Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

Αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενοι ισχυρισμοί και δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης (προτάσεις Mengozzi της 13.1.2016, στην υπόθεση C-161/15, Abdelhafid Bensada Benallal κατά Βελγικού Δημοσίου)

Αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενοι ισχυρισμοί και δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης (προτάσεις Mengozzi της 13.1.2016, στην υπόθεση C-161/15, Abdelhafid Bensada Benallal κατά Βελγικού Δημοσίου)

1.Με την ευκαιρία προδικαστικού ερωτήματος του βελγικού Conseil d’Etat στο πλαίσιο υπόθεσης διοικητικής απέλασης, ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi εξετάζει, υπό νέα οπτική, βασικά δικονομικά ζητήματα στο πλαίσιο της έννομης τάξης της Ένωσης, με τάση ανατροπής ή έστω αναθεώρησης της πάγιας μεν, πλην όμως σχετικά πρόσφατης νομολογίας. Η υπόθεση έχει μεγάλη σημασία για τις δικονομικές εξουσίες του διοικητικού δικαστή, ιδίως δε για τη δυνατότητά του να κρίνει παραδεκτό λόγο αντλούμενο από την προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης ο οποίος προβάλλεται για πρώτη φορά στο στάδιο της κατ’ αναίρεση διαδικασίας ή να εξετάσει αυτεπαγγέλτως έναν τέτοιο λόγο. Ο γενικός εισαγγελέας συστηματοποιεί και ερμηνεύει τη νομολογία για την αρχή της ισοδυναμίας ως περιορισμού της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, καθώς και τη σχετική με την αυτεπάγγελτη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, ειδικότερα δε με την αυτεπάγγελτη εξέταση λόγου αναγόμενου στην προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης  ακρόασης. Η σχετική υποχρέωση περί αυτεπάγγελτης εξέτασης της συμβατότητας εθνικών διατάξεων προς το (τότε) κοινοτικό δίκαιο αναδείχθηκε και οριοθετήθηκε με τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995 Peterbroek (C-312/93) και van Schijndel (C-430/93 και C-431/93), που συνοδεύονται από τις διαφωτιστικές προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs. Βάσει άκρως ρεαλιστικής και μετρημένης προσέγγισης και μιας άψογα, από δικονομική σκοπιά, τεκμηριωμένης συλλογιστικής, το Δικαστήριο έκρινε ότι «τo κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει την εφαρμογή εθνικού δικονομικού κανόνα, ο οποίος, υπό συνθήκες όπως αυτές της εν λόγω διαδικασίας στην κύρια δίκη, απαγορεύει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει διαφορά στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν πράξη του εσωτερικού δικαίου συμβιβάζεται προς κοινοτική διάταξη, αν δεν έχει γίνει επίκληση της διατάξεως αυτής από τον διάδικο εντός ορισμένης προθεσμίας». Ειδικά για την αναιρετική διαδικασία, υπενθύμισε ότι «στα πλαίσια δίκης αφορώσας αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που εμπίπτουν στη σφαίρα της ελεύθερης βούλησης των διαδίκων, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει τις δεσμευτικές κοινοτικές διατάξεις, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, στοιχείο στ’, 85, 86 και 90 της Συνθήκης, ακόμη και όταν ο διάδικος ο οποίος έχει συμφέρον για την εφαρμογή των άρθρων αυτών δεν τα έχει επικαλεστεί, οσάκις το εθνικό δίκαιο του επιτρέπει να προβεί στην εφαρμογή αυτή». Κατάληξε, πάντως, στο συμπέρασμα ότι «το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως ισχυρισμό αντλούμενο από την παράβαση κοινοτικών διατάξεων, εφόσον η εξέταση του ισχυρισμού αυτού θα τα υποχρέωνε να εγκαταλείψουν την επιβαλλόμενη ουδετερότητά τους, εξερχόμενα των ορίων της ένδικης διαφοράς, όπως προσδιορίστηκε από τους διαδίκους, και στηριζόμενα σε άλλα γεγονότα και περιστάσεις πέραν εκείνων επί των οποίων στηρίζει το αίτημά του ο διάδικος ο οποίος έχει συμφέρον για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων».

2. Στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi, ο πυρήνας του προβληματισμού αφορά, ειδικότερα, τη φύση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και τη δυνατότητα εξομοίωσής του με τους λόγους δημόσιας τάξης που, σε ορισμένες έννομες τάξεις των κρατών μελών, όπως στο Βέλγιο, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή. Το βασικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου έγκειται στο αν ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, έχει τυπική ισχύ αντίστοιχη προς τους κανόνες δημόσιας τάξης του εθνικού δικαίου, των οποίων η παραβίαση εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή και μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά στην αναιρετική δίκη. Καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό συνεπάγεται ότι, δυνάμει της αρχής της ισοδυναμίας, η οποία περιορίζει την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, ο διοικητικός δικαστής οφείλει, στο πλαίσιο αναίρεσης, να αποφανθεί επί λόγου αντλούμενου από προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιόν του και αφορά υπόθεση δικαίου της Ένωσης, όπως έχει την εξουσία να το πράττει σε σχέση τους κατά το εθνικό δίκαιο λόγους δημόσιας τάξης. Ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει στο ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης στο δίκαιο της Ένωσης δεν αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, οπότε δεν εξομοιώνεται με λόγο δημόσιας τάξης και δεν μπορεί ούτε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ούτε να εξετασθεί για πρώτη φορά στην κατ’αναίρεση δίκη. Σημειώνεται ότι στο Βέλγιο υπάρχει διαφορά μεταξύ, αφενός, της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας στον πειθαρχικό και ποινικό τομέα, η οποία εμπίπτει στην κατηγορία των λόγων δημόσιας τάξης που μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως, και, αφετέρου, της προσβολής του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως εκ μέρους διοικητικής αρχής πριν από την έκδοση δυσμενούς απόφασης, η οποία δεν είναι δημόσιας τάξης και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως. Στην ελληνική έννομη τάξης, παρά κάποιες αρχικές διακυμάνσεις της νομολογίας, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης δεν εντάσσεται στους λόγους που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή (ΣτΕ 3718/2003 και πάγια έκτοτε νομολογία).

3. Εκτός των ανωτέρω, όμως, ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει ακροθιγώς και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41 του Χάρτη και επικρίνει την νομολογία του ΔΕΕ που έχει προβεί σε γραμματική ερμηνεία της σχετικής διάταξης, κρίνοντας ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 51 του Χάρτη, τα σχετικά δικαιώματα προβάλλονται μόνο κατά των οργάνων της Ένωσης και όχι κατά των κρατικών οργάνων όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (σημεία 27-34 των προτάσεών του). Ως γνωστόν, μετά τις αρχικές διακυμάνσεις της νομολογίας του, το Δικαστήριο φαίνεται ότι έλυσε ρητώς και οριστικώς το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 41 του Χάρτη, στην απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, YS (C-141/12) κατά Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel και Minister voor Immigratie, Integratie en Asiel (C-372/12) κατά M και S, υπέρ της γραμματικής ερμηνείας του Χάρτη, με συνέπεια η διάταξη αυτή να δεσμεύει μόνο τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, όχι όμως και τα κράτη μέλη, τα οποία σέβονται βεβαίως το δικαίωμα χρηστής διοίκησης ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης: 67…., από το γράμμα του άρθρου 41 του Χάρτη προκύπτει σαφώς ότι αυτό δεν απευθύνεται στα κράτη μέλη, αλλά μόνο στα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση Cicala, C‑482/10, EU:C:2011:868, σκέψη 28). Επομένως, ο αιτών άδεια διαμονής δεν μπορεί να επικαλεστεί, βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του Χάρτη, δικαίωμα προσβάσεως στον σχετικό με την αίτησή του εθνικό φάκελο. 68. Βεβαίως, το δικαίωμα χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνεται με τη διάταξη αυτή αποτυπώνει γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (απόφαση H.N., C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψη 49)». Θα πρέπει να σημειωθεί συναφώς ότι το γαλλικό Conseil d’Etat υιοθέτησε διαφορετική ερμηνεία, δεχόμενο ότι οι εθνικές αρχές οφείλουν να εφαρμόζουν το άρθρο 41 του Χάρτη όταν η υπόθεση της οποίας επιλαμβάνονται εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (CE 4 juin 2014, n 370515 M. Halifa, RFDA 2014, σ. 985, Lebon, σ. 152, ADJA 2014, σ. 1183, 1501, concl. X. Domino). Εύστοχη είναι η κριτική της προσέγγισης του ΔΕΕ που προέκρινε τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης από τη γαλλική θεωρία (L. Clément-Witz, Le juge, in RFDA 2/2015, Droit administratif et droit de l’Union européenne, σ. 387 (394). Πάντως, και η κρατούσα γνώμη στη θεωρία, στηριζόμενη στο γράμμα της διάταξης, δέχεται ότι το άρθρο 41 απευθύνεται μόνο στα όργανα της Ένωσης και όχι των κρατών μελών, καλύπτει δηλαδή μόνο την άμεση, όχι όμως και την αποκεντρωμένη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, η οποία αποτελεί τον κανόνα.

Ι. Ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης στην υπόθεση C-161/15, Abdelhafid Bensada Benallal κατά Βελγικού Δημοσίου

4. Ένα έτος μετά τη χορήγηση στον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης άδειας διαμονής λόγω της ιδιότητάς του ως εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η βελγική Yπηρεσία Aλλοδαπών την ανακάλεσε με το αιτιολογικό ότι «ο ενδιαφερόμενος [είχε κάνει] χρήση ψευδών στοιχείων τα οποία ήσαν καθοριστικά για την αναγνώριση, εκ μέρους της αρμόδιας δημοτικής αρχής, του δικαιώματος διαμονής του. Στις 2 Ιανουαρίου 2014, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή επί ακυρώσει ενώπιον του Δικαστηρίου Αλλοδαπών [Conseil du contentieux des étrangers] κατά της εν λόγω απόφασης. Προς στήριξη της προσφυγής του, ο αναιρεσείων προέβαλε ένα και μόνο λόγο σχετικό με παράβαση νομοθετικής διάταξης σχετικά με την τυπική αιτιολογία των διοικητικών πράξεων, με παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, της αρχής της ασφάλειας δικαίου, της αρχής της αναλογικότητας, των αρχών της σύνεσης και της σχολαστικότητας, της αρχής της επιμελούς διαχείρισης, της αρχής κατά την οποία η Διοίκηση υποχρεούται να αποφαίνεται λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία της υπόθεσης, καθώς και με παράβαση του άρθρου 35 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά µε το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των µελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαµένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών µελών, για την τροποποίηση του κανονισµού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου Αλλοδαπών της 30ής Απριλίου 2014. Στις 10 Μαΐου 2014, ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Conseil d’État, προβάλλοντας ένα λόγο στο πλαίσιο του οποίου διατείνεται ότι η βελγική Υπηρεσία Αλλοδαπών θα έπρεπε να τον ακούσει πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης. Συναφώς, ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση των άρθρων 41 και 51 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και της κατ’ αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας καθώς και της αρχής audi alteram partem.  Το Conseil d’État διαπιστώνει ότι ο αναιρεσείων προβάλλει λόγο ο οποίος δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Αλλοδαπών. Όμως, σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο, το Conseil d’État δεν μπορεί να κρίνει παραδεκτό έναν τέτοιο λόγο, παρά μόνον εάν πρόκειται για λόγο αναγόμενο σε κανόνες δημόσιας τάξης. Το Conseil d’État διευκρινίζει ότι, στο εθνικό δίκαιο, κανόνες δημόσιας τάξης είναι αυτοί που έχουν θεμελιώδη σημασία για τη βελγική έννομη τάξη, όπως οι κανόνες οι σχετικοί με την αρμοδιότητα των διοικητικών αρχών, την αρμοδιότητα των δικαστηρίων, τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας ή ακόμη αυτοί που αφορούν ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα.

5. Παραπέμποντας ιδίως στις αποφάσεις van der Weerd κ.λπ. (C‑222/05 έως C‑225/05, EU:C:2007:318) και Asturcom Telecomunicaciones (C‑40/08, EU:C:2009:615), το Conseil d’État διερωτάται εάν η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, καταλαμβάνει στην έννομη τάξη της Ένωσης θέση αντίστοιχη με αυτή που καταλαμβάνουν οι κανόνες δημόσιας τάξης στο εθνικό δίκαιο και εάν η αρχή της ισοδυναμίας επιβάλλει να μπορεί ο λόγος που αντλείται από παραβίαση της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Conseil d’État, στο πλαίσιο αίτησης αναίρεσης, όπως είναι δυνατό στο εθνικό δίκαιο για τους λόγους που ανάγονται σε κανόνες δημόσιας τάξης.

ΙΙ. Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41 του Χάρτη και γενική αρχή σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας

6. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του ενδιαφερομένου να εκφράσει τις απόψεις του ενώπιον της διοίκησης πριν από την έκδοση απόφασης εις βάρος του, ως γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης και όχι ως αρχής που κατοχυρώνεται στα άρθρα 41 και 47 του Χάρτη, εκ των οποίων, άλλωστε, την πρώτη διάταξη επικαλέστηκε ο αναιρεσείων της κύριας δίκης στην αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Conseil d’État. Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 41 του Χάρτη στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, δηλαδή όταν τα εθνικά μέτρα που λαμβάνουν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου αυτού [απόφαση Åkerberg Fransson, C-617/10, EU:C:2013:105, σκέψεις 18 έως 21], εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεων.

7.Το «δικαίωμα χρηστής διοίκησης» που κατοχυρώνει το άρθρο αυτό περιλαμβάνει, στην παράγραφο 2, στοιχείο α΄, «το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του». Οι διατάξεις του άρθρου αυτού απευθύνονται, κατά την παράγραφο 1, μόνο στα «θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης».

Νομολογία του ΔΕΕ

8. Σε πολλές αποφάσεις, το Δικαστήριο συνήγαγε από το γράμμα του άρθρου 41, παράγραφος 2, του Χάρτη ότι αυτό δεν έχει εφαρμογή στα κράτη μέλη [αποφάσεις Cicala (C‑482/10, EU:C:2011:868, σκέψη 28), YS κ.λπ. (C‑141/12 και C‑372/12, EU:C:2014:2081, σκέψη 67), Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 44) και Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψεις 32 και 33], με συνέπεια να εξετάζει τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ορισμένων από τις αποφάσεις αυτές υπό το πρίσμα της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, συστατικό μέρος των οποίων αποτελεί το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης [αποφάσεις Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 45) και Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 34)] .

Κριτική της νομολογίας

9. Ο γενικός εισαγγελέας όμως (σημείο 31 των προτάσεών του) δεν θεωρεί ότι το θέμα έχει λήξει, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με άλλο νομολογιακό ρεύμα, έχει κριθεί ότι το άρθρο 41 του Χάρτη μπορούσε να εφαρμοστεί στα μέτρα των κρατών μελών όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης [απόφαση N. (C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψεις 49 και 50). Επίσης, εμμέσως, απόφαση Kamino International Logistics και Datema Hellmann Worldwide Logistics (C‑129/13 και C‑130/13, EU:C:2014:2041, σκέψη 29), η οποία απλώς απέκλεισε την εφαρμογή rationae temporis του άρθρου 41, παράγραφος 2, του Χάρτη στην περίπτωση που προκάλεσε την υπόθεση της κύριας δίκης] και ότι η διάταξη αυτή είναι «γενικής εφαρμογής» [απόφαση M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 84)]. Ήδη στις προτάσεις του στην υπόθεση CO Sociedad de Gestion y Participación κ.λπ. (C‑18/14, EU:C:2015:95, υποσημείωση 48), ο P. Mengozzi επισήμανε ότι το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις διατάξεις του Χάρτη «όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης». Κατά συνέπεια, υπό τις συνθήκες αυτές, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις του Χάρτη, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του διοικουμένου σε προηγούμενη ακρόαση, που προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄. Πράγματι, γραμματική ερμηνεία του άρθρου 41 του Χάρτη, συνιστάμενη σε αποκλεισμό της δυνατότητας εφαρμογής του στα κράτη μέλη, θα οδηγούσε στην παραδοχή ότι το δικαίωμα ακρόασης που προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο 41 αποτελεί εξαίρεση από το άρθρο 51 του Χάρτη, το οποίο ορίζει ότι το σύνολο των «διατάξεων του Χάρτη» έχει εφαρμογή στα κράτη μέλη εφόσον εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Και ο γενικός εισαγγελέας Μ. Wathelet στις προτάσεις του στην υπόθεση Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2031, σημείο 56), τόνισε ότι δεν είναι «συνεπές […] το να μπορεί το γράμμα του άρθρου 41 του Χάρτη να εισαγάγει κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαίρεση στον τιθέμενο στο άρθρο 51 του Χάρτη κανόνα, η οποία θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν ένα άρθρο του Χάρτη, ακόμα κι όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης».

10. Δεδομένου ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η επίδικη απόφαση με την οποία η βελγική Υπηρεσία Αλλοδαπών ανακάλεσε την άδεια διαμονής υπηκόου της Ένωσης και τον διέταξε να εγκαταλείψει την επικράτεια του Βασιλείου του Βελγίου συνιστά αναντίρρητα μέτρο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, ο γενικός εισαγγελέας φρονεί ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να αναδιατυπώσει το υποβληθέν ερώτημα, κατά τρόπον ώστε να απαντήσει εντός του πεδίου του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του Χάρτη παρά εντός του πεδίου της γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης.

11. Κατόπιν των διευκρινίσεων αυτών, η απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα περιλαμβάνει δύο σκέλη. Πρώτον, πρέπει να ερευνηθεί αν η εφαρμογή της αρχής της ισοδυναμίας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ο σεβασμός του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης έχει, εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, την ίδια τυπική ισχύ με αυτή που έχει στο εθνικό δίκαιο, ώστε να είναι δυνατόν να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως. Δεύτερον, εάν αυτό συμβαίνει, θα πρέπει να εξετασθεί αν το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης συνιστά κανόνα δημόσιας τάξης δυνάμενο να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή της Ένωσης, πράγμα που εγείρει το αμφιλεγόμενο ζήτημα αν η προσβολή του δικαιώματος αυτού πρέπει να χαρακτηρισθεί ως παράβαση ουσιώδους τύπου.

ΙΙΙ. Η θέση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης στο δίκαιο της Ένωσης

12. Το Δικαστήριο έχει τονίσει κατ’ επανάληψη ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του, κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης δυνάμενης να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του [αποφάσεις M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 87), Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 46) και Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 36)]. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο σεβασμός του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης επιβάλλεται ακόμη και όταν η εφαρμοστέα ρύθμιση δεν προβλέπει ρητώς την τήρηση μιας τέτοιας διατυπώσεως [αποφάσεις Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 49) και Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία] και βαρύνει, κατ’ αρχήν, τις διοικητικές αρχές των κρατών μελών όταν αυτές λαμβάνουν μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης [αποφάσεις Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 50) και Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 40)].

13.  Όταν δεν καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ούτε οι συνθήκες εντός των οποίων πρέπει να διασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας ούτε οι συνέπειες της μη τήρησης των δικαιωμάτων αυτών, οι εν λόγω συνθήκες και συνέπειες εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο, αρκεί τα μέτρα που θεσπίζονται προς την κατεύθυνση αυτή να είναι της ίδιας τάξης με εκείνα που ισχύουν για τους ιδιώτες σε ανάλογες καταστάσεις εθνικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και να μην καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται από την έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) [αποφάσεις G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533, σκέψη 35), Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, point 51) και Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 41)]. Εν προκειμένω, ενώ το άρθρο 31 της οδηγίας 2004/38 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εγγυώνται ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν πρόσβαση σε δικαστικές διαδικασίες προσφυγών κατά των αποφάσεων απελάσεως [σημειώνεται ότι το άρθρο 30 της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι οι αποφάσεις που περιορίζουν το δικαίωμα εισόδου ή διαμονής κοινοποιούνται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο και είναι αιτιολογημένες], αντιθέτως δεν προβλέπει δικαίωμα των προσώπων αυτών σε προηγούμενη ακρόαση από την αρμόδια διοικητική αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, πριν από την έκδοση τέτοιων αποφάσεων. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να ασκείται το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο, δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών, τηρουμένων, πάντως, των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

Αρχή της αποτελεσματικότητας

14. Το γεγονός ότι το διοικητικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ή πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτο λόγο αντλούμενο από προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιόν του ουδόλως σημαίνει ότι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες καθιστούν αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την επίκληση της προσβολής του δικαιώματος αυτού ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, αυτό που έχει σημασία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, είναι ότι οι διάδικοι είχαν πράγματι τη δυνατότητα να προβάλουν λόγο βασιζόμενο στο δίκαιο της Ένωσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου [απόφαση van der Weerd κ.λπ. (C‑222/05 έως C‑225/05, EU:C:2007:318, σκέψη 41)]. Με άλλα λόγια, η αρχή αυτή δεν απαιτεί από τον εθνικό δικαστή να επανορθώσει τις συνέπειες της αδράνειας ή της παράλειψης των διαδίκων, εφόσον αυτοί είχαν πράγματι τη δυνατότητα, βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων, να προβάλουν λόγο αντλούμενο από την παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Δεδομένου ότι είναι βέβαιο ότι αυτό συμβαίνει εν προκειμένω, εφόσον ο αναιρεσείων της κύριας δίκης εκπροσωπήθηκε, άλλωστε, από δικηγόρο ήδη από την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος πρωτοδίκως, η εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικότητας δεν έχει ως συνέπεια την υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο αντλούμενο από την προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, ανεξαρτήτως της σπουδαιότητας του δικαιώματος αυτού για την έννομη τάξη της Ένωσης.

Αρχή της ισοδυναμίας: προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής

15. Πιο περίπλοκο είναι το ζήτημα αν η αρχή της ισοδυναμίας επιφέρει μια τέτοια συνέπεια για το αιτούν δικαστήριο. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι δικονομικές πτυχές των ενδίκων βοηθημάτων τα οποία σκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει το δίκαιο της Ένωσης στα άτομα δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν αντίστοιχα ένδικα βοηθήματα του εθνικού δικαίου [αποφάσεις van der Weerd κ.λπ. (C‑222/05 έως C‑225/05, EU:C:2007:318, σκέψη 28)· Kempter (C‑2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 57) και Târșia (C‑69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 27)]. Επομένως, θα μπορούσε ευλόγως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, όταν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες παρέχουν σε εθνικό δικαστήριο την ευχέρεια ή του επιβάλλουν την υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο βασιζόμενο στο εθνικό δίκαιο, η αρχή της ισοδυναμίας επιτάσσει, σχεδόν αυτόματα, να καλύπτει η εν λόγω ευχέρεια ή υποχρέωση και τους λόγους που αντλούνται από το δίκαιο της Ένωσης.

16. Η άποψη αυτή δεν λαμβάνει, εντούτοις, υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία απαιτεί να εξετασθεί αν ο επίμαχος κανόνας καταλαμβάνει, στο πλαίσιο της έννομης τάξης της Ένωσης, «θέση» τουλάχιστον ισοδύναμη με αυτή των κανόνων των οποίων η παράβαση μπορεί ή πρέπει, στο εθνικό δίκαιο, να ελεγχθεί αυτεπαγγέλτως από τον εθνικό δικαστή. Συναφώς, στην απόφαση van der Weerd κ.λπ. (C‑222/05 έως C‑225/05, EU:C:2007:318, σκέψεις 29 έως 31), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις οδηγίας για τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού δεν μπορούν να καταλαμβάνουν «παρόμοια θέση στο πλαίσιο της έννομης τάξης [της Ένωσης]» με τους λόγους που αντλούνται από τους κανόνες δημόσιας τάξης στο ολλανδικό δίκαιο, ως τέτοιοι δε νοούνται, κατ’ ουσίαν, οι κανόνες που αφορούν τις εξουσίες των διοικητικών οργάνων και οι διατάξεις περί παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων. Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή της αρχής της ισοδυναμίας δεν είχε ως συνέπεια, στην υπόθεση εκείνη, την υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να προβεί αυτεπαγγέλτως στον έλεγχο της νομιμότητας των προσβαλλομένων ενώπιόν του διοικητικών πράξεων με βάση κριτήρια αντλούμενα από την επίμαχη οδηγία. Στη σκέψη 32 της ίδιας αυτής απόφασης, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, μολονότι οι διατάξεις αυτές εμπίπτουν στην πολιτική της δημόσιας υγείας, έγινε επίκλησή τους «κυρίως για να ληφθούν υπόψη τα ιδιωτικά συμφέροντα των διοικουμένων» εις βάρος των οποίων ελήφθησαν μέτρα για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού. Πλέον προσφάτως, το Δικαστήριο συνόψισε τη νομολογία αυτή υπό την έννοια ότι η «αρχή της ισοδυναμίας […] επιτάσσει οι προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο προϋποθέσεις αυτεπάγγελτης εξετάσεως ενός κανόνα του δικαίου [της Ένωσης] να μην είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν την αυτεπάγγελτη εξέταση κανόνων εσωτερικού δικαίου της ίδιας βαθμίδας» [πόφαση Asturcom Telecomunicaciones (C‑40/08, EU:C:2009:615, σκέψη 49) και διάταξη Pohotovosť (C‑76/10, EU:C:2010:685, σκέψη 48)].

17. Επομένως, κατά τη νομολογία αυτή, η έκταση της αυτεπάγγελτης εξέτασης λόγου αντλούμενου από παράβαση κανόνα του δικαίου της Ένωσης εξαρτάται από την ισοδυναμία ή την ταυτότητα της βαθμίδας που κατέχει ο κανόνας αυτός στο δίκαιο της Ένωσης σε σχέση με τους κανόνες που ο εθνικός δικαστής έχει την εξουσία να ελέγχει αυτεπαγγέλτως στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξης. Με άλλα λόγια, εάν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες παρέχουν στον εθνικό δικαστή την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως εθνικούς κανόνες «δημόσιας τάξης», όπως στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις van Schijndel και van Veen (C‑430/93 και C‑431/93, EU:C:1995:441, σκέψεις 13, 14 και 22) και Kraaijeveld κ.λπ. (C‑72/95, EU:C:1996:404, σκέψεις 57, 58 και 60), ο δικαστής αυτός θα πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης που έχουν αντίστοιχη νομική δεσμευτικότητα, όπως την έχει συναγάγει το Δικαστήριο. Εάν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες είναι πιο αυστηροί και εξαρτούν την αυτεπάγγελτη εξέταση λόγου από τον χαρακτηρισμό του παραβιασθέντος εθνικού κανόνα ως δημόσιας τάξης, ο λόγος που αντλείται από παραβίαση του δικαίου της Ένωσης πρέπει επίσης, για να τύχει ισοδύναμης μεταχείρισης από τα εθνικά δικαστήρια, να αντλείται από την παράβαση κανόνα που καταλαμβάνει «αντίστοιχη θέση» ή την «ίδια βαθμίδα» στο δίκαιο της Ένωσης.

18. Η αξία της νομολογίας του Δικαστηρίου έγκειται ακριβώς στο ότι θέτει τα θεμέλια του ορισμού του λόγου που ανάγεται σε κανόνα δημόσιας τάξης στο δίκαιο της Ένωσης, ούτως ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο η εφαρμογή του σχετικού κανόνα της Ένωσης να ποικίλλει λόγω και μόνο του χαρακτηρισμού του κατά το εθνικό δίκαιο. Ο προσανατολισμός αυτός είναι συνεπής προς τη λύση που προκρίθηκε στην απόφαση Eco Swiss (C‑126/97, EU:C:1999:269, σκέψεις 24, 31, 37 και 41). Πράγματι, στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 81 ΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ) είχε την ίδια τυπική ισχύ με τους εθνικούς κανόνες δημόσιας τάξης του οικείου κράτους μέλους και, επομένως, ότι η αρχή της ισοδυναμίας επέβαλλε στο εθνικό δικαστήριο να δεχθεί αίτηση ακύρωσης διαιτητικής απόφασης την οποία έκρινε αντίθετη προς το άρθρο αυτό, εφόσον όφειλε, σύμφωνα με τους εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες του, να δεχθεί αίτηση ακύρωσης στηριζομένη στην παράβαση εθνικών κανόνων δημόσιας τάξης και παρόλον ότι, δυνάμει του εθνικού δικαίου, η αντίθεση διαιτητικής απόφασης προς τους κανόνες του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού δεν εθεωρείτο, γενικώς, ότι εμπίπτει στη δημόσια τάξη.

19. Με άλλα λόγια, η δικονομική αυτονομία των κρατών μελών δεν μπορεί να εκτείνεται μέχρι του σημείου να καταλαμβάνει και τον καθορισμό ή τον χαρακτηρισμό των κανόνων του δικαίου της Ένωσης που εμπίπτουν στην κατηγορία των κανόνων δημόσιας τάξης. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον ο σεβασμός του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης καταλαμβάνει, στο δίκαιο της Ένωσης, την ίδια ή αντίστοιχη βαθμίδα με τους κανόνες δημόσιας τάξης του εθνικού δικαίου.

IV. Ο σεβασμός του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης δεν συνιστά κανόνα δημόσιας τάξης στο δίκαιο της Ένωσης

Α. Η έννοια του κανόνα δημόσιας τάξης στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης

20. Ενώπιον του δικαστή της Ένωσης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: εάν οι ισχυρισμοί αυτοί στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία [άρθρο 127, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου· άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και άρθρο 56, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης], εάν, στην πραγματικότητα, ενισχύουν ισχυρισμό που προβλήθηκε προγενεστέρως, ή εάν αντλούνται από την προσβολή κανόνα δημόσιας τάξης [στο πνεύμα αυτό, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Poiares Maduro στην υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑276/02, EU:C:2004:211, σημείο 10 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Jääskinen στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Επιτροπή και Ισπανία κατά Government of Gibraltar και Ηνωμένου Βασιλείου (C‑106/09 P και C‑107/09 P, EU:C:2011:215, σημείο 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)]. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, το άρθρο 150 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου διευκρινίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αυτεπαγγέλτως, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη επί των λόγων απαραδέκτου δημόσιας τάξης. Άλλωστε, κατά πάγια πλέον νομολογία, το Δικαστήριο έκρινε ότι εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τους λόγους ακύρωσης δημόσιας τάξης [αποφάσεις Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67), KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑272/09 P, EU:C:2011:810, point 104) και Siemens κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑239/11 P, C‑489/11 P και C‑498/11 P, EU:C:2013:866, σκέψη 321)].

Β. Ενδεικτική απαρίθμηση λόγων δημόσιας τάξης που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως καθώς και κατ’ αναίρεση (κυρίως λόγοι συνδεόμενοι με την εξωτερική νομιμότητα των πράξεων)

21. Το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, και στο στάδιο της αναιρετικής δίκης, λόγους απαραδέκτου του ενδίκου μέσου [αποφάσεις Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑298/00 P, EU:C:2004:240, σκέψη 35) και Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑133/12 P, EU:C:2014:105, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)]  ή την εξαφάνιση του αντικειμένου της δίκης [απόφαση Hassan και Ayadi κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑399/06 P και C‑403/06 P, EU:C:2009:748 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)], την αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε πράξη της Ένωσης [απόφαση Salzgitter κατά Επιτροπής (C‑210/98 P, EU:C:2000:397, σκέψη 56)], την αρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου [αποφάσεις Planet κατά Επιτροπής (C‑564/13 P, EU:C:2015:124, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και Elitaliana κατά Eulex Kosovo (C-439/13 P, EU:C:2015:753, σκέψη 37)], την πλημμελή σύνθεση του Γενικού Δικαστηρίου [απόφαση Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ. (C‑341/06 P και C‑342/06 P, EU:C:2008:375, σκέψεις 48 και 49)], καθώς και την έλλειψη ή την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της πράξης αυτής [αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (C‑89/08 P, EU:C:2009:742, σκέψεις 34 και 35) και Mindo κατά Επιτροπής (C‑652/11 P, EU:C:2013:229, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)]. Επομένως, πρόκειται για λόγους που συνδέονται με την εξωτερική νομιμότητα των πράξεων.

21. Αντιθέτως, ως αναιρετικός δικαστής, το Δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγους ουσίας αντλούμενους από την παράβαση ουσιαστικών διατάξεων της Συνθήκης ή πράξεων της Ένωσης που προβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιόν του [απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (C‑272/12 P, EU:C:2013:812, σκέψεις 28 και 29 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πράγματι, στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, λόγω έλλειψης καταλογισμού του επίμαχου μέτρου ενίσχυσης στο κράτος. Βλ. και απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών και ING Groep (C‑224/12 P, EU:C:2014:213, σκέψη 97)]. Επομένως, το Δικαστήριο φαίνεται ελάχιστα πρόθυμο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγους αντλούμενους από την εσωτερική νομιμότητα των πράξεων. Αντιθέτως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξέτασε αυτεπαγγέλτως λόγο, πολύ γνωστό στο γαλλικό διοικητικό δίκαιο, αντλούμενο από το πεδίο εφαρμογής του νόμου [αποφάσεις Valero Jordana κατά Επιτροπής (F‑104/05, EU:F:2008:13, σκέψεις 53 και 54), Putterie-De-Beukelaer κατά Επιτροπής (F‑31/07, EU:F:2008:23, σκέψεις 50 έως 62) και Βακάλης κατά Επιτροπής (F‑38/10, EU:F:2011:43, σκέψεις 28, 29 και 38)]. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διευκρινίζει το περιεχόμενο της εξέτασης αυτής υπό την έννοια ότι «δεν θα εκπλήρωνε την αποστολή του ως ελεγκτής της νομιμότητας, εάν παρέλειπε να λάβει υπόψη, ακόμη και ελλείψει σχετικής αμφισβήτησης εκ μέρους των διαδίκων, ότι η ενώπιόν του προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη βάσει διατάξης που δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση και αν, συνεπώς, αποφαινόταν επί της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς προβαίνοντας το ίδιο σε εφαρμογή της διάταξης αυτής». Στην απόφαση Wurster κατά EIGE (F‑20/12 και F‑43/12, EU:F:2013:129, σκέψη 90), το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγου ακύρωσης αντλούμενου από το πεδίο εφαρμογής του νόμου συνιστούσε εξαίρεση από την απαγόρευση αυτεπάγγελτης εξέτασης των λόγων που σχετίζονται με την εσωτερική νομιμότητα. Όσον αφορά τις σχέσεις με τα εθνικά δικαστήρια, το Δικαστήριο φαίνεται επίσης να δέχεται, όπως προκύπτει από την απόφαση Eco Swiss (C‑126/97, EU:C:1999:269) και τη σχετική με τις καταχρηστικές ρήτρες που περιλαμβάνονται στις συναπτόμενες με τους καταναλωτές συμβάσεις νομολογία, ότι τα δικαστήρια αυτά είναι υποχρεωμένα, σε ορισμένες περιπτώσεις, βάσει της αρχής της αποτελεσματικότητας των κανόνων του δικαίου της Ένωσης, να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως λόγους αντλούμενους από την εσωτερική νομιμότητα των πράξεων.

Γ. Κριτήρια κανόνων δημόσιας τάξης

α. Θέσπιση για την εξυπηρέτηση θεμελιώδους σκοπού ή αξίας της έννομης τάξης της Ένωσης

22. Το Δικαστήριο ποτέ δεν καθόρισε αφηρημένα τα κριτήρια που πρέπει να συντρέχουν για να χαρακτηρισθεί ένας λόγος ως δημόσιας τάξης ή όχι. Προφανώς δεν είναι ευχερές να ορισθούν οι λόγοι δημόσιας τάξης, καθόσον ο ορισμός αυτός εξαρτάται, σε τελική ανάλυση, από τις θεμελιώδεις αξίες της οικείας έννομης τάξης, τον ρόλο που διαδραματίζουν οι διάδικοι, τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες καθώς και το είδος του επιληφθέντος δικαστηρίου (ιδίως αν είναι πολιτικό ή διοικητικό) και τον βαθμό του δικαστηρίου αυτού (δικαστήριο ουσίας ή αναιρετικό δικαστήριο) [προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση Salzgitter κατά Επιτροπής (C‑210/98 P, EU:C:2000:172, σημείο 134)]. Πάντως, όσον αφορά την έννομη τάξη και το δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, στοιχεία που αντλούνται από τη νομολογία παρέχουν τη δυνατότητα οριοθέτησης των κριτηρίων αυτών με σχετική ακρίβεια.

23. Ο γενικός εισαγγελέας προκρίνει, συναφώς, τα δύο κριτήρια που συνήγαγε ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs στα σημεία 141 και 142 των προτάσεών του στην υπόθεση Salzgitter κατά Επιτροπής (C‑210/98 P, EU:C:2000:172) [βλ. και προτάσεις Mengozzi στην υπόθεση Common Markκαι Fertilizers κατά Επιτροπής (C‑443/05 P, EU:C:2007:127, σημεία 102 και 103) και στην υπόθεση Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (C‑362/08 P, EU:C:2009:553, σημεία 78 και 79)].  Πρέπει να εξετασθεί, αφενός, αν ο παραβιαζόμενος κανόνας έχει θεσπιστεί για να εξυπηρετεί θεμελιώδη σκοπό ή αξία της έννομης τάξης της Ένωσης και αν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την επίτευξη του σκοπού αυτού ή της αξίας αυτής και, αφετέρου, αν ο κανόνας αυτός θεσπίστηκε προς το συμφέρον τρίτων ή προς το γενικό συμφέρον και όχι απλώς προς το συμφέρον των ατόμων που αφορούσε άμεσα.

24. Όσον αφορά το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, προφανώς πρέπει να θεωρηθεί ότι το πρώτο κριτήριο συντρέχει. Πράγματι, ο σεβασμός του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης σε κάθε διοικητική διαδικασία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας που συνιστά γενική (και θεμελιώδη) αρχή του δικαίου της Ένωσης [αποφάσεις Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 45) και Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 34)]. Σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ, η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού του κράτους δικαίου καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, o σεβασμός δε των δικαιωμάτων αυτών συνιστά, κατά το Δικαστήριο, προϋπόθεση νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης [αποφάσεις Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψη 284) και Spector Photo Group και Van Raemdonck (C‑45/08, EU:C:2009:806, σκέψη 41)]  και «συνταγματική αρχή της Συνθήκης» [απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψη 285)]. Επιπλέον, ενώ το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ διαλαμβάνει ότι η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη, όπερ περιλαμβάνει και το δικαίωμα του άρθρου 41 του Χάρτη, η παράγραφος 3 του άρθρου 6 προσθέτει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.

25. Ο σεβασμός του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης εξυπηρετεί, επομένως, θεμελιώδη αξία της έννομης τάξης της Ένωσης, δηλαδή την, συνταγματικής φύσης, αξία της προσήλωσης της Ένωσης στον σεβασμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που αναγνωρίζονται υπέρ των προσώπων και κατοχυρώνονται ιδίως στον Χάρτη.

β. Κριτήριο της θέσπισης του οικείου κανόνα προς το γενικό συμφέρον

26. Αντιθέτως, είναι πιο περίπλοκο το ζήτημα αν ο σεβασμός του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης πληροί το δεύτερο κριτήριο, δηλαδή αν θεσπίσθηκε προς το γενικό συμφέρον μάλλον και όχι απλώς προς το συμφέρον των ατόμων που αφορά άμεσα. Λαμβανομένης υπόψη της διάκρισης που καθιερώνει η νομολογία που Δικαστηρίου μεταξύ λόγων σχετικών με την εξωτερική νομιμότητα, δυναμένων να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως, και λόγων αναγομένων στην εσωτερική νομιμότητα, των οποίων η αυτεπάγγελτη εξέταση φαίνεται να αποκλείεται, πρέπει να εξετασθεί αν η προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης μπορεί να εμπίπτει στην κατηγορία της παράβασης ουσιώδους τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, δηλαδή στην παράβαση ουσιώδους διαδικαστικής προϋπόθεσης άρρηκτα συνδεδεμένης με τη διαμόρφωση ή την έκφραση της βούλησης της αρχής που εξέδωσε την επίμαχη πράξη, ικανής να αλλοιώσει ipso jure την ουσία αυτής [προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Fennelly στην υπόθεση Επιτροπή κατά ICI (C‑286/95 P, EU:C:1999:578, σημείο 22)].

– Η προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης ως παράβαση ουσιώδους τύπου που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως

27. O ως άνω χαρακτηρισμός της προσβολής του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, που συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη εξέταση της αιτίασης αυτής, προκρίθηκε κατά καιρούς από το Γενικό Δικαστήριο καθώς και από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης. Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως την παράλειψη της Επιτροπής να καλέσει τις ενώσεις επιχειρήσεων που είχαν μετάσχει σε σύμπραξη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας σε σχέση με την ενδεχόμενη άσκηση της εξουσίας να τους επιβάλει πρόστιμα [απόφαση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑25/95, T‑26/95, T‑30/95 έως T‑32/95, T‑34/95 έως T‑39/95, T‑42/95 έως T‑46/95, T‑48/95, T‑50/95 έως T‑65/95, T‑68/95 έως T‑71/95, T‑87/95, T‑88/95, T‑103/95 και T‑104/95, EU:T:2000:77, σκέψη 487)] και την παράλειψή της να ακούσει τις επιχειρήσεις πριν από την έκδοση αποφάσεων σχετικά με τη διαγραφή ή τη μη είσπραξη εισαγωγικών δασμών [αποφάσεις Eyckeler & Malt κατά Επιτροπής (T‑42/96, EU:T:1998:40, σκέψη 88), Primex Produkte Import-Export κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑50/96, EU:T:1998:223, σκέψη 71) και Kaufring κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑186/97, T‑187/97, T‑190/97 έως T‑192/97, T‑210/97, T‑211/97, T‑216/97 έως T‑218/97, T‑279/97, T‑280/97, T‑293/97 και T‑147/99, EU:T:2001:133, σκέψεις 134 και 135). Αναφερόμενος στην τελευταία αυτή απόφαση, ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs υποστήριξε επίσης ότι, «κατά πάγια νομολογία», η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, την οποία το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε –και μάλιστα όφειλε– να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του [βλ. προτάσεις του στην υπόθεση Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (C‑78/03 P, EU:C:2005:106, σημείο 89)]. Από την πλευρά του, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δέχθηκε, μεταξύ άλλων, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την παράλειψη της διοίκησης να καλέσει υπάλληλο να γνωστοποιήσει την άποψή του πριν από την έκδοση απόφασης περί ανακατατάξεώς του σε βαθμό [απόφαση Bui Van κατά Επιτροπής (F‑51/07, EU:F:2008:112, σκέψεις 77 και 78). Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώθηκε εμμέσως πλην σαφώς, κατόπιν αναίρεσης, στις σκέψεις 77 έως 81 της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου Bui Van κατά Επιτροπής (T‑491/08 P, EU:T:2010:191)], την παράλειψη παροχής σε συμβασιούχο υπάλληλο της δυνατότητας να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί έγγραφης αξιολόγησης στο οποίο η διοίκηση είχε την πρόθεση να στηριχθεί για να αρνηθεί τη σύναψη με τον υπάλληλο αυτόν σύμβασης αόριστης διάρκειας [αποφάσεις Hanschmann κατά Ευρωπόλ (F‑27/09, EU:F:2010:58, σκέψη 53) και Knöll κατά Ευρωπόλ (F‑44/09, EU:F:2010:68, σκέψη 59)] ή την παράλειψη προηγούμενης ακρόασης του υπαλλήλου πριν από την άρνηση της διοίκησης να ανανεώσει την ορισμένου χρόνου σύμβασή του [απόφαση EE κατά Επιτροπής (F‑55/14, EU:F:2015:66, σκέψεις 35 και 41)].

28. Το ως άνω νομολογιακό ρεύμα ουδόλως διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, εμπίπτει στην παράβαση ουσιωδών τύπων κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Αντιθέτως, στηρίζεται σχεδόν συστηματικά σε δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου, δηλαδή στις αποφάσεις Interhotel κατά Επιτροπής (C‑291/89, EU:C:1991:189, σκέψη 14) και Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67), οι οποίες όμως, κατά τον γενικό εισαγγελέα, δεν μπορούν να στηρίξουν την προσέγγιση που υιοθέτησαν το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.

29. Αυτό είναι απολύτως σαφώς όσον αφορά την απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67), η οποία δεν αφορούσε τον σεβασμό του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, αλλά την παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης η οποία, κατά πάγια νομολογία, εμπίπτει σαφώς στην παράβαση ουσιώδους τύπου υπό την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ [απόφαση Ipatau κατά Συμβουλίου (C‑535/14 P, EU:C:2015:407, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)].

30.H απόφαση Interhotel κατά Επιτροπής (C‑291/89, EU:C:1991:189), αντιθέτως, αφορούσε προσφυγή ακύρωσης κατά της απόφασης της Επιτροπής να περιορίσει χρηματοδοτική συνδρομή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου σε εκπαιδευτικά προγράμματα και προγράμματα επαγγελματικού προσανατολισμού της Πορτογαλίας, συνδρομή την οποία είχε λάβει η εταιρία Interhotel. Η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία προέβλεπε ρητώς ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της εν λόγω υπόθεσης, η Επιτροπή δεν μπορούσε, ειδικότερα, να μειώσει τη χρηματοδοτική συνδρομή χωρίς να παράσχει στο οικείο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Αφού υπενθύμισε ότι είχε την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την παράβαση ουσιωδών τύπων, το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, καθόσον δεν έλαβε προηγουμένως υπόψη τις παρατηρήσεις της Πορτογαλικής Δημοκρατίας. Το συμπέρασμα αυτό θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να δημιουργήσει την εντύπωση ότι επιρρωννύει το ρεύμα της νομολογίας του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης που εξετάσθηκε ανωτέρω.

31. Εντούτοις, οι σκέψεις 15 έως 17 της απόφασης Interhotel κατά Επιτροπής (C‑291/89, EU:C:1991:189) όχι μόνον υπενθυμίζουν ότι η υποχρέωση προηγούμενης ακρόασης του οικείου κράτους μέλους απορρέει σαφώς από τις διατάξεις του επίμαχου κοινοτικού κανονισμού, αλλά τονίζουν κυρίως την «αποφασιστική ανάμειξη» και «τη σημασία των ευθυνών που αναλαμβάνει [το κράτος μέλος] για την υποβολή και τον έλεγχο της χρηματοδότησης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων» που σημαίνουν ότι η δυνατότητά του να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν από τη λήψη οριστικής απόφασης περί μείωσης της συνδρομής αποτελεί «ουσιώδη τύπο», του οποίου η μη τήρηση συνεπάγεται την ακυρότητα της προσβαλλομένης απόφασης. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η αποφασιστική ανάμειξη και η σημασία των ευθυνών του κράτους μέλους στον συγκεκριμένο τομέα οδήγησαν το Δικαστήριο να χαρακτηρίσει την παράβαση της υποχρεώσεως διαβούλευσης με το οικείο κράτος μέλος, η οποία άλλωστε προβλέπεται ρητώς στην κοινοτική ρύθμιση, ως παράβαση ουσιώδους τύπου. Η διαβούλευση αυτή μπορεί, σε τελική ανάλυση, να θεωρηθεί ως ειδική έκφραση της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών ή, με άλλα λόγια, της θεσμικής ισορροπίας στο πλαίσιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, είναι απολύτως κατανοητό ότι η παράβαση της εν λόγω υποχρέωσης προηγούμενης διαβούλευσης μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει κανόνα ο οποίος θεσπίσθηκε για την εξυπηρέτηση θεμελιώδους σκοπού ή αξίας της Ένωσης και προς το γενικό συμφέρον και ότι, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο οφείλει να την εξετάσει αυτεπαγγέλτως. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, το Δικαστήριο δέχεται ότι ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να επικαλεστεί προσβολή των δικαιωμάτων του κράτους μέλους η οποία βαίνει πέραν της απλής προσβολής των δικών του δικαιωμάτων και συνεπάγεται την ακυρότητα ipso jure της απόφασης της Επιτροπής. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί ο δικαστής της Ένωσης δέχεται και ότι ο δικαιούχος κρατικής ενισχύσεως μπορεί να επικαλεστεί την προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων του κράτους μέλους που χορήγησε την ενίσχυση και ότι η προσβολή αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής (T‑228/99 και T‑233/99, EU:T:2003:57, σκέψεις 143 και 147)]. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν παρακινδυνευμένο να αντληθεί από την απόφαση Interhotel κατά Επιτροπής (C‑291/89, EU:C:1991:189) η γενική διαπίστωση ότι η έλλειψη σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, και ειδικότερα του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης των νομικών και φυσικών προσώπων σε κάθε διοικητική διαδικασία, συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, η οποία πρέπει να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή της Ένωσης.

  • Λόγοι που επιβάλλουν επιφυλακτικότητα

32. Όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας η επιφυλακτικότητα αυτή ενισχύεται από τρεις αποφασιστικής σημασίας παράγοντες.

– Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο δεν έχει ποτέ μέχρι τώρα επεκτείνει την εφαρμογή της νομολογίας Interhotel κατά Επιτροπής (C‑291/89, EU:C:1991:189) πέραν των περιπτώσεων που συνεπάγονται την τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων τις οποίες αναγνωρίζει το δίκαιο της Ένωσης στα κράτη μέλη [αποφάσεις Infortec κατά Επιτροπής (C‑157/90, EU:C:1992:243, σκέψη 20), Foyer culturel du Sart-Tilman κατά Επιτροπής (C‑199/91, EU:C:1993:205, σκέψη 34) και IRI κατά Επιτροπής (C‑334/91, EU:C:1993:211, σκέψη 25)]. Ανήκει επίσης στο εν λόγω ρεύμα η νομολογία σχετικά με την «ουσιώδη εγγύηση που παρέχει η Συνθήκη» και έγκειται στο νομότυπο της προ της άσκησης της προσφυγής διαδικασίας στον τομέα της διαπιστώσεως παραβάσεως, η οποία είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων του οικείου κράτους μέλους, αλλά και για να εξασφαλιστεί ότι η διαδικασία που θα κινηθεί ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά, πράγμα που εξηγεί γιατί το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την παράβαση της εγγυήσεως αυτής, έστω και αν το κράτος μέλος εκτίμησε ότι δεν όφειλε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του κατά το στάδιο της προ της προσφυγής διαδικασίας [αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑365/97, EU:C:1999:544, σκέψεις 23 και 35) και Επιτροπή κατά Ρουμανίας (C‑522/09, EU:C:2011:251, σκέψη 16)]. Η αναλογία μεταξύ αυτής της νομολογίας και της απόφασης Interhotel κατά Επιτροπής (C‑291/89, EU:C:1991:189) καθώς και η δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξέτασης της παραβίασης των εγγυήσεων αυτών επιβεβαιώθηκαν ρητώς από το Δικαστήριο στην απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑160/08, EU:C:2010:230, σκέψεις 40 έως 42).

– Στη συνέχεια, κρίνοντας στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση διαδικασίας, το Δικαστήριο απέρριψε ως νέους και, επομένως, απαράδεκτους τους λόγους που προβλήθηκαν στο στάδιο της απάντησης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή για πρώτη φορά ενώπιόν του και αντλήθηκαν είτε από προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης νομικών προσώπων είτε από προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που διεξήγαγε η Επιτροπή στον τομέα της εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού [όσον αφορά τον σεβασμό του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης: αποφάσεις Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑395/96 P και C‑396/96 P, EU:C:2000:132, σκέψεις 99, 103, 104, 107 και 108), Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 421 και 422) καθώς και Alcoa Trasformazioni κατά Επιτροπής (C‑194/09 P, EU:C:2011:497, σκέψεις 86 έως 91). Όσον αφορά την προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη: απόφαση Ziegler κατά Επιτροπής (C‑439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψη 128) και διατάξεις Total και Elf Aquitaine κατά Επιτροπής (C‑421/11 P, EU:C:2012:60, σκέψη 35) και Total και Elf Aquitaine κατά Επιτροπής (C‑495/11 P, EU:C:2012:571, σκέψη 33)]. Τούτο σημαίνει ότι το Δικαστήριο κρίνει ότι τέτοιοι λόγοι, μολονότι αντλούνται από την προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, δεν ανήκουν στην κατηγορία των λόγων δημόσιας τάξης που πρέπει να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή της Ένωσης.

– Τέλος, η συνέπεια της παράβασης ουσιώδους τύπου, δηλαδή η ipso jure ακύρωση της οικείας πράξης, δυσχερώς συμβιβάζεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης επισύρει την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε κατά τη λήξη της επίμαχης διοικητικής διαδικασίας μόνον εάν, ελλείψει της παρατυπίας αυτής, η διαδικασία ενδέχεται να είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα [αποφάσεις Συμβούλιο και Επιτροπή κατά Interpipe Niko Tube και Interpipe NTRP (C‑191/09 P και C‑200/09 P, EU:C:2012:78, σκέψη 79) και G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533, σκέψη 38 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)].  Όπως προκύπτει από την απόφαση G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533, σκέψη 38), η νομολογία αυτή εφαρμόζεται πλήρως στο πλαίσιο της προσβολής του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας παρατάσεως της κρατήσεως υπηκόου τρίτης χώρας ενόψει της απελάσεώς του, δυνάμει της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών [ΕΕ L 348, σ. 98]. Πράγματι, μολονότι η οδηγία αυτή ουδέν διαλαμβάνει ως προς τις συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από την προσβολή του δικαιώματος αυτού και, κατά συνέπεια, εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στα κράτη μέλη να ρυθμίσουν τις συνέπειες αυτές στο πλαίσιο της δικονομικής αυτονομίας τους, τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, εντούτοις το Δικαστήριο εκτιμά, πιθανότατα υπό το πρίσμα της αρχής αυτής, ότι ο κολασμός της προσβολής του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης με την αυτόματη ακύρωση της απόφασης περί παράτασης της κράτησης ενέχει κίνδυνο υπονόμευσης της αποτελεσματικότητας της οδηγίας αυτής [απόφαση G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533, σκέψη 41)].

33. Επομένως, στο παρόν στάδιο της νομολογίας του Δικαστηρίου η προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την οποία ο δικαστής της Ένωσης έχει την εξουσία να ελέγξει αυτεπαγγέλτως. Το ίδιο ισχύει, κατά τον γενικό εισαγγελέα, και όσον αφορά την προσβολή του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο, η οποία μπορεί να επισύρει ακύρωση της επίμαχης διοικητικής πράξης οσάκις έχουν θιγεί τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερομένου και μπορεί να διορθωθεί κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, οπότε το βάρος απόδειξης έγκειται στην απόδειξη του ότι τα έγγραφα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την άμυνα του προσώπου αυτού: βλ. συναφώς, ιδίως, αποφάσεις Solvay κατά Επιτροπής (C‑110/10 P, EU:C:2011:687, σκέψεις 50 έως 52 και 57 και 58) και Siemens κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑239/11 P, C‑489/11 P και C‑498/11 P, EU:C:2013:866, σκέψεις 370 έως 371).

34. H εκτίμηση αυτή θα μπορούσε να κλονιστεί μόνον εάν το Δικαστήριο επιθυμούσε να αναδείξει τη «διαπερατότητα» που φαίνεται να υπάρχει μεταξύ του σεβασμού του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και της υποχρέωσης αιτιολόγησης που υπέχει η Διοίκηση και, κατά συνέπεια, να συνδέσει το δικαίωμα αυτό, κατά τρόπο σαφέστερο και αποφασιστικό, με την εξυπηρετούσα το γενικό συμφέρον αρχή της χρηστής διοίκησης [τo Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το δικαίωμα χρηστής διοίκησης αποτυπώνει και γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης: βλ., ιδίως, απόφαση YS κ.λπ. (C‑141/12 και C‑372/12, EU:C:2014:2081, σκέψη 68 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)]. H προσέγγιση αυτή βρίσκει, ομολογουμένως, έρεισμα στη νομολογία του Δικαστηρίου.

35. Πράγματι, στις αποφάσεις Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψεις 47 και 48) και Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψεις 37 και 38), το Δικαστήριο συνέδεσε το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης με τον σκοπό να διασφαλιστεί ότι η αρμόδια αρχή είναι σε θέση να λάβει λυσιτελώς υπόψη, με επιμέλεια και αμεροληψία, όλα τα στοιχεία της υπό κρίση υπόθεσης που ασκούν επιρροή, προκειμένου να παρασχεθεί στην αρχή αυτή η δυνατότητα να αιτιολογήσει εμπεριστατωμένως την απόφασή της. Τούτο πράττοντας, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αιτιολογία της διοικητικής πράξης συνιστά το «αναγκαίο συμπλήρωμα της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας». Τούτο συνάδει και προς τη ρητή ένταξη του σεβασμού του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, παράλληλα με την υποχρέωση της Διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της, στον κατάλογο των δικαιωμάτων που εμπίπτουν στο «δικαίωμα χρηστής διοίκησης» που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη.

  • Διάκριση δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και υποχρέωσης αιτιολόγησης

36. Πάντως, κατά τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφύγει κάθε συγκρητισμό, που θα συνέχεε τη φύση και το περιεχόμενο του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης των ιδιωτών προς τη φύση και το περιεχόμενο της υποχρέωσης αιτιολόγησης των πράξεων που υπέχει η Διοίκηση. Ακριβέστερα, η υποχρέωση της Διοίκησης να αιτιολογεί τις πράξεις της δεν περιορίζεται στη λήψη υπόψη των παρατηρήσεων των ιδιωτών πριν από την έκδοση κάθε απόφασης εις βάρος τους. Όπως προκύπτει, κατ’ ουσίαν, από τη νομολογία, η υποχρέωση αυτή εντάσσεται κυρίως στην υλοποίηση ενός γενικότερου σκοπού, δηλαδή του σκοπού να διασφαλιστεί ότι ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας της προσβαλλόμενης ενώπιόν του πράξης [απόφαση FLS Plast κατά Επιτροπής (C‑243/12 P, EU:C:2014:2006, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)]. Όταν ο δικαστής της Ένωσης αδυνατεί να ασκήσει πλήρως τον έλεγχο αυτό, δικαιολογείται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την παράβαση της ως άνω υποχρέωσης. Το γεγονός ότι ο ιδιώτης δεν μπόρεσε να διατυπώσει λυσιτελώς τις παρατηρήσεις του στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας που καταλήγει στην έκδοση απόφασης εις βάρος του μπορεί, βεβαίως, να επηρεάσει τον επαρκή και ειδικό χαρακτήρα της αιτιολογίας αυτής, ή και το βάσιμό της [απόφαση Επιτροπή κατά Edison (C‑446/11 P, EU:C:2013:798, σκέψη 54)]. Εντούτοις, δεν εμποδίζει κατ’ αρχήν τον δικαστή της Ένωσης να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας επ’ αυτής. Διευκρινίζεται ότι ο δικαστής της Ένωσης έκρινε απαράδεκτο λόγο αντλούμενο από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης που προβλήθηκε είτε οψίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είτε για πρώτη φορά στο στάδιο της αναιρετικής δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου [αντιστοίχως, απόφαση Stadtsportverband Neuss κατά Επιτροπής (T‑137/01, EU:T:2003:232, σκέψεις 135 και 137) και απόφαση Alcoa Trasformazioni κατά Επιτροπής (C‑194/09 P, EU:C:2011:497, σκέψεις 86 έως 91)].

37. Ο γενικός εισαγγελέας Mengozzi καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής δεν είναι αρκούντως πειστικά για να θέσουν εκποδών την παρούσα τάση της νομολογίας του Δικαστηρίου κατά την οποία λόγος που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, εμπίπτουσα στην κατηγορία των λόγων δημόσιας τάξης τους οποίους ο δικαστής της Ένωσης έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στον διάδικο που θεωρεί ότι έχει ζημιωθεί να προβάλει την προσβολή του δικαιώματος αυτού ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, χωρίς ο δικαστής να είναι υποχρεωμένος να θεραπεύσει την παράλειψη ή την αμέλεια του διαδίκου αυτού.

Ειδική βιβλιογραφία για τον αυτεπάγγελτο έλεγχο: Émilie Akoun, Les moyens d’ordre public en contentieux administratif, Editions Mare et Martin, 2015 (Thèse soutenue à l’Université de Grenoble le 2 décembre 2013, sous la direction du professeur Hafida Belrhali-Bernard, σ. 597)· G. Canivet/GG. Huglo, L’obligation pour le juge judiciaire national d’appliquer d’office le droit communautaire au regard des arrêts Jeroen Van Schijndel et Peterbroeck, Europe 1996 Avril Chron. nº 4 σ. 1· Fr. Clausen, Le relevé d’office par la Cour de justice dans le cadre du renvoi prejudicial, Master de droit de l’Union européenne Dirigé par Claude Blumann et Catherine Kessedjian 2010· Chr. DebouyLes moyens d’ordre public dans la procédure administrative, 1980· S. Cazet, Retour sur le relevé d’office des moyens tirés du droit communautaire : bilan au lendemain de l’arrêt Heemskerk, Europe, juillet 2009, σ. 4-8· E. Prevedourou, L’évolution de l’autonomie procédurale des États membres de l’Union européenne. Recherches sur le pouvoir du juge administratif d’apprécier d’office la compatibilité du droit national avec le droit communautaire, Préface Gérard Timsit, Εuropean Public Law Series/Bibliothèque de Droit Public του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δημοσίου Δικαίου, vol. XII, σ. 289· B.Vesterdorf, «Le relevé d’office par le juge communautaire», Une Communauté de droit: Festschrift für G. C. Rodríguez Iglesias, Nomos, 2003, σ. 551· Για την ελληνική έννομη βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος της (αντι)συνταγματικότητας των νόμων, Σχόλιο στην απόφαση ΣτΕ Ολ 3195/2000, ΔτΑ 16/2002, σ. 1175· Α. Σκιαδά, Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος της τυπικής νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, ΘΠΔΔ 7/2015, σ. 619.

Για το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 41 του Χάρτη, βλ. ενδεικτικά: J. Gundel, Der beschränkte Anwendungsbereich des Charta-Grundrechts auf gute Verwaltung: Zur fortwirkenden Bedeutung der allgemeinen Rechtsgrundsätze als Quelle des EU-Grundrechtsschutzes. Anmerkung zum Urteil des EuGH v. 17. Juli 2014, verb. Rs. C-141/12 u. C-372/12 (Y.S. u. M. u. S./Minister voor Immigratie, EuR 1/2015, σ. 80· W. Kahl, Lücken und Ineffektivitäten im Europäischen Verfahrensverbund am Beispiel des Rechts auf Anhörung, DVBl 2012, 602, με παραπομπές στη σχετική γερμανόφωνη βιβλιογραφία· C. Ladenburger, Session on “Protection of Fundamental Rights post-Lisbon – The interaction between the Charter of Fundamental Rights, the European Convention of Human Rights and National Constitutions”, in Laffrange (ed.), The protection of fundamental Rights Post-Lisbon: Reports of the XXV Fide Congress, Tallinn 2012· www.prevedourou.gr, Το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη της Ένωσης (οριζόντιος «διάλογος» μεταξύ διοικητικών πρωτοδικείων – Χάρτης και εθνικά συνταγματικά πρότυπα), ανάρτηση 28/02/2014· Το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης ως θεμελιώδης αρχή του ενωσιακού δικαίου (ΔΕΕ της 5ης Νοεμβρίου 2014, C-166/13, Mukarubega, ανάρτηση 07/11/2014 )]

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο