Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο – Σκοποί και γενικές αρχές διοικητικής δίκης (12 Οκτωβρίου 2020, 23 Οκτωβρίου 2023)

Σκοποί και γενικές αρχές διοικητικής δίκης (12 Οκτωβρίου 2020, 23 Οκτωβρίου 2023)

Α. Οι σκοποί της διοικητικής δίκης

Ι. Ο αρχικός προβληματισμός: προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων των διοικουμένων ή έλεγχος νομιμότητας της διοικητικής δράσης;

Σε αντιδιαστολή με τους σκοπούς της πολιτικής δίκης, υπήρξε έντονη θεωρητική διαμάχη ως προς τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη διοικητική δίκη. Ειδικότερα, το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν πρωταρχικός σκοπός της διοικητικής δίκης είναι η προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων των ιδιωτών ή ο έλεγχος της νομιμότητας της διοικητικής δράσης. Πέρα του θεωρητικού ενδιαφέροντος, το ερώτημα αυτό έχει πρακτική σημασία, διότι καθορίζει την αποστολή του δικαστή και επηρεάζει την έκταση και την ένταση (πυκνότητα) του δικαστικού ελέγχου.  Όταν προτεραιότητα έχει ο έλεγχος της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η επίδικη (προσβαλλόμενη) συμπεριφορά της  διοικητικής αρχής και όχι ο θιγόμενος ιδιώτης. Αντίθετα, εάν προέχουσα θέση έχει η αποτροπή της παράνομης προσβολής δικαιωμάτων και εννόμων συμφερόντων του ιδιώτη από τη διοικητική δράση, λαμβάνεται  μέριμνα για τη διασφάλιση ευρύτερου και πυκνότερου δικαστικού ελέγχου. Με άλλα λόγια, η διοικητική δίκη κινείται μεταξύ της υποκειμενικής έννομης προστασίας και του αντικειμενικού ελέγχου νομιμότητας. Σήμερα, είναι προφανές ότι «το υποκειμενικό και το αντικειμενικό στοιχείο συνυπάρχουν, συμβαδίζουν και αλληλοσυμπληρώνονται» (αναλυτικά Β. Σκουρή, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, σ. 31-35). Ο σκοπός, πάντως, που επιδιώκεται πρωτευόντως είναι η έννομη προστασία των διοικουμένων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχετική συζήτηση στη γαλλική έννομη τάξη, όπου διαμορφώθηκε το βασικό διαπλαστικό ένδικο βοήθημα της διοικητικής δικονομίας, η αίτηση ακύρωσης. Λέγεται χαρακτηριστικά ότι η (ακυρωτική) διοικητική δίκη είναι «δίκη κατά (διοικητικής) πράξης», με σκοπό την εξαφάνιση της παράνομης πράξης από την έννομη τάξη, επομένως, πρωτίστως τη διασφάλιση της τήρησης της αρχής της νομιμότητας εκ μέρους της Διοίκησης. Ωστόσο, ορθά υποστηρίζεται ότι ο (αμιγώς) αντικειμενικός έλεγχος είναι ένας «μύθος» και στο πλαίσιο του ίδιου του γαλλικού διοικητικού δικαίου: η παραδοσιακή, αντικειμενική εικόνα της αίτησης ακύρωσης – δίκη κατά πράξης– φαίνεται ότι οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε ένα μύθο, ενώ η υποκειμενική διάσταση ουδέποτε ήταν απούσα από τις διοικητικές διαφορές, ιδίως μέσω του εννόμου συμφέροντος (intérêt à agir), της απαίτησης, δηλαδή, προσωπικού δεσμού του ιδιώτη με την πράξη που προτίθεται να προσβάλει δικαστικά και του αποκλεισμού της actiopopularis. Εντοπίζεται, περαιτέρω, μια διαρκώς εντεινόμενη «υποκειμενικοποίηση» της αίτησης ακύρωσης υπό την «ευεργετική» επιρροή του ευρωπαϊκού δικαίου, το οποίο αποδίδει πρωταρχική σημασία στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Η «υποκειμενικοποίηση» του ακυρωτικού ελέγχου υποδηλώνει την τάση να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση των φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και τα δικαιώματα που αντλούν από την έννομη τάξη, προκειμένου να συναχθούν νομικές και, κυρίως, δικονομικές συνέπειες. Ιστορικός δικαστής της Διοίκησης και των υποχρεώσεών της, ο (Γάλλος) διοικητικός δικαστής καθίσταται ο δικαστής των δικαιωμάτων των διοικουμένων (Βλ. Ε. Πρεβεδούρου, Εξελίξεις στην αίτηση ακύρωσης υπό το πρίσμα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΘΠΔΔ 4-5/2018, σ. 289).

Στην ελληνική έννομη τάξη, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνύπαρξης υποκειμενικού και αντικειμενικού στοιχείου στη διοικητική δίκη θα μπορούσε να αναφερθεί το άρθρο 30 του πδ 18/1989, που αφορά την παραίτηση από το δικόγραφο ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος. Ο αιτών μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο ενδίκου βοηθήματος (επομένως από τη δικαστική προστασία για θιγέν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του), με αποτέλεσμα την κατάργηση της δίκης, έως τη συζήτηση της υπόθεσης. Μετά τη συζήτηση, η παραίτηση δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα, δλδ η δίκη θα συνεχιστεί, παρά την περί του αντιθέτου επιθυμία του αιτούντος, με πρωτοβουλία του οποίου αυτή ξεκίνησε. Ως παράδειγμα υπεροχής του αντικειμενικού στοιχείου, θα μπορούσε να αναφερθεί το άρθρο 79 παρ. 1 στοιχ. α΄του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που προβλέπει αυτεπάγγελτο έλεγχο της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης από τον δικαστή, μεταξύ άλλων, αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση (ακόμη δλδ και αν ο λόγος αυτός δεν έχει προβληθεί από τον προσφεύγοντα, ο οποίος επιθυμεί την ακύρωση της πράξης ή της παράλειψης για λόγο ουσιαστικής νομιμότητας).

ΙΙ. Έννομη προστασία των διοικουμένων (ιδιωτών)

Στο πλαίσιο της ελληνικής συνταγματικής τάξης, πρωταρχικός σκοπός της διοικητικής δίκης είναι η προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των ιδιωτών:

  • Με την ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διαδικασία, παρέχεται έννομη προστασία κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ
  • Συνταγματικής περιωπής αξίωση του ιδιώτη να υπερασπίζεται τα δικαιώματα και συμφέροντά του με τα μέσα της διοικητικής δικονομίας.
  • Διεκδίκηση αυθεντικής αναγνώρισης (από τον διοικητικό δικαστή) των δικαιωμάτων του και συμμόρφωσης της αντιδίκου Διοίκησης προς το περιεχόμενο των δικαιωμάτων του.

Πρωταρχικός και κύριος στόχος της διοικητικής δίκης είναι η προστασία των δικαιωμάτων και λοιπών εννόμων συμφερόντων του ιδιώτη που θίγει η Διοίκηση με τη δράση της (νομικές πράξεις ή παραλείψεις ή υλικές ενέργειες).

ΙΙΙ. Έλεγχος νομιμότητας της διοικητικής δράσης

Στη συνέχεια («κατά δεύτερο λόγο»), ο δικαστής ελέγχει την τήρηση της αρχής της νομιμότητας εκ μέρους της Διοίκησης. Εκτός από τους άλλους μηχανισμούς ελέγχου (κοινοβουλευτικό έλεγχο, αυτοέλεγχο [ιεραρχικό, εποπτεία, αυτεπάγγελτο, με την άσκηση διοικητικών προσφυγών {άρθρα 24 και 25 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας}], έλεγχο από τον Συνήγορο του Πολίτη), είναι προφανές ότι ασφαλέστερη μέθοδος είναι ο δικαστικός έλεγχος που πραγματοποιείται από «την ανεπηρέαστη και ανεξάρτητη δικαστική κρίση». Το γεγονός ότι αρχικά η Διοικητική Δικαιοσύνη εντάχθηκε στους κόλπους της ίδιας της ελεγχόμενης Διοίκησης καταδεικνύει ότι πρόθεση της πολιτείας ήταν η υποταγή της διοικητικής δράσης στο δίκαιο. Λαμβανομένου υπόψη του, αρχικώς, ελλειπτικού χαρακτήρα του διοικητικού δικαίου (δηλαδή των κανόνων που διέπουν τη δράση της Διοίκησης και τις σχέσεις της με τους πολίτες), καθοριστικός υπήρξε και παραμένει ο ρόλος της Διοικητικής Δικαιοσύνης για την ανάπτυξη, εξειδίκευση και εμπέδωση της διαρκώς εξελισσόμενης αρχής της νομιμότητας.

IV. Ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου

Με την οριστική και δεσμευτική επίλυση της διοικητικής διαφοράς [δηλαδή της διατάραξης μιας έννομης σχέσης (διοικητικού δικαίου) εκ μέρους της Διοίκησης] και την αυθεντική διάγνωση της συγκεκριμένης νομικής κατάστασης από τον διοικητικό δικαστή, αποκαθίσταται η κοινωνική ειρήνη και προάγεται η ασφάλεια δικαίου, έκφανση της δικαιοκρατικής αρχής. Αφενός, οριστική διευθέτηση της συγκεκριμένης διαφοράςκατά τη λήξη μιας τυπικής και αυστηρής διαδικασίας παρέχουσας πληθώρα εγγυήσεων στους διαδίκους, αφετέρου, ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου. Διαβεβαίωση των ιδιωτών ότι τα δικαιώματά τους προστατεύονται κατά τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο και υπενθύμιση στην (εξοπλισμένη με προνόμια δημόσιας εξουσίας και εξυπηρετούσα το δημόσιο συμφέρον) Διοίκηση ότι η τήρηση της νομιμότητας και η συμμόρφωση στις υποχρεώσεις της έναντι των ιδιωτών μπορεί να επιβληθεί με αναγκαστικά μέσα.

 

Β. Οι γενικές αρχές της διοικητικής δίκης

Oι γενικές αρχές της διοικητικής δίκης είναι άγραφοι κανόνες που συνάγονται από το σύνολο της νομοθεσίας και με τις οποίες καλύπτονται κενά και αίρονται ερμηνευτικές αμφιβολίες. Τις αρχές αυτές αποδίδουν ιδίως βασικοί διαδικαστικοί κανόνες στα άρθρα 17-40 του ΠΔ 18/1989 και 33-43 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Οι γενικές αρχές αφορούν τρία κυρίως ζητήματα.

Ι. Την εξουσία υπαγωγής μιας διαφοράς σε δίκη, προόδου της δίκης και κατάργησής της

ΙΙ. Τα εξωτερικά γνωρίσματα της διοικητικής δίκης

ΙΙΙ. Τη σχέση δικαστηρίου και διαδίκων

Η ανωτέρω κατηγοριοποίηση είναι, φυσικά, σχηματική και, συνακολούθως, απλουστευτική. Μεταξύ των κατηγοριών δεν υπάρχουν στεγανά, δλδ κάποιες γενικές αρχές μπορούν να ενταχθούν σε περισσότερες κατηγορίες.

Η σχετική ανάπτυξη στηρίζεται πρωτίστως στο εγχειρίδιο  Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2023, αρ. περ. 537-555 και, δευτερευόντως, στο εγχειρίδιο Π. Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2014, αρ. περ. 272-295α.

Ι. Εξουσία υπαγωγής της διαφοράς σε δίκη, εξέλιξη, περάτωση της δίκης

1.Η αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης ή της μη αυτεπάγγελτης κίνησης της δίκης

Παρά την αντίθετη εντύπωση που μπορεί να δημιουργήσει το γράμμα των άρθρων 33 (μέριμνα για την πρόοδο της δίκης) και 35 (αυτεπάγγελτος έλεγχος των διαδικαστικών προϋποθέσεων) ΚΔΔικ, στη διοικητική δικονομία ισχύει η αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης (από τη σκοπιά του διαδίκου) ή η αρχή της μη αυτεπάγγελτης κίνησης  της δίκης (από τη σκοπιά του δικαστή).

Η αρχή αυτή σημαίνει ότι η έναρξη της δίκης, η έκταση του αντικειμένου και η περάτωση της δίκης  εξαρτώνται, κατά βάση, από τη βούληση των διαδίκων και όχι από την αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου. Όσον αφορά το αντικείμενο της δίκης: οι διαδικαστικές προϋποθέσεις, τα διαδικαστικά κωλύματα και οι προϋποθέσεις, ειδικότερα, του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος αποτελούν το δικονομικό αντικείμενο της δίκης, το οποίο αυτεπαγγέλτως ελέγχει το δικαστήριο, προκειμένου να προχωρήσει στο ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης, δηλαδή τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη είναι παράνομη και προσβάλλει έννομα συμφέροντα του προσφεύγοντος [βλ. αντί πολλών, Π. Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα, 2014, αρ. περ. 263 επ., κατά τον οποίο, το ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης αποδίδει τον ισχυρισμό του διαδίκου ότι το ένδικο βοήθημα είναι και βάσιμο].

Δεν συνιστούν εξαίρεση από την αρχή αυτή ούτε η παραπομπή της υπόθεσης από αναρμόδιο δικαστήριο στο αρμόδιο (άρθρο 12 παρ. 2 ΚΔΔικ), ούτε ο θεσμός της ανακοίνωσης της δίκης (άρθρο 51 παρ. 2 πδ 18/1989, 114 παρ. 1 ΚΔΔικ) από τον εισηγητή δικαστή ή τον διάδικο, αφού και στις δύο αυτές περιπτώσεις η δίκη έχει ξεκινήσει με πρωτοβουλία του ιδιώτη και όχι του δικαστή.

2. Η αρχή της δικαστικής απόφανσης μέσα στα όρια της αίτησης (ne eat iudex ultra petita partiam)

Μια από τις εκφάνσεις  της αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης είναι και η αρχή της δικαστικής απόφανσης εντός των ορίων  της αίτησης του ιδιώτη. Η αρχή αυτή εκφράζεται στο άρθρο 106 ΚΠολΔ και άρθρα 79 και 224 ΚΔΔικ.

Αυτό σημαίνει ότι ο διοικητικός δικαστής δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του διαδίκου (reformatio in pejus), να ακυρώσει ολικά τη διοικητική πράξη όταν του ζητείται με το ένδικο βοήθημα μόνον η μερική ακύρωσή της ή να επιδικάσει τόκους όταν αυτό δεν ζητείται (άρθρο 77 παρ. 1 ).

Εξαίρεση: καταδίκη ηττηθέντος διαδίκου από το ΣτΕ αυτεπαγγέλτως στη δικαστική δαπάνη (άρθρο 39 του πδ 18/1989).

3. Η αρχή της περάτωσης της δίκης με πρωτοβουλία του διαδίκου που ασκεί το ένδικο βοήθημα

Άλλη έκφανση της αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης είναι και η κατάργησή της με πρωτοβουλία του διαδίκου που την ξεκίνησε. Ειδικότερα, ο ιδιώτης μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο του ενδίκου βοηθήματος (άρθρα 30 πδ 18/1989 και 142, 143 ΚΔΔικ). Επίσης, μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλόμενη πράξη, με συνέπεια την απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος ως απαραδέκτου (άρθρο 29 πδ 18/1989).

Στην περίπτωση του θανάτου του διαδίκου, η δίκη διακόπτεται και, τελικά, καταργείται εφόσον οι δικαιούμενοι να την επαναλάβουν δεν επιθυμούν τη συνέχισή της. Δεν χωρεί αυτεπάγγελτη επανάληψη της δίκης χωρίς τη βούληση των κληρονόμων του ασκήσαντος το ένδικο βοήθημα. Χωρεί αυτεπάγγελτος προσδιορισμός δικασίμου, προκειμένου οι δικαιούμενοι σε επανάληψη της δίκης να δηλώσουν κατά πόσον το επιθυμούν. Αν οι ενδιαφερόμενοι δεν παραστούν ή δεν δηλώσουν βούληση επανάληψης της δίκης, η τελευταία καταργείται (άρθρα 31 πδ 18/1989, 140 παρ. 1, 141 παρ. 3 και 4, 142 παρ. 1 ΚΔΔικ).

4. Η αρχή της μέριμνας του δικαστηρίου για την πρόοδο της δίκης

Σύμφωνα με το άρθρο 33 ΚΔΔικ, το δικαστήριο μεριμνά για την πρόοδο της δίκης. Προς τον σκοπό αυτόν, διατάσσει την διενέργεια οποιασδήποτε απαραίτητης διαδικαστικής πράξης και λαμβάνει όλα τα κατά την κρίση του πρόσφορα μέτρα για τη διακρίβωση της αλήθειας και την ταχύτερη έκδοση της απόφασης. Το άρθρο αυτό «θεσπίζει τη δικονομική αρχή της μέριμνας του δικαστηρίου για την πρόοδο της δίκης και για τη διακρίβωση της αλήθειας»(ΣτΕ 1055/2016).

Eνώ στην πολιτική δίκη η αγωγή ασκείται με κατάθεση και επίδοση του ενδίκου βοηθήματος, τα ένδικα βοηθήματα της διοικητικής δίκης ασκούνται με απλή κατάθεση του δικογράφου (αγωγή, προσφυγή, αίτηση ακύρωσης, ένδικα μέσα). Οι κοινοποιήσεις προς τον αντίδικο και οι κλήσεις προς συζήτηση γίνονται με πρωτοβουλία του δικαστηρίου και όχι των διαδίκων. Εξαίρεση συνιστά η άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 21 παρ. 4 πδ 18/1989) και της φορολογικής προσφυγής (άρθρο 126 παρ. 2 ΚΔΔικ). Ο κανόνας της κοινοποίησης από το δικαστήριο δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, η κοινοποίηση επιβάλλεται επί ποινή απαραδέκτου (άρθρο 219 παρ. 2 ΚΔΔικ, επί ανακοπής). Το απαράδεκτο αφορά τη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος και όχι το ίδιο το βοήθημα.

Διαδικαστικές πράξεις διενεργούμενες με κατάθεση και επίδοση δικογράφου από τον ιδιώτη:

  • πρόσθετοι λόγοι (άρθρα 25 παρ. 1 πδ 18/1989, 131 παρ. 1, 235 παρ. 4, 253 παρ. 5, 255 παρ. 1 ΚΔΔικ)
  • παρέμβαση (άρθρα 49 παρ. 2 πδ 18/1989, 114 παρ. 2 ΚΔΔικ)
  • παρεμπίπτουσα αγωγή (άρθρο 77 ΚΔΔικ)
  • ανακοίνωση της δίκης (άρθρο 114 παρ. 1 ΚΔΔικ)
  • προσεπίκληση αναγκαίου ομοδίκου (άρθρο 117 ΚΔΔικ)

Η έλλειψη κοινοποίησης θεραπεύεται αν ο προς ον η επίδοση παραστεί στο δικαστήριο και δεν αντιλέξει  στην έλλειψή της (άρθρα 21 παρ. 6 πδ 18/1989, 61 παρ. 1 ΚΔΔικ).

Το δικαστήριο μεριμνά για την αναβολή της δίκης (άρθρο 135 παρ. 3 ΚΔΔικ), τον ορισμό δικασίμου προς επανάληψή της ή προς συζήτηση μετά τη διεξαγωγή αποδείξεων (άρθρο 153 ΚΔΔικ) ή για την έκδοση προδικαστικής απόφασης προς διεξαγωγή αποδείξεων (άρθρο 152 ΚΔΔικ).

Το δικαστήριο μεριμνά και για την επίδοση των αποφάσεων.

Εξαίρεση: οι ακυρωτικές αποφάσεις ΣτΕ (άρθρο 34 παρ. 5 πδ 18/1989) και ΤΔΔ (άρθρο 195 παρ. 1 ΚΔΔικ) επιδίδονται με μέριμνα της Γραμματείας μόνο στη διάδικο αρχή και όχι στους υπόλοιπους διαδίκους.

Βλ. πάντως και άρθρο 5 παρ. 2 Ν. 702/1977 και άρθρο 58 παρ. 3 πδ 18/1989.

5. Η ανακριτική αρχή

Στο αστικό δικονομικό δίκαιο ισχύει η συζητητική αρχή ή συζητητικό σύστημα (Verhandlungsmaxime ή Verhandlungs- ή Beibringungsgrunsatz), η οποία αποτυπώνεται στο άρθρο 106 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι (Γ. Ράμμου, Τα συστήματα της ανακρίσεως και συζητήσεως εν τη Πολιτική Δικονομία, 1934). Στο διοικητικό δικονομικό δίκαιο ισχύει κατά βάση η ανακριτική αρχή ή ανακριτικό σύστημα (Untersuchungsmaxime ή Untersuchungsgrundsatz ή Inqisitionsmaxime), όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 33 ΚΔΔικ. Το δικαστήριο λαμβάνει όλα τα κατά την κρίση του πρόσφορα μέτρα για τη διακρίβωση της αλήθειας και την ταχύτερη έκδοση της απόφασης, συλλέγοντας και αυτεπαγγέλτως αποδεικτικό υλικό και συνάγοντας από αυτό συμπεράσματα μη προταθέντα από τους διαδίκους.

Η ανακριτική αρχή συμπλέκεται με τις ως άνω αρχές της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της δικαστικής απόφανσης εντός των ορίων  της αίτησης του ιδιώτη. Επομένως, το μικτό σύστημα της διοικητικής δίκης διαφέρει τόσο από το ανακριτικό σύστημα της ποινικής δίκης [όπου υφίσταται δημόσιο συμφέρον για την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας], όσο και από το συζητητικό της αστικής δίκης.

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το ερώτημα αν η έναρξη και η υπόσταση της δίκης και η έκταση του αντικειμένου της εξαρτώνται από τη θέληση των διαδίκων ή του δικαστή, στο οποίο δίνει απάντηση η αρχή της διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, δεν πρέπει να συγχέεται με το ερώτημα αν η συγκέντρωση του πραγματικού υλικού (ιστορικό της διαφοράς), η υπαγωγή του στον κατάλληλο κανόνα δικαίου και η εξαγωγή του νομικού συμπεράσματος, δλδ η διενέργεια του δικανικού συλλογισμού εξαρτάται από τις προτάσεις των διαδίκων ή γίνεται κατά κύριο λόγο αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή, στο οποίο δίνει απάντηση η ανακριτική αρχή. Το εάν θα γίνει η δίκη και τι αντικείμενο θα έχει (πρωτοβουλία του διαδίκου) δεν πρέπει να συγχέεται με το πώς θα διαμορφωθεί η δικαστική κρίση (πρωτοβουλία του δικαστή).

Έκφανση της ανακριτικής αρχής συνιστούν οι αρχές που συνάγονται από τα άρθρα 28 πδ 18/1989 (αποκλεισμός εκκρεμοδικίας), 34 ΚΔΔικ (συνέπειες απουσίας διαδίκου),  22 πδ 18/1989 και 35 ΚΔΔικ (αυτεπάγγελτος έλεγχος διαδικαστικών προϋποθέσεων [δικαιοδοσία, αρμοδιότητα, ικανότητα διαδίκου, δικανική ικανότητα, ικανότητα προς το δικολογείν, νομιμοποίηση νομίμου αντιπροσώπου, τήρηση ενδικοφανούς διαδικασίας, νομιμοποίηση διαδίκων, έννομο συμφέρον, προθεσμία, δεδικασμένο], που ισχύει και στην πολιτική δίκη).

ΣτΕ 39/2005: «γενική δικονομική αρχή του ανακριτικού συστήματος, κατά την οποία για την πρόοδο της δίκης μεριμνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο και δεν εναπόκειται στους διαδίκους η μέριμνα αυτή, καθώς και της διενέργειας των ενδιάμεσων των διαδικαστικών πράξεων».

ΣτΕ 3035/2014: «Από τις …. διατάξεις [των άρθρων 19, 146, 149  του ΚΔΔικ] που αντανακλούν το κατ’ αρχήν διέπον τη διοικητική αρχή ανακριτικό σύστημα και ισχύουν, αφού ο νόμος δεν διακρίνει εν προκειμένω, τόσον επί προσφυγής, όσο και επί αγωγής ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου ουσίας, προκύπτει ότι το δικαστήριο, στο οποίο αποστέλλεται ο διοικητικός φάκελος, κατά το άρθρο 129, ελέγχει αυτεπαγγέλτως την πληρότητα του φακέλου αυτού, δυνάμενο να ζητήσει τη συμπλήρωσή του με οποιοδήποτε άλλο στοιχείο διαθέτει η Διοίκηση, το οποίο θεωρεί κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς»Επίσης ΣτΕ 4445, 4446/2012, 1631/2012, 1701/1987, 3756/1984. Βλ. και ΣτΕ 4518/2011: «η δικονομία του [Συμβουλίου της Επικρατείας]  προβλέπει την ενώπιόν του εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος, την έγγραφη διαδικασία (στα πλαίσια της οποίας η προφορική εκ μέρους παρισταμένου στο ακροατήριο δικηγόρου αγόρευση συνίσταται μόνο σε ανάπτυξη των ήδη προβληθέντων με τα κύρια δικόγραφα λόγων και ισχυρισμών) και την πρόοδο της διαδικασίας με πρωτοβουλία του δικαστηρίου και όχι των διαδίκων».

Η ανωτέρω δικονομική αρχή εφαρμόζεται από το δικαστήριο εντός των ορίων που προσδιορίζουν οι παραδεκτώς προβληθέντες ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι καθορίζουν την έκταση του αντικειμένου της δίκης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι δεν νοείται εφαρμογή του άρθρου 33 ΚΔΔικ όταν το δικαστήριο υπερβαίνει την εξουσία του, εξετάζοντας αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως το συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί παραδεκτώς ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου (ΣτΕ 1055/2016, σκ. 11).

ΣτΕ 1630, 1631/2017: από το άρθρο 33 του ΚΔΔ, που καθιερώνει το ανακριτικό σύστημα, δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει τη δυνατότητα να διατάξει αποδείξεις προκειμένου να θεραπεύσει την αοριστία του δικογράφου της αγωγής (πρβ. ΣτΕ 1884/1978).

Από την ανακριτική διαφέρει η γενική αρχή “jura novit curia”, «σύμφωνα με την οποία ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί ορισμένη διάταξη νόμου ως εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι το δικαστήριο οφείλει να προβεί σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής στην ορθή διάταξη νόμου»(ΣτΕ 2371-2375/2017, 898/2014). Το ίδιο ισχύει και με την υποχρέωση του δικαστή να χρησιμοποιεί αυτεπαγγέλτως τα διδάγματα της κοινής πείρας. Πάντως, ο δικαστής θα πρέπει να εκδώσει απόφαση μόνον επί τη βάσει των στοιχείων  του φακέλου και όχι επί τη βάσει ιδιωτικών γνώσεων (quod non est in actis non est in mundo).

ΙΙ. Τα εξωτερικά γνωρίσματα της διοικητικής δίκης

6. Η αρχή της συγκέντρωσης ή του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι

Η αρχή της συγκέντρωσης ή του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι σημαίνει ότι τα μέσα επίθεσης και άμυνας μπορούν κατά βάση να προβληθούν μέχρι το πέρας της πρώτης επ’ ακροατηρίω συζήτησης. Σε παλαιότερη νομολογία του ΣτΕ έχει γίνει δεκτό ότι «επί των Διοικητικών Δικαστηρίων διεπομένων υπό του ανακριτικού συστήματος δεν έχει κατ’ αρχήν εφαρμογήν το αξίωμα του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι»(ΣτΕ 732/1967). Πάντως, από επιμέρους διατάξεις του πδ 18/1989 και του ΚΔΔικ συνάγεται ότι η πρώτη συζήτηση συνιστά όριο διενέργειας διαδικαστικών πράξεων, όπως οι παρεμβάσεις (άρθρο 49 παρ. 2 πδ 18/1989), οι πρόσθετοι λόγοι (άρθρο 25 παρ. 2 πδ 18/1989), η ανακοίνωση δίκης (άρθρο 114 ΚΔΔικ), η παρεμπίπτουσα αγωγή (άρθρο 77 ΚΔΔικ), τα υπομνήματα (άρθρα 25 παρ. 2 πδ 18/1989, 138 παρ. 1 ΚΔΔικ), η παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρα 30 παρ. 1 πδ 18/1989, 143 παρ. 1 ΚΔΔικ), ο χωρισμός δικογράφου (άρθρα 115 παρ. 5, 122 παρ. 6 ΚΔΔικ), η προσκόμιση ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων και λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (άρθρα 33 πδ 18/1989, 150 παρ. 1 ΚΔΔικ. Για τη συμβατότητα του άρθρου 33 πδ 18/1989 προς το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, βλ. ΣτΕ 2980/2013. Βλ. επίσηςπρόσφατη νομολογία του Β΄ Τμήματος, που διαμόρφωσαν οι αποφάσεις ΣτΕ 2067, 2068, 2333-7/2016. Το Δικαστήριο εγκατέλειψε την αυστηρή ερμηνεία των άρθρων 25, 33 και 40 του πδ 18/1989και του άρθρου 237 ΚΠολΔ, κατά την οποία ο ασκών αίτηση ακύρωσης οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου της αίτησής του, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει με το εισαγωγικό δικόγραφο, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ή με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ιδιότητα στην οποία στηρίζει το έννομο συμφέρον του, εφόσον αυτή δεν προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης), η προσεπίκληση και συμμετοχή αναγκαίων ομοδίκων (άρθρα 117 ΚΔΔικ), η έκθεση απόψεων εκ μέρους της διοίκησης (άρθρο 23 πδ 18/1989).

Η αρχή της συγκέντρωσης αφορά τα μέσα επίθεσης και άμυνας, δηλαδή τις ενέργειες των διαδίκων και όχι του διοικητικού δικαστηρίου που αναζητεί με κάθε πρόσφορο μέσο την αλήθεια και σε μεταγενέστερες συζητήσεις της υπόθεσης, μέχρι την έκδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

7. Η αρχή της δημοσιότητας

Η αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων κατοχυρώνεται στο άρθρο 93 παρ. 2 Συντ, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 ΔΣΑΠ και 10 Οικ. Διακ. Βλ. και άρθρο 37 ΚΔΔικ. Για τη δυνατότητα  μετάδοσης δίκης από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση ή τη μαγνητοσκόπηση ή βιντεοσκόπηση, βλ. άρθρο 8 του Ν. 3090/2002.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα της συμβατότητας προς την αρχή της δημοσιότητας του άρθρου 34Α του ΠΔ 18/1989, το οποίο προβλέπει εν συμβουλίω διαδικασία, για την απόρριψη προδήλως απαραδέκτων ή αβασίμων ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων. Οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς δημόσια συνεδρίαση, αλλά ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο καταβάλλοντας το τριπλάσιο παράβολο. Κρίθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 34Α αφορούν στο σύνολο των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που εισάγονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, συμπεριλαμβανομένων και των ασκουμένων από το Δημόσιο, εν όψει, αφενός, της γραμματικής ερμηνείας του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η οποία αναφέρεται στον ασκήσαντα το ένδικο μέσο διάδικο, χωρίς να διακρίνει, αφετέρου, του ότι δίκη χωρίς επ’ ακροατηρίω συζήτηση (όπως είναι η εν συμβουλίω διαδικασία) αποτελεί και πρέπει να παραμένει η εξαίρεση από τον κατ’ άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος κανόνα της δημόσιας συνεδρίασης. Περαιτέρω, δεν  δύναται να συναχθεί βούληση του νομοθέτη περί αποκλεισμού του δικαιώματος του Δημοσίου να ζητήσει τη συζήτηση του ενδίκου του μέσου κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία λόγω της γενικώς προβλεπόμενης απαλλαγής του Δημοσίου από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου, η οποία ισχύει και για το παράβολο του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 34Α του ΠΔ 18/1989. Επομένως, και το Δημόσιο μπορεί να ασκήσει αίτηση συζήτησης στο ακροατήριο ενδίκων μέσων και βοηθημάτων τα οποία έχουν προηγουμένως απορριφθεί εν συμβουλίω ως προδήλως απαράδεκτα ή προδήλως αβάσιμα.

Η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 2 προβλέπει δύο εξαιρέσεις από τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων, δηλαδή τη βλάβη των χρηστών ηθών και τη συνδρομή ειδικών λόγων προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων. Δεν περιελήφθη στο κείμενο ο αναφερόμενος στον κίνδυνο για την «κοινή ευταξία» περιορισμός της δημοσιότητας, που προέβλεπαν τα προηγούμενα Συντάγματα. Τα χρηστά ήθη αποτελούν αόριστη νομική έννοια, αναπτύσσουν δε κανονιστική ισχύ μόνο στο μέτρο που κάποια πρωτογενής πηγή του δικαίου παραπέμπει σε αυτά. Κριτήριο προσδιορισμού της έννοιας των χρηστών ηθών είναι οι ιδέες του «μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα». Δεν ενδιαφέρουν συναφώς οι προσωπικές αντιλήψεις του δικαστή αλλά οι αντικειμενικές αντιλήψεις περί ηθικής που επικρατούν σε ορισμένη κοινωνία. Για τον προσδιορισμό της έννοιας καθοριστική σημασία έχουν οι θεμελιωδεις αρχές και αξιολογήσεις που διέπουν το θετικό δίκαιο και απορρέουν κυρίως από τη συνταγματική τάξη.

Η προδικασία και η εκτός του ακροατηρίου διαδικασία (πχ διεξαγωγή αποδείξεων), χωρίς να είναι μυστικές, δεν είναι δημόσιες. Μυστική είναι ,κατά το άρθρο 38 ΚΔΔικ, η διάσκεψη για την έκδοση απόφασης και το αποτέλεσμά της είναι απόρρητο έως τη δημοσίευση της απόφασης. Η δημοσίευση έγκειται στην ανάγνωση του διατακτικού της απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση.

8. Η αρχή της έγγραφης προδικασίας

Όπως προκύπτει από αρκετές διατάξεις των άρθρων 17-40 του πδ 18/1989 και των άρθρων 126-131 ΚΔΔικ, της κύριας διαδικασίας προηγείται έγγραφη προδικασία. Ο υποχρεωτικός και έγγραφος χαρακτήρας της προδικασίας ρυθμίζεται στο άρθρο 36 παρ. 1 ΚΔΔικ.

Ο σκοπός της προδικασίας έγκειται στην προετοιμασία, αφενός, των επιθετικών και αμυντικών μέσων των διαδίκων και, αφετέρου, του ίδιου του δικαστηρίου για τη συζήτηση στο ακροατήριο.

Στην ακυρωτική δίκη, έντονη συμμετοχή στην προδικασία έχει ο εισηγητής δικαστής (άρθρο 22 του πδ 18/1989), ο οποίος συλλέγει το αποδεικτικό υλικό. Στην προδικασία κατατίθενται δικόγραφα, υπομνήματα, παρεμβάσεις και πρόσθετοι λόγοι και ασκούνται δικαιώματα πρόσβασης στα στοιχεία της δικογραφίας. Η προδικασία έχει και στοιχεία προφορικότητας, εφόσον ο εισηγητής συνομιλεί για την υπόθεση με τους διαδίκους. Το άρθρο 22 του πδ 18/1989προβλέπει το καθήκον του εισηγητή δικαστή να συγκεντρώνει αυτεπάγγελτα κάθε χρήσιμο στοιχείο για τη διερεύνηση της υπόθεσης και να ζητά από τους διαδίκους να προσκομίσουν στοιχεία που λείπουν ή είναι οπωσδήποτε χρήσιμα. Πρόκειται για εξουσία που συνδέεται με το ανακριτικό σύστημα, έκφανση του οποίου αποτελεί και ο αυτεπάγγελτος δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών προϋποθέσεων.

Επισημαίνεται ότι με την απόφαση ΣτΕ 935/2017, το Δικαστήριο, θέτοντας τα όρια του αυτεπάγγελτου ελέγχου του εισηγητή δικαστή, τόνισε ότι η εξουσία του δεν φθάνει μέχρι του σημείου θεραπείας του «όλως αορίστου περιεχομένου της αιτήσεως του διαδίκου προς τη Διοίκηση», η οποία  αποτελεί προϋπόθεση στοιχειοθέτησης της (εκτελεστής) παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, η οποία συνιστά, με τη σειρά της, προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης, ως το αντικείμενο της δικαστικής προσβολής. Πράγματι, παρόμοια ενέργεια του εισηγητή δικαστή, η οποία συγκεκριμενοποιεί την αίτηση του διοικουμένου προς τη Διοίκηση και θεραπεύει τις πλημμέλειές της, καλύπτοντας, κατ’ουσία, την έλλειψη παραδεκτώς προσβλητής πράξης, δηλαδή την αναγόμενη στη φύση της προσβαλλόμενης πράξης προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης, «θα μπορούσε να καταστήσει εκ των υστέρων παραδεκτή μία αίτηση ακυρώσεως που είχε ασκηθεί απαραδέκτως, κατά προφανή παραγνώριση της αρχής της ισότητας των διαδίκων». Με άλλα λόγια, η προσπάθεια διάσωσης του ενδίκου βοηθήματος δεν μπορεί να φθάσει μέχρι την υποκατάσταση του δικαστή στον διάδικο και την εκ μέρους του συμπλήρωση «ειδικής δικονομικής προϋπόθεσης»αφού αυτό θα ισοδυναμούσε με παραβίαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων.

Με το άρθρο 24 του νόμου 4446/2016 (Α΄ 240)εισήχθη ο θεσμός του εισηγητή δικαστή στις διαφορές ουσίας (εκτός από το ένδικο βοήθημα της αγωγής) Βλ. συναφώς άρθρα 127 παρ. 3 και 128Ατου ΚΔΔικ.

9. Η αρχή της προφορικής διαδικασίας στο ακροατήριο

Σύμφωνα με το άρθρο 33 πδ 18/1989, η διαδικασία στο ακροατήριο διεξάγεται προφορικά και στηρίζεται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις προδικασία. Στην πράξη, προφορική είναι η διαδικασία στην ακυρωτική δίκη, ενώ στη δίκη ουσίας του ΚΔΔικ, οι διάδικοι αρκούνται στη δήλωση της παράστασής τους και την αίτηση για χορήγηση προθεσμίας νομιμοποίησης, ενώ το δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση ότι η υπόθεση συζητείται ή αναβάλλεται.

10. Η αρχή της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων

Σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ και 39 παρ. 1 ΚΔΔικ, η δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη και να απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.

Η αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων συνιστά έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου. Επιτελεί τριπλή λειτουργία:

  • Προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου δικαστική προστασία
  • Νομιμοποίηση της δικαστικής απόφασης αφού μέσω της αιτιολογίας, ο δικαστής προβαίνει σε αυτοέλεγχο
  • Ειρήνευση στη σχέση των αντιδίκων (Διοίκησης και ιδιώτη), αφού με αυτήν οι διάδικοι πείθονται ως προς τη νομική ορθότητα της απόφασης και μπορεί να αποφύγουν την άσκηση ένδικων μέσων.

Η αιτιολογία πρέπει να είναι πλήρης, σαφής και ειδική και να περιλαμβάνει τις διατάξεις που εφαρμόζει το δικαστήριο. Αντικατάσταση της αιτιολογίας με αναφορά στις σκέψεις άλλης απόφασης δεν επιτρέπεται. Η αρχή της αιτιολογίας δεν προσβάλλεται όταν πάσχει μόνο μια επάλληλη ή επικουρική βάση. Το δικαστήριο οφείλει να απαντά σε όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς, όχι όμως και σε προταθέντα νομικά επιχειρήματα (ΣτΕ 1198, 1200/1951) και μη αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΣτΕ 901/1963). Τα προσαχθέντα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους χωρίς όμως να απαιτείται αντιπαράθεση με καθένα από αυτά. Επιβάλλεται, πάντως, η επισήμανση ότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης δεν καλύπτεται με τη χαρακτηριστική στις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων αυτούσια παράθεση στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πληθώρας νομοθετημάτων χωρίς εξειδίκευση και εντοπισμό της κρίσιμης διάταξης ή φράσης στην οποία στηρίζεται η διαφορά.

Βλ. ΣτΕ 442/2018: «…γενική δικονομική αρχή σύμφωνα με την οποία τα δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν και να απαντούν με ειδική αιτιολογία σε όλους τους αυτοτελώς προβαλλόμενους από τους διαδίκους ουσιώδεις ισχυρισμούς, κατ’ εφαρμογή δε της γενικής αυτής αρχής η παράλειψη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να λάβει υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως περί παραβιάσεως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ. 18/1989»

Η απόφαση αποκτά υπόσταση με τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση. Μέχρι τη δημοσίευση, η υπόθεση τελεί σε διάσκεψη, ενώ μη δημοσιευθείσα απόφαση είναι ανυπόστατη (άρθρο 192 παρ. 2γ ΚΔΔικ).

Το άρθρο 39 παρ. 2 ΚΔΔικ προβλέπει ότι η γνώμη και τα ονόματα των τυχόν μειοψηφούντων μελών καταχωρούνται στην απόφαση. Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 996/1994 κρίθηκε ότι το Σύνταγμα ορίζει απλώς  στο άρθρο 93 παρ. 3 ότι η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικώς. Δεν ορίζει αν η γνώμη αυτή δημοσιεύεται επωνύμως ή ανωνύμως. Τούτο σημαίνει ότι ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να ορίσει τούτο ή το άλλο. Η ρύθμιση δε αυτή όχι μόνο δεν μειώνει τη δικαστική ανεξαρτησία αλλά αντιθέτως την ενισχύει, γιατί η διατύπωση της επώνυμης γνώμης του δικαστή, ο οποίος έχει συνταγματικά κατοχυρωμένη τη θέση και την ανεξαρτησία του, ασκεί την αρετή του θάρρους και συνεκδοχικά την ανεξαρτησία του δικαστή. Κατά τη μειοψηφία της εν λόγω απόφασης, με την αναγραφή των ονομάτων των δικαστών που μειοψήφησαν θίγεται η συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθ. 87 παρ. 1 του Συντάγματος) λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, αφού εκτίθενται στον κίνδυνο ηθικών και σωματικών προσβολών από μέρους εκείνων που θίγονται από τις γνώμες τους.

 

ΙΙΙ. Σχέση δικαστηρίου και διαδίκων

11.Η αρχή της ισότητας των διαδίκων

Σύμφωνα με το άρθρο 40 ΚΔΔικ, οι διάδικοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων και έχουν τα ίδια δικονομικά δικαιώματα και τις ίδιες δικονομικές υποχρεώσεις. Η διάταξη καθιερώνει την αρχή της δικονομικής ισότητας, η οποία αποτελεί έκφανση της γενικής αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 Συντ. Οι αποκλίσεις από την αρχή αυτή πρέπει να είναι δικαιολογημένες και ο λόγος απόκλισης να έχει συνταγματικό έρεισμα.

Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία, η δικονομική «ισότητα των διαδίκων» ή «ισότητα των όπλων» αποτελεί έκφανση της γενικής αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το Δικαστήριο την εφαρμόζει, ιδίως, στην καταβολή του παραβόλου μόνον από τους ιδιώτες διαδίκους [ΣτΕ 1994, 1995/2011«δεν τίθεται ζήτημα άνισης μεταχειρίσεως του ιδιώτη διαδίκου, ως εκ της υποχρεώσεως μόνον αυτού να καταβάλει παράβολο, έναντι του Δημοσίου κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει μεταξύ άλλων, την δικονομική ισότητα των διαδίκων, δεδομένου ότι η ιδιομορφία της διοικητικής δίκης συνίσταται σε τούτο ακριβώς, ότι δηλαδή κινείται μεν με πρωτοβουλία του ιδιώτη, στρέφεται, όμως, κατά διοικητικής πράξεως εξοπλισμένης με το τεκμήριο νομιμότητας. Επομένως, εφ’όσον οι διάδικοι δεν βρίσκονται στην ίδια ακριβώς δικονομική θέση, είναι δικαιολογημένη η επιβάρυνση εκείνου του διαδίκου, ο οποίος θέτει υπό αμφισβήτηση την κατ’ αρχήν υφισταμένη νομιμότητα (ΣτΕ 704/2005Ολ 647/2004] ή γενικότερα στη δαπάνη που συνεπάγεται γι’ αυτούς η δικαστική διένεξη, στα δικονομικά προνόμια του Δημοσίου [ΣτΕ4256/2012«ως έχει κριθεί (ΑΕΔ 1,2/2012), η θέσπιση βραχυτέρας (διετούς) παραγραφής για τις αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού δεν αντίκειται σε διάταξη του Συντάγματος. Δεδομένου δε ότι, στο συγκεκριμένο ζήτημα, το Σύνταγμα δεν έχει στενότερη έννοια από την Ε.Σ.Δ.Α., είναι απορριπτέος ο αυτός λόγος, κατά το μέρος που ανάγεται σε παράβαση της εν λόγω Συμβάσεως. Επίσης, για τον αυτό λόγο, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στα ανωτέρα άρθρα του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία εγγυώνται την ισότητα των διαδίκων και την ισονομία»], στην εξέταση των συνεπειών της αναδρομικής εφαρμογής δικονομικών διατάξεων [ΣτΕ 1826, 4108/2010, 2890/1997, 918, 1342/2009, 12/1997, Ολ 2000/1992: «η διάταξη του άρθρου 40 παρ. 2 του ν. 1968/1991, κατά το μέρος που επιτρέπει την εκ νέου άσκηση ενδίκων μέσων, τα οποία είχαν ήδη απορριφθεί λόγω μη νομιμοποιήσεως των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους, χωρίς να έχει μεταβληθεί το νομοθετικό καθεστώς επί του οποίου είχε στηριχθεί η απόρριψη του ενδίκου μέσου, παρέχουσα τη δυνατότητα ανατροπής των αμετακλήτως κριθέντων αντίκειται στη διάκριση των λειτουργιών, τη δικαστική ανεξαρτησία και την ισότητα των διαδίκων (άρθρα 26, 4 και 87 του Συντάγματος)»], στις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενδίκων βοηθημάτων και μέσων [ΣτΕ 2926/2013απορριπτέος είναι και ο … ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ταμείου περί παραβάσεως της διάταξης του άρθρου 4 του Συντάγματος, από την οποία απορρέει η ισότητα των όπλων των διαδίκων, τούτο δε διότι ο κατά τις ανωτέρω διατάξεις επιβαλλόμενος περιορισμός σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης σε διαφορές που δεν έχουν άμεσο χρηματικό αντικείμενο εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του εάν ο αναιρεσείων είναι ιδιώτης διάδικος ή διοικητική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΣτΕ Ολ 1315/2001] ή στο βάρος της απόδειξης [ΣτΕ Ολ 2035, 2036/2011: «η κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατά ατομικής διοικητικής πράξης μη δημοσιευτέας, η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο, αρχίζει από τότε που αυτός έλαβε πλήρη γνώση της έκδοσης της πράξης και του περιεχομένου της· το δε συγκεκριμένο χρονικό σημείο της πλήρους γνώσης μπορεί να τεκμαίρεται κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων κάθε υπόθεσης. ….. Η διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης, ύστερα από εκτίμηση των ανωτέρω στοιχείων, δεν παραβιάζει τη δικονομική ισότητα των όπλων, όπως υπολαμβάνουν οι τριτανακόπτοντες, δεδομένου ότι δεν μεταφέρεται στον αντίδικο του αιτούντος την ακύρωση το βάρος της απόδειξης ότι ο τελευταίος είχε πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης σε χρόνο καθιστώντα εκπρόθεσμη την αίτηση.» ]. Σε πρόσφατη απόφασή του, ΣτΕ 935/2017, το Δικαστήριο φαίνεται ότι εντοπίζει την παραβίαση της αρχής στο γεγονός ότι η  προτεινόμενη από τον αιτούντα διεύρυνση των κατ’ άρθρο 22 του πδ 18/1989 εξουσιών του εισηγητή δικαστήθα καθιστούσε εκ των υστέρων παραδεκτή μία αίτηση ακύρωσης που είχε ασκηθεί απαραδέκτως, πράγμα που ευνοεί τον αιτούντα έναντι της αντιδίκου Διοίκησης (βλ. ανωτέρω, αρχή της έγγραφης προδικασίας).

Παλαιότερα δικονομικά προνόμια του Δημοσίου έχουν καταργηθεί νομολογιακώς ή νομοθετικώς ως αντίθετα προς την άνω αρχή:

  • η απαγόρευση της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου (άρθρα 94 παρ. 4 Σ, 199 ΚΔΔικ, Ν. 3068/2002).
  • η αναστολή των προθεσμιών μόνον εις βάρος του Δημοσίου κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (ΕΔΔΑ Πλατάκου κατά Ελλάδας, ΣτΕ Ολ 2807, 2808/2002, 3601/2006).

Ο περιορισμός του νόμιμου και εξ υπερημερίας τόκου εις  βάρος του Δημοσίου στο 6% κρίθηκε παλαιότερα αντισυνταγματικός (ΣτΕ 3651/2002, ΣτΕ Ολ 1663/2009, ΕΔΔΑ 22 Μαΐου 2008, Μεϊδάνης κατά Ελλάδας).

Βασικά δικονομικά προνόμια του Δημοσίου στη γενική διαδικασία του πδ 18/1989 και του ΚΔΔικ:

  • η πλήρης αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων
  • η θέσπιση μαχητών τεκμηρίων υπέρ του Δημοσίου που αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης
  • η έλλειψη δαπανών του Δημοσίου ως προς την αμοιβή πραγματογνωμόνων (άρθρο 165 παρ. 3 ΚΔΔικ)
  • η απαλλαγή του Δημοσίου από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου, τελών χαρτοσήμου και της εισφοράς υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ.

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 647/2004 έγινε δεκτό ότι «η νομοθετική  πρόβλεψη της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της έφεσης ιδιώτη διαδίκου, αποβλέπει στην αποτροπή της άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων εφέσεων, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και της ανάγκης αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης. Η προβλεπόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις υποχρέωση καταβολής αναλογικού ποσού παραβόλου, ανερχόμενου σε πέντε εκατοστά (5%) του ποσού του προστίμου που όρισε η εκκαλούμενη απόφαση σε δίκες με αντικείμενο την επιβολή χρηματικής κυρώσεως για παράβαση του φορολογικού νόμου δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ’ αρχήν, ως αντικείμενη στο ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, του άρθρου 20 παρ. 1 Σ, δεδομένου ότι η σχετική ρύθμιση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού που συνάπτεται με την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, την αποτροπή δηλαδή της ασκήσεως προπετών ένδικων μέσων. Η επίτευξη του σκοπού αυτού προϋποθέτει τον καθορισμό του παραβόλου σε τέτοιο ύψος, ώστε η σχετική οικονομική επιβάρυνση να είναι ανάλογη με το οικονομικό αντικείμενο της υποθέσεως, προκειμένου να λειτουργεί πράγματι αποτρεπτικά ως προς την άσκηση της εφέσεως, η οποία δεν θα έχει πιθανότητα ευδοκιμήσεως. Ωστόσο, δεδομένου ότι στο νόμο δεν καθορίζεται ένα ανώτατο όριο (οροφή) παραβόλου, σε υποθέσεις με μεγάλο χρηματικό αντικείμενο, η σχετική οικονομική επιβάρυνση μπορεί να ανέλθει σε ιδιαιτέρως υψηλό ποσό. Στην περίπτωση αυτή, όταν δηλ. το ύψος του παραβόλου υπερβαίνει ένα ανώτατο όριο (οροφή), το οποίο θα έπρεπε να καθορίζεται από το νομοθέτη, βάσει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών συνθηκών, ο περιορισμός του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, τον οποίο συνεπάγεται η θέσπιση υποχρεώσεως καταβολής παραβόλου για την άσκηση εφέσεως, καθίσταται δυσανάλογος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δεδομένου, μάλιστα, ότι προβλέπεται η απόδοση του παραβόλου μόνο σε περίπτωση αποδοχής της εφέσεως, και όχι σε κάθε περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με σχετική δικαστική κρίση, η ασκηθείσα έφεση δεν υπήρξε προδήλως απερίσκεπτη ή αστήρικτη. Εξάλλου, η δυνατότητα απαλλαγής του διαδίκου από τη σχετική υποχρέωση, σε περίπτωση αδυναμίας καταβολής του παραβόλου, λόγω ένδειας, δεν αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι εγγυήσεις για την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι με την επίμαχη ρύθμιση θίγονται τα δικαιώματα του μη ενδεούς διαδίκου, ο οποίος υφίσταται μία δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση, προκειμένου η έφεσή του να κριθεί παραδεκτή. Η ως άνω ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σύμφωνη με το άρθρο 20 παρ. 1 Σ, δεδομένου ότι η δυνατότητα ασκήσεως εφέσεως συναρτάται με την οικονομική κατάσταση του εκκαλούντος. Και ναι μεν ο δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας δεν κατοχυρώνεται συνταγματικά, σε περίπτωση όμως που προβλέπεται νομοθετικά η δυνατότητα άσκησης εφέσεως, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού για την άσκησή της, δεν πρέπει να είναι δυσαναλόγως αυστηρές σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ενόψει των ανωτέρω, η νομοθετική πρόβλεψη καταβολής αναλογικού παραβόλου για την άσκηση εφέσεως επί φορολογικών υποθέσεων, είναι αντίθετη με το άρθρο 20 παρ. 1 Σ, κατά το μέρος που οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 171 του Κ.Φ.Δ. δεν θεσπίζουν ένα ανώτατο όριο (οροφή) στο ποσό του καταβλητέου παραβόλου, καθώς επίσης κατά το μέρος που οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν τη δυνατότητα αποδόσεως του ως άνω καταβληθέντος ποσού όχι μόνο επί αποδοχής της εφέσεως, αλλά και κατόπιν δικαστικής κρίσεως περί του δικαιολογημένου της ασκήσεως αυτής….. […] δεν τίθεται θέμα άνισης μεταχείρισης του ιδιώτη διαδίκου έναντι του Δημοσίου, ως εκ της υποχρεώσεως του πρώτου μόνον σε καταβολή παραβόλου κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 Σ, που κατοχυρώνει και τη δικονομική ισότητα του διαδίκου, διότι η ιδιομορφία της διοικητικής δίκης συνίσταται εις τούτο ακριβώς, ότι δηλαδή κινείται μεν με πρωτοβουλία του ιδιώτη, στρέφεται όμως κατά διοικητικής πράξεως η οποία είναι εξοπλισμένη με το τεκμήριο νομιμότητας. Εφόσον, λοιπόν, οι διάδικοι δεν βρίσκονται στην ίδια ακριβώς δικονομική θέση, είναι δικαιολογημένη η επιβάρυνση του διαδίκου εκείνου, ο οποίος θέτει υπό αμφισβήτηση την κατ’ αρχήν υφιστάμενη νομιμότητα» (βλ. και ΣτΕ 246, 1201, 1541, 1757, 1778,3409/2010).

12. Η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης των διαδίκων

Σύμφωνα με το άρθρο 41 ΚΔΔικ, ο δικαστής οφείλει να καλεί τους διαδίκους ώστε αυτοί να παρίστανται και να ακούγονται κατά τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. Πρόκειται για έκφανση της απαίτησης του άρθρου 20 παρ. 1 Συντ για δικαστική ακρόαση και προστασία.

Θεμελιώδεις δικονομικές πτυχές της αρχής της δικαστικής ακρόασης είναι οι εξής:

  • Γνωστοποίηση σε όλους τους διαδίκους του χρονικού σημείου διενέργειας διαδικαστικών πράξεων καθώς των ίδιων των διαδικαστικών πράξεων που θίγουν ή ενδέχεται να θίξουν δικαιώματα ή έννομα συμφέροντα των διαδίκων. Προς τον σκοπό αυτό διενεργείται η κοινοποίηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, πρόσθετων λόγων, παρεμβάσεων κ.λπ.
  • Παροχή σε όλους τους διαδίκους ίσης προπαρασκευαστικής προθεσμίας για την προετοιμασία μέσων επίθεσης και άμυνας
  • Παροχή ίδιου χρόνου προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων και άμυνας σε αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και ίδιων δικαιωμάτων συμμετοχής στην αποδεικτική διαδικασία
  • Υποχρεωτική αιτιολόγηση της απόφασης ώστε να διαπιστώνεται η πραγματική λήψη υπόψη των ισχυρισμών των διαδίκων
  • Έγκυρη και έγκαιρη κλήση των διαδίκων στη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων υπό την έννοια της αναλογικής παροχής ίσης, ικανής προπαρασκευαστικής προθεσμίας.

Η ελλείπουσα κοινοποίηση δεν αναπληρώνεται από τη δημοσίευση του εκθέματος των υποθέσεων (ΣτΕ 985/1935, 1099/1938), αλλά θεραπεύεται εάν ο οι διάδικοι παρίστανται και δεν αντιλέγουν (άρθρα 21 παρ. 6 πδ 18/1989, 135 παρ. 2 στ΄ ΚΔΔικ). Πρόκειται για θεραπεία σχετικής ακυρότητας.

Ο διάδικος  έχει δικαίωμα και όχι υποχρέωση παράστασης στη διαδικαστική πράξη, δεδομένου ότι η απουσία του δεν παρακωλύει την πρόοδο της διαδικασίας. Εφόσον έχει κληθεί νομοτύπως, η απουσία του δεν έχει καμία συνέπεια για την εκδίκαση της υπόθεσης, η οποία διενεργείται κανονικά (άρθρα 28 πδ 18/1989, 34, 135 παρ. 1 ΚΔΔικ). Αν η κλήση δεν πραγματοποιήθηκε ή δεν είναι έγκυρη ή νομότυπη και η υπόθεση, παρά ταύτα, συζητήθηκε, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 89 ΚΔΔικ). Την ίδια δικονομική δυνατότητα έχει και σε περίπτωση που δεν προσήλθε λόγω ανωτέρας βίας, παρά τη νομότυπη κλήτευσή του. Παρεμφερής είναι η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 5 του πδ 18/1989, για τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας αναφέρεται συναφώς και στην αρχή της αντιμωλίας (ΣτΕ 1338/2017: θεμελιώδης δικονομική αρχή της αντιμωλίας),  η οποία«επιβάλλει … την έκδοση αναβλητικών αποφάσεων σε κάθε περίπτωση που Δικαστήριο άγεται στην αυτεπάγγελτη υιοθέτηση ενός καθαρά νομικού συλλογισμού, έχοντος επίδραση στην λύση εκκρεμούς ενώπιόν του υποθέσεως και μη συναρτωμένου με προβολή πραγματικού, προκειμένου να λαμβάνουν θέση επ’ αυτού οι διάδικοι» [ΣτΕ Ολ 3319, 3320/2010: εφ’ όσον το Δικαστήριο άγεται τελικώς, σε ακύρωση για λόγο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο, και, μάλιστα, ανεξαρτήτως του εάν αυτός στηρίζεται, όπως εν προκειμένω, ή όχι σε πραγματικό, το Δικαστήριο όφειλε, κατά γενική δικονομική αρχή, να μην εκδώσει ακυρωτική απόφαση, αλλά να αναβάλει, με την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οριστική επίλυση της διαφοράς, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του λόγου αυτού (βλ. απόφαση ΔΕΚ, Τμήματος μείζονος συνθέσεως της 2.12.2009, υποθ. C-89/08, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας)]. Βλ. επίσης αποφάσεις ΣτΕ 2333-2337/2016, 170, 171/2017. Βλ. και ΣτΕ 1567/2005, παραπεμπτική στην Ολομέλεια (επί της οποίας εκδόθηκε η ΣτΕ Ολ 1847/2008), ως προς το θέμα της συνταγματικότητας νεότερου νόμου ο οποίος καταλαμβάνει και εκκρεμή δίκη: «…επί του ζητήματος αν οι νεότερες διατάξεις συνεπάγονται κατάργηση της δίκης, το οποίο εξαρτάται από το κύρος των διατάξεων του νέου νόμου και, συγκεκριμένα, από την κρίση αν οι διατάξεις αυτές συνάδουν ή όχι προς το Σύνταγμα, και γενικότερα επί του ζητήματος της επιρροής του νέου νόμου (3207/2003) επί της υποθέσεως, το οποίο ανέκυψε οψιγενώς, εφόσον, ο παραπάνω νόμος δημοσιεύθηκε μετά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και ενώ αυτή ήταν υπό διάσκεψη, τίθεται το ερώτημα αν το Δικαστήριο πρέπει, κατ’ εφαρμογή της αρχής της δίκαιης δίκης, να δώσει την δυνατότητα στους διαδίκους να διατυπώσουν τις απόψεις τους και επομένως αν πρέπει να αναβάλει την εκδίκαση της υποθέσεως για τον λόγο αυτόν (Βλ. ΣτΕ 16481649/1994). Κατά την γνώμη που επικράτησε στο Τμήμα, δεν επιβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως διότι εάν, …, κριθεί ότι υφίσταται αντίθεση του άρθρου 11 του ν. 3207/2003, προς το Σύνταγμα η υπόθεση θα παραπεμφθεί στην Ολομέλεια, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος και συνεπώς οι διάδικοι θα έχουν την δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί της επιρροής του εν λόγω νόμου στην υπόθεση κατά την συζήτηση ενώπιον του σχηματισμού αυτού». 

Επιβάλλεται η επισήμανση ότι η νομολογία των υπερεθνικών δικαστηρίων εντάσσει τις περιπτώσεις αυτές στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της ισότητας των όπλων. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, πρόκειται για την «εύλογη δυνατότητα κάθε διαδίκου να εκθέσει την υπόθεσή του στο δικαστήριο κατά τρόπο που δεν τον θέτει σε ουσιωδώς δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τον αντίδικο» [ΕΔΔΑ 30 Ιουνίου 1959, Szwabowicz κατά Σουηδίας˙ 6 Μαΐου 1985, Bonîsch κατά Αυστρίας, Série A, n° 92˙ 23 Ιουνίου 1993, Ruiz-Mateos κατά Ισπανίας (n° 2/1992/347/720), Série A, n° 262, § 63. Βλ., ενδεικτικά, G. Cohen-Jonathan]. Tο ίδιο, φυσικά, περιεχόμενο της αναγνωρίζει και το ΔΕΕ, το οποίο δέχεται ότι «[η] αρχή της ισότητας των όπλων αποτελεί συμπλήρωμα της έννοιας της δίκαιης δίκης και συνεπάγεται ότι πρέπει να παρέχεται σε καθέναν από τους διαδίκους ευλόγως η δυνατότητα να εκθέτει την άποψή του, περιλαμβανομένων των αποδεικτικών στοιχείων, υπό συνθήκες που δεν τον περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου [ΔΕΕ 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. I-8533, σκέψη 88.]…Σκοπός αυτής της αρχής είναι η διασφάλιση της δικονομικής ισορροπίας μεταξύ των διαδίκων στην ένδικη διαδικασία, ώστε να εξασφαλίζεται η ισότητα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των διαδίκων αυτών όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τους κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και την κατ’ αντιμωλία διαδικασία ενώπιον του δικαστή [ΔΕΕ της 6ης Νοεμβρίου 2012, C‑199/11, Europese Gemeenschap, ECLI:EU:C:2012:684, σκέψεις 71, 72˙tης 12ης Νοεμβρίου 2014, Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής, C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 31, και διάταξη της 16ης Ιουλίου 2015, Sánchez Morcillo και Abril García, C‑539/14, EU:C:2015:508, σκέψη 48], καθώς και τα δικαιώματα ασκήσεως ένδικων βοηθημάτων από τους εν λόγω διαδίκους» [ΔΕΕ της 17ης Ιουλίου 2014, Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψεις 44, 48 και 49]Σημειώνεται, πάντως, ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, οσάκις μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ανακύπτουν αυτεπαγγέλτως ερευνώμενα ζητήματα και εκδίδεται αναβλητική απόφαση προκειμένου να λάβουν επ’ αυτών θέση οι διάδικοι, στηρίζεται στη δικονομική αρχή της αντιμωλίας και μόνον [βλ. αποφάσεις ΣτΕ 2333-2337/2016, 170, 171/2017], χωρίς μνεία της αρχής της ισότητας των όπλων.

13. Η αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης

Σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 ΚΔΔικ, «οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, οι εκπρόσωποι και οι δικαστικοί πληρεξούσιοι οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, να τηρούν το καθήκον της αλήθειας και να αποφεύγουν ενέργειες που προδήλως παρελκύουν τη δίκη». Σε περίπτωση παράβασης της παραπάνω αρχής, η κύρωση δεν είναι το απαράδεκτο της σχετικής διαδικαστικής πράξης, αλλά χρηματικές και πειθαρχικές κυρώσεις. Στοιχείο της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης συνιστά και η προβλεπόμενη στο άρθρο 43 ΚΔΔικ υποχρέωση ευπρεπούς διατύπωσης των δικογράφων και των υπομνημάτων. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί, με την απόφασή του, να διατάξει τη διαγραφή ανάρμοστων φράσεων από δικόγραφο ή υπόμνημα (άρθρο 43 παρ. 2 ΚΔΔικ). Στην ακυρωτική δίκη, τα σχετικά ζητήματα ρυθμίζονται με ανάλογη εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων του ΚΠολΔ, ιδίως το άρθρο 116 ΚΠολΔ (άρθρο 40 πδ 18/1989).

 Χρηματικές κυρώσεις για τον ιδιώτη διάδικο

Κατά το άρθρο 42 παρ. 2 ΚΔΔικ, «αν ο ιδιώτης διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπος ή ο δικαστικός πληρεξούσιός του υποπέσει σε παράβαση των κανόνων της προηγούμενης παραγράφου, το δικαστήριο, με την οριστική του απόφαση, επιβάλλει σε αυτόν χρηματική ποινή έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. Προς τούτο, αν, κατά τη συζήτηση ή τη διάσκεψη της υπόθεσης, διαπιστωθεί ότι συντρέχει ενδεχομένως περίπτωση επιβολής της κατά την προηγούμενη περίοδο ποινής, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με πράξη του, καλεί το συγκεκριμένο πρόσωπο να εκθέσειεγγράφως τις απόψεις του μέσα σε τασσόμενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία». Το δικαστήριο δεν διατάσσει αποδείξεις, αλλά διαπιστώνει την παράβαση αυτεπαγγέλτως. Έχει κατά χρόνον αρμοδιότητα για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθορυ 42 παρ. 2 ΚΔΔικ από το χρονικό σημείο διενέργειας της κακόπιστης πράξης έως τη διάσκεψη. Η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις κακόπιστης συμπεριφοράς αναφέρονται οι εξής:

  • Αλλοίωση χρονολογίας υποβληθέντος από διάδικο αποδεικτικού στοιχείου
  • Υποβολή φωτοτυπίας ενδίκου βοηθήματος με απάλειψη της έκθεσης κατάθεσης, για να καλυφθεί το εκπρόθεσμο αυτού
  • Άσκηση προδήλως απαραδέκτου ή προδήλως αβασίμου ενδίκου βοηθήματος εν γνώσει του διαδίκου.

Πειθαρχικές ευθύνες του διοικητικού οργάνου

Σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 3 του ΚΔΔικ, «[α]ν από τη διεξαγωγή της δίκης προκύψει ότι συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, διοικητικού οργάνου, επειδή αυτό, εν γνώσει του, έχει εκδώσει πράξη ή έχει προβεί σε υλική ενέργεια, προδήλως παράνομη, ή, εν γνώσει του, κατά πρόδηλη παράβαση του νόμου, έχει παραλείψει οφειλόμενη ενέργεια, το δικαστήριο, με ειδική απόφασή του που εκδίδει ως συμβούλιο, παραπέμπει το ζήτημα στη Διοίκηση. Στην περίπτωση αυτή, η έγερση πειθαρχικής αγωγής ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου είναι υποχρεωτική και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής δίκης ανακοινώνεται στο δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει αν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης των εκπροσώπων του Δημοσίου ή άλλου ΝΠΔΔ για παράβαση των κανόνων της παραγράφου 1».

Αποστολή απόφασης στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης

Σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 4 του ΚΔΔικ, «[α]ν από την έρευνα του φακέλου της υπόθεσης προκύψουν υπόνοιες για παράνομη ενέργεια ή παράλειψη διοικητικού οργάνου, η οποία μπορεί να επισύρει κατά νόμο τον προσωπικό καταλογισμό του ή διαπιστωθούν πλημμέλειες ή κενά της διοικητικής διαδικασίας αποστέλλεται, με πρωτοβουλία του εισηγητή δικαστή, αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, από την οποία προκύπτει η σχετική ενέργεια, παράλειψη ή πλημμέλεια, με ειδική επισήμανση αυτής στο οικείο διαβιβαστικό έγγραφο, στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, προκειμένου ο τελευταίος, ύστερα από σχετική έρευνα, να ενημερώσει το αρμόδιο για την υποβολή της αίτησης καταλογισμού όργανο και να προβεί σε κάθε άλλη απαιτούμενη ενέργεια της αρμοδιότητάς του». (Διάταξη που προστέθηκε με το άρθρο 17 του Νόμου 3900/2010).

14. Η αρχή της άπαξ άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων

΄Απαξ άσκηση ενδίκων μέσων

Για την τήρηση της ασφάλειας του δικαίου και της αποτροπής του κατακερματισμού και της διαιώνισης των δικών, ισχύει και στη Διοικητική Δικονομία η αρχή της άπαξ άσκησης των ενδίκων μέσων, όπως και στο Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, ανεξαρτήτως του αν το ένδικο μέσο απορρίφθηκε για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους. Προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής είναι η προηγούμενη άσκηση ομοειδούς ένδικου μέσου, ανεξαρτήτως του αν συζητήθηκε ή όχι (1), η ταυτότητα της προσβαλλόμενης απόφασης (2) και η ταυτότητα των διαδίκων (3). Βλ. για την ακυρωτική έφεση και αναίρεση άρθρο 59 πδ 18/1989 και ΣτΕ 2173/1967, 3208/1971. Προσφάτως ΣτΕ1003/2018: σύμφωνα με γενική δικονομική αρχή, δεν επιτρέπεται η άσκηση από το ίδιο πρόσωπο δεύτερου ενδίκου μέσου, όπως αίτησης αναίρεσης, κατά δικαστικής απόφασης την οποία έχει ήδη προσβάλει (βλ. ΣτΕ 2210/2012, 322/2015 εν συμβ.). Τούτων έπεται ότι δεν χωρεί (και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη) δεύτερη αίτηση από τον ίδιο διάδικο για επανάληψη της διαδικασίας εκδίκασης της ίδιας αίτησης αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε (εν όλω ή εν μέρει) από το ΣτΕ με απόφαση η οποία κρίθηκε με ορισμένη απόφαση του ΕΔΔΑ ως ενέχουσα παραβίαση διάταξης της ΕΣΔΑ. Βλ. και ΣτΕ 2800-2804/2018, 1821, 2189/2021.

Για την τριτανακοπή της ακυρωτικής δίκης βλ. ΣτΕ Ολ 3620/1995, 1321/1983, 1506/1979.

Άπαξ άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ουσίας ή «αρχή απαγόρευσης της παλινδικίας»

Οι γενικές αρχές της ασφάλειας του δικαίου, της κοινωνικής ειρήνευσης, της προστασίας της εμπιστοσύνης των τρίτων και της οικονομίας της διαδικασίας, δικαιολογούν την απαγόρευση της παλινδικίας και συνηγορούν υπέρ της αναγνώρισης της αρχής της άπαξ άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων. Πάντως, τα άρθρα 70 παρ. 1 γ΄και 76 παρ. 2 ΚΔΔικ επιβάλλουν διαφοροποίηση σε σχέση με τη γενική αρχή της άπαξ άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης αγωγής ή προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς. Η αγωγή ή προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης (ΣτΕ 1369/2018).

Η διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τα ένδικα μέσα δηλώνει ότι η έννομη τάξη ενδιαφέρεται για την άπαξ, τουλάχιστον, ουσιαστική κρίση ενός νομικού ζητήματος σε πρώτο βαθμό, σε επίπεδο οριστικής δικαστικής προστασίας, οπότε δίνει δεύτερη ευκαιρία σε περίπτωση απαράδεκτης προσφυγής ή αγωγής. Η αρχή αυτή έγινε νομολογιακά δεκτή και για την αίτηση αναστολής του ΚΔΔικ (ΔΕφΠειρ 45/2014, ΘΠΔΔ 2014, σ. 445). Βλ. ΣτΕ 379/2004: «… εφαρμογή α) της γενικής δικονομικής αρχής κατά την οποία δεν επιτρέπεται η άσκηση από το ίδιο πρόσωπο δεύτερου ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου κατά διοικητικής πράξης ή δικαστικής απόφασης την οποία έχει ήδη προσβάλει (πρβλ. ΣτΕ 320/2002198121/2000228/1987 κ.α.) και β) της ανάγκης για ταχεία επίλυση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των διαφορών για το κύρος των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών (πρβλ. ΣτΕ 4080/1999 κ.α.), δεν επιτρέπεται η άσκηση ένστασης κατά του κύρους της επαναληπτικής ψηφοφορίας από πρόσωπο το οποίο έχει ήδη ασκήσει κατ’ αυτής ένσταση, δεδομένου μάλιστα ότι ο νομοθέτης παρέχει στον ενιστάμενο τη δυνατότητα να προβάλλει νέες αιτιάσεις κατά του κύρους της επαναληπτικής ψηφοφορίας με την κατάθεση δικογράφου προσθέτων λόγων».

Πρόσφατες νομολογιακές διευκρινίσεις

ΣτΕ Ολ. 1828/2023: Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ για άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί για τυπικό λόγο. Τέτοιο τυπικό λόγο συνιστά και η έλλειψη υπογραφής του δικογράφου από δικηγόρο.

Πρόεδρος: Δ. Σκαλτσούνης, Πρόεδρος ΣτΕ

Εισηγητής: Κ. Μαρίνου, Σύμβουλος Επικρατείας

Έννοια “τυπικού λόγου” άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ. Τέτοιο λόγο συνιστά και η απόρριψη προσφυγής λόγω μη υπογραφής του δικογράφου από δικηγόρο. Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η ως άνω διάταξη καθό μέρος προβλέπει δυνατότητα ασκήσεως δεύτερης προσφυγής κατά της αυτής πράξεως όταν η πρώτη απερρίφθη για τυπικό λόγο.

  1. Ως απόρριψη προσφυγής για “τυπικό λόγο”, που δικαιολογεί την άσκηση δεύτερης προσφυγής, κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του ΚΔΔ (ως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 83 του ν. 4139/2013, και την αντικατάστασή του από το άρθρο 24 του ν. 4274/2014) νοείται κάθε περίπτωση -πλην των ρητώς θεσπιζομένων εξαιρέσεων- κατά την οποία η (πρώτη) προσφυγή απορρίπτεται για έλλειψη δικονομικής προϋποθέσεως ως απαράδεκτη, χωρίς να εξετασθεί κατά τη βασιμότητά της, εφόσον η έλλειψη αυτή, ως εκ της φύσεώς της, δύναται αντικειμενικώς να καλυφθεί με την εκ νέου άσκηση της προσφυγής. Συνεπώς, η περίπτωση του απαραδέκτου της προσφυγής λόγω μη υπογραφής του δικογράφου της από δικηγόρο, μη εμπίπτουσα στις ως άνω εξαιρέσεις του νόμου, υπάγεται στην έννοια της απορρίψεως για τυπικό λόγο κατά την ανωτέρω διάταξη.
  2. Η υπό του ως άνω άρθρου 70 παρ. 1 καθιέρωση δικαιώματος ασκήσεως δεύτερης προσφυγής δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθόσον σκοπός του νομοθέτη είναι να διασφαλισθεί πληρέστερα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και να επιτευχθεί το ενιαίο της αντιμετωπίσεως ενδίκων βοηθημάτων απορριφθέντων για τυπικό λόγο. Η ρύθμιση αυτή, αν και φαίνεται καταρχήν να επιφέρει ρήγμα στην αρχή της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων, η οποία ισχύει στη διοικητική δικονομία, και η οποία, πάντως, συνιστά γενική αρχή του δικαίου, χορηγεί δικαίωμα επανασκήσεως της προσφυγής για την ουσιαστική πραγμάτωση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας συνισταμένης σε κρίση από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο της υπάρξεως ή μη δικαιώματος που απορρέει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Το γεγονός δε ότι η νομοθετική απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης προσφυγής δεν προσκρούει στις μνημονευθείσες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια ότι αντίκειται στις διατάξεις αυτές ρύθμιση επιτρέπουσα, και μάλιστα υπό προϋποθέσεις, την άσκηση δεύτερης προσφυγής μετά την απόρριψη της πρώτης. Εν προκειμένω δε, η άσκηση του δικαιώματος αυτού παρέχεται υπό αυστηρές και συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εντός σύντομης προθεσμίας προκειμένου να μην ανατρέπεται η σταθερότητα των διοικητικών καταστάσεων μετά την πάροδο μακρού χρόνου, παραμένει δε, ακόμη και υπό τις προϋποθέσεις αυτές, εξαιρετική δικονομική δυνατότητα του διοικουμένου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, με το ως άνω περιεχόμενο, η ρύθμιση αυτή, ενόψει του σκοπού που υπαγόρευσε τη θέσπισή της, ήτοι της διασφαλίσεως του δικαιώματος κρίσεως της υποθέσεως του διαδίκου επί της ουσίας σε πρώτο βαθμό, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την αρχή του κράτους δικαίου, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν μπορεί να οδηγήσει, χωρίς αποχρώντα λόγο ο οποίος εκτιμάται, κατ’ αρχήν, από τον νομοθέτη, σε ουσιώδη περιορισμό ή σε αδυναμία διαγνώσεως της υπάρξεως δικαιωμάτων των πολιτών. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας η ως άνω ρύθμιση αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. πρώτο του Συντάγματος, καθώς και στην κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παράγραφος 1 και 20 παράγραφος 1) υποχρέωση του νομοθέτη να διασφαλίζει αφενός την ισότητα στη δικονομική μεταχείριση των διαδίκων, αφετέρου την αποτελεσματική παροχή δικαστικής προστασίας, καθώς και την ορθολογική προς τούτο οργάνωση και λειτουργία της διοικητικής δικαιοσύνης κατά τα άρθρα 94 και 95 του Συντάγματος.

 

ΣτΕ Ολ. 1829/2023: Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ για άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί για τυπικό λόγο. Τέτοιο τυπικό λόγο συνιστά και η αοριστία του δικογράφου της προσφυγής.

ΣτΕ Ολομ. 1829/2023

Πρόεδρος: Δ. Σκαλτσούνης, Πρόεδρος ΣτΕ

Εισηγητής: Μ.-Αλ.Τσακάλη, Σύμβουλος Επικρατείας

Προδικαστικό ερώτημα. Έννοια “τυπικού λόγου” απόρριψης προσφυγής που δικαιολογεί την άσκηση δεύτερης προσφυγής κατ’ άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ. Τέτοιο λόγο συνιστά και η αοριστία του δικογράφου της προσφυγής. Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ.

  1. Ως απόρριψη προσφυγής για “τυπικό λόγο”, που δικαιολογεί την άσκηση δεύτερης προσφυγής, κατ’ άρθρο 70 παρ. 1 του ΚΔΔ (όπως η παρ. αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 83 του ν. 4139/2013 και την αντικατάστασή της από το άρθρο 24 του ν. 4274/2014 και, ακολούθως, από το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 4509/2017) νοείται κάθε περίπτωση -πλην των ρητώς θεσπιζομένων εξαιρέσεων- κατά την οποία η (πρώτη) προσφυγή απορρίπτεται για έλλειψη δικονομικής προϋποθέσεως ως απαράδεκτη, χωρίς να εξετασθεί κατά τη βασιμότητά της, εφόσον η έλλειψη αυτή, ως εκ της φύσεώς της, δύναται αντικειμενικώς να καλυφθεί με την εκ νέου άσκηση της προσφυγής. Συνεπώς, η περίπτωση του απαραδέκτου της προσφυγής λόγω αοριστίας του δικογράφου (όλων των λόγων της), μη εμπίπτουσα στις ρητώς θεσπιζόμενες εξαιρέσεις του νόμου, υπάγεται στην έννοια απορρίψεως της προσφυγής για τυπικό λόγο, μη αναγόμενο στη βασιμότητά της, εφόσον δεν επιτρέπει τον έλεγχο επί της ουσίας της υποθέσεως. Εξάλλου, η έλλειψη αυτή είναι αντικειμενικώς δυνατόν να καλυφθεί με την κατάθεση νέου κατά περιεχόμενο δικογράφου, η δε τελεσίδικη ή ανέκκλητη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη προσφυγή παράγει δεδικασμένο μόνον ως προς το κριθέν δικονομικό ζήτημα, ώστε να είναι δυνατή από την άποψη αυτή η άσκηση νέας προσφυγής, όπως ισχύει και στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης από την οποία έλκουν την καταγωγή τους οι ως άνω εξαιρετικές διατάξεις (εφαρμοζομένου του άρθρου 263 ΑΚ), ενώ, αν ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει την περίπτωση της αοριστίας, θα έπρεπε να το ορίσει ρητά. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας η επίμαχη διάταξη παρέχει τη δυνατότητα θεραπείας τυπικών ελλείψεων διαδικαστικού χαρακτήρα, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η αοριστία, καθώς αυτή ανάγεται στο ουσιαστικό περιεχόμενο του εισαγωγικού δικογράφου, το οποίο εκτιμάται από το δικαστήριο, αντίθετη δε ερμηνεία υπερακοντίζει τον σκοπό του νόμου και αναιρεί, εν τοις πράγμασι, τη θεμελιωδέστερη υποχρέωση του διαδίκου να εκθέσει κατά τρόπο σαφή τον λόγο για τον οποίο ζητεί δικαστική προστασία.
  2. Η υπό του ως άνω άρθρου 70 παρ. 1 καθιέρωση δικαιώματος ασκήσεως δεύτερης προσφυγής δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθόσον σκοπός του νομοθέτη είναι να διασφαλισθεί πληρέστερα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και να επιτευχθεί το ενιαίο της αντιμετωπίσεως ενδίκων βοηθημάτων απορριφθέντων για τυπικό λόγο. Η ρύθμιση αυτή, αν και φαίνεται καταρχήν να επιφέρει ρήγμα στην αρχή της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων, η οποία ισχύει στη διοικητική δικονομία, και η οποία, πάντως, συνιστά γενική αρχή του δικαίου, χορηγεί δικαίωμα επανασκήσεως της προσφυγής για την ουσιαστική πραγμάτωση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας συνισταμένης σε κρίση από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο της υπάρξεως ή μη δικαιώματος που απορρέει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Το γεγονός δε ότι η νομοθετική απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης προσφυγής δεν προσκρούει στις μνημονευθείσες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, δεν έχει ως αυτόθροη συνέπεια ότι αντίκειται στις διατάξεις αυτές ρύθμιση επιτρέπουσα, και μάλιστα υπό προϋποθέσεις, την άσκηση δεύτερης προσφυγής μετά την απόρριψη της πρώτης. Εν προκειμένω δε, η άσκηση του δικαιώματος αυτού παρέχεται υπό αυστηρές και συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εντός σύντομης προθεσμίας προκειμένου να μην ανατρέπεται η σταθερότητα των διοικητικών καταστάσεων μετά την πάροδο μακρού χρόνου, παραμένει δε, ακόμη και υπό τις προϋποθέσεις αυτές, εξαιρετική δικονομική δυνατότητα του διοικουμένου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, με το ως άνω περιεχόμενο, η ρύθμιση αυτή, ενόψει του σκοπού που υπαγόρευσε τη θέσπισή της, ήτοι της διασφαλίσεως του δικαιώματος κρίσεως της υποθέσεως του διαδίκου επί της ουσίας σε πρώτο βαθμό, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την αρχή του κράτους δικαίου, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν μπορεί να οδηγήσει, χωρίς αποχρώντα λόγο ο οποίος εκτιμάται, κατ’ αρχήν, από τον νομοθέτη, σε ουσιώδη περιορισμό ή σε αδυναμία διαγνώσεως της υπάρξεως δικαιωμάτων των πολιτών. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας η ως άνω ρύθμιση αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. πρώτο του Συντάγματος, καθώς και στην κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παράγραφος 1 και 20 παράγραφος 1) υποχρέωση του νομοθέτη να διασφαλίζει αφενός την ισότητα στη δικονομική μεταχείριση των διαδίκων, αφετέρου την αποτελεσματική παροχή δικαστικής προστασίας, καθώς και την ορθολογική προς τούτο οργάνωση και λειτουργία της διοικητικής δικαιοσύνης κατά τα άρθρα 94 και 95 του Συντάγματος.

Η άσκηση δεύτερης αίτησης ακύρωσης

Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η άσκηση δεύτερης αίτησης ακύρωσης, ανεξάρτητα από το αν η πρώτη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή αβάσιμη, απαγορεύεται (ΣτΕ 1613/2012, 1539/2012, Ολ 669/2012, 2605/2008, 3956/2007). Δεν υπάρχει στο πδ 18/1989 διάταξη αντίστοιχη προς αυτές των άρθρων 70 παρ. 1 και 76 παρ. 2 ΚΔΔικ.

15. Η αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης

Από το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ συνάγεται το δικαίωμα του διαδίκου να εκδικαστεί η υπόθεσή εντός λογικής προθεσμίας (withinareasonabletime,dansundélairaisonnable). Την αρχή αυτή, κατόπιν των καταδικών της Ελληνικής Δημοκρατίας από το Δικαστήριο του Στρασβούργου λόγω υπερβολικών καθυστερήσεων στην απονομή της διοικητικής κυρίως δικαιοσύνης, εξειδικεύει ο νόμος 4055/2012, Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής. Τρεις κυρίως θεσμοί συμβάλλουν στην επιτάχυνση της διοικητικής δίκης.

Πρότυπη δίκη (άρθρο 1 του Ν 3900/2010 και 40 του Ν 4055/2012)

1.Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο καί τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων.

Η πράξη αυτή δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Μετά την επίλυσή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες.

Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους α του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής.

2.Όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, μπορεί με απόφαση του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται αναλόγως. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιόν του.

3.Μετά την επίλυση ζητήματος κατά τη διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων, οι υποθέσεις των οποίων είχε ανασταλεί η εκδίκαση, που θέτουν μόνο αυτό το ζήτημα, εισάγονται υποχρεωτικά προς κρίση σε συμβούλιο κατά τα άρθρα 34Α και 34Β του Π.Δ. 18/1989 και 126Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Το ίδιο ισχύει και για τις υποθέσεις στις οποίες τίθενται εκτός από το ως άνω ζήτημα και λόγοι, που είναι προφανώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι. Εάν, μετά ταύτα, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου εισαχθούν στο ακροατήριο, και το δικαστήριο κρίνει σύμφωνα με τα κριθέντα από το Συμβούλιο της Επικρατείας, τα δαπανήματα που, κατά τις ως άνω διατάξεις, επιβάλλονται στον διάδικο αυτόν, διπλασιάζονται.»

Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητική δίκης (άρθρα 53-58 Ν. 4055/2012)

Άρθρο 53

1.Οποιοσδήποτε από τους διαδίκους, εκτός από το Δημόσιο και τα δημόσια νομικά πρόσωπα τα οποία συνιστούν κυβερνητικούς οργανισμούς κατά την έννοια του άρθρου 34 της ΕΣΔΑ, που έλαβαν μέρος σε διοικητική δίκη μπορεί να ζητήσει με αίτηση δίκαιη ικανοποίηση προβάλλοντας ότι η διαδικασία για την εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε αδικαιολόγητα και συγκεκριμένα ότι διήρκεσε πέραν του ευλόγου χρόνου που απαιτείται για τη διάγνωση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν στη δίκη.

2.Η αίτηση στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών.

Άρθρο 54 (αρμόδιο δικαστήριο)

1.Η αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον:

(α) του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανατίθεται σε Σύμβουλο ή Πάρεδρο,

(β) των διοικητικών εφετείων, ανατίθεται σε Πρόεδρο Εφετών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση,

(γ) των διοικητικών πρωτοδικείων, ανατίθεται σε Πρόεδρο Πρωτοδικών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση.

Άρθρο 55 Άίτηση

1.Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας αυτής. Ο αιτών δεν μπορεί να ζητήσει δίκαιη ικανοποίηση για υπέρβαση εύλογης διάρκειας της δίκης, η οποία έλαβε χώρα σε προηγούμενο βαθμό δικαιοδοσίας, με αφορμή την κατάθεση αίτησης για καθυστέρηση δίκης από ανώτερο δικαστήριο.

2.Η αίτηση, συνοδευόμενη από τα στοιχεία της παραγράφου 3 του άρθρου 56, κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση κατοικίας εκείνου που την ασκεί, χρονολογία, υπογραφή, καθώς και την ηλεκτρονική διεύθυνση ή τον αριθμό τηλεφώνου ή του τηλεομοιοτύπου (φαξ) του αιτούντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Η αίτηση κοινοποιείται με επιμέλεια του αιτούντος, με κάθε πρόσφορο μέσο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Αν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της ως άνω απόφασης και η δικογραφία έχει διαβιβαστεί σε άλλο δικαστήριο, το τελευταίο διαβιβάζει αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση.

3.Η αίτηση υπογράφεται από δικηγόρο, για τη νομιμοποίηση του οποίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Π.Δ. 18/1989 και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

4.Για την άσκηση της αίτησης καταβάλλεται παράβολο, το οποίο ορίζεται σε διακόσια (200) ευρώ υπέρ του Δημοσίου. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών. Η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη εάν δεν καταβληθεί παράβολο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας της παραγράφου 1 του επόμενου άρθρου.

Άρθρο 56 Διαδικασία

1.Όταν η αίτηση κατατίθεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο πρόεδρος του σχηματισμού τμήματος, που εξέδωσε την απόφαση επί της δίκης, για την οποία ζητείται δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας αυτής, ορίζει, με πράξη του, σύμβουλο ή πάρεδρο για την εκδίκασή της. Με την πράξη αυτή, η οποία κοινοποιείται στον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο και τον Υπουργό Οικονομικών, ορίζεται η ημέρα συζήτησης της αίτησης σε δημόσια συνεδρίαση, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν των πέντε (5) μηνών από την κατάθεση της αίτησης. Η διοίκηση υποχρεούται να διαβιβάσει την έκθεση με τις απόψεις της και τα σχετικά στοιχεία τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης. Η αίτηση εκδικάζεται ακόμα και σε περίπτωση μη διαβίβασης της έκθεσης των απόψεων και των στοιχείων από τη διοίκηση.

2…

3.Ο αιτών μνημονεύει στην αίτησή του το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προβάλλει ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αναφέρει τις αναβολές που τυχόν δόθηκαν με πρωτοβουλία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, περιγράφει συνοπτικά τα ανακύψαντα νομικά ή πραγματικά ζητήματα, λαμβάνει θέση επί της πολυπλοκότητας αυτών

4.Το Ελληνικό Δημόσιο απαντά επί των προβαλλόμενων λόγων περί υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά με τη δικονομική συμπεριφορά του αιτούντος κατά την εξέλιξη της δίκης, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνει αναγκαίο για τη διάγνωση της υπόθεσης.

5.Η απόφαση δημοσιεύεται εντός δύο (2) μηνών από τη συζήτηση της αίτησης και κατά αυτής δεν ασκείται ένδικο μέσο

Άρθρο 57 Κριτήρια για τη διαπίστωση και την επιδίκαση της δίκαιης ικανοποίησης

1.Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας, ιδίως, τα εξής: α) τη συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για την οποία παραπονείται ότι η διάρκειά της υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών, δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα.

2.Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και επομένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της προηγούμενης παραγρά­φου, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, μεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις.

3.Αν γίνει αποδεκτή η αίτηση, επιβάλλονται στο Δημόσιο τα έξοδα του αιτούντος για τη σύνταξη της αίτησης και την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου, τα οποία δεν μπορεί να υπερβαίνουν το εκάστοτε οριζόμενο ποσό για την άσκηση και συζήτηση της παρέμβασης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, μπορεί να επιβάλλεται δαπάνη υπέρ του Δημοσίου, κατ΄ εκτίμηση των περιστάσεων, ανερχόμενη έως και το πενταπλάσιο του ύψους του παραβόλου, εάν δε απορριφθεί ως προφανώς απαράδεκτη ή αβάσιμη, το ποσό της δαπάνης μπορεί να ανέλθει έως και το δεκαπλάσιο του ύψους του παραβόλου.

Άρθρο 58 Εκτέλεση της απόφασης

1.Η απόφαση με την οποία επιδικάζεται το χρηματικό ποσό της δίκαιης ικανοποίησης εκτελείται κατά τις οικείες, περί εντάλματος πληρωμής, διατάξεις εντός έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης στον Υπουργό Οικονομικών. Η είσπραξη του ποσού αυτού μπορεί να επιτευχθεί και με αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου η οποία γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτού. Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου επιτρέπεται μετά την παρέλευση των έξι (6) μηνών από την επίδοση της απόφασης στον Υπουργό Οικονομικών.

2.Για την κάλυψη της δαπάνης προς δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων, λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, εγγράφεται κατ΄ έτος ειδική πίστωση στον Κρατικό Προϋπολογισμό, σε περίπτωση δε που δεν έχει εγγραφεί σχετική πίστωση στον προϋπολογισμό ή η εγγεγραμμένη είναι ανεπαρκής ή έχει εξαντληθεί, τηρείται η, κατά τις οικείες διατάξεις, διαδικασία εγγραφής ή μεταφοράς πίστωσης.

Αίτηση επιτάχυνσης (άρθρα 59-60 Ν 4055/2012, άρθρο 33Α πδ 18/1989, άρθρο 127Α ΚΔΔικ)

Άρθρο 33Α πδ 18/1989

Στο πδ 18/1989 προστίθεται άρθρο 33Α με τίτλο «Αίτηση επιτάχυνσης» ως εξής:

«1. Με αίτηση οποιουδήποτε από τους διαδίκους προς το δικαστήριο, μπορεί να ζητηθεί η επιτάχυνση της εκδίκασης της υπόθεσης, εάν η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου.

2.Ο πρόεδρος του οικείου τμήματος ή ο αναπληρωτής του εξετάζει την αίτηση και ορίζει συντομότερη δικάσιμο, εκτιμώντας κυρίως τις προηγούμενες καθυστερήσεις στην εκδίκαση της υπόθεσης σε προηγούμενους βαθμούς ή στάδια της διαδικασίας, καθώς και τις ανάγκες και το φόρτο του δικαστηρίου.

3.Η αίτηση επιτάχυνσης μπορεί να ζητηθεί για ένδικα βοηθήματα ή μέσα τα οποία ασκούνται μετά τη 16η Σεπτεμβρίου 2012, η δε συντομότερη δικάσιμος ορίζεται υποχρεωτικά εντός εξαμήνου, εκτός αν ο διάδικος που αιτείται την επιτάχυνση συνέβαλε στην παράταση της εκκρεμοδικίας. Αναβολή της συζήτησης επιτρέπεται μόνο μία φορά για σπουδαίο λόγο σε δικάσιμο η οποία δεν μπορεί να απέχει πάνω από ένα τρίμηνο από την ορισθείσα με την πράξη επί της αίτησης επιτάχυνσης.

4.Για μια πενταετία, η οποία αρχίζει από τη 16η Σεπτεμβρίου 2012, ο προσδιορισμός των εισαγομένων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κατάθεσή τους, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 των υποθέσεων κάθε δικασίμου. Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εξέταση των αιτήσεων είναι τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, καθώς και ο επείγων χαρακτήρας των υποθέσεων.» 

Άρθρο 127Α ΚΔΔικ

  1. Μετά το άρθρο 127 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 127Α με τίτλο «αίτηση επιτάχυνσης – προτίμησης»:

«1. Με αίτηση οποιουδήποτε από τους διαδίκους προς το δικαστήριο, μπορεί να ζητηθεί η επιτάχυνση της εκδίκασης της υπόθεσης, εάν η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου.

2.Ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο οριζόμενος από αυτούς δικαστής, εξετάζει την αίτηση και ορίζει συντομότερη δικάσιμο, εκτιμώντας κυρίως τις προηγούμενες καθυστερήσεις στην εκδίκαση της υπόθεσης σε προηγούμενους βαθμούς ή στάδια της διαδικασίας, καθώς και τις ανάγκες και το φόρτο του δικαστηρίου.

3.Η αίτηση επιτάχυνσης μπορεί να ζητηθεί για ένδικα βοηθήματα ή μέσα τα οποία ασκούνται μετά τη 16η Σεπτεμβρίου 2012, η δε συντομότερη δικάσιμος ορίζεται υποχρεωτικά εντός εξαμήνου, εκτός αν ο διάδικος που αιτείται την επιτάχυνση συνέβαλε στην παράταση της εκκρεμοδικίας. Αναβολή της συζήτησης επιτρέπεται μόνο μία φορά για σπουδαίο λόγο σε δικάσιμο, η οποία δεν μπορεί να απέχει πάνω από ένα τρίμηνο από την ορισθείσα με την πράξη επί της αίτησης επιτάχυνσης.

4.Για μια πενταετία, η οποία αρχίζει από τη 16η Σεπτεμβρίου 2012, ο προσδιορισμός των εισαγομένων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κατάθεσή τους, δεν μπορεί να υπερβαίνειτο 1/3 των υποθέσεων κάθε δικασίμου. Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εξέταση των αιτήσεων είναι τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, καθώς και ο επείγων χαρακτήρας των υποθέσεων.»

Αίτηση προτίμησης (άρθρο 62 του Ν 4055/2012)

Σε δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ο Υπουργός, ο οποίος εποπτεύει νομικό πρόσωπο που είναι διάδικο, μπορεί να υποβάλει αίτηση προτίμησης για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι επιβάλλουν την ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης.

 

IV. Αλλες γενικές δικονομικές αρχές

ΣτΕ 1633, 1964/2018: Γενική δικονομική αρχή αποδίδει, κατά τη νομολογία, το άρθρο 45 παρ. 6 του πδ 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 9 του Ν. 3226/2004 (Α΄24), που προβλέπει ότι, σε περίπτωση έλλειψης συνάφειας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη και τις συναφείς με αυτήν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τις υπόλοιπες. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες, ως αποδίδουσες γενική δικονομική αρχή, εφαρμόζονται και επί αιτήσεων αναίρεσης (βλ. ΣτΕ 52325073045/20141611/2011586982/2010), σε περίπτωση έλλειψης συνάφειας μεταξύ των προσβαλλόμενων αποφάσεων το Δικαστήριο κρατεί και εκδικάζει την αίτηση αναιρέσεως ως προς την προτασσόμενη στο δικόγραφο απόφαση και τις τυχόν συναφείς προς αυτήν, αναβάλλει δε σε ρητή δικάσιμο την εκδίκαση της υποθέσεως ως προς τις λοιπές προσβαλλόμενες αποφάσεις και διατάσσει τον χωρισμό του αρχικού (ενιαίου) δικογράφου κατά τα λοιπά, με κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου εντός τριακονθήμερης προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της παρούσας αποφάσεως.

ΣτΕ 324/2018, 1633/2018, 1852/2017, 77/2015: σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 77 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, που αποδίδει γενική δικονομική αρχή «το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης της διοικητικής πράξης ή της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης» (βλ. ΣτΕ 2737/20171270866/20161547/2012 7μ.).

ΣτΕ 1551/2018: γενική δικονομική αρχή την οποία αποδίδει η διάταξη του άρθρου 45 παρ. 6 του πδ 18/1989, κατά την οποία, σε περίπτωση ελλείψεως ομοδικίας, το ΣτΕ κρατεί και εκδικάζει την αίτηση ακυρώσεως μόνο ως προς τον προτασσόμενο στο δικόγραφο αιτούντα και τους ομοδίκους με αυτόν, αναβάλλει δε σε ρητή δικάσιμο την εκδίκαση της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς και διατάζει τον χωρισμό του δικογράφου ως προς αυτούς, με υποχρέωση καταθέσεως αυτοτελούς δικογράφου μέσα σε ορισμένη προθεσμία από την κοινοποίηση της αναβλητικής αποφάσεως. …Η διάταξη αυτή αποδίδει γενική δικονομική αρχή (βλ. και παρ. 2 και 3 του άρθρου 121 του ΚΔΔικ, όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με την παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 3226/2004, καθώς και άρθρο 78 του ΚΠολΔ) και έχει εφαρμογή και επί αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣτΕ 459, 951/2018, 1338/2017, 2481, 2454/2017, 2231/2017: κατά γενική δικονομική αρχή, η νεότερη δικονομική ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις που είχαν εκδικασθεί/συζητηθεί πριν από τον χρόνο έναρξης της ισχύος της (βλ. ΣτΕ 167-169/20173953/20072467/2001).

ΣτΕ 97/2018: κατά γενική δικονομική αρχή, συναγομένη από τα άρθρα 34 παράγρ. 1 του ν. 1968/1991, 9 παράγρ. 4 του ν. 1649/1986 και 12 του ΚΔΔικ (ν. 2717/1999), ερμηνευόμενα στο πλαίσιο των άρθρων 20 παράγρ. 2 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, όταν το Ελεγκτικό Συνέδριο κρίνει ότι στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί υποθέσεως υπαγομένης στα διοικητικά δικαστήρια ή στο ΣτΕ, υποχρεούται να παραπέμψει τη διαφορά στα αρμόδια αυτά δικαστήρια, με τις σκέψεις δε αυτές παρέπεμψε την προκείμενη διαφορά στο ΣτΕ.

ΣτΕ 270/2015: από τη γενική δικονομική αρχή της άπαξ διακοπής της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων, συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων περί κηρύξεως προμηθευτή ως εκπτώτου και περί επιβολής σε βάρος του των κατά νόμο προβλεπομένων κυρώσεων διακόπτεται μία μόνο φορά με την άσκηση της προβλεπόμενης από τις ίδιες διατάξεις ειδικής διοικητικής προσφυγής.

ΣτΕ 1592/2012: και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι προβλέπεται γενική υποχρέωση γνωστοποιήσεως διοικητικών εγγράφων και πράξεων σε ξένη γλώσσα κατανοητή στον διοικούμενο, εκείνος (ο διοικούμενος) θα έφερε, κατά γενική δικονομική αρχή, ως επικαλούμενος ενώπιον δικαστηρίου νομική πλημμέλεια διοικητικής πράξεως ή διαδικασίας, το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού του ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως, δεν κατανοούσε την ελληνική γλώσσα.

ΣτΕ Ολ 1823/2012: Διάδικοι κατά την ενώπιον του ΣτΕ δευτεροβάθμια ακυρωτική δίκη είναι, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 58 παρ. 3 και 4 και 63 του πδ 18/1989 αλλά και κατά γενική δικονομική αρχή, οι διάδικοι της πρωτοβάθμιας ακυρωτικής δίκης, όπως αυτοί έγιναν δεκτοί από το πρωτοβάθμιο ακυρωτικό δικαστήριο. Τυχόν εσφαλμένη κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την παραδοχή ή όχι φυσικού ή νομικού προσώπου ως διαδίκου, συνιστά σφάλμα της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, για το οποίο, κατά τα άρθρα 60 και 64 του αυτού πδ, πρέπει να προβληθεί λόγος εφέσεως. Αν δεν προβληθεί σχετικός λόγος εφέσεως, το ΣτΕ δεν μπορεί, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα. …. Η λύση αυτή επιβάλλεται τόσο από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ αναιρετικής και ακυρωτικής δίκης, όσο και από τον διαφορετικό λόγο θεσπίσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ή οποιουδήποτε άλλου ενδίκου μέσου σε δίκη ουσίας σε σχέση με την εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως σε δύο βαθμούς. Πράγματι, ενώ οι πλείονες βαθμοί και τα ένδικα μέσα στην ουσιαστική δίκη αποβλέπουν στην πληρέστερη σε πλείονες βαθμούς διάγνωση των υποθέσεων και την διόρθωση σφαλμάτων αποφάσεων κατωτέρων δικαστηρίων, προς τον σκοπό πληρέστερης, κατά την εκάστοτε αντίληψη του νομοθέτη, πραγματώσεως του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας, οπότε είναι εύλογη η αντίληψη να μην στερείται ο διάδικος ενός βαθμού δίκης, η πρωτοβάθμια ακυρωτική δίκη εισήχθη ως εξαίρεση στον κανόνα εκδικάσεως των αιτήσεων ακυρώσεως από το ΣτΕ, προς τον σκοπό αποσυμφορήσεως του ανωτάτου δικαστηρίου. Επομένως, τυχόν εκδίκαση, σε περίπτωση εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως σε ακυρωτική διαφορά, της υποθέσεως από το ΣτΕ συνιστά απλώς επάνοδο στον σχετικό κανόνα, οπότε ευλόγως ο νομοθέτης απαγορεύει, για την οικονομία της δίκης, την σχετική αναπομπή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση αποδοχής της εφέσεως, το ΣτΕ, δικάζοντας την αίτηση ακυρώσεως και διαπιστώνοντας τυχόν σφάλμα περί την κλήση ή μη προσώπου ως διαδίκου, θα προβεί στην διόρθωσή του, εκδίδοντας εν ανάγκη και σχετική αναβλητική απόφαση. Η λύση αυτή το μεν στοιχεί με την γραμματική και τελολογική ερμηνεία των οικείων διατάξεων του πδ 18/1989, το δε συνάδει απολύτως προς την αρχή της οικονομίας της δίκης, την οποία, αντιθέτως, αντιστρατεύεται η κρατήσασα ερμηνευτική εκδοχή.

ΣτΕ 3283/2012: κατά γενική δικονομική αρχή, τα ιδιωτικά έγγραφα, κατ’ αρχήν, δεν αποτελούν απόδειξη υπέρ του εκδότη τους (βλ. άρθρο 447 σε συνδυασμό με το άρθρο 444 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον κρίσιμο για την προκειμένη υπόθεση χρόνο).

ΣτΕ 2097/2011:Κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του ΠΔ 341/1978, οι οποίες στοιχούν προς την γενική δικονομική αρχή ότι η δικαστική προστασία παρέχεται μόνον κατά την έκταση που ζητείται, σε συνδυασμό δε προς το ότι το εν λόγω προεδρικό διάταγμα, καίτοι παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή σε πλείστες διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, δεν παραπέμπει και εις το περί των ορίων του ελέγχου της πράξεως άρθρον 75 αυτού (ΣτΕ 3683/1991, 1118/1998, 4399/2001), το διοικητικό δικαστήριο, δικάζοντας επί προσφυγής ουσίας, (α) υποχρεούται να περιορίσει την κρίση του εντός του πλαισίου που διαγράφεται από το αίτημα της προσφυγής, μη δυνάμενο να αποφανθεί πέραν των αιτηθέντων, και (β) δεν δύναται να κρίνει επί κεφαλαίου της πράξεως, μη αμφισβητηθέντος με την ασκηθείσα προσφυγή, έστω και αν συντρέχει νομική πλημμέλεια της πράξεως ως προς το κεφάλαιο αυτό (πρβλ. ΣτΕ 1245/1980, 1240 – 1/1980, 794/1980, 792/1980, 4262 – 4/1977, 2286/1974). Εκ τούτων δε συνάγεται, περαιτέρω, ότι το διοικητικό δικαστήριο ελέγχει μεν, και αυτεπαγγέλτως, την συνταγματικότητα ή την συμφωνία προς το κοινοτικό δίκαιο των διατάξεων, κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, πλην το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού περιορίζεται στα κεφάλαια της πράξεως που προσβλήθηκαν με την προσφυγή και δεν εκτείνεται πέραν των ορίων του αιτήματος αυτής.

ΣτΕ 2806/2005: η, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου και απορρέουσα από το τεκμήριο της νομιμότητας των ατομικών διοικητικών πράξεων, απαγόρευση παρεμπίπτοντος ελέγχου των τελευταίων επ’ ευκαιρία της προσβολής άλλων πράξεων δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Τούτο δε διότι από τη διάταξη αυτή δεν αποκλείεται η θέσπιση κανόνων ή η καθιέρωση γενικών δικονομικών αρχών από την εσωτερική έννομη τάξη, όπως είναι το τεκμήριο νομιμότητας των ατομικών διοικητικών πράξεων και η συνακόλουθη απαγόρευση παρεμπίπτοντος ελέγχου αυτών, που ρυθμίζουν κατά τρόπο γενικό τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων καθώς και των λόγων που προβάλλονται με αυτά (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ Stubbings κ.ά. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 22.10.1996, πρβλ. και ΣτΕ 217/2004, 3355/2003, 1415/2000).

ΣτΕ 371/1993, 2112/2004: σύμφωνα με τις γενικές δικονομικές αρχές που διέπουν την άσκηση των ενδίκων μέσων, η άσκηση της ανακοπής, ως τακτικού ενδίκου μέσου, προηγείται της ασκήσεως του έκτακτου ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τις παραπάνω όμως διατάξεις και ιδίως από το γράμμα της πρώτης από αυτές (άρθρο 53 παρ. 1 πδ 18/1989), η οποία αναφέρεται σε αποφάσεις που εκδίδονται “είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, είτε τελεσιδίκως κατ’ έφεση, αναθεώρηση ή αναψηλάφιση”, συνάγεται ότι για το παραδεκτό της άσκησης αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ δεν ασκεί καμία απολύτως επιρροή το γεγονός ότι η απόφαση που έχει προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε ερήμην κάποιου διαδίκου, υπόκειται, σύμφωνα με τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, στο τακτικό ένδικο μέσο της ανακοπής.

V. Απαγόρευση της ενδοστρεφούς δίκης

Από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία ουδείς δύναται να στραφεί κατά των δικών του πράξεων και από την αρχή της ενότητας της Δημόσιας Διοίκησης συνάγεται ότι ένα διοικητικό όργανο δεν δύναται, κατ’ αρχήν, να ασκήσει αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή κατά πράξης που εκδόθηκε από άλλο διοικητικό όργανο, εκτός αν από τον νόμο προβλέπεται τέτοια δυνατότητα. Ενδοστρεφής δίκη (In-sich-Prozess) δημιουργείται με την προσφυγή από το ∆ημόσιο και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά πράξεων των δικών τους οργάνων και είναι απαράδεκτη, εκτός εάν προβλέπεται ρητά στον νόμο ή συνάγεται σαφώς από αυτόν (ΣτΕ 3735/2014, 1504/2013 200/2012, 1573/2010, Ολ 677/2005, 2629/2001, 3859/1994, Ολ 1924/1982, Ολ 2076/1978). Η πρόβλεψη ενδοστρεφούς δίκης συνιστά, επομένως, απόκλιση από τη γενική αρχή της μη προσβολής ιδίων πράξεων από διοικητικές αρχές. Για την αίτηση ακύρωσης, βλ. ΣτΕ Ολ 677/2005, σκέψη 3: “Κατά θεμελιώδη αρχή του Συντάγματος, η εξουσιαστική δράση του Κράτους, το οποίο έχει ενιαία νομική προσωπικότητα, εκδηλώνεται μέσω τριών λειτουργιών, ήτοι της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής (άρθρο 26). Ειδικότερα, η εκτελεστική ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την Κυβέρνηση και τα λοιπά όργανα της Διοικήσεως. Η Διοίκηση διαρθρώνεται σε μεγάλους τομείς, των οποίων προΐστανται Υπουργοί, είναι όμως ενιαία και, συνεπώς, οι πράξεις κάθε Υπουργού, ή οποιουδήποτε άλλου διοικητικού οργάνου, ατομικού ή συλλογικού, και δη αδιαφόρως της φύσεως της ασκουμένης δραστηριότητας, είναι πράξεις της ενιαίας Διοικήσεως. Αφ’ ετέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 45 § 1 και 47 § 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), το ένδικο μέσο της αιτήσεως ακυρώσεως ασκείται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο δια της διοικητικής οδού, δύναται δε να ασκηθεί από τον ιδιώτη ή το νομικό πρόσωπο, στους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων τα έννομα συμφέροντα προσβάλλονται εξ αυτής. Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό και προς την γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία ουδείς δύναται να στραφεί κατά των ιδίων αυτού πράξεων, προκύπτει ότι ένα διοικητικό όργανο δεν δύναται κατ’ αρχήν να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά οποιασδήποτε πράξεως εκδοθείσης από άλλο διοικητικό όργανο. Ο κανόνας, όμως, αυτός είναι δυνατόν να ανατραπεί από τον νομοθέτη, διότι αυτός δεν κωλύεται από το Σύνταγμα να διασπάσει την κατά τ’ ανωτέρω ενότητα της Διοικήσεως και να χορηγήσει σε διοικητικό όργανο το ένδικο μέσο της αιτήσεως ακυρώσεως, και δη είτε ρητώς, είτε εμμέσως, δια διατάξεων οι οποίες έχουν σαφώς το νόημα αυτό (ΣΕ 2076/78 Ολομ., πρβλ. και ΣΕ 803/31“.  [Βλ. και ΔΕφΑθ 5981/2015 – σχόλια: Κ. Παπανικολάου/Π. Μιχελή, ΔιΔικ 3/2017, σ. 389]. 

Χαρακτηριστική περίπτωση ενδοστρεφούς δίκης προβλέπει το άρθρο 33 παρ. 4 του ν. 702/1977 «Περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κλπ» (A΄ 268) που ορίζει τα εξής: «Οσάκις υπό της κειμένης περί κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσίας παρέχεται εις ασφαλιστικόν φορέα η ευχέρεια προσβολής πράξεως οργάνου αυτού εκδοθείσης μετ’ ενάσκησιν υπό του ενδιαφερομένου ενδικοφανούς προσφυγής και υποκειμένης του λοιπού, βάσει του παρόντος νόμου, εις προσφυγήν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, η ευχέρεια αυτή διατηρείται, δύναται δε ο ασφαλιστικός φορεύς να ασκήση κατά της πράξεως ταύτης του οργάνου του την κατ’ άρθρον 7 του παρόντος προσφυγήν». Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010 (Α’ 213) ορίστηκε ότι: «Η παράγραφος 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, η οποία είχε καταργηθεί με το εδάφιο γ’ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1407/1984 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 του ν. 1649/1986 (ΦΕΞ 149 Α΄), καταργείται». Ακολούθως, με το άρθρο 138 παρ. ΙΑ περ. 3 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41/1.3.2012) η καταργηθείσα αυτή παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977 επανήλθε εκ νέου σε ισχύ για υποθέσεις με αντικείμενο άνω των 2000 ευρώ, ενώ, τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 55 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88) ορίστηκε ότι: «3. Η παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, η οποία είχε καταργηθεί με το εδάφιο γ’ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1407/1984 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 του ν. 1649/1986 (Α΄ 149) και καταργήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3900/2010, επαναφέρεται σε ισχύ για τις υποθέσεις εκείνες των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, καθώς και για τις υποθέσεις που δεν αποτιμώνται σε χρήμα, έχουν όμως οικονομικές συνέπειες».

H παράγραφος 2 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ. αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 παρ. 1 του N. 3900/2010, ως εξής: «Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει ο Υπουργός Οικονομικών, καθώς και τα όργανα στα οποία έχει μεταβιβαστεί η αρμοδιότητα αυτή με απόφασή του, υπέρ του Δημοσίου κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας», απαλείφθηκε συνεπώς το εδάφιο β΄ της παραγράφου αυτής.

Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 3900/2010 καταργήθηκε η δυνατότητα άσκησης προσφυγής εκ μέρους των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης κατά αποφάσεων των οργάνων τους επί ενδικοφανών προσφυγών. Σύμφωνα με την οικεία αιτιολογική έκθεση, η ανάγκη κατάργησης της ενδοστρεφούς προσφυγής των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης διαπιστώθηκε ενόψει του φόρτου υποθέσεων που εκκρεμούσαν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κρίθηκε δε ότι αποτελούσε πολυτέλεια η διατήρηση της δυνατότητας της Διοίκησης να προσφεύγει στα δικαστήρια ακόμη και κατά των πράξεων των δικών της οργάνων και να συντελεί στην περαιτέρω επιδείνωση, από την άποψη του χρόνου εκδίκασης των υποθέσεων, των όρων παροχής δικαστικής προστασίας στους πολίτες, υποχρέωση επιβαλλόμενη από το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το πρόβλημα διασφάλισης της ορθής και σύννομης κρίσης επί των ενδικοφανών προσφυγών από τα αρμόδια συλλογικά όργανα των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως οι ΤΔΕ του ΙΚΑ θα έπρεπε να επιλυθεί με μέτρα εντός των ιδίων των οργανισμών αυτών ή και με την εκ νέου εισαγωγή υπέρ των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως δευτεροβάθμιας ενδικοφανούς προσφυγής, όπως προέβλεπε το προϊσχύσαν δίκαιο, σε κατάλληλο συλλογικό όργανο του κράτους. Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου απαλείφθηκε αντιστοίχως το εδάφιο β’ της παρ. 2 του ΚΔΔ, το οποίο προέβλεπε τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής και από άλλη αρχή πλην της φορολογικής κατά πράξεων των ιδίων αυτής οργάνων. Στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. ΙΑ περ. 3 του ν. 4052/2012 επανήλθε σε ισχύ από 1.3.2012 η καταργηθείσα δυνατότητα άσκησης της ως άνω προσφυγής των ασφαλιστικών οργανισμών για υποθέσεις με αντικείμενο ανώτερο των 2000 ευρώ, ενώ με το άρθρο 55 του ν. 4144/2013 η δυνατότητα αυτή επεκτάθηκε από 18.4.2013 και για τις υποθέσεις που δεν αποτιμώνται σε χρήμα, έχουν όμως οικονομικές συνέπειες. Οι λόγοι που επέβαλαν την επαναφορά της “ενδοστρεφούς” αυτής προσφυγής, όπως προκύπτει από τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, ήταν λόγοι διαφάνειας, “προκειμένου να τίθενται οι υποθέσεις στην αμερόληπτη δικαιοδοτική κρίση” και να διασφαλίζονται τα έσοδα του Ιδρύματος “στις ελάχιστες αλλά υπαρκτές περιπτώσεις διαφωνίας ανάμεσα στην ΤΔΕ και τις υπηρεσίες του Υποκαταστήματος”. Ενόψει των ανωτέρω, οι ως άνω διατάξεις των νόμων 4052/2012 και 4144/2013, με τις οποίες επαναθεσπίστηκε η δικονομική δυνατότητα των ασφαλιστικών οργανισμών να ασκούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων προσφυγή κατά πράξεων των ιδίων τους οργάνων που αποφαίνονται επί ενδικοφανών προσφυγών, πρέπει καθ’ ερμηνεία να θεωρηθεί- προκειμενου να εναρμονίζονται οι διατάξεις αυτές με τις αντίστοιχες του Κ.Δ.Δ.- ότι συμπληρώνουν τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ., όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 3900/2010, με την οποία προβλεπόταν ως μόνη περίπτωση ενδοστρεφούς δίκης η άσκηση προσφυγής από τον Υπουργό Οικονομικών κατά πράξεων των φορολογικών οργάνων του Δημοσίου. Επομένως, μετά την επαναφορά σε ισχύ της παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, δυνάμει των διατάξεων  των άρθρων 138 παρ. ΙΑ περ. 3 του ν. 4052/2012 και 55 του ν. 4144/2013, είναι εφαρμοστέα και για την άσκηση προσφυγής εκ μέρους των ασφαλιστικών οργανισμών κατά πράξεων των οργάνων τους η περί προθεσμίας διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 66 του Κ.Δ.Δ., η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, παραπέμποντας στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64, παραπέμπει κατά την έννοιά της και στις (συμπληρωματικές της διατάξεως αυτής) προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων 4052/2012 και 4144/2013 και η οποία, ειδικότερα ως προς την αφετηρία της σχετικής προθεσμίας, προσιδιάζει άλλωστε στην περίπτωση προσφυγής διοικητικής αρχής κατά πράξεως των οργάνων της (ενδοστρεφής δίκη). Σύμφωνα δε με τη διάταξη αυτή του άρθρου 66 παρ. 2, η αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση της σχετικής προσφυγής, η οποία έχει διάρκεια ενενήντα ημερών, εκκινεί από την έκδοση ή η δημοσίευση της προσβαλλομένης πράξεως, αν επιβάλλεται κατά νόμο δημοσίευση αυτής και όχι από την επίδοση ή την αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της, όπως ισχύει για τις προσφυγές των διοικουμένων (ΣτΕ 386/2019).

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο