακυρώνεται για παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τον τύπο ή τη Διαδικασία έκδοσης της πράξης, μόνον αν ο προσφεύγων επικαλείται και αποδεικνύει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την ακύρωση της πράξης.

γ) Οταν κατά την επιβολή ορισμένης κύρωσης η αρχή διαθέτει εξουσία επιμέτρησης την οποία, παρά το νόμο, είτε δεν άσκησε καθόλου είτε άσκησε πλημμελώς, το δικαστήριο, ελέγχοντας κατά τα ανωτέρω, τη σχετική πράξη, ασκεί το ίδιο την εξουσία αυτή, επιβάλλοντας την προσήκουσα κύρωση και μεταρρυθμίζοντας αντιστοίχως την πράξη.

δ) Αν η προσφυγή στρέφεται κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, δικάζει κατά πλήρη δικαιοδοσία και, είτε ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει την παράλειψη, αποφαινόμενο αυτό για την ύπαρξη και την έκταση του δικαιώματος ή της υποχρέωσης, είτε απορρίπτει την προσφυγή.

6. Το δικαστήριο δεν μπορεί, με την απόφασή του, να καταστήσει χειρότερη τη θέση του προσφεύγοντος, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της δεύτερης περιόδου της παρ. 1. Η χειροτέρευση της θέσης του προσφεύγοντος διαπιστώνεται από τη συνολική έκβαση της δίκης.
Νομολογία
Επειδή το Δικαστήριο επί προσφυγής ερευνά την υπόθεση από την αρχή και τη δικάζει τόσο κατά τον νόμο όσο και κατά την ουσία, το ΣτΕ συνήγαγε σε σταθερή νομολογία του το συμπέρασμα ότι είναι απαράδεκτη ή αλυσιτελής η προσβολή λόγων αναιτιολογήτου της προσβαλλόμενης πράξης, μη λήψης υπόψη ουσιωδών ισχυρισμών του προσφεύγοντος, πλάνης περί τα πράγματα, κακής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας ή κατάχρησης εξουσίας. Το Δικαστήριο προχωρίε πέρα από την εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της αρχής που εξέδωσε την πράξη και ερευνά την όλη ουσιαστική ορθότητα της πράξης καθ’ εαυτήν.
ΣτΕ 937/2018: Επί της ουσίας της υποθέσεως, το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε, εν πρώτοις, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο τον λόγο περί πλημμελούς αιτιολογίας της προσβληθείσης, με την προσφυγή, πράξεως, καθόσον, όπως εκρίθη, το αναιτιολόγητο δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως στο πλαίσιο της εκδίκασης των διαφορών ουσίας.
ΣτΕ 3380/1999: το Δικαστήριον επί προσφυγής ουσίας κρίνει την υπόθεσιν εκ νέου κατά τα το πραγματικόν και το νομικόν μέρος. Συνεπώς, όλοι οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται αοριστία της πειθαρχικής αποφάσεως αναιτιολόγητον, εσφαλμένη και κακή εκτίμησις του αποδεικτικού υλικού από το πειθαρχικόν συμβούλιον και κατάχρησις εξουσίας είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Βλ. ΣτΕ: 3208/89, 2828/87, 2713/92).

ΣτΕ 3484/1998: “Επειδή, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους ο ήδη προσφεύγων, παραπονείται ότι : η προσβαλλομένη απόφασις είναι αναιτιολόγητος, αόριστος, ότι εξεδόθη καθ’ υπέρβασιν των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας και κατά κατάχρησιν εξουσίας, ότι ερείδεται εις το πόρισμα της ΕΔΕ, το οποίο είναι αναιτιολόγητο και στηρίζεται εις ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά και ότι : δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν από την ανάκρισιν αλλά και το πειθαρχικόν συμβούλιον, οι “πλήρεις καταθέσεις των μαθητών”, οι ανακλητικές των καταθέσεις, οι ανακλήσεις των μηνύσεων, οι υπέρ του προσφεύγοντος καταθέσεις, το υλικό της ποινικής και πειθαρχικής δικογραφίας και οι αναφορές των γονέων προς τον εισαγγελέα και τον Υπ. Παιδείας, κλπ., δοθέντος ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το Συμβούλιον της Επικρατείας, όταν δικάζει επί προσφυγής ουσίας, κρίνει την υπόθεσιν, εξ υπαρχής, κατά τε το νομικόν και την ουσίαν και προβαίνει, το ίδιο, εις αυτοτελή διαπίστωσιν και εκτίμησιν των πραγματικών περιστατικών [βλ. ΣτΕ : 4289/97, 836, 1487/97].

ΣτΕ 3384/1990: Επειδή οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται αναιτιολόγητο και κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι το Συμβούλιο της Επικρατείας εξετάζει από την αρχή το πραγματικό και νομικό μέρος της υπόθεσης.

Γ. Η ΑΓΩΓΗ

Ι. Ορισμοί

Αγωγή είναι το ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον των ΤΔΔ, με το οποίο ένας ιδιώτης ζητεί από το δικαστήριο να του αναγνωριστεί χρηματική αξίωση ή να του καταβληθεί χρηματικό ποσό που του οφείλει το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ από οποιαδήποτε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Με την αίτηση ακύρωσης, την προσφυγή και την ανακοπή ακυρώνονται πράξεις ή παραλείψεις της Διοίκησης, ενώ με την αγωγή ζητούνται χρήματα [Σ. Μητσιοπούλου, Η αγωγή στη διοικητική δίκη. Δικονομικά και ουσιαστικά ζητήματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2019].

Ανάλογα με τη νομική βάση της, η αγωγή μπορεί να είναι i) ευθεία αγωγή, ii) αγωγή αποζημίωσης ή iii) αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Στην ευθεία αγωγή, η χρηματική απαίτηση πρέπει να απορρέει ευθέως είτε από ειδική νομοθετική διάταξη, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και η παρεμβολή της Διοίκησης με έκδοση διοικητικής πράξης για τη θεμελίωσή της, είτε από όρο διοικητικής σύμβασης, χωρίς δηλαδή να προβλέπεται επιπλέον της ένδικης διαδικασίας και τυχόν προηγούμενο στάδιο επίλυσης της διαφοράς ενώπιον αρμόδιου διοικητικού οργάνου. Σύμφωνα με τον ορισμό που έχει δοθεί από τη νομολογία του ΣτΕ, ευθεία αγωγή ασκείται για αξιώσεις από καθυστερημένες (δεδουλευμένες) αποδοχές ή άλλες απολαβές που ορίζονται και οφείλονται απευθείας εκ του νόμου, των οποίων την πληρωμή καθυστερεί για οποιονδήποτε λόγο το Δημόσιο (ΣτΕ 713/2017, 3441/2013). Η ευθεία αγωγή αντιπαρατίθεται στις περιπτώσεις στις οποίες, για τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψης αποδοχών απαιτείται η έκδοση πράξης της Διοίκησης την οποία παρανόμως παρέλειψαν τα όργανά της. Στην περίπτωση αυτή ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας (ΣτΕ 1386/1991).

Για την ευθεία αγωγή, ιδιαίτερη σημασία έχει η απόφαση ΣτΕ Ολ 689/2019: To βασικό νομικό ζήτημα που επέλυσε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση αυτή (όμοια και η ΣτΕ Ολ 690/2019) [Βλ. σχόλιο Ε. Παυλίδου, Υποκατάσταση νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας, με αφορμή τις ΣτΕ Ολ 689-90/2019, για την απευθείας άσκηση αγωγής ιδιοκτητών, επί περιορισμών προς προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, ΘΠΔΔ 5/2019] αφορά την ερμηνεία του άρθρου 22 του Ν 1650/1986, ειδικότερα δε τη μορφή της έννομης προστασίας του ιδιοκτήτη σε περίπτωση επιβολής επί του ακινήτου του μέτρων περιοριστικών της ιδιοκτησίας με σκοπό την προστασία των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος. Tο άρθρο αυτό ορίζει τα εξής: «1. Αν οι επιβαλλόμενοι, περιορισμοί και απαγορεύσεις είναι εξαιρετικά επαχθείς, με αποτέλεσμα να παρακωλύεται υπέρμετρα η άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από την κυριότητα, ενόψει του χαρακτήρα και του περιορισμού της ιδιοκτησίας, το Δημόσιο, ύστερα από αίτηση των θιγομένων, μπορεί, κατά το μέτρο του δυνατού, να αποδεχθεί είτε την ανταλλαγή των ιδιωτικών εκτάσεων με εκτάσεις του Δημοσίου είτε την παραχώρηση κατά χρήση στους θιγομένους δημοσίων εκτάσεων σε παραπλήσι- ες περιοχές για ανάλογη χρήση ή εκ- μετάλλευση είτε την καταβολή εφάπαξ ή περιοδικής αποζημίωσης, για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνεται υπόψη η υφιστάμενη χρήση της ιδιωτικής έκτασης, είτε τη μεταφορά συντελεστή δόμησης σε άλλη ιδιοκτησία, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Ν 880/1979 ….. 4. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ορίζονται οι προϋποθέσεις, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η διαδικασία και οι λοιποί όροι για τη χορήγηση των οικονομικών αντισταθμισμάτων, των αποζημιώσεων ή επιδοτήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 3. 5.». Συγκεκριμένα, το ερώτημα που απασχόλησε την Ολομέλεια ήταν αν, για την έννομη προστασία του ιδιοκτήτη, μπορεί να ασκηθεί ευθεία αγωγή, όπως δέχεται παγίως το Α ́ Τμήμα, ή αν πρέπει να τηρηθεί η διοικητική διαδικασία του άρθρου 22 και, σε περίπτωση μη ευδοκίμησης, να ασκηθεί αίτηση ακύρωσης κατά της ρητής ή σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης, που συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, όπως δέχεται το Ε ́ Τμήμα. Η Ολομέλεια δέχθηκε, τελικώς, ότι ο ιδιοκτήτης δικαιούται, μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος, να ασκήσει ευθεία αγωγή αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου για την ικανοποίηση της αξίωσής του, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει προηγουμένως τη διοικητική διαδικασία του άρθρου 22 του Ν 1650/1986. Η δυνατότητα δε αυτή ευθείας αγωγής αποζημίωσης του ιδιοκτήτη ικανοποιεί πλήρως τις επιταγές του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ όσον αφορά την έννομη προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας, αφού από τα υπέρτερης ισχύος νομοθετήματα αυτά δεν απορρέει υποχρέωση παροχής στον θιγόμενο ιδιοκτήτη ευχέρειας επιλογής αυτούσιας αποζημίωσης αντί της χρηματικής. Η Ολομέλεια επαναλαμβάνει, εν προκειμένω, την πάγια νομολογία που διαμόρφωσε η απόφαση ΣτΕ 4238/2013 του Α ́ Τμήματος, ότι από τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν 1650/1986 προκύπτει ότι η υποχρέωση του Δημοσίου για αποζημίωση του ιδιοκτήτη έκτασης, του οποίου το δικαίωμα κυριότητας επί της έκτασης αυτής περιορίζεται υπέρμετρα, δεν εξαρτάται από την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 22 του νόμου αυτού. Πράγματι, η αποδοχή της άποψης αυτής θα είχε ως συνέπεια ότι το Δημόσιο μη εκδίδοντας το διάταγμα θα είχε τη δυνατότητα να καταστήσει ανενεργό την υποχρέωσή του να προσφέρει στον θιγόμενο ιδιοκτήτη ένα από τα αντισταθμίσματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Ν 1650/1986, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η καταβολή χρηματικής αποζημίωσης, γεγονός που θα προσέκρουε στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης. Επομένως, μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπει η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 22 του Ν 1650/1986 για την υλοποίηση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν 1650/1986, ο θιγόμενος ιδιοκτήτης έχει τη δυνατότητα, κατ’ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν 1650/1986, να επιδιώξει με την άσκηση ευθείας αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου την επιδίκαση αποζημίωσης η οποία αντιστοιχεί στην κατά προορισμό χρήση του θιγομένου ακινήτου, όπως αυτή προβλέπεται από το χωροταξικό και πολεοδομικό καθεστώς που ισχύει στην επίδικη περιοχή.

Για τη βασιμότητα της αγωγής αποζημίωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ, απαιτείται η συνδρομή, σωρευτικά, των προϋποθέσεων της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, τις οποίες πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ενάγων: α) παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη αυτής, β) προερχόμενη από όργανο του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί ή της οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας, γ) πρόκληση ζημίας είτε στα υλικά, είτε στα άυλα έννομα αγαθά του ενάγοντος και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παρανομίας και ζημίας.

Η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού στηρίζεται στο άρθρο 904 ΑΚ που ορίζει τα εξής: «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος». Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, κατά τον οποίο, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, έχει εφαρμογή και στις έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου. Προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) (άρθρο 74 παρ. 2 ΚΔΔ) της απόρριψης  της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΣτΕ 651/2018, 2367/2017, 4102/2015, 528, 3064, 3499/2014, 318/2012, 531/2007). Ειδικότερα, από δικονομική άποψη, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει επικουρικό χαρακτήρα και ασκείται παραδεκτώς όταν απουσιάζει η δυνατότητα άσκησης της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι, είναι απαράδεκτη η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά τα οποία θα μπορούσαν να θεμελιώσουν αγωγή αποζημίωσης των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, δηλαδή σε παρανομία διοικητικής πράξης. Τούτο διότι η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ασκείται παραδεκτώς μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ελλείπουν οι προϋποθέσεις για την έγερση αγωγής αποζημίωσης για την αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε από παράνομη διοικητική πράξη ( (ΣτΕ 651/2018, 531/2007). Έτσι, κρίθηκε απαράδεκτη η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού που στηριζόταν σε παράνομες ενέργειες των οργάνων εναγομένου Ταμείου κατά την εξέταση αιτήματος για λήψη σύνταξης λόγω θανάτου του συζύγου και, ειδικότερα, στην παράνομη απόρριψη αιτήματος λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου από τα αρμόδια όργανά του (ΣτΕ 651/2018).

Ειδικότερα στην περίπτωση των διοικητικών συμβάσεων, για την επίκληση των διατάξεων  του αδικαιολόγητου πλουτισμού, θα πρέπει η παροχή του αναδόχου να έχει εκπληρωθεί με βάση άκυρη σύμβαση, έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η ικανοποίηση της αξίωσης για επιστροφή του πλουτισμού από την άκυρη συμβατική σχέση με ευθεία αγωγή, αλλά μόνο με την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

ΙΙ. Ενεργητική νομιμοποίηση (άρθρο 71 ΚΔΔ)

  1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δίκαιου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου.
  2. Σε άσκηση της κατά την προηγουμένη παράγραφο αγωγής νομιμοποιούνται και οι κάθε είδους καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι.
  3. Αγωγή μπορούν να ασκήσουν και οι δανειστές των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, δικαιούχων εφόσον οι τελευταίοι δεν την ασκούν, εκτός αν πρόκειται για προσωποπαγείς αξιώσεις (πλαγιαστική αγωγή).
  4. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αγωγή είναι απαράδεκτη αν πρόκειται για αξίωση φορολογικού εν γένει περιεχομένου (απαγόρευση φορολογικής αγωγής).

 

ΙΙΙ. Παθητική νομιμοποίηση

Η αγωγή ασκείται κατά του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, που είναι υπόχρεο προς ικανοποίηση της κατά την παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου αξίωσης.

 

IV. To περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής

  1. Το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 45, πρέπει να περιέχει και:

α) καθορισμό της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η αξίωση,

β) σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και τους λόγους που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση και

γ) σαφώς καθορισμένο αίτημα.

  1. Αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι:

α) η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής, ή

β) η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης.

 

V. To αίτημα της αγωγής

α) Καταψηφιστικό αίτημα

Καταψήφιση σημαίνει καταδίκη του Δημοσίου σε καταβολή της αξιούμενης παροχής κατά τρόπον ώστε η σχετική απόφαση να αποτελέσει εκτελεστό τίτλο. Δυνάμει της καταψηφιστικής απόφασης μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ. Η καταψηφιστική αγωγή είναι τοκοφόρος. Για το παραδεκτό αυτής απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου κατά το άρθρο 274 ΚΔΔ.

β) Αναγνωριστικό αίτημα

Το αναγνωριστικό αίτημα μπορεί να αφορά μόνο την ύπαρξη συγκεκριμένης υφισταμένης χρηματικής αξίωσης του ιδιώτη κατά του Δημοσίου. Επομένως, η αναγνωριστική αγωγή του ΚΔΔ είναι πολύ στενότερη αυτής του άρθρου 70 ΚΠολΔ. Ο ΚΠολΔ αναφέρεται στην ύπαρξη ή μη ύπαρξη οποιασδήποτε έννομης σχέσης, ενώ το άρθρο 73 παρ. 2 ΚΔΔ στην αναγνώριση της ύπαρξης και μόνο χρηματικής αξίωσης κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ. Επομένως, απαγορεύεται, κατά τον ΚΔΔ, η αναγνώριση της ανυπαρξίας χρηματικής αξίωσης (αρνητική αναγνωριστική αγωγή). Επιτρέπεται η αναγνώριση μόνο παρελθούσης ή ενεστώσας και όχι μελλοντικής χρηματικής αξίωσης κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ. Η αναγνωριστική απόφαση δεν συνιστά εκτελεστό τίτλο. Μπορεί να καταστεί καταψηφιστική και εκτελεστή με την καταβολή του δικαστικού ενσήμου με πράξη του Προέδρου του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναγνωριστική απόφαση (άρθρο 199 παρ. 4 ΚΔΔ).

 

VΙ. Tρόπος άσκησης της αγωγής

 Η αγωγή ασκείται με απλή κατάθεση (άρθρο 126 ΚΔΔ) και όχι με κατάθεση και επίδοση όπως στην πολιτική δίκη. Εξαίρεση στον κανόνα αυτόν αποτελεί η παρεμπίπτουσα αγωγή, που ασκείται με κατάθεση και επίδοση (άρθρο 114 παρ. 2 ΚΔΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 74 ΚΔΔ, δεν επιτρέπεται άσκηση αγωγής υπό αίρεση, δηλαδή εξαρτώμενη από γεγονός μέλλον και αβέβαιο, άσχετο προς τη συγκεκριμένη διαδικασία. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 74 ΚΔΔ, η  αγωγή μπορεί να έχει, εκτός από την κύρια, και μία ή περισσότερες επικουρικές πραγματικές ή νομικές βάσεις. Ratio της ρύθμισης είναι η αρχή της οικονομίας της δίκης και η αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι η διενέργεια διαφορετικών δικών για κύρια και επικουρικά αιτήματα θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντιφατικό δεδικασμένο.

 

VΙΙ. Δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες άσκησης της αγωγής (άρθρα 75, 76 ΚΔΔ)

Αρθρο 75

  1. Η εκκρεμοδικία αρχίζει με την κατάθεση της αγωγής και λήγει με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την κατάργηση της δίκης.
  2. Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής επέρχονται, ως προς τον εναγόμενο, από την επίδοσή της σε αυτόν από τον ενάγοντα. Η παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο διακόπηκε, αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης.
  3. Μεταβολή του αιτήματος της αγωγής είναι απαράδεκτη. Κατ’ εξαίρεση, ο ενάγων μπορεί, ως το τέλος της πρώτης συζήτησης, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να το μετατρέψει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό ή από αναγνωριστικό σε καταψηφιστικό.

 

Άρθρο 76

  1. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης αγωγής με το αυτό αντικείμενο, από τον ίδιο ενάγοντα.
  2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης αγωγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς. Η αγωγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης.
  3. Αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο ενάγων θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε

 

Δικονομικές συνέπειες άσκησης αγωγής

α) Εκκρεμοδικία

β) Απαράδεκτο μεταβολής του αιτήματος της αγωγής

– απαράδεκτο μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής

– παραδεκτό της μεταβολής της νομικής βάσης της αγωγής

γ) Το απαράδεκτο άσκησης δεύτερης αγωγής, εκτός εάν η πρώτη έχει απορριφθεί για τυπικούς λόγους (πχ έλλειψη αρμοδιότητας, νομιμοποίησης, ικανότητας δικαστικής παράστασης, ελλιπής καταβολή παραβόλου ή δικαστικού ενσήμου) ή ο ενάγων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής.

 

Ουσιαστικές συνέπειες άσκησης αγωγής

α) Διακοπή της παραγραφής (άρθρο 75 παρ. 2 ΚΔΔ)

β) Τοκοφορία της οφειλής

Στο άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26-6/10-7-1944, Α΄139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 – Α΄164), ορίζεται ότι: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής».

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), η υπέρ του Δημοσίου, μη δικαιολογούμενη από αποχρώντα λόγο δημόσιου ή γενικού συμφέροντος, διαφοροποίηση του ύψους του επιτοκίου που αφορά τις οφειλές του, σε σχέση με το ύψος του επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, συνιστά παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., (κυρωθείσης με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 ΦΕΚΑ΄ 256), με το οποίο ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. …» (βλ. απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος της 22ας Μαίου 2008)

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1663/2009 έκρινε, επικαλούμενη και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, (απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος) ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου αντίκειται στις μνημονευθείσες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ως εισάγουσα αδικαιολόγητη υπέρ του Δημοσίου διαφοροποίηση μεταξύ του ύψους του τόκου, νομίμου και υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου γενικώς ισχύοντος τόκου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών. Και τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό, μόνον το ταμειακό απλώς συμφέρον του Δημοσίου, το οποίο δεν ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση αυτή, δεδομένου μάλιστα ότι το Δημόσιο δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε την ύπαρξη κάποιου λόγου δημόσιου συμφέροντος, συναπτόμενου με την καλή άσκηση των δημοσίων λειτουργιών, που θα δικαιολογούσε την επίμαχη προνομιακή μεταχείρισή του. Το ΕΔΔΑ στην προαναφερόμενη απόφασή του (Μεϊδάνης κατά Ελλάδος), με την οποία κρίθηκε το ζήτημα της συμφωνίας με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της διαφοροποίησης του τόκου υπερημερίας, που εφαρμόζεται στις οφειλές των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και εκείνου που αφορά τις οφειλές των ιδιωτών, αφού δέχθηκε ότι μόνη η ένταξη στη δομή του Κράτους δεν αρκεί, καθεαυτή, για να καταστήσει νόμιμη, σε κάθε περίπτωση, την εφαρμογή των προβλεπόμενων για την καλή άσκηση των δημοσίων λειτουργιών, κρατικών προνομίων, περαιτέρω έκρινε ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ένα δημόσιο ή γενικό συμφέρον και να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος για σεβασμό της περιουσίας του δανειστή, που προκαλεί η ρύθμιση του άρθρου 7 του π.δ.496/1974, η οποία ορίζει το ύψος του τόκου, νομίμου ή υπερημερίας, σε 6%.

Με την απόφαση ΣτΕ 1620/2011 κρίθηκε ότι η διαφοροποίηση μεταξύ του τόκου, νομίμου και υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του γενικώς ισχύοντος τόκου, που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, μπορεί να δικαιολογηθεί από αποχρώντα λόγο δημόσιου ή γενικού συμφέροντος. Τέτοιο λόγο δεν αποτελεί το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, αποτελεί, όμως, η διασφάλιση «της δημοσιονομικής ισορροπίας του Κράτους». Εν προκειμένω, η δημοσιονομική ισορροπία του ελληνικού Κράτους, όπως είναι γνωστό, έχει ήδη σοβαρότατα κλονισθεί. Το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος είναι τεράστια, ανερχόμενα σε πρωτοφανή, στην ιστορία των δημόσιων οικονομικών της Χώρας, επίπεδα. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπισή τους, λόγω και της διεθνούς συγκυρίας καθώς και των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και διοίκησης, εκτιμάται ως εξαιρετικά δυσχερής. … Η μείωση, συνεπώς, του δημοσίου χρέους δεν συνιστά έναν απλώς δημοσιονομικό στόχο, αλλά αποτελεί εθνικό διακύβευμα. Και τούτο διότι η δημοσιονομική κρίση έχει, εξαιτίας της πρωτοφανούς διάστασής της, χαρακτήρα εθνικής κρίσης. Επομένως, η διαφοροποίηση, μεταξύ του επιτοκίου που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του υψηλότερου επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, συνεπαγόμενη τον περιορισμό του κρατικού χρέους, είναι, τουλάχιστον από το 2004, αφότου επισήμως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της Χώρας, πλήρως δικαιολογημένη. Και τούτο διότι συμβάλλει στην επίτευξη ενός μείζονος εθνικού συμφέροντος σκοπού, εκείνου της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας αρχικά, ήδη δε της αποτροπής της οικονομικής κατάρρευσης της Χώρας. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ, από την επίμαχη διαφοροποίηση, με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, των επιτοκίων δεν προκαλείται παραβίαση ούτε της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει και της εύλογης σχέσης των επιτοκίων. ….. Λόγω, όμως, της μείζονος σπουδαιότητας του ανωτέρω ζητήματος και της εν τω μεταξύ, αντίθετης προς την απόφαση 1663/2009 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας νομολογίας επ’ αυτού του Αρείου Πάγου (βλ. ΑΠ 1127,1128/2010) πρέπει το εν λόγω ζήτημα, της συμφωνίας του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ.18/1989.

Με την απόφαση ΑΕΔ 25/2012 κρίθηκε ότι η θέσπιση  και η διατήρηση σε ισχύ, για μεγάλο χρονικό διάστημα (ουσιαστικά από το 1877), ρυθμίσεως, κατά την οποία το καταβαλλόμενο από το Δημόσιο, με την ιδιότητα του οφειλέτου, ποσοστό τόκου υπερημερίας είναι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες οφειλέτες, δικαιολογείται από το γεγονός ότι, καθ’ όλο το διάστημα αυτό, το Ελληνικό Κράτος έχει διέλθει από διαδοχικές, σοβαρές, δημοσιονομικές κρίσεις, οι οποίες έχουν διαρκέσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα και των οποίων οι επιπτώσεις επεκτείνονται και σε περιόδους, κατά τις οποίες η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται και οι συγκυρίες είναι ευνοϊκές για την ανάπτυξη της χώρας. Ενόψει τούτου, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, ως κοινώς γνωστά, ιστορικά γεγονότα, και αξιολόγησε τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από το Δημόσιο σχετικά με την εύθραυστη και κινδυνεύουσα δημοσιονομική ισορροπία του, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση αυτή, και δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, καθόσον, ναι μεν δεν ανάγεται αμέσως στην άσκηση δημοσίας εξουσίας, όμως, αποβλέπει στην ορθή άσκηση αυτής, μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών. Ως εκ τούτου, η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο ορίζεται ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», εφόσον, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η συνταγματική αυτή διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής. Ειδικότερα, η εν λόγω διάταξη νόμου, η οποία αποβλέπει στον περιορισμό της αυξήσεως του κρατικού χρέους από τόκους για ληξιπρόθεσμες οφειλές, υπαγορεύεται από την ανάγκη προστασίας της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, στη δημιουργία της οποίας συμβάλλουν με την καταβολή φόρων οι φορολογούμενοι πολίτες και στην εξυπηρέτηση των οποίων πρέπει, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, να αποβλέπει η διαχείριση της εν λόγω περιουσίας, δεδομένου και ότι, σε περιόδους σοβαρών δημοσιονομικών κρίσεων, καθίσταται αναγκαία η εξασφάλιση της δυνατότητας υπολογισμού εκ των προτέρων της επιβαρύνσεως του Δημοσίου από τόκους για τις οφειλές του, ώστε να είναι τούτο σε θέση να προβλέψει, με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, τις επιπτώσεις από την καθυστέρηση εξόφλησης των οφειλών του και να προνοήσει για την εξασφάλιση των αναγκαίων εσόδων για την εξόφλησή τους κατά την κατ’ έτος κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού.

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 2114/2014 κρίθηκαν τα εξής: «10. Επειδή, σύμφωνα με τα ήδη κριθέντα με την υπ’αριθ.25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η θέσπιση, με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, επιτοκίου 6% για τις οφειλές του Δημοσίου και η, ως εκ τούτου, διαφοροποίηση αυτού σε σχέση με το υψηλότερο επιτόκιο που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, αποβλέπουν στον περιορισμό των οφειλών του Δημοσίου από τόκους και στην αποτροπή αυξήσεως του κρατικού χρέους, δικαιολογούνται δε ενόψει των συνθηκών που ίσχυσαν καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της διατάξεως αυτής και εξακολουθούν να ισχύουν, όπως επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ήδη από το 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας, και είχε ειδοποιήσει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανησυχητικής αυτής κατάστασης με τις αποφάσεις 2004/917/ΕΚ, 2005/334/ΕΚ και 2005/441/ΕΚ αυτού. Συνεπώς, με την επίμαχη ως άνω ρύθμιση, με την οποία δεν προκαλείται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σύμφωνα με τα κριθέντα από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, δεν παραβιάζεται ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τούτο δε, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η ρύθμιση αυτή αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση σκοπού επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των οφειλών του Δημοσίου με επιτόκιο 6%, αντί του γενικώς ισχύοντος μεγαλύτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας εκτάσεως, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξιώσεως.» Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική, αλλά ουσιαστική διάταξη. Ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου, σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου (πρβλ. Α.Ε.Δ. 25/2012, Σ.τ.Ε.1663/2009 Ολομ., Ε.Δ.Δ.Α. Μεϊδάνης κατά Ελλάδος 22.5.2008 σκέψεις 34 έως 36).».

Με την απόφαση ΑΕΔ 7/2011 κρίθηκε ότι εφόσον το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το  καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποίησης, ως προς το ζήτημα αυτό, της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή.

 

VΙΙΙ. Παρεμπίπτουσα αγωγή (άρθρο 77 ΚΔΔ)

  1. Με παρεμπίπτουσα αγωγή είναι δυνατόν να ζητηθούν:

α) τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της δίκης, ή

β) συμπληρωματική της αρχικής παροχή, αν μετά την άσκηση της αγωγής διευρύνθηκε κατά οποιονδήποτε τρόπο η αρχική αξίωση του ενάγοντος.

  1. Ως προς την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 114.

 

ΙΧ. Το περιεχόμενο της απόφασης επί της αγωγής (άρθρο 80 ΚΔΔ)

  1. Το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε δέχεται την αγωγή εν όλω ή εν μέρει και, ανάλογα με το αίτημά της, επιδικάζει την παροχή ή απλώς αναγνωρίζει τη σχετική αξίωση, είτε απορρίπτει την αγωγή.
  2. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής.
  3. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου που υποβάλλεται με το αρχικό δικόγραφο ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, να κηρύξει την απόφασή του εν όλω ή εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, αν υπάρχει αδυναμία ή ιδιαίτερη δυσχέρεια του αιτούντος προς αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του ή αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που συνηγορούν προς τούτο. Στις προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις, η προθεσμία, καθώς και η άσκηση της έφεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση, εκτός αν αυτή πρόκειται να γίνει κατά τρίτου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να κηρύξει για πρώτη φορά την απόφαση, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, προσωρινώς εκτελεστή εν όλω ή εν μέρει, ή να διατάξει την άρση της προσωρινής εκτέλεσης της απόφασης, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 212 – 215.

 

Δ) Η ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΔΔ

Ι. Ορισμός

Η ανακοπή είναι το γενικό ένδικο βοήθημα κατά των πράξεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της διοικητικής εκτέλεσης. Μπορεί να θεωρηθεί ως ειδική περίπτωση προσφυγής, αφού παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να ελέγξει την προσβαλλόμενη πράξη κατά τον νόμο και την ουσία και να την ακυρώσει ή να την τροποποιήσει ανάλογα με το αίτημα. Ασκείται μόνο κατά των πράξεων εκτέλεσης και όχι κατά της αρχικής καταλογιστικής πράξης, η οποία προσβάλλεται μόνο με προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης αναλόγως του είδους της διαφοράς. Δηλαδή με την ανακοπή προσβάλλονται οι πράξεις που εκδίδονται από την ταμειακή βεβαίωση της οφειλής έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκτέλεσης.

ΙΙ. Προσβαλλόμενες πράξεις

  1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά:

α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου,

β) της κατασχετήριας έκθεσης,

γ) του προγράμματος πλειστηριασμού,

δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και

ε) του πίνακα κατάταξης.

  1. Ανακοπή, επίσης, χωρεί κατά:

α) της αρνητικής δήλωσης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κ.Ε.Δ.Ε., εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου,

β) της δήλωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου, για την ύπαρξη απαίτησης δημοσίου δικαίου ή προνομίου του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε..

3. Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 63 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη διαδικασία (περί προσβολής των μεταγενέστερων συναφών πράξεων).

 

ΙΙΙ. Αρμόδιο δικαστήριο

  1. Καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά το άρθρο 216 διαφορών είναι, στον πρώτο βαθμό, το μονομελές πρωτοδικείο, ενώ στο δεύτερο βαθμό το τριμελές εφετείο. Εφόσον η απαίτηση, για την οποία χωρεί η εκτέλεση, δεν υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, αρμόδιο στο δεύτερο βαθμό καθίσταται το μονομελές εφετείο.
  2. Κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο σε πρώτο βαθμό είναι, σε περίπτωση ανακοπής κατά πράξης ταμειακής βεβαίωσης, το δικαστήριο όπου εδρεύει η αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, ενώ, σε κάθε άλλη περίπτωση ανακοπής, το δικαστήριο του τόπου της εκτέλεσης.

 

ΙV. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση προς άσκηση της ανακοπής (άρθρο 219 ΚΔΔ)

  1. Προς άσκηση ανακοπής νομιμοποιείται εκείνος που έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον ή στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου.
  2. Η ανακοπή στρέφεται:

α) Στις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παρ. 1, καθώς και στην περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 217: κατά του Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. η του τελωνείου που επισπεύδει την εκτέλεση, στον οποίο και επιδίδεται η ανακοπή. Ειδικώς, στην περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 217, η ανακοπή κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου, και στον αρμόδιο για τον πλειστηριασμό υπάλληλο, καθώς και στον υπερθεματιστή.

β) Στην περίπτωση ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 217: κατά του επισπεύδοντος την εκτέλεση Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου που επισπεύδει την εκτέλεση. Στην περίπτωση αυτήν η ανακοπή κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου, στον δανειστή του οποίου προσβάλλεται η κατάταξη και στον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ,

γ) Στην περίπτωση α’ της παρ, 2 του άρθρου 217: κατά του τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

 

V. Προθεσμία

  1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 2, η κατά το άρθρο 217 ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, η οποία αρχίζει:

α) στις περιπτώσεις α’, β’ και δ’ της παρ. 1, από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης, της κατασχετήριας έκθεσης και της έκθεσης πλειστηριασμού, αντιστοίχως,

β) στην περίπτωση ε’ της παρ. 1, από την επίδοση της γραπτής πρόσκλησης του αρμόδιου για τον πλειστηριασμό υπάλληλου, προς τους δανειστές, για να λάβουν γνώση του πίνακα κατάταξης,

γ) στην περίπτωση α’ της παρ. 2, από την επίδοση της δήλωσης του τρίτου ή την περιέλευση της σχετικής έκθεσης του ειρηνοδίκη, στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου που επισπεύδει την εκτέλεση,

δ) στην περίπτωση β’ της παρ. 2, από την περιέλευση στο σύνδικο, του πίνακα των βεβαιωμένων υπέρ του Δημοσίου χρεών του οφειλέτη, ενώ

ε) σε κάθε άλλη περίπτωση άσκησης ανακοπής, από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης.

  1. Ειδικώς, η κατά την περίπτωση γ’ της παρ, 1 του άρθρου 217 ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από την επίδοση του προγράμματος πλειστηριασμού.
  2. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί ανακοπή αν έχουν περάσει έξι (6) μήνες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού.

 

VΙ. Τρόπος άσκησης και περιεχόμενο του δικογράφου (άρθρο 221 ΚΔΔ)

  1. Η ανακοπή ασκείται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία (3) αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται.
  2. Το δικόγραφο της ανακοπής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει απαραιτήτως να μνημονεύει με ακρίβεια την προσβαλλόμενη πράξη και τον εκδότη της. Επίσης, πρέπει να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και σχετικό αίτημα.

 

VΙΙ. Προδικασία και κύρια διαδικασία (άρθρο 222 ΚΔΔ)

  1. Ως προς την προδικασία που πρέπει να τηρηθεί εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 126 έως και 131.

Σε περίπτωση ανακοπής κατά προγράμματος πλειστηριασμού, ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο, ή ο από αυτούς οριζόμενος δικαστής, ορίζει αμέσως δικάσιμο, η οποία πρέπει να απέχει τουλάχιστον δύο (2) πλήρεις ημέρες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου, επιδίδεται, με τη φροντίδα του ανακόπτοντος, στους καθ’ ων η ανακοπή μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από το δικαστήριο και η οποία πάντως δεν επιτρέπεται να απέχει λιγότερο από μία (1) πλήρη ημέρα από τη δικάσιμο. Στην περίπτωση αυτή δεν χωρούν πρόσθετοι λόγοι.

  1. Ως προς την κύρια διαδικασία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 132 έως και 143 ΚΔΔ.

 

VΙΙΙ. Έκταση της εξουσίας ελέγχου της καταλογιστικής πράξης από το δικαστήριο – παρεμπίπτων έλεγχος του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση (άρθρο 224 ΚΔΔ)

  1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της.
  2. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολο της, προκειμένου να διακριβωθεί:

α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή

β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου.

  1. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης.
  2. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο.
  3. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίος επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως.

 

ΙΧ. Η απόφαση επί της ανακοπής (άρθρο 225 ΚΔΔ)

Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο