Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

Συλλογικά όργανα της Διοίκησης (Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 4-11-2015, 22 και 23-3-2016, 20-3-2017, 9-3-2018)

Συλλογικά όργανα της Διοίκησης (Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 4-11-2015, 22 και 23-3-2016, 20-3-2017, 9-3-2018)

Συλλογικά είναι τα διοικητικά όργανα που αποτελούνται από περισσότερα από ένα μέλη. Τα συλλογικά όργανα πρέπει να διακρίνονται από τα σύνθετα, δηλαδή αυτά που αποτελούνται από περισσότερα όργανα, τα οποία συμπράττουν για την έκδοση μιας πράξης, όπως περισσότεροι υπουργοί που εκδίδουν Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ). Οι κανόνες που διέπουν τα συλλογικά όργανα της Διοίκησης περιλαμβάνονται στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (άρθρα 13, 14, 15), αποσκοπούν δε στην προστασία των διοικουμένων και στην εύρυθμη λειτουργία της Διοίκησης. Για λόγους συστηματικούς, μπορούν να καταταγούν σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με το αν ανάγονται στη συγκρότηση, τη σύνθεση ή τη λειτουργία του οργάνου. Η λειτουργία των συλλογικών οργάνων είναι ένας έμμεσος τρόπος συμμετοχής των διοικουμένων στην έκδοση των διοικητικών πράξεων, στο  μέτρο που μεταξύ των μελών συλλογικών οργάνων περιλαμβάνονται και εκπρόσωποι των διοικουμένων τους οποίους αφορά η δραστηριότητα του οργάνου.

Συγκρότηση (άρθρο 13 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας)

Συγκρότηση είναι ο καθορισμός, με ατομική πράξη, όλων των μελών του οργάνου, δηλαδή η αναφορά των ονομάτων των οριζομένων μελών. Εάν το όργανο περιλαμβάνει και μέλη λόγω ορισμένης ιδιότητας  (ex officio), αρκεί η αναφορά της υπηρεσιακής ιδιότητας που τα προσδιορίζει επακριβώς (ΣτΕ 841-846/1983). Αντίθετα, η σύσταση του οργάνου, δηλαδή η ρύθμιση των αρμοδιοτήτων του, του αριθμού και της ιδιότητας των μελών του, ήτοι των προϋποθέσεων υπό τις οποίες φυσικό πρόσωπο αποκτά την ιδιότητα μέλους του οργάνου αυτού και η ένταξή του σε συγκεκριμένο νπδδ αποτελεί κανόνα δικαίου, οπότε προϋποθέτει νόμο ή κανονιστική πράξη (ΣτΕ 370, 520/2010: η απευθείας έκδοση ατομικής πράξης ορισμού των μελών της Επιτροπής αξιολόγησης χωρίς να έχει προηγηθεί κανονιστική απόφαση με την οποία να ορίζεται ο αριθμός των μελών της και οι ιδιότητές τους, καθιστά μη νόμιμη τη συγκρότηση της επιτροπής και, συνεπώς, μη νόμιμη και ακυρωτέα την απόφασή της για την επιλογή των υποψηφίων). Οι διοικητικές πράξεις με τις οποίες συγκροτούνται συλλογικά όργανα της διοίκησης, δηλαδή οι πράξεις με τις οποίες καθορίζονται τα συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα, τα οποία θα απαρτίσουν τα όργανα αυτά, επειδή έχουν τα προσόντα ή την ιδιότητα που απαιτεί ο νόμος, είναι πράξεις ατομικές και δεν δημοσιεύονται κατ’αρχήν, εκτός αν αυτό ορίζεται ειδικά από τον νόμο (ΣτΕ 2938/2012, 453/1987, 1413/1982, 3280/1976, πρβλ. ΣτΕ 623/1999, Ολ 1306/1997, 5095/ 1996, 671/1994). Βλ. συναφώς και απόφαση ΣτΕ 4242/2015: η απόφαση 158/2/5.6.2015 (Β΄ 1120/12.6.2015) της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) «Καθορισμός των προϋποθέσεων, των προσόντων και της διαδικασίας επιλογής των μελών για τη σύσταση της Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου της ΟΠΑΠ Α.Ε., σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο άρθρο 28, παράγραφος 3Α. του Ν. 4002/2011 (Α΄ 180)» είναι κανονιστική πράξη, ενώ η υπ’ αριθμ. 160/2/18.6.2015 απόφαση της ΕΕΕΠ (τ. ΥΟΔΔ 489/3.7.2015 με αναδημοσίευση στο τ. Β΄ 1494/16.7.2015) «Σύσταση της Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου της ΟΠΑΠ ΑΕ με τριετή θητεία, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο άρθρο 28 παράγραφος 3Α.του Ν. 4002/2011», είναι ατομική πράξη (βλ. και ΣτΕ 1467/2015, 2938/2012, 662/2011). Η κανονιστική απόφαση αποτελεί νόμιμο έρεισμα έκδοσης της ατομικής πράξης.

Κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η νομιμότητα της συγκρότησης και σύνθεσης του συλλογικού οργάνου ερευνάται κατά το χρόνο λήψης της συγκεκριμένης απόφασης και επομένως, εφόσον, κατά το χρόνο λήψης της απόφασης, το όργανο είχε νόμιμη συγκρότηση, μεταγενέστερη και προ της δημοσίευσης της πράξης στην ΕτΚ αποχώρηση μέλους του δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της ληφθείσης απόφασης, εφόσον πάντως το όργανο υφίσταται και εξακολουθεί να λειτουργεί (ΣτΕ 1535/1998, 2483/1997).

Ορισμός μελών

  1. Για τη νόμιμη συγκρότηση συλλογικού οργάνου απαιτείται ο ορισμός όλων των μελών (τακτικών και αναπληρωματικών) που προβλέπει ο νόμος (ΣτΕ 243/2010, 191/2009) με πράξη, η οποία έχει τον χαρακτήρα ατομικής [κατά κανόνα σωρευτικής] πράξης (ΣτΕ 4649/2012, 3756/2010, 95/2004, 1471/1999). Δεν αρκεί η παρουσία των μελών που αποτελούν αριθμητικώς την απαρτία, διότι θα ήταν άγνωστο ποιό θα ήταν το περιεχόμενο της απόφασης του συλλογικού οργάνου σε περίπτωση διορισμού όλων των μελών αυτού (ΣτΕ 3880, 3879/1983). Στο πνεύμα αυτό και ΣτΕ 4027/1989, 5057/1987, 3558/1978.
  2. Βλ. και ΣτΕ 4649/2012: Οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α΄ 149), προβλέπουν την μονομερή πρόσληψη, με ορισμένη διοικητική διαδικασία, δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή, από νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, είτε δημοσίου είτε ιδιωτικού δικαίου. Η επιλογή των δικηγόρων γίνεται μετά από προκήρυξη και κατά διαδικασία λεπτομερώς οριζόμενη, από πενταμελή επιτροπή η οποία, όπως προκύπτει από την κατά την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 11, συγκρότησή της σε συνδυασμό και προς τον δημοσίου συμφέροντος σκοπό στον οποίο αποβλέπει, δεν αποτελεί όργανο του οικείου νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αλλά συλλογικό όργανο της διοίκησης, υποκείμενο στον Υπουργό ο οποίος εποπτεύει, κατά το νόμο, το νομικό αυτό πρόσωπο (ΣτΕ 3391/2008). Η πενταμελής επιτροπή του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1649/1986 η οποία, απαρτιζόμενη από τα πρόσωπα που ορίζονται από το ΝΣΚ τον οικείο δικηγορικό σύλλογο και το οικείο νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 1649/1986, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, συγκαλείται από τον πρόεδρο αυτής, χωρίς να απαιτείται η έκδοση ειδικής πράξης συγκρότησης, όπως προβλέπει η γενική διάταξη του άρθρου 13 του ΚΔΔιαδικασίας. Και τούτο διότι έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, οι οποίες δεν προβλέπουν την έκδοση ειδικής πράξης συγκρότησης της Επιτροπής και οι οποίες ως ειδικές εξακολουθούν να ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του ΚΔΔ (βλ. και ΣτΕ 3355/2015).
  3. Ο ορισμός του ίδιου προσώπου με περισσότερες από μια ιδιότητες δεν επιτρέπεται (ΣτΕ 3056/1997). Αν ορισμένα μέλη εκλέγονται ή υποδεικνύονται από τρίτους και τα μέλη αυτά δεν έχουν ακόμη εκλεγεί ή υποδειχθεί από τα αρμόδια όργανα, η συγκρότηση είναι νόμιμη αν έχει εγκαίρως ζητηθεί εγγράφως η εκλογή ή υπόδειξή τους και τα υπόλοιπα μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία (ΣτΕ 3626/2013, 3700/2010, 593/2008). Το θέμα αυτό ρυθμίζεται ενίοτε από ειδικές διατάξεις, όπως είναι οι διατάξεις των νόμων περί ΑΕΙ που προβλέπουν τη συμμετοχή φοιτητών στα συλλογικά όργανα του πανεπιστημίου [ΣτΕ 3574/2010: εφόσον το καθ΄ού η αίτηση Πανεπιστήμιο βεβαιώνει ότι δεν υπήρχε σύλλογος μεταπτυχιακών φοιτητών, ούτε αυτοί είχαν ορίσει εκπροσώπους τους με αρμοδιότητα συμμετοχής στις συνεδριάσεις της Γενικής Συνελεύσεως του Τμήματος, οι οποίοι δεν εκλήθησαν, η συγκρότηση της τελευταίας Γενικής Συνελεύσεως, κατά την οποία σε κοινή συνεδρίαση με το εκλεκτορικό σώμα αποφασίσθηκε η μη μονιμοποίηση του αιτούντος, ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ειδική διάταξη του άρθρου 12 παρ.4 εδ.α του ν. 1268/1982]. Bλ. τις σχετικές διατάξεις του Ν. 4009/2011, άρθρο 8 παρ. 2 για τη συγκρότηση και λειτουργία του Συμβουλίου Ιδρύματος.

Ελάχιστος αριθμός μελών συλλογικών οργάνων

  1. Τα συλλογικά όργανα συγκροτούνται από τρία τουλάχιστον μέλη αν στον νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά.
  2. Από καμία διάταξη δεν προκύπτει η υποχρέωση της Διοίκησης να συγκροτεί επιτροπές με περιττό αριθμό μελών (ΣτΕ 1626/2008, 410/2002, 4341/1997).

Ορισμός προέδρου και γραμματέα

  1. Ο πρόεδρος και ο γραμματέας του συλλογικού οργάνου, μαζί με τους αναπληρωματικούς τους, ορίζονται με την πράξη συγκρότησής του. Πάντως, η νομιμότητα της συγκρότησης και της σύνθεσης του συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζεται από λόγους που αναφέρονται στο πρόσωπο του γραμματέα, δεδομένου ότι αυτός δεν αποτελεί μέλος του οργάνου, στερούμενος δε ψήφου ή δυνατότητας εκφράσεως οιασδήποτε γνώμης επί της υποθέσεως, δεν συντελεί στη λήψη αποφάσεως, σχετικά με τα συζητούμενα παρουσία αυτού θέματα (ΣτΕ 3355/2015, 980/2007, 3136/2004, 3251/1999, 3418/1998).
  2. Αν το συλλογικό όργανο συγκροτείται αποκλειστικώς από αιρετά μέλη, ο πρόεδρος, ο γραμματέας και τα λοιπά μέλη στα οποία ανατίθεται συγκεκριμένο αξίωμα μαζί με τους αναπληρωματικούς τους, εκλέγονται, με μυστική ψηφοφορία από τα μέλη του συλλογικού οργάνου.
  3. Προεδρία συλλογικών οργάνων από δικαστικούς λειτουργούς και γενικότερα η συμμετοχή τους σε αυτά απαγορεύεται κατά το άρθρο 89 παρ. 3 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 353/3013, 490/2008).

Παράνομη κτήση ιδιότητας

  1. Η κατά παράνομο τρόπο κτήσης της ιδιότητας υπό την οποία κάποιος ορίζεται μέλος συλλογικού οργάνου (ex officio όργανο) δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της συγκρότησης του οργάνου (ΣτΕ 1620/2007, ΣτΕ 1514/1996).
  2. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του ΚΔΔιαδ καθίστανται μη νόμιμες μόνο οι πράξεις του συλλογικού οργάνου, οι οποίες εκδίδονται με τη συμμετοχή των ως άνω μελών μετά την ακύρωση του διορισμού τους στις ως άνω θέσεις (ΣτΕ Ολ 3058/2009, Ολ 2802/1984).
  3. Αντίθετα, αν ο διορισμός μέλους συλλογικού διοικητικού οργάνου είναι παράνομος, τότε το όργανο δεν έχει νόμιμη συγκρότηση

Αναπλήρωση

  1. Το αναπληρωματικό μέλος μπορεί να μετέχει, για να αναπληρώσει τακτικό μέλος της ίδιας κατηγορίας (άρθρο 14 παρ. 3 ΚΔΔιαδ) μόνον όταν το τακτικό μέλος απουσιάζει ή κωλύεται όχι δε όταν ελλείπει (ΣτΕ 195/2011, 518/2009, 1582/2003, 1211/2002, 1514/1999).
  2. Συμμετοχή αναπληρωματικού μέλους, αντί του τακτικού που ελλείπει, συνεπάγεται παράνομη συγκρότηση του συλλογικού οργάνου (ΣτΕ 402/1989).
  3. Δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση της συνεδρίασης  δημοτικού συμβουλίου οι σχετικές με τα αναπληρωματικά μέλη των συλλογικών οργάνων της Διοίκησης γενικές αρχές που αποτυπώνονται στα άρθρα 13 έως 15 του ΚΔΔιαδ και ιδίως στο άρθρο 14 παρ. 2 και 3 και επιβάλλουν την πρόσκληση στις συνεδριάσεις του οργάνου όλων των αναπληρωματικών μελών, τα οποία αναπληρώνουν τα τακτικά σε κάθε περίπτωση απουσία ή κωλύματος.
  4. Η μη πρόβλεψη στον νόμο ορισμού αναπληρωματικών μελών δεν καθιστά τον ορισμό παράνομο [ΣτΕ 3756/2010:προβάλλεται ότι ο Ν. 1649/1986 (άρθρο 11 παρ.2 όπως ισχύει) δεν προβλέπει τον ορισμό αναπληρωματικών μελών και, συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την συνεδρίαση παρανόμως συμμετείχε το αναπληρωματικό μέλος αντί του τακτικού μέλους. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ναι μεν ο νομοθέτης δεν προβλέπει ρητώς τον ορισμό αναπληρωματικών μελών, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται να οριστούν τέτοια μέλη. Δεδομένης μάλιστα της ανάγκης για απρόσκοπτη λειτουργία των συλλογικών οργάνων της Διοίκησης, όπως είναι η Επιτροπή επιλογής δικηγόρων του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1649/86, η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. α’ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45) (“Για την νόμιμη συγκρότηση συλλογικού οργάνου απαιτείται ο ορισμός, με πράξη, όλων των μελών (τακτικών και αναπληρωματικών) που προβλέπει ο νόμος…”), εφαρμόζεται συμπληρωματικά και, συνεπώς, στην κρινόμενη περίπτωση νομίμως ορίστηκαν και συμμετείχαν αναπληρωματικά μέλη. Βλ. και ΣτΕ 2461/2010[.

Έκλειψη, αποχώρηση, απώλεια ιδιότητας μελών (άρθρο 13 παρ. 5 ΚΔΔιαδ)

  1. Το συλλογικό όργανο μπορεί να λειτουργήσει, μέχρι ένα τρίμηνο (αποκλειστική προθεσμία) (ΣτΕ 914/2012, 2322/2007), αν κάποια από τα μέλη του εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο ή απολέσουν την ιδιότητα βάσει της οποίας ορίστηκαν, εφόσον, κατά τις συνεδριάσεις του, τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία. Ως απώλεια της ιδιότητας, βάσει της οποίας έγινε ο ορισμός του μέλους του συλλογικού οργάνου, νοείται κάθε μεταβολή που αποκλείει κατά νόμο την άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης, όπως η αποχώρηση από την υπηρεσία λόγω παραίτησης. Η δυνατότητα της λειτουργίας με ελλιπή συγκρότηση αποτελεί έκφανση της αρχής της συνέχειας της διοικητικής δράσης.
  2. Μετά την παρέλευση του τριμήνου, το συλλογικό όργανο παύει να λειτουργεί νομίμως εφόσον δεν έχει αποκατασταθεί η πληρότητα της συγκρότησής του.
  3. Αν συντρέξει περίπτωση υπηρεσιακής μεταβολής που αποκλείει κατά νόμο την άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης και η σχετική διοικητική πράξη δεν ανακληθεί, ακυρωθεί ή παύσει άλλως πώς να ισχύει εντός τριμήνου από τον χρόνο έκδοσής της, η αποκατάσταση της πληρότητας της συγκρότησης του συλλογικού οργάνου και συνακολούθως της λειτουργίας του καθίσταται άμεσα επιβεβλημένη χάριν συνέχειας της διοικητικής δράσης και είναι, συνεπώς, δυνατή  μόνο με έκδοση πράξης ορισμού αντικαταστάτη του ως άνω μέλους. Τούτο, διότι η αρχή της συνέχειας της διοικητικής δράσης δεν ανέχεται να είναι εξαρτημένη η αποκατάσταση της λειτουργίας του συλλογικού οργάνου από ενδεχόμενη, μεταγενέστερη της παρέλευσης του ως άνω τριμήνου, επάνοδο του αρχικώς ορισθέντος μέλους (ΣτΕ 2322/2007).
  4. Κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου η νομιμότητα της συγκρότησης και σύνθεσης του συλλογικού οργάνου ερευνώνται κατά το χρόνο λήψεως της συγκεκριμένης αποφάσεως και επομένως εφόσον κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως το όργανο είχε νόμιμη συγκρότηση, μεταγενέστερη και προ της δημοσιεύσεως της πράξεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποχώρηση μέλους του δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της ληφθείσης αποφάσεως, εφόσον πάντως το όργανο υφίσταται και εξακολουθεί να λειτουργεί (ΣτΕ 2483/1997).

Αντικατάσταση μέλους με θητεία

  1. Όταν ο νόμος προβλέπει θητεία για τα μέλη του συλλογικού οργάνου, η αντικατάσταση μέλους πριν από τη λήξη της θητείας του είναι δυνατή μόνο για λόγο αναγόμενο στην άσκηση των καθηκόντων του, ο οποίος και πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική πράξη (ΣτΕ 1784/2012, 1711/2011, 3973/2010, 3370/2007, 422/2006, βλ. και ΣτΕ 239/2012). Βλ. ΣτΕ 1879/2016: “το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.) αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο επιδιώκει σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (αντιμετώπιση και παρακολούθηση, συντονισμός και υποβοήθηση των ενεργειών για την πρόληψη της εξάπλωσης ειδικών μεταδοτικών νοσημάτων και θεραπευτική αντιμετώπιση αυτών) και υπόκειται σε κρατική εποπτεία. Ως εκ τούτου, οι υπουργικές πράξεις κρατικής εποπτείας, οι οποίες αφορούν το διορισμό, την ανάκληση διορισμού ή την πρόωρη λήξη της θητείας του προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του εν λόγω νομικού προσώπου, το οποίο (Διοικητικό Συμβούλιο) αποτελεί όργανο διοίκησης αυτού, είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις υποκείμενες σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1291/20163798/2014 Ολομ., 239/2012. …Ναι μεν στις … διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, την οργάνωση και τη λειτουργία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. δεν προβλέπεται ρητώς η αντικατάσταση του προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου πριν από τη λήξη της θητείας τους. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες ενόψει των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκει το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και της κρατικής εποπτείας που ασκεί επί του νομικού αυτού προσώπου το Υπουργείο Υγείας, έχουν την έννοια ότι ο Υπουργός Υγείας και ο Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας, οι οποίοι είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 7 παρ. 1 περίπτ. α του π.δ 358/1992 και 1 παρ. 4 της Υ25/2015 απόφασης του Πρωθυπουργού, συναρμόδιοι για το διορισμό των προσώπων που συγκροτούν το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δύνανται να αποφασίσουν την πρόωρη λήξη της θητείας του προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. για σοβαρό λόγο, που καθιστά τα διορισθέντα πρόσωπα ακατάλληλα για την άσκηση των καθηκόντων τους. Η απόφαση πάντως αυτή πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1291/2016239/2012). Η παρ. 6 του άρθρου 13 του Κ.Δ.Δ., η οποία ορίζει ότι «Όπου ο νόμος προβλέπει θητεία για τα μέλη του συλλογικού οργάνου, η αντικατάσταση μέλους πριν από τη λήξη της θητείας του είναι δυνατή μόνο για λόγον αναγόμενο στην άσκηση των καθηκόντων του, ο οποίος και πρέπει να βεβαιώνεται στη σχετική πράξη», δεν έχει εφαρμογή στην επίδικη περίπτωση, διότι το άρθρο 13 δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των άρθρων εκείνων του ανωτέρω Κώδικα (άρθρα 4 έως 7 και 12), οι διατάξεις των οποίων, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 4325/2015 (Α΄ 47), «εφαρμόζονται αναλόγως στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, στα Ν.Π.Ι.Δ. και τις Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμούς (Δ.Ε.Κ.Ο.) του Κεφαλαίου Α΄ του Ν. 3429/2005, καθώς και στα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., εντός ή εκτός Γενικής Κυβέρνησης». Μόνη όμως η μνεία στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης του μη εφαρμοζόμενου στην επίδικη περίπτωση άρθρου 13 του Κ.Δ.Δ. καμία επιρροή δεν ασκεί στη νομιμότητα της πράξης αυτής (πρβλ. Σ.τ.Ε. 750 – 751/2008 7μελούς)”.
  2. Το μέλος έχει τη δυνατότητα υποβολής παραίτησης οικειοθελώς (ΣτΕ 2485/2010). Όσον αφορά τον τύπο που περιβάλλεται η παραίτηση, με την απόφαση ΣτΕ 4242/2015 κρίθηκαν τα εξής: από τη διάταξη της περ. ε΄ της παρ. 3Α του άρθρου 28 του ν. 4002/2011, η οποία ορίζει ότι σε περίπτωση παραίτησης μέλους της Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου του ΟΠΑΠ ΑΕ ορίζεται αντικαταστάτης του, με τη διαδικασία του ιδίου άρθρου, μέχρι την ολοκλήρωση του υπολοίπου της θητείας του απερχόμενου μέλους, προκύπτει ότι δεν απαιτείται να τηρηθεί καμία διαδικασία αποδοχής υποβληθείσης παραιτήσεως προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία αντικαταστάσεως. Τα αποτελέσματα δηλαδή της παραιτήσεως επέρχονται με μόνη την υποβολή της.
  3. Κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, όταν ο νόμος ορίζει ότι συγκροτείται συλλογικό όργανο της Διοικήσεως όχι κατά πάγιο τρόπο αλλά με σκοπό την εκπλήρωση κάποιου συγκεκριμένου έργου, η έννοια του είναι ότι δεν επιτρέπει, ενόσω λειτουργεί το όργανο αυτό προς εκπλήρωση του έργου του, την αντικατάσταση μέλους του εν λόγω οργάνου χωρίς νόμιμη αιτία, η οποία να την δικαιολογεί, εκτός βέβαια αν ορίζεται διαφορετικά στον συγκεκριμένο νόμο. Είναι, συνεπώς επιτρεπτή κατ’αρχήν η αντικατάσταση μέλους του συλλογικού οργάνου, αλλά η περί αντικαταστάσεως πράξη πρέπει να είναι αιτιολογημένη, η δε αιτιολογία μπορεί να προκύπτει και από τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 508/1991, πρβλ. 2695/1987, 2028/1981, 803/1968, 1459/1967, 2926/1965).
  4. ΣτΕ 2055/2011: η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 6 του ΚΔΔ, σύμφωνα με την οποία είναι δυνατή η αντικατάσταση μέλους συλλογικού οργάνου πριν από τη λήξη της θητείας του για λόγους αναγόμενους στην άσκηση των καθηκόντων του, δεν αναφέρεται στα μονοπρόσωπα όργανα της Διοίκησης και των ν.π.δ.δ., όπως είναι ο προϊστάμενος τμήματος ΤΕΙ, ενώ δεν υφίσταται γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται γενικώς η παύση των μονοπρόσωπων οργάνων, που έχουν εκλεγεί, πριν από τη λήξη της θητείας τους, χωρίς αυτό να προβλέπεται από ειδική διάταξη, στην οποία να ρυθμίζονται και οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της παύσης, ή έστω να συνάγεται τούτο σαφώς από τη σχετική νομοθεσία. Εξάλλου, η μη πρόβλεψη από το νόμο της δυνατότητας παύσης του προϊσταμένου τμήματος ΤΕΙ (καθώς και των άλλων εκλεγμένων μονοπρόσωπων οργάνων του ΤΕΙ και των οργανωτικών του μονάδων) είναι ηθελημένη, διότι ο νομοθέτης εκτίμησε από τη μια πλευρά την εν γένει θεσμική ανωμαλία και τις εντάσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει στο ΤΕΙ η προ της λήξης της θητείας παύση ενός εκλεγμένου από ειδικό εκλεκτορικό σώμα οργάνου νπδδ που απολαμβάνει πλήρους αυτοδιοίκησης, κατά το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος και από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι ενδεχόμενη κακή άσκηση των καθηκόντων του κατά τη διάρκεια της θητείας του, θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί, σε μεγάλο βαθμό, με εφαρμογή : α) των οικείων πειθαρχικών διατάξεων, στις οποίες προβλέπεται μάλιστα και η δυνατότητα να αποφασισθεί άμεσα ότι το μέλος του Επιστημονικού Προσωπικού (ΕΠ) του ΤΕΙ κατά του οποίου ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη πρέπει να απέχει των καθηκόντων του μέχρι την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης (άρθρο 26 του Πρότυπου Γενικού Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας των ΑΕΙ – π.δ. 160/2008, Α΄ 220), β) των διατάξεων περί της διαδικασίας ελέγχου της τήρησης των κανόνων δεοντολογίας (άρθρα 4, 44 και 45 του ανωτέρω Κανονισμού) και γ) της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 7 του ν. 1404/1983, όπως προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 31 του ν. 3149/2003 (Α΄ 141), σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που συλλογικά ή μονοπρόσωπα όργανα διοίκησης του ΤΕΙ, αδυνατούν ή παραλείπουν να λάβουν αποφάσεις ή να ενεργήσουν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες αρμοδιότητές τους, υποκαθίστανται από το Συμβούλιο του ΤΕΙ ή τον Πρόεδρο του ΤΕΙ, αντίστοιχα, κατόπιν προηγούμενης έγγραφης προειδοποίησης του Συμβουλίου του ΤΕΙ. Συνεπώς, δεν είναι νόμιμη η παύση προϊσταμένου τμήματος ΤΕΙ πριν από τη λήξη της θητείας του, διότι αυτό δεν προβλέπεται από καμία διάταξη ή αρχή, ούτε συνάγεται από τη σχετική νομοθεσία (πρβλ. ΣτΕ 3275/2009, ΕΑ 1316/2009). Αν και κατά τη γνώμη του Συμβούλου Μ. Βηλαρά και του Παρέδρου Δ. Βανδώρου, υφίσταται γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία είναι, καταρχήν, δυνατή η παύση μονοπρόσωπου οργάνου της Διοίκησης ή των νπδδ πριν από τη λήξη της θητείας του, για λόγους που ανάγονται στην άσκηση των καθηκόντων του, εκτός βέβαια, εάν το αντίθετο προβλέπεται ρητά ή συνάγεται από την οικεία νομοθεσία. Η αρχή αυτή συνάγεται ιδίως : Πρώτον, από τη γενική αρχή περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με την οποία είναι, καταρχήν, δυνατή η ex nunc ανάκληση (κατάργηση) νόμιμων διοικητικών πράξεων, για λόγους δημοσίου συμφέροντος που ανέκυψαν μετά την έκδοσή της, χωρίς να απαιτείται να προβλέπεται τούτο ειδικώς στο νόμο. Δεύτερον, από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία είναι δυνατή η αντικατάσταση μέλους συλλογικού οργάνου πριν από τη λήξη της θητείας του για λόγους αναγόμενους στην άσκηση των καθηκόντων του, ανεξαρτήτως του εάν το μέλος αυτό έχει διορισθεί ή εκλεγεί και μάλιστα είτε με έμμεση είτε με άμεση εκλογή (βλ. ΣτΕ 2719, 3370/2007, 422/2006). Η διάταξη αυτή αποκρυσταλλώνει και αναβιβάζει σε επίπεδο τυπικού νόμου γενική αρχή του διοικητικού δικαίου (βλ. ΣτΕ 489/1965, Ολομ., 2926/1965, 1459/1967, 803/1968, 2028/1981, 2965/1987, 1802/1998). Τρίτον, όσον αφορά στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ο νομοθέτης έχει παγίως θεσπίσει αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες τα όργανα διοίκησής τους μπορεί να παύονται οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο και ιδίως «για ανικανότητα να ασκήσουν την τακτική διαχείριση» (βλ. άρθρα 94 ΑΚ για τα σωματεία, 752 ΑΚ για τις αστικές εταιρείες, η οποία εφαρμόζεται και στις ΟΕ και ΕΕ δυνάμει του άρθρου 18 ΕμπΝ, 19 ν. 3190/1955 (Α΄ 91) για τις ΕΠΕ κ.α.). Συνεπώς, εφόσον η έννομη τάξη, η οποία επιτρέπει την ex nunc ανάκληση (κατάργηση) νόμιμων διοικητικών πράξεων, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην εύρυθμη λειτουργία τόσο των συλλογικών οργάνων της Διοίκησης και των νπδδ, όσο και των οργάνων διοίκησης των νπιδ, η οποία μπορεί να διακυβευθεί από τη μη αποτελεσματική άσκηση διοίκησης από τα αρμόδια όργανα, δεν μπορεί παρά να επιτρέπει, για τον ίδιο λόγο, σε επίπεδο γενικής αρχής, και την παύση μονοπρόσωπου οργάνου της Διοίκησης ή των νπδδ πριν από τη λήξη της θητείας του, για λόγους που ανάγονται στην άσκηση των καθηκόντων του. Εξάλλου, η γενική αυτή αρχή καταλαμβάνει, καταρχήν, και τα μονοπρόσωπα όργανα των ΤΕΙ και των οργανωτικών τους μονάδων, όπως είναι και ο προϊστάμενος τμήματος, αφού ούτε αντίθετη ρητή διάταξη υπάρχει, ούτε το αντίθετο συνάγεται από την οικεία νομοθεσία, ενόψει και του ότι οι μεν πειθαρχικές και περί δεοντολογίας προαναφερθείσες διατάξεις καλύπτουν μόνο ορισμένες περιπτώσεις κακής άσκησης των καθηκόντων των συγκεκριμένων οργάνων, αλλά δεν αντιμετωπίζουν συνήθεις περιπτώσεις αναποτελεσματικής άσκησής τους, οφειλόμενης σε ανικανότητα άσκησης διοίκησης, ενώ η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 11 παρ. 7 του ν. 1404/1983 επιτρέπει την κατά περίπτωση αντιμετώπιση των προβλημάτων που γεννώνται κάθε φορά από την αδράνεια των οργάνων διοίκησης, αλλά όχι και τη συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος. Τέλος, σύμφωνα με την ανωτέρω γενική αρχή, σε συνδυασμό με την αρχή της actus contrarius και τις οικείες διατάξεις περί ορισμού του προϊσταμένου τμήματος ΤΕΙ (άρθρα 6 παρ. 3 εδ. α΄ του ν. 2916/2001, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 11 παρ. 1 και 7 παρ. 5 του ν. 3404/2005, 12 παρ. 2 και 4 εδ. β΄ του ν. 1404/1983, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 3549/2007, Α΄ 69) και σύγκλησης και τεκμηρίου της αρμοδιότητας της γενικής συνέλευσης του τμήματος (άρθρα 9 παρ. 2 του ν. 1404/1983 και 10 του ν. 3549/2007), προκειμένου να παυθεί προϊστάμενος τμήματος ΤΕΙ, πρέπει να ακολουθηθεί η εξής διαδικασία : τουλάχιστον το 1/3 των μελών του ΕΠ του τμήματος μπορεί να ζητήσει εγγράφως τη σύγκληση της έχουσας το τεκμήριο της αρμοδιότητας γενικής συνέλευσης του τμήματος με σκοπό την παύση του προϊσταμένου, η οποία μπορεί να ζητήσει από το διευθυντή της σχολής τη σύγκληση του ειδικού εκλεκτορικού σώματος, το οποίο μπορεί να εκφέρει σύμφωνη γνώμη περί παύσης του προϊσταμένου προς το συμβούλιο του ΤΕΙ, το οποίο μπορεί να αποφασίσει την παύση και ο πρόεδρος του ΤΕΙ να εκδώσει διαπιστωτική πράξη. Η πολυτελής αυτή διαδικασία καθιστά δυσχερή την κατάχρησή της ή τη διαρκή ανατροπή ή απειλή ανατροπής της διοίκησης του τμήματος. Συνεπώς, κατά την άποψη αυτή της μειοψηφίας, είναι δυνατή, δυνάμει της ανωτέρω γενικής αρχής του διοικητικού δικαίου, η παύση προϊσταμένου τμήματος ΤΕΙ πριν από τη λήξη της θητείας του, για λόγους αναγόμενους στην άσκηση των καθηκόντων του.

Παράταση θητείας

Μετά τη λήξη της θητείας των συλλογικών οργάνων, η αντικατάστασή τους είναι υποχρεωτική. Ειδικά για τα μέλη των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, έχουν κριθεί τα εξής. ΣτΕ 4164/2013: Σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, τα μέλη των συνταγματικώς κατοχυρωμένων ανεξαρτήτων αρχών (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 15 παρ. 2 Σ., και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης) απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, πρέπει να έχουν ανάλογα με την αποστολή τους προσόντα και επιλέγονται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με ομόφωνη απόφαση, ή, τουλάχιστον, με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 μελών του οργάνου αυτού, ορίζονται δε με «ορισμένη θητεία». Κατά την έννοια, εξ άλλου, της αυτής συνταγματικής ρυθμίσεως, η οποία προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία εντός ορισμένων χρονικών ορίων και καθιερώνει ρητώς «ορισμένη» θητεία των μελών των ανεξαρτήτων αρχών, είναι μεν ανεκτή η συνέχιση της λειτουργίας των εν λόγω αρχών μετά τη λήξη της θητείας των μελών τους και μέχρι την επιλογή των νέων, μόνον όμως για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Τούτου έπεται ότι, μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου, το Σύνταγμα δεν ανέχεται πλέον την παράταση της θητείας των μελών της ανεξάρτητης αρχής, η δε ανεξάρτητη αρχή δεν διαθέτει, από το χρονικό αυτό σημείο και εφεξής, νόμιμη συγκρότηση (βλ. ΣτΕ Ολ 3515/2013).

Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Κ. Κουσούλης, ο οποίος διετύπωσε την εξής γνώμη: Το Σύνταγμα επιτάσσει την αδιάλειπτη άσκηση των αρμοδιοτήτων της δημόσιας διοίκησης με την ευρεία έννοιά της, προκειμένου να διασφαλιστεί η εξυπηρέτηση ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Ειδικά ως προς τις ανεξάρτητες αρχές, οι οποίες προβλέπονται από το Σύνταγμα και στις οποίες έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες με ιδιαίτερη σημασία για τις ατομικές ελευθερίες και τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, η επιταγή αδιάλειπτης λειτουργίας συνάγεται και από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, ερμηνευόμενες ενόψει του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει η σύσταση των αρχών αυτών. Η πρόβλεψη στο άρθρο 101 Α του Συντάγματος ότι τα μέλη των προβλεπομένων από το Σύνταγμα ανεξάρτητων αρχών «διορίζονται με ορισμένη θητεία» έχει πρωταρχικό στόχο τη διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους, υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή η παύση τους πριν από τη λήξη της θητείας τους, δεν απαγορεύεται δε στον κοινό νομοθέτη να προβλέψει παράταση της αρχικής θητείας των μελών των ανεξαρτήτων αρχών για χρονικό διάστημα, η διάρκεια του οποίου υπόκειται κατ’ αρχήν στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαίτερα αυστηρών όρων που επιβάλλονται, με την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 101 Α, για την επιλογή των μελών, για την οποία απαιτείται η αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Κατά συνέπεια, και για το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, στο οποίο το Σύνταγμα αναθέτει τις αρμοδιότητες ελέγχου των ραδιοτηλεοπτικών μέσων και επιβολής κυρώσεων, προς το σκοπό να πραγματωθούν, κατά το άρθρο 15 του Συντάγματος, οι σκοποί της αντικειμενικής πληροφόρησης, της εξασφάλισης ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων και της πολιτιστικής ανάπτυξης της χώρας, αλλά και προκειμένου να διαφυλαχθεί ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που ανάγεται σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, της παιδικής ηλικίας και της νεότητας που τελούν, ομοίως, υπό την προστασία του Κράτους, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, είναι επιτρεπτή, κατά την έννοια του Συντάγματος, η παράταση με τυπικό νόμο της θητείας των μελών του επί όσο χρόνο δεν έχουν ακόμη ορισθεί τα νέα μέλη, χωρίς να τίθεται θέμα υπέρβασης ευλόγου χρόνο από τη λήξη της αρχικής θητείας των μελών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει συναφώς η πρόσφατη απόφαση του Γ΄Τμήματος ΣτΕ 4646/2015 (παραπεμπτική στην Ολομέλεια) σχετικά με τη λήξη της θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του μετά τη λήξη της θητείας. Κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 3074/2002, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, οι οποίες προβλέπουν συγκεκριμένη διαδικασία διορισμού του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και καθιερώνουν ρητώς πενταετή θητεία του, δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή, μετά τη λήξη της θητείας του, η συνέχιση της αρμοδιότητάς του να ασκεί προσφυγές, ιδίως, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τελεσιδίκων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων. Και είναι μεν ανεκτή η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από Γενικό Επιθεωρητή του οποίου έληξε η θητεία, μόνον, όμως, εφόσον συντρέχουν συνθήκες όλως εξαιρετικές, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο, και πάντως όχι πέραν ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Διαφορετική ερμηνεία των προεκτεθεισών διατάξεων, η οποία θα επέτρεπε τη χωρίς χρονικό περιορισμό συνέχιση της άσκησης προσφυγών από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετά τη λήξη της θητείας του, δεν μπορεί να εύρει έρεισμα στην αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών, δεδομένου ότι η επίμαχη αρμοδιότητα του εν λόγω Επιθεωρητή ανάγεται στον εσωτερικό έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης, αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν αφορά στην παροχή υπηρεσιών προς πολίτες ή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ανάγκη στενής ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων, ενόψει του ότι η άσκηση της δι’ αυτών καθιδρυόμενης αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να οδηγήσει στη χειροτέρευση της θέσης του πειθαρχικώς διωκομένου.  Μειοψήφησε ο Πάρεδρος Παναγιώτης Τσούκας, ο οποίος υποστήριξε την ακόλουθη γνώμη: Η καθίδρυση του θεσμού τού Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Ε.Δ.Δ.) «εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια [του Έλληνα νομοθέτη] για την αναμόρφωση και αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης. Μια διοίκηση που οφείλει να κατοχυρώνει διαφανείς λειτουργίες, να διασφαλίζει τη χρηστή διαχείριση σε όλο το εύρος της και να θέτει υπό διαρκή έλεγχο, εσωτερικό και εξωτερικό, τις διαδικασίες και τα αποτελέσματά της» (βλ. εισηγητική έκθεση επί του σχεδίου του μετέπειτα Ν. 3074/2002, σελ. 1). Η ανάληψη της νομοθετικής αυτής προσπάθειας, η οποία ήγαγε στην ψήφιση κατ’ αρχάς του Ν. 3074/2002 και κατόπιν σε σειρά άλλων νόμων, ερείδεται στην εκτίμηση του νομοθέτη ότι «[…] η διαφάνεια είναι η πρώτη προϋπόθεση για ένα δίκαιο, αξιόπιστο και αποτελεσματικό κράτος, για ένα κράτος που μπορεί […] να κατοχυρώνει την αξιοκρατία και την ισοπολιτεία», και ότι «η καταπολέμηση των φαινομένων διαφθοράς αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα», δοθέντος ότι, κατά παραδοχή τού νομοθέτη, και πάλι, «[…] στη χώρα μας φαινόμενα διαφθοράς, κακοδιοίκησης, αδιαφανών διαδικασιών, αναποτελεσματικότητας, χαμηλής παραγωγικότητας και ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών έρχονται κατά καιρούς στο προσκήνιο, απασχολούν τη δημόσια ζωή και προβληματίζουν την κοινή γνώμη που τα αντιμετωπίζει με δικαιολογημένη ευαισθησία και αξίωση να καταπολεμηθούν» (βλ. την προμνησθείσα εισηγητική έκθεση, σελ. 1). Η διαπίστωση αυτή και οι προεκτεθείσες αξιολογικές εκτιμήσεις τού νομοθέτη ελαύνονται αφ’ ενός από την πεποίθηση ότι η διαφθορά στη δημόσια Διοίκηση και τους κατ’ άρθρον 1 παρ. 2 περ. δ’ του Ν. 3074/2002 «φορείς» υπονομεύει καίρια τις λειτουργίες τού κράτους, το οποίο οφείλει, κατά το Σύνταγμα (αρ. 25 παρ. 1), να είναι κοινωνικό κράτος δικαίου [σε ό,τι μεν αφορά την κατοχύρωση του κράτους δικαίου στο Σύνταγμα βλ. και τις διατάξεις των άρθρων του 20 (§§ 1,2), 26, 87 (§2), 93 (§4) και 95 (§1) καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 4-25 που κατοχυρώνουν την ισότητα ενώπιον του νόμου και βασικές μορφές ελευθερίας, σε ό,τι δε αφορά τη κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους στο Σύνταγμα βλ. και τις διατάξεις των άρθρων του 17 (§§1,2), 18, 21, 22, 24, 25 και 106 (§§ 2,3)], και αφ’ ετέρου από την πεποίθηση ότι η διαφθορά αναιρεί τον πλέον θεμελιώδη όρο της πολιτισμένης κοινωνικής διαβίωσης και αντιμάχεται την, εξ ίσου θεμελιώδη, προϋπόθεση της οικονομικής προόδου της χώρας, ήτοι την εμπιστοσύνη στους θεσμούς τού κράτους, μεταξύ των οποίων τα όργανα της δημοσίας Διοικήσεως και των κατ’ άρθρον 1 παρ. 2 περ. δ’ του Ν. 3074/2002 «φορέων». Εξ άλλου, η δυνατότητα που με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 5 του Ν. 3613/2007 παρεσχέθη στον Γ.Ε.Δ.Δ. να ασκεί πειθαρχικού χαρακτήρα προσφυγές ως η ήδη κρινομένη ανάγεται, επίσης, στον μείζονα σκοπό, για τον οποίο καθιδρύθηκε ο θεσμός του Γ.Ε.Δ.Δ. Και μπορεί μεν η διασύνδεση του θεσμού του Γ.Ε.Δ.Δ. με την έναντι της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης διασφάλιση της κατά το Σύνταγμα λειτουργίας του κράτους ως κοινωνικού κράτους δικαίου να μη σημαίνει την ανύψωσή του σε συνταγματική περιωπή, σημαίνει, όμως, ότι ειδικώς οι αρμοδιότητές του που αποβλέπουν κατά νόμον στην πάταξη της διαφθοράς και της οφειλόμενης στη διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων κακοδιοικήσεως ασκούνται παραδεκτώς από τον Γ.Ε.Δ.Δ. μετά τη λήξη της θητείας του και για όσο χρόνο δεν εχώρησε ανανέωση αυτής ή ο διορισμός νέου. Και τούτο διότι η παραδοχή τού απαραδέκτου θα ήγαγε στη λύση τής συνέχειας δημόσιας Υπηρεσίας, η οποία λειτουργεί προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφθορά και η οφειλόμενη στη διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων κακοδιοίκηση, και να διασφαλισθεί έναντι αυτών των παθολογικών κοινωνικών φαινομένων η κατά το Σύνταγμα λειτουργία τής δημόσιας Διοίκησης και των κατ’ άρθρον 1§2 περ. δ’ του Ν. 3074/2002 «φορέων» όπως το Σύνταγμα επιτάσσει, ήτοι σύμφωνα με τις συνταγματικώς αναγνωρισμένες αρχές του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους.

Η λυσιτέλεια της προβολής λόγων περί κακής συγκρότησης συλλογικού οργάνου

ΣτΕ Ολ 530/2003: ΄Οταν προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως υποστατή διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατά δεσμία αρμοδιότητα και έχει απορρίψει αίτημα διοικουμένου, είναι αλυσιτελής η έρευνα λόγων ακυρώσεως αναγομένων στη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του οργάνου που την εξέδωκε ή γνωμοδότησε για την έκδοσή της, εφόσον ο αιτών δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά και το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι δεν ήταν κατά νόμο επιτρεπτή η έκδοση της πράξεως με το αξιούμενο από τον αιτούντα περιεχόμενο. Και τούτο διότι η ακύρωση της πράξεως για τον ως άνω τυπικό λόγο, δεν καταλείπει στη Διοίκηση, που οφείλει να κρίνει εκ νέου το εκκρεμές αίτημα υπό το ισχύον κατά τον χρόνο της ακυρωθείσης πράξεως νομικό κα πραγματικό καθεστώς, καμιά νομική ευχέρεια να εκδώσει νέα πράξη που θα ικανοποιεί το αίτημα του διοικουμένου. Η τυχόν αναδρομική μεταβολή του νομικού καθεστώτος, κατ΄ εφαρμογήν του οποίου είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη πράξη, αποτελεί νόμιμο έρεισμα για την υποβολή νέας αιτήσεως. Η λύση αυτή δεν προσκρούει ούτε στα άρθρα 20 παρ. 1 και 95 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τα οποία κατοχυρώνουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία σε συγκεκριμένη διαφορά και όχι την επίλυση με γνωμοδοτικό χαρακτήρα νομικών ζητημάτων. Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Γεωργ. Παναγιωτόπουλου, Νικ. Σακελλαρίου, Ελ. Δανδουλάκη, Στ. Χαραλάμπους, Γεωργ. Παπαγεωργίου. Μαρ. Καραμανώφ και Δημ. Αλεξανδρή, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδίδεται κατά δεσμίαν εξουσίαν και δεν καταλείπεται στάδιο αμφιβολίας ή αξιολογήσεως ως προς το πραγματικό δεν μπορεί να συνεπάγεται την απόρριψη, ως αλυσιτελών, των προσβαλλομένων ως άνω τυπικών λόγων. Και τούτο διότι η συνταγματικώς κατωχυρωμένη, ως έκφανση του Κράτους Δικαίου, αρχή της νομιμότητος πλήσσεται, εξ ίσου, τόσο στην περίπτωση που η διοικητική πράξη φέρει πλημμέλειες αναγόμενες στο όργανο που την εξέδωσε ή στους τύπους εκδόσεώς της, όσο και στην περίπτωση πλημμελειών αναγομένων στο ουσιαστικό περιεχόμενό τηςֹ σύμφωνα δε με πάγια, από συστάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, νομολογία, η βασιμότητα τυπικού λόγου ακυρώσεως (αυτεπαγγέλτως, μάλιστα εξεταζομένου, προκειμένου περί αναρμοδιότητος ή κακής συγκροτήσεως συλλογικού οργάνου) καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών προσβαλλομένων λόγων, και δη αδιαστίκτως ως προς το αν η πράξη εκδόθηκε κατά δεσμίαν εξουσίαν ή αν αμφισβητείται το πραγματικό. Εξ άλλου, εν όψει του ότι, επί ακυρωτικών (διοικητικών) διαφορών, η “έννομη” δικαστική προστασία, που αποτελεί αντικείμενο του κατά τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. ατομικού δικαιώματος, έγκειται στην ακύρωση της για οποιονδήποτε λόγο παράνομης προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως, η παράλειψη του ακυρωτικού δικαστή να εξετάσει την βασιμότητα προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως και, κρίνοντάς τον βάσιμο, να ακυρώσει την πράξη, αντίκειται στις ανωτέρω διατάξειςֹ λειτουργούσα δε προς όφελος της διαδίκου Διοικήσεως, η εν λόγω παράλειψη στοιχειοθετεί και παράβαση της, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 και 20 παρ. 1) και το ως άνω άρθρο της Ε.Σ.Δ.Α., υποχρεώσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Δικαστηρίου, να τηρεί ίσες αποστάσεις μεταξύ των διαδίκων. Ανεξαρτήτως, όμως, των ανωτέρω, εφ΄ όσον σκοπός της διοικητικής δίκης είναι η παροχή δικαστικής προστασίας στον διοικούμενο έναντι της παρανομούσης Διοικήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθούν αλυσιτελείς (ανώφελοι), υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρει η πλειοψηφήσασα γνώμη, οι προβαλλόμενοι τυπικοί λόγοι, αφού, μετά την ακύρωση, για τυπικό λόγο, πράξεως εκδοθείσης κατά δεσμίαν εξουσίαν υπό πραγματικά περιστατικά που δεν αμφισβητήθηκαν, αφ΄ ενός μεν, δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι νομικώς εφικτή, κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 του π.δ. 18/1989), η έκδοση νέας πράξεως ταυτοσήμου περιεχομένου, καθώς είναι ενδεχόμενο να έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί αναδρομικώς το νομικό καθεστώς που την διέπει (βλ. ΣτΕ Ολ 107/1991, 2827/1980), αφ΄ ετέρου δε, είναι δυνατόν, ως εκ της εξαφανίσεως της τυπικώς παρανόμου πράξεως να δημιουργηθούν, για περιορισμένο έστω χρονικό διάστημα (μέχρι της εκδόσεως, οποτεδήποτε, νέας ταυτοσήμου πράξεως), ευνοϊκές υπέρ του αιτούντος, ή και υπέρ τρίτων, πραγματικές και νομικές καταστάσεις.

Πάντως, στο πλαίσιο υπαλληλικής προσφυγής (ΣτΕ 914/2012) κρίθηκε ότι “ο τυπικός λόγος, με τον οποίο όμως αποδίδεται ριζική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη πράξη (μη νόμιμη συγκρότηση του πειθαρχικού οργάνου) λυσιτελώς προβάλλεται και επί προσφυγής ουσίας. Κατά τη γνώμη όμως, του Συμβούλου Γ. Ποταμιά και της Παρέδρου Ε. Τζιράκη, η κατά το άρθρο 142 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α, 26) προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μονίμου υπαλλήλου κατά αποφάσεως του δευτεροβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου ή άλλου πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλουν πειθαρχικές ποινές υποβιβασμού ή οριστικής παύσεως ως συνταγματικής τάξεως θεσμική (δικονομική) εγγύηση αποβλέπει κατ’ αρχήν στην εξ υποκειμένου δικαστική προστασία του προσφεύγοντος μονίμου υπαλλήλου ως προς την βασιμότητα της εναντίον του πειθαρχικής κατηγορίας. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1 του ΠΔ 18/1989, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλαμβανόμενο της ως άνω προσφυγής δικάζει κατά νόμο και κατ’ ουσίαν και μπορεί να διατάξει και νέες αποδείξεις ή να ζητήσει διοικητικώς πληροφορίες και ο υπάλληλος να επικαλεσθεί και νέα αποδεικτικά στοιχεία, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να διατάξει την εξέταση μαρτύρων από τον εισηγητή της υποθέσεως ή από άλλη δικαστική αρχή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 13 του ΚΔΔ και από την ανάγκη διασφάλισης της συνέχειας της λειτουργίας του συλλογικού οργάνου (βλ. εισηγητ. Έκθεση ν. 2690/1999, σελ. 11) συνάγεται ότι το πειθαρχικό συμβούλιο νομίμως λειτουργεί για εύλογο χρόνο, προσδιοριζόμενο από τις περιστάσεις, ακόμη και στην περίπτωση που ένα μέλος του εξέλιπε ή αποχώρησε για οποιοδήποτε λόγο εφόσον κατά τις συνεδριάσεις του τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία. Αλλά και στην περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο λειτούργησε πέραν του ευλόγου χρόνου χωρίς αντικατάσταση του αποχωρήσαντος μέλους η πλημμέλεια αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται με την προσφυγή διότι καλύπτεται με την έκδοση της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 2037/2011, 2243/2011). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 142 παρ. 5 του ΥΚ, η οποία ορίζει ότι, «στην περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί προσφυγή κατά αποφάσεως η οποία επιβάλλει την ποινή της προσωρινής ή οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, η εκδίκαση της προσφυγής γίνεται μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την άσκησή της, άλλως η πειθαρχική απόφαση εκτελείται από την οικεία υπηρεσία ή το ΝΠΔΔ, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 144 του παρόντος», συνάγεται ότι ο νομοθέτης, από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, επιβάλλει την οριστική περαίωση της πειθαρχικής διαδικασίας ως προς την βασιμότητα της πειθαρχικής κατηγορίας κατά του προσφεύγοντος δημοσίου υπαλλήλου από το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το Διοικητικό Εφετείο κατά περίπτωση και δεν ανέχεται κατ’ αρχήν αναπομπή πειθαρχικής υποθέσεως στο Πειθαρχικό συμβούλιο για τον ως άνω τυπικό λόγο που θεραπεύεται από την ενώπιόν του διαδικασία. Επομένως, ο ως άνω λόγος προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Κατά τη γνώμη δε, του Παρέδρου Μιχ. Πικραμένου στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος καθιερώνεται το ένδικο βοήθημα της υπαλληλικής προσφυγής, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά της πράξης του υπηρεσιακού συμβουλίου με την οποία ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος παύεται. Η κατοχύρωση από τον συνταγματικό νομοθέτη της υπαλληλικής προσφυγής εντάσσεται στις εγγυήσεις του θεσμού της μονιμότητας για τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους. Ως εκ τούτου ο δημόσιος υπάλληλος στον οποίο έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης από τη Διοίκηση έχει εκ του Συντάγματος τη δυνατότητα να ζητήσει από το Δικαστήριο, με το ως άνω ένδικο βοήθημα, την εξυπαρχής εξέταση της υπόθεσής του προβάλλοντας λόγους που αφορούν όχι μόνον τη νομιμότητα αλλά και την ουσία της υπόθεσης. Με τα δεδομένα αυτά λόγοι της υπαλληλικής προσφυγής οι οποίοι πλήσσουν πλημμέλειες της νόμιμης συγκρότησης του πειθαρχικού συμβουλίου που επέβαλε σε δημόσιο υπάλληλο την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης δεν προβάλλονται λυσιτελώς, εφόσον το Συμβούλιο της Επικρατείας ασκεί πλήρη δικαστικό έλεγχο στην πειθαρχική υπόθεση και επομένως έχει εκ του Συντάγματος την εξουσία να διατάσσει νέες αποδείξεις, εφόσον κρίνει ανεπαρκή τα στοιχεία επί των οποίων έχει στηριχθεί η Διοίκηση, και περαιτέρω να προχωρεί στην εξαφάνιση ή την μεταρρύθμιση της επιβληθείσας από τη Διοίκηση πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης. Κατόπιν των ανωτέρω ο προβαλλόμενος λόγος της κρινόμενης προσφυγής που αφορά την πέραν του τριμήνου λειτουργία του πειθαρχικού συμβουλίου με ελλιπή συγκρότηση, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής”.

Βλ. και ΣτΕ 4078/2014, η οποία παραπέμπει στην απόφαση Danthony.

Σύνθεση

 Ως σύνθεση νοείται η συμμετοχή των τακτικών ή αναπληρωματικών μελών σε συγκεκριμένη συνεδρίαση του συλλογικού οργάνου. Είναι δυνατόν να είναι το όργανο νομίμως συγκροτημένο και να έχει κακή σύνθεση. Τρία θέματα ανακύπτουν όσον αφορά τη σύνθεση: α) απαρτία, β) πρόσκληση, γ) αμεροληψία.

Απαρτία

Απαρτία είναι ο από τον νόμο προβλεπόμενος ελάχιστος αριθμός μελών η παρουσία των οποίων είναι απαραίτητη για τη λήψη νόμιμης απόφασης.

  1. Το συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως όταν στη σύνθεσή του μετέχουν, ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών μελών (απαρτία).
  2. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης (αποκλείεται η πλασματική απαρτία η οποία είχε καθιερωθεί από τη νομολογία του ΣτΕ, ΣτΕ 6376/1995).
  3. Αν κατά την πρώτη συνεδρίαση διαπιστωθεί έλλειψη απαρτίας, το όργανο καλείται εκ νέου σε συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιείται το νωρίτερο σε 24 ώρες, στον ίδιο τόπο και με την ίδια ημερήσια διάταξη. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, υπάρχει απαρτία αν μετέχουν στη σύνθεση τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη που παριστούν τουλάχιστον το 1/3 του συνόλου των διορισμένων τακτικών μελών του και εν πάση περιπτώσει όχι λιγότερα των 3 τακτικών ή αναπληρωματικών μελών.
  4. Στα τριμελή συλλογικά όργανα, για την ύπαρξη απαρτίας, απαιτείται η παρουσία και των 3 τακτικών ή αναπληρωματικών μελών.

Πρόσκληση

  1. Ο πρόεδρος καθορίζει την ημέρα, την ώρα και τον τόπο των συνεδριάσεων και καλεί τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη να συμμετάσχουν.
  2. Περιεχόμενο: Η πρόσκληση η οποία περιλαμβάνει την ημερήσια διάταξη, γνωστοποιείται από τον γραμματέα στα μέλη του συλλογικού οργάνου τουλάχιστον 48 ώρες πριν από τη συνεδρίαση (ΣτΕ 4647/2012, 759/2012, 2670/2010), μπορεί δε να γίνει και με τηλεφώνημα, τηλεγράφημα, τηλεομοιοτυπία ή άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον το γεγονός τούτο αποδεικνύεται από σχετική σημείωση σε ειδικό βιβλίο (ΣτΕ 327/2012, 3007/2010, 3831, 3660/2009, 3968, 1449/2008, 2893/2007, 2723/2004, 1432/1998), η οποία πρέπει να φέρει χρονολογία και την υπογραφή του προσώπου που έκανε την πρόσκληση. Σύμφωνα με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, για τη νόμιμη σύνθεση του συλλογικού διοικητικού οργάνου δεν αρκεί η παρουσίαση στη συνεδρίαση των μελών που αποτελούν την νόμιμη απαρτία αλλά απαιτείται να εξασφαλίζεται η δυνατότητα συμμετοχής όλων των τακτικών μελών και των αναπληρωματικών, για την περίπτωση κωλύματος ή αδυναμίας συμμετοχής τακτικών μελών, με την έγκαιρη και έγγραφη πρόσκλησή τους .
  3. Η προθεσμία των 48 ωρών μπορεί να συντμηθεί σε περίπτωση κατεπείγοντος. Στην περίπτωση αυτή η πρόσκληση πρέπει να είναι έγγραφη και να βεβαιώνεται σ’αυτή οι λόγοι που κατέστησαν τη σύντμηση αναγκαία.
  4. Τακτές συνεδριάσεις. Πρόσκληση των μελών του συλλογικού οργάνου δεν απαιτείται όταν ο συνεδριάσεις γίνονται σε ημερομηνίες τακτές, που ορίζονται με απόφασή του, η οποία και γνωστοποιείται στα μέλη του (ΣτΕ 327/2012, 3542/2010, 1505, 3990/2005).
  5. Πρόσκληση δεν απαιτείται όταν μέλος έχει δηλώσει, πριν από τη συνεδρίαση, κώλυμα συμμετοχής του σε αυτήν, ή όταν το κώλυμα αυτό είναι γνωστό στον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου.
  6. Τα αναπληρωματικά μέλη καλούνται προς αναπλήρωση απόντων ή κωλυομένων μελών της ίδιας κατηγορίας (ΣτΕ 2322/2011), εκτός αν ο ορισμός τους δεν έχει γίνει κατά τέτοια αντιστοιχία.
  7. Συνέπειες έλλειψης πρόσκλησης. Αν κατά συνεδρίαση απουσιάσει τακτικό μέλος το οποίο δεν είχε προσκληθεί, η συνεδρίαση είναι παράνομη (ΣτΕ 417, 1195, 4296/2012 βλ και τις συνέπειες μη νόμιμης κλήτευσης κυβερνητικού επιτρόπου σε Οργανισμούς  Κοινωνικής Ασφάλισης, ΣτΕ 3007/2010, 644/2008). Το ίδιο ισχύει ακόμη και αν, αντί αυτού, είχε μετάσχει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Αν υπήρξαν πλημμέλειες ως προς την κλήτευση μέλους, το συλλογικό όργανο συνεδριάζει νομίμως αν αυτό είναι παρόν και δεν αντιλέγει για την πραγματοποίηση της συνεδρίασης.
  8. Υποχρεωτική σύγκληση. Η σύγκληση του συλλογικού οργάνου προς συνεδρίαση είναι υποχρεωτική αν το 1/3 τουλάχιστον του συνόλου των τακτικών μελών που το ζητεί από τον πρόεδρο εγγράφως, προσδιορίζοντας και τα προς συζήτηση θέματα.

Αμεροληψία

Τα πρόσωπα που αποτελούν τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά όργανα, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις για αμερόληπτη κρίση, ώστε να δημιουργείται στον διοικούμενο η πεποίθηση του αδιαβλήτου της πράξης που εκδίδουν (άρθρο 7 παρ.1 ΚΔΔιαδ). Προς τούτο προβλέπονται κωλύματα συμμετοχής που στηρίζονται σε προσωπικό συμφέρον και προσωπικές σχέσεις.

  1. Αποχή

Τα μονομελή όργανα καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε α. λήψη απόφασης, β. διατύπωση γνώμης, γ) πρότασης, εφόσον:

α. η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης,

β. είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ’ευθείαν μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε έως και τέταρτου βαθμού (ΣτΕ 3717/2012) με κάποιον από τους ενδιαφερομένου (δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η ληφθείσα απόφαση υπήρξε πράγματι μεροληπτική, ΣτΕ 3500/2001),

γ. έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους (ΣτΕ 440/2002 περί καταγγελίας σε ύφος περιφρονητικό για την αιτούσα). Πάντως, γενικά δεν αρκεί απλή γνωριμία ή φιλία για να δημιουργήσει υποχρέωση αποχής.

δ. στις περιπτώσεις που είναι δυνατόν να δημιουργηθεί εύλογα η υπόνοια ότι το διοικητικό όργανο έχει ήδη σχηματισμένη και, επομένως, προκατειλημμένη γνώμη για την υπόθεση που πρόκειται να κρίνει, π.χ με προηγούμενη δήλωση στα ΜΜΕ, όχι όμως και από την προηγούμενη έκφραση γνώμης κατά την άσκηση των καθηκόντων (ΣτΕ 212/2013, 2244/2011, 3370, 3461/2007, 664, 3056/2006, 617, 2175/2004, 741/2003, 2522/2001). Η ενέργεια του διοικητικού οργάνου που έγινε παρά τη συνδρομή τέτοιων λόγων είναι ελαττωματική και συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής διοικητικής πράξης λόγω του τεκμηρίου επηρεασμού του που δημιουργείται έτσι, έστω και αν δεν αποδεικνύεται ότι η πράξη αυτή υπήρξε πράγματι μεροληπτική (ΣτΕ 4242/2015, 3237/2015, 4928/2013, 2804/2012, 419/2011, 3578/2010, 3056/2006, Ολ. 676/2005, 1087/1977, Ολ. 876/1977, 1976/1972, 160/1961, Ολ. 131/1950).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 ΚΔΔιαδ παρουσιάζουν οι πρόσφατες αποφάσεις ΣτΕ 1566-1570/2016, που αφορούν την επιτροπή διεξαγωγής του εισαγωγικού διαγωνισμού στην ΕΣΔΛ: “… σύμφωνα με την αρχή της αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων, η οποία αποτελεί ειδική έκφραση της συνταγματικώς κατοχυρούμενης γενικής αρχής του Κράτους Δικαίου (ΣτΕ 2243-44/2011, πρβλ. ΣτΕ Ολ 1990, 789/1990), αποτυπώνεται δε και στο άρθρο 7 του ΚΔΔιαδ (Ν. 2690/1999, Α΄ 45), τα όργανα της Διοίκησης, είτε ενεργούν ατομικώς είτε ως μέλη συλλογικού οργάνου, πρέπει να παρέχουν τα εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης, ώστε να δημιουργείται στους πολίτες πεποίθηση για το αδιάβλητο των πράξεων που εκδίδονται από αυτά, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν υπάρχουν ιδιαίτεροι δεσμοί ή ιδιάζουσα σχέση μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο. Κατά συνέπεια, άσχετα από την ύπαρξη διάταξης που να προβλέπει για ειδικούς λόγους την εξαίρεση του συγκεκριμένου μέλους του διοικητικού οργάνου, η ενέργειά του που έγινε παρά τη συνδρομή τέτοιων λόγων είναι ελαττωματική και συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής διοικητικής πράξης λόγω του τεκμηρίου επηρεασμού του που δημιουργείται έτσι, έστω και αν δεν αποδεικνύεται ότι η πράξη αυτή υπήρξε πραγματικά μεροληπτική (ΣΕ 689/1987, 2263/1991, 5263/1996 κ.ά.). Για τη στοιχειοθέτηση της ιδιάζουσας σχέσης ή ιδιαίτερου δεσμού μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο δεν αρκεί οποιαδήποτε προσωπική ή επαγγελματική σχέση, αλλά τέτοια που, ενόψει των συντρεχουσών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, είναι πρόσφορη να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο τον οποίο πρόκειται να κρίνει (πρβλ. ΣτΕ 3878/2015, 2966/2014, 638/2014, 3891/2013, 3758/2012, 3056/2006, 2522/2001 επτ., 2421/2001)”. Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι “… η επαγγελματική σχέση … μέλους της εξεταστικής επιτροπής … με [επιτυχούσα υποψήφια] διήρκεσε επί δεκαεπτά περίπου μήνες … [στο πλαίσιο Δικηγορικής Εταιρίας]. Το χρονικό τούτο διάστημα δεν είναι μεγάλο, ενώ, κατά το μεγαλύτερο μέρος του (όλο το έτος 2015), η [ενδιαφερόμενη] εμφανίζει ελάχιστη επαγγελματική δικαστηριακή δραστηριότητα (βλ. κατάσταση γραμματίων προκαταβολής της εταιρίας για το έτος 2015). Η επαγγελματική δε σχέση των ως άνω δεν ήταν ενεστώσα κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, διακοπείσα δύο περίπου μήνες πριν από τη συγκρότηση της επιτροπής. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν στοιχειοθετείται ύπαρξη ιδιάζουσας σχέσης του [μέλους της επιτροπής προς την επιτυχούσα υποψήφια], δημιουργούσα τεκμήριο επηρεασμού αυτού, η περί της οποίας καταφατική κρίση, ενόψει και του διακυβεύματος της υπόθεσης, πρέπει να είναι τεκμηριωμένη πέρα από κάθε αμφιβολία· εξ άλλου, ο αιτών δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει πρόσθετα στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν την κατά τα άνω ιδιάζουσα σχέση (πρβλ. ΣΕ 2966/2014). Συνεπώς, ο λόγος περί κακής σύνθεσης της επιτροπής είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μειοψήφησε η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος, με τη γνώμη της οποίας συντάχθηκαν οι Πάρεδροι, οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Όπως προκύπτει από τις μνημονευθείσες βεβαιώσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, η [υποψήφια] ήταν μέλος της εταιρείας … από 25-7-2014 έως 31-12-2015, η σχέση δε αυτή της εν λόγω υποψήφιας με το μέλος της επιτροπής του διαγωνισμού …. αποτελεί σχέση συνεργασίας μεταξύ ελευθέρων επαγγελματιών, η οποία προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τη διάρκειά της ή τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες αναπτύσσεται (λ.χ. το είδος της ασκούμενης δικηγορικής δραστηριότητας ως δικαστηριακής ή μη, ή την έκταση της εν λόγω δραστηριότητας), τη συνδρομή του στοιχείου της ιδιαίτερης προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ των συνεργαζομένων ελευθέρων επαγγελματιών (πρβλ., ιδίως, ΣτΕ 638/2014, 2421/2001· πρβλ. επίσης ΣτΕ 3891/2013, 3758/2012). Ενόψει αυτών, η ανωτέρω σχέση του μέλους της επιτροπής του διαγωνισμού … και της υποψήφιας …, η οποία είχε, σε κάθε περίπτωση, ικανή χρονική διάρκεια και λύθηκε μόλις δύο μήνες πριν τη συγκρότηση της επιτροπής του διαγωνισμού, συνιστά ιδιαίτερη και ιδιάζουσα σχέση, από την οποία δημιουργείται τεκμήριο επηρεασμού του μέλους αυτού της επιτροπής του διαγωνισμού. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός”.

2. Αυτοεξαίρεση

Το όργανο ή το μέλος του συλλογικού οργάνου εφόσον κρίνει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του λόγος που επιβάλλει την αποχή του, οφείλει να το δηλώσει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου, αντιστοίχως, και να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια.

Στις περιπτώσεις αυτές η προϊσταμένη αρχή ή το συλλογικό όργανο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν. Η απόφαση λαμβάνεται χωρίς την παρουσία μέλους που ζητεί την εξαίρεσή του.

3. Αίτηση εξαίρεσης

Οι ενδιαφερόμενοι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας μπορούν να υποβάλουν αίτηση εξαίρεσης μονομελούς οργάνου ή μέλους συλλογικού οργάνου. Η αίτηση υποβάλλεται στην προϊστάμενη αρχή ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου ή στο αποφασίζον όργανο κατά περίπτωση. Το εν λόγω όργανο αποφαίνεται το ταχύτερο.

4. Αυτεπάγγελτη εξαίρεση

Η εξαίρεση μπορεί να διατάσσεται και αυτεπαγγέλτως από την προϊσταμένη αρχή ή το συλλογικό όργανο.

Τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που δηλώνεται αποχή ή ζητείται η εξαίρεση τόσο μελών συλλογικού οργάνου ώστε να εναπομένοντα να μη σχηματίζουν απαρτία.

Ειδική διάταξη

Μέλη συλλογικού οργάνου τα οποία είναι σύζυγοι ή συνδέονται μεταξύ τους με συγγένεια έως και τέταρτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας (ΣτΕ 3327/2001), δεν επιτρέπεται να μετάσχουν στην ίδια συνεδρίαση.

Κατά το άρθρο 14 παρ. 41 του Ν 2817/2000, Εκπαίδευση των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και άλλες διατάξεις, οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 6 του ΚΔΔιαδ δεν εφαρμόζονται προκειμένου για τα συλλογικά όργανα  ΑΕΙ ή ΤΕΙ.

Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 81 παρ.19 του Ν.4009/2011, η παρ. 41 του άρθρου 14 του Ν. 2817/2000 καταργείται με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 76 έως και 80 του αυτού νόμου. Οι μεταβατικές διατάξεις δεν προβλέπουν τίποτα συναφώς, οπότε η εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 14 παρ. 41 του Ν. 2817/2000 έχει καταργηθεί και ισχύει η γενική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

Σημειώνεται ότι με την απόφαση ΣτΕ 3758/2012, που αφορούσε την Επιτροπή του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, συλλογικό όργανο αρμόδιο για την επιλογή δικηγόρων για πρόσληψη σε νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, εν προκειμένω σε Δήμο, επισημάνθηκε ότι οι κανόνες του άρθρου 7 του ΚΔΔιαδ ισχύουν και για τα μέλη της εν λόγω Επιτροπής, στα οποία συγκαταλέγεται και ο «εκπρόσωπος του ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου», ο οποίος δεν πρέπει να έχει ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση με τους υποψήφιους προς επιλογή δικηγόρους. Δεδομένου ότι πρόκειται για επιτροπή ad hoc, η οποία συγκροτείται για τη διεξαγωγή συγκεκριμένης διαδικασίας πρόσληψης δικηγόρων, το Δικαστήριο κάνει λόγο για μη νόμιμη συγκρότηση και όχι σύνθεση, διότι μετείχε σε αυτήν ο Δήμαρχος του οικείου Δήμου, που συνδεόταν με ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση με τον παρεμβαίνοντα, διότι ο τελευταίος εκλέχθηκε με τον εκλογικό συνδυασμό του Δημάρχου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο λόγος αυτός περί μη νόμιμης συγκρότησης προβάλλεται παραδεκτώς, το πρώτον στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι δε απορριπτέος ο ισχυρισμός του Δήμου και του παρεμβαίνοντος, ότι προβάλλεται απαραδέκτως, διότι, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 4 του ΚΔΔιαδ, ο αιτών όφειλε πρώτα να είχε υποβάλει αίτηση εξαίρεσης του Δημάρχου ενώπιον της Διοίκησης. Και τούτο, διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο αιτών γνώριζε, κατά τον χρόνο διεξαγωγής της επίμαχης διαδικασίας, την ανωτέρω ιδιότητα του παρεμβαίνοντος. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι υπό τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται ιδιαίτερος δεσμός, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 και 2 περ. γ΄ του ΚΔΔιαδ, του Δημάρχου με τον παρεμβαίνοντα, και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986 δεν είχε νόμιμη συγκρότηση. Επομένως, για το λόγο της μη νόμιμης συγκρότησης της Επιτροπής, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, να απορριφθεί η παρέμβαση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να επαναληφθεί η διαδικασία πρόσληψης δικηγόρου με πάγια αντιμισθία στο Δήμο από Επιτροπή νομίμως συγκροτημένη. Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και στην απόφαση ΣτΕ 3891/2013, που αφορούσε και πάλι την Επιτροπή του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, για την πλήρωση με επιλογή μίας θέσης δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω ή παρ’ Εφέταις, με πάγια μηνιαία αντιμισθία στο ΑΠΘ. Έτσι και η ΣτΕ 638/2014.

Λειτουργία

Τα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία ανάγονται στην α. παρουσία των μελών καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης της υπόθεσης, β. ημερησία διάταξη, γ. μυστικότητα των συνεδριάσεων και τη δυνατότητα παρουσίας τρίτων προσώπων και δ. λήψη αποφάσεων.

Παρουσία μελών

  1. Όλα τα μέλη του συλλογικού οργάνου που λαμβάνουν την απόφαση πρέπει να έχουν παραστεί σε όλη την εξέταση της υπόθεσης από την αρχή έως το τέλος, διότι μόνο με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται η πλήρης ενημέρωση κάθε μέλους ώστε να κριθεί η υπόθεση με τη γνώση και στάθμιση των στοιχείων που προκύπτουν κατά την εξέτασή της.
  2. Η νομιμότητα της σύνθεσης του συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζεται από την τυχόν εναλλαγή των μετεχόντων μελών σε διαδοχικές συνεδριάσεις (ΣτΕ 173, 2014, 4287/2012, 2085, 4753/2011, 553/2003).
  3. Κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, τα συλλογικά όργανα, όταν επιλαμβάνονται μια υπόθεσης σε περισσότερες συνεδριάσεις, πρέπει, κατά κανόνα, να λαμβάνουν την απόφαση ή η γνωμοδότησή τους με την ίδια σύνθεση την οποία είχαν κατά τις προηγηθείσες συνεδριάσεις (ΣτΕ 167, 1298, 1579/1979). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ΚΔΔιαδ, οι οποίες ρυθμίζουν θέματα σύνθεσης, συνεδριάσεων και λειτουργίας των συλλογικών οργάνων, επιτρέπεται, σύμφωνα με την ανωτέρω γενική αρχή, η συμμετοχή σε επόμενες συνεδριάσεις του αναπληρωματικού μέλους, το οποίο μετείχε στην αρχική λόγω κωλύματος του τακτικού, χωρίς να απαιτείται να βεβαιώνεται κώλυμα συμμετοχής του τακτικού μέλους και στις μεταγενέστερες αυτές συνεδριάσεις (ΣτΕ 3552/2013, 4753/2011).
  4. Στο μεν άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 2690/1999 ορίζεται ότι «η νομιμότητα της σύνθεσης του συλλογικού οργάνου δεν επηρεάζεται από την τυχόν εναλλαγή των μετεχόντων μελών σε διαδοχικές συνεδριάσεις», στο δε άρθρο 15 παρ. 2 του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι, «αν η συζήτηση της υπόθεσης διαρκεί περισσότερες από μία συνεδριάσεις, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που μετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού προηγουμένως, τα μέλη που δεν μετείχαν στις προηγούμενες συνεδριάσεις, ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ’ αυτές συζητήσεων. Η ενημέρωση πρέπει να προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία και καταχωρίζεται στα πρακτικά». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι απόφαση συλλογικού οργάνου της Διοικήσεως, η οποία ελήφθη μετά από περισσότερες συνεδριάσεις αυτού, δεν είναι νομικώς πλημμελής εκ του λόγου ότι κατά την τελευταία συνεδρίαση μετείχαν σε αυτή, ως μέλη του, πρόσωπα άλλα εξ εκείνων που είχαν μετάσχει σε προηγούμενη συνεδρίαση, ακόμη και αν κατά τη συνεδρίαση εκείνη είχε πραγματοποιηθεί ακρόαση ορισμένων προσώπων (βλ. ΣτΕ 898/2015, 4979/2014, 2085/2011, 3629/2008), πλην της περιπτώσεως που, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, η ακρόαση διενεργείται όχι απλώς για τη συλλογή πληροφοριών από πρόσωπα που τις κατέχουν αλλά προκειμένου τα μέλη του συλλογικού οργάνου να διαμορφώσουν ιδίαν αντίληψη για την προσωπικότητα των προσώπων που καλούνται ενώπιόν του. Τέτοια περίπτωση αποτελεί η λήψη συνεντεύξεως υποψηφίου για την πλήρωση θέσεως υπαλλήλου ή λειτουργού του δημοσίου τομέα (βλ. ΣτΕ 3355/2015, 2575/2014, 2646/2009 7μ., 2558/2009 7μ.).

Ημερήσια διάταξη

  1. Η ημερήσια διάταξη συντάσσεται από τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου, ο οποίος λαμβάνει υπόψη του και τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί από μέλη συλλογικού οργάνου. Αντικείμενο της συνεδρίασης είναι μόνο τα θέματα που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη.
  2. Κατ’εξαίρεση μπορούν να συζητηθούν και θέματα εκτός ημερήσιας διάταξης, εάν είναι παρόντα όλα τα τακτικά μέλη και συμφωνούν για τη συζήτησή τους.
  3. Σε περίπτωση απουσίας των μελών του συλλογικού οργάνου κατά τη συνεδρίαση, πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και από προγενέστερα της συνεδρίασης στοιχεία ότι έγινε εγκαίρως και με την τήρηση των αναφερθέντων ορισμών του ΚΔΔιαδ η γνωστοποίηση της ημερήσιας διάταξης προς τους απόντες, διότι διαφορετικά η συνεδρίαση του συλλογικού οργάνου δεν είναι νόμιμη (ΣτΕ 1195/2012, 447, 1147/2010, 1674/2008, 109/2007, 183, 1389/2006, 3928/2005).

Μυστικότητα των συνεδριάσεων-παρουσία τρίτων προσώπων

  1. Οι συνεδριάσεις είναι μυστικές, εκτός εάν στον νόμο ορίζεται διαφορετικά.
  2. Από καμία συνταγματική διάταξη δεν επιβάλλεται η δημοσιότητα των συνεδριάσεων των συλλογικών οργάνων (ΣτΕ 5420/2012). Βλ. όμως ΣτΕ Ολ 3319/2010 κατά την οποία «η γενικότερη αρχή της φανεράς δράσεως των συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας, εφαρμοζόμενη ειδικότερα στον τρόπο λειτουργίας των συνταγματικά προβλεπομένων και κατοχυρωμένων ανεξαρτήτων αρχών, οι οποίες κατέχουν μία ιδιότυπη θέση στο κλασικό τριμερές σχήμα της διάκρισης των εξουσιών, με την έννοια ότι, αν και είναι, κατ’ αρχήν διοικητικές αρχές, εν ευρεία εννοία, και εκδίδουν διοικητικές πράξεις, πάντως δεν εντάσσονται στη δομή της εν στενή εννοία Δημόσιας Διοίκησης, εφόσον δεν υπόκεινται σε διοικητικό έλεγχο (αλλά μόνο κοινοβουλευτικό και δικαστικό)επιβάλλει οι αποφάσεις αυτών, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις εις βάρος διοικουμένων, να εκδίδονται ύστερα από προηγηθείσα δημόσια συνεδρίαση, στην οποία θα είναι ελεύθερη η είσοδος στο κοινό, να είναι δε το κείμενό τους προσιτό σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη. Απόκλιση από την αρχή αυτή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων επιτρέπεται από το Σύνταγμα μόνο επί τη βάσει ειδικής διάταξης τυπικού νόμου, ή κανονιστικής πράξης ερειδόμενης σε ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση, με την οποία θα καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες είναι επιτρεπτό, για συγκεκριμένους λόγους, αναγόμενους στην προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, της εθνικής άμυνας του ιδιωτικού βίου και των συμφερόντων των ανηλίκων, όπως η προστασία αυτή νοείται σε μία σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, να διατάσσεται, με αιτιολογημένη απόφαση της οικείας αρχής, η διεξαγωγή σε συγκεκριμένη υπόθεση της όλης διαδικασίας, ή και μέρους αυτής, κεκλεισμένων των θυρών». Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, πάντως, «ανεξαρτήτως του ακριβούς περιεχομένου της συνταγματικής αρχής της φανεράς δράσης των συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας, πάντως ούτε από την αρχή αυτή ούτε από κάποια συνταγματική διάταξη μπορεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο να συναχθεί ότι οι διοικητικές αρχές ή τα συλλογικά διοικητικά όργανα, όπως είναι, σαφώς, κατά το Σύνταγμα και τη σχετική νομοθεσία και οι εντεταγμένες στην εκτελεστική λειτουργία του κράτους ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, πρέπει να συνεδριάζουν δημόσια πριν από την λήψη αποφάσεων, με τις οποίες επιβάλλουν κυρώσεις σε βάρος των διοικουμένων. Aλλωστε, όπου ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας να συνεδριάζουν δημόσια, το όρισε ρητά, όπως π.χ. στα άρθρα 66 παρ. 1 και 93 παρ. 2 του Συντάγματος για τις συνεδριάσεις της Βουλής και των δικαστηρίων αντιστοίχως, ενώ δεν όρισε κάτι τέτοιο για τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, παρόλο ότι διαλαμβάνει για ορισμένες από αυτές, μεταξύ των οποίων και για την ΑΔΑΕ, ρητές διατάξεις (βλ. σχετ. άρθρα 9Α, 19 παρ. 2 κ.ά.). Ειδικότερα δε προκειμένου περί της κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του Συντάγματος ανεξάρτητης διοικητικής αρχής για τη διασφάλιση του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιοδήποτε άλλο τρόπο (ΑΔΑΕ), η οποία ερευνά κατά κανόνα ζητήματα που σχετίζονται με απόρρητες πληροφορίες και ανάγονται στην δημόσια τάξη και ασφάλεια ή στην προστασία της ιδιωτικής ζωής, είναι κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης επιτρεπτό οι αποφάσεις της, με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις στους διοικουμένους για παραβίαση του ανωτέρω απορρήτου να μην λαμβάνονται κατόπιν δημόσιας συνεδρίασης των μελών της. Περαιτέρω, ούτε από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ συνάγεται – ή έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία του ΕΔΔΑ την σχετική με το άρθρο αυτό- ότι οι διοικητικές αρχές ή τα συλλογικά όργανα οφείλουν οπωσδήποτε, να συνεδριάζουν δημόσια, αλλά απλώς έχει γίνει δεκτό ότι, αν το οικείο δημόσιο όργανο δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά «δικαστηρίου», κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στα οποία περιλαμβάνεται, κατά τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ και η δημοσιότητα των συνεδριάσεών του, πρέπει, για να είναι σύμφωνη η εθνική νομοθεσία με τις κατά το άρθρο αυτό εγγυήσεις «δίκαιης δίκης», να προβλέπεται κατά των πράξεων του εν λόγω οργάνου από το εσωτερικό δίκαιο ένδικο βοήθημα ενώπιον δικαστηρίου πλήρους δικαιοδοσίας. Τέλος, ούτε από τη σχετική με τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και, ειδικότερα, με την ΑΔΑΕ νομοθεσία προκύπτει ή συνάγεται ότι η εν λόγω Αρχή πρέπει να συνεδριάζει δημόσια. Επομένως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν επιβάλλεται ούτε καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνάγεται από συνταγματική, υπερνομοθετικής ισχύος ή νομοθετική διάταξη ότι οι συνεδριάσεις της ΑΔΑΕ πρέπει να είναι δημόσιες (τούτο, άλλωστε, έχει, γίνει, σιωπηρά, παγίως δεκτό από τη μέχρι τώρα νομολογία για τις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές – βλ. σχετ. ΣΕ 3154/08, 1367/08, 2251/05, 749/05 κ.ά.) είναι νόμιμη και συγκεκριμένα, κείται εντός των ορίων της εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3115/2003, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΑΔΑΕ, κατά την οποία οι συνεδριάσεις της εν λόγω αρχής δεν είναι δημόσιες, ενόψει και της γενικής διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 10 του κυρωθέντος με το ν. 2690/1999 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κατά την οποία οι συνεδριάσεις των συλλογικών οργάνων της Διοίκησης, αν στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι μυστικές.»
  3. Η κατά τη συζήτηση παρουσία άλλων προσώπων δεν επιτρέπεται (ΣτΕ 542/2010, 1317/2005, 3136/2003, 227/2002, 2637, 4205/2000, 4176/1998), πλην των μελών και του γραμματέα (ΣτΕ 1967/2011) ή των τυχόν ειδικώς οριζομένων στον νόμο προσώπων (πχ μέλη της εισηγητικής επιτροπής για την εκλογή μελών ΔΕΠ κατά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, ΣτΕ 3001/2011, 447/2009. Βλ. όμως ΣτΕ 1209/2011 για τους εισηγητές στην ΑΠΔΠΧ). Επίσης το άρθρο 8 παρ. 18 στοιχ. δ΄, του Ν. 4009/2011 προβλέπει ότι ο πρύτανης του ΑΕΙ μετέχει χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου του Ιδρύματος. Aνακύπτει το ερώτημα των συνεπειώντης μη κλήσης του πρύτανη σε συνεδρίαση του οικείου συλλογικού οργάνου και γενικότερα της μη κλήσης των ειδικώς οριζόμενων στον νόμο προσώπων, Σημειώνεται ότι στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης απαιτεί επί ποινή ακυρώσεως την κλήση και συμμετοχή ειδικώς οριζομένου τρίτου προσώπου, χωρίς ψήφο, σε όλες τις συνεδριάσεις συλλογικού οργάνου διέλαβε ρητή σχετική πρόβλεψη στην οικεία διάταξη, πράγμα που δεν ισχύει εν προκειμένω (έτσι ΣτΕ 3007/2010, 644/2008: «στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του α.ν. 1778/1951 ορίζονται τα εξής: “1. Παρ’ εκάστω Διοικ. Συμβουλίω εκ των υπαγομένων εις την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργείου Εργασίας Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως εν γένει συνιστάται δια του παρόντος θέσις Κυβερνητικού Επιτρόπου, όστις μετέχει άνευ ψήφου των συνεδριάσεων του Διοικ. Συμβουλίου και των τυχόν λειτουργουσών Επιτροπών, δικαιούμενος να λαμβάνει τον λόγον επί παντός θέματος και να υποβάλλει προτάσεις… 2. Ο Κυβερνητικός Επίτροπος και ο αναπληρωτής αυτού διορίζονται διά πράξεως του Υπουργού Εργασίας εκ των παρά τω Υπουργείω Εργασίας υπηρετούντων τουλάχιστον επί βαθμώ Τμηματάρχου και άνω υπαλλήλων, καλούνται δε πάντοτε, επί ποινή ακυρότητος της συνεδριάσεως, εις πάσας τας συνεδριάσεις του Διοικ. Συμβουλίου και των Επιτροπών”… Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές,…. ο κυβερνητικός επίτροπος πρέπει να καλείται σε όλες τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου του οικείου οργανισμού και μάλιστα επί ποινή ακυρότητας της συνεδριάσεως και, επομένως, και της αποφάσεως που έχει ληφθεί κατά τη συνεδρίαση αυτή ή, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος αυτού, πρέπει να καλείται ο νόμιμος αναπληρωτής του»)
  4. Το συλλογικό όργανο μπορεί να καλέσει, προς παροχή πληροφοριών ή προσαγωγή στοιχείων, υπηρεσιακά ή άλλα πρόσωπα, τα οποία αποχωρούν πριν από την έναρξη της συζήτησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, κατά τη συζήτηση και ψηφοφορία για τη λήψη απόφασης του οργάνου δεν επιτρέπεται να παρίστανται πρόσωπα μη περιλαμβανόμενα στη νόμιμη συγκρότησή του, τυχόν δε παριστάμενα κατά τη συνεδρίαση τρίτα πρόσωπα, πλην των μελών του συλλογικού οργάνου και του γραμματέα ή των τυχόν ειδικώς οριζόμενων στο νόμο προσώπων, οφείλουν να αποχωρούν πριν από τη συζήτηση, διότι, διαφορετικά, η παρουσία τους επάγεται ακυρότητα των πράξεων του οργάνου λόγω κακής σύνθεσής του (ΣτΕ 542/2010, ΣτΕ 1317/2005, 3136/2003, 227/2002, 2637/2000, άρθρο 14 παρ. 10 ΚΔΔιαδ).
  5. Όταν ο νόμος προβλέπει δημόσια συνεδρίαση του συλλογικού οργάνου, ανακοινώνονται εγκαίρως και πάντως τουλάχιστον 48 ώρες πριν από τη συνεδρίαση, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, με πρόσφορο τρόπο, ώστε να καθίσταται δυνατή η προσέλευση και η παρουσία των ενδιαφερομένων. Η τήρηση της δημοσιότητας πρέπει να βεβαιώνεται στο οικείο πρακτικό.
  6. Τηλεδιάσκεψη. Τα συλλογικά όργανα είναι δυνατόν να συνεδριάζουν και με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων (τηλεδιάσκεψη). Στις περιπτώσεις αυτές, με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καθορίζονται ο τόπος της συνεδρίασης, ο τρόπος διαπίστωσης της απαρτίας και της διασφάλισης της μυστικότητας της συνεδρίασης, ο τρόπος τήρησης των πρακτικών και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων (βλ. απόφαση ΔΙΑΔΠ/Α/7841, Συνεδρίαση συλλογικών οργάνων με τηλεδιάσκεψη , ΦΕΚ Β 539 της 21ης Απριλίου 2005.

Λήψη αποφάσεων-πλειοψηφία

  1. Η ψηφοφορία είναι φανερή, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο.
  2. Οι αποφάσεις των συλλογικών οργάνων λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών (ΣτΕ 2135/2011, 505/2010) εκτός εάν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΣτΕ 1851/2003, για την εκλογή αντιπροέδρου, γενικό γραμματέα και ταμία Δικηγορικού Συλλόγου, ΣτΕ 3534/2010, 3169/2006 για τις αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων, ΣτΕ 2543/1999, για κάποιες κυρώσεις του ΕΣΡ). Αν δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός πλειοψηφίας, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ωσότου σχηματιστεί απόλυτη πλειοψηφία με την υποχρεωτική προσχώρηση, κάθε φορά, εκείνου ή εκείνων που  διατυπώνουν την ασθενέστερη γνώμη, σε μια από τις επικρατέστερες (ΣτΕ 3542/2010, 3990/2005). Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρξει ισοψηφία, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου, εκτός αν η ψηφοφορία είναι μυστική, οπότε αυτή επαναλαμβάνεται για μια ακόμη φορά, η τυχόν δε νέα μειοψηφία ισοδυναμεί με απόρριψη. Το μέλος που απέχει από την ψηφοφορία ή δίδει λευκή ψήφο (ΣτΕ 1851/2003) θεωρείται απόν, εκτός αν υπάρχει ρητή, αντίθετη, ειδική ρύθμιση (ΣτΕ 3169/2006, 3534/2010).
  3. Αν η συζήτηση της υπόθεσης διαρκεί περισσότερες από μία συνεδριάσεις, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που μετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού προηγουμένως τα μέλη που δεν μετείχαν στις προηγούμενεςσυνεδριάσεις ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ’αυτές συζητήσεων (ΣτΕ 2014/2012, 2085/2011, 553/2003). Η ενημέρωση πρέπει να προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία και καταχωρίζεται στα πρακτικά.
  4. Για τις συνεδριάσεις συλλογικού οργάνου συντάσσεται πρακτικό (ΣτΕ 865/2008), στο οποίο μνημονεύονται, ιδίως, τα ονόματα και η ιδιότητα των παρισταμένων μελών, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, τα θέματα που συζητήθηκαν, με συνοπτική αλλά περιεκτική αναφορά στο περιεχόμενό τους, η μορφή της ψηφοφορίας, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και οι αποφάσεις που λήφθηκαν, οι γνώμες των μελών που μειοψήφησαν, σε περίπτωση δε φανερής ψηφοφορίας, τα ονόματα αυτών. Δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της σύνθεσης, ούτε προκαλεί ακυρότητα των πράξεων του συλλογικού οργάνου η παράλειψη αναγραφής στο κείμενο του πρακτικού στοιχείων που δεν έχουν σχέση με το περιεχόμενο της κρίσης του οργάνου, όπως είναι οι πράξεις συγκρότησης ή διορισμού των μελών, οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση, η ιδιότητα των  μελών (ΣτΕ 2634, 2635, 2636/2005, 2248, 2253/2002, 3542/2010). Επίσης δεν επηρεάζουν τη νομιμότητα της σύνθεσης η παράλειψη αναγραφής στο κείμενο της πράξεως του κωλύματος των τακτικών μελών να παραστούν καθώς και του λόγου για τον οποίο έγινε η αναπλήρωσή τους (ΣτΕ 2858/1991, 3191/1991, 3542/2010).
    Βλ. και απόφαση ΣτΕ Ολ 1662/2009, για τις αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα: “ουδόλως προκύπτει ότι στο σώμα των αποφάσεων της Αρχής επιβάλλεται, επί ποινή ακυρότητας, να αναγράφεται αν ελήφθησαν ομοφώνως ή κατά πλειοψηφία, ούτε να καταχωρείται το περιεχόμενο των μειοψηφουσών γνωμών και τα ονόματα των μειοψηφούντων μελών. Αντιθέτως, η Αρχή υποχρεούται, σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 9 του Κανονισμού της, σε συνδυασμό και με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, να καταχωρεί στα συντασσόμενα πρακτικά συνεδριάσεων τις μειοψηφούσες γνώμες και, επί φανερών ψηφοφοριών, τα ονόματα των μειοψηφούντων μελών της”. Ενδιαφέρουσα συναφώς, για τη σχέση απόφασης και πρακτικού του συλλογικού οργάνου, είναι η ΣτΕ 2976/2013: “…κατά το άρθρο 15 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2690/1999, Α’ 45) η παράλειψη αναφοράς στο σώμα της διοικητικής πράξεως των προβλεπομένων από τη διάταξη αυτή στοιχείων – μεταξύ των οποίων είναι η μορφή και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας – δεν αποτελεί πλημμέλεια της πράξεως, αφού αρκεί η μνεία τους στο σχετικό πρακτικό του συλλογικού οργάνου” (έτσι και ΣτΕ 3412/2011, 619/2010).
  5. Αν πρόκειται για συνεδρίαση οργάνου προς διατύπωση απλής γνώμης, στο οικείο πρακτικό καταχωρίζονται υποχρεωτικά όλες οι επιμέρους γνώμες που διατυπώθηκαν και τέθηκαν σε ψηφοφορία.
  6. Τα πρακτικό συντάσσεται από τον γραμματέα και επικυρώνεται από τον πρόεδρο.
  7. Η υπογραφή του προέδρου ή του αναπληρωτή του αρκεί για τη νόμιμη υπόσταση κάθε πράξης του συλλογικού οργάνου (ΣτΕ 2970, 3648/2010, 2719/2007, 250, 2974, 3496/2006, 2253/2002). Τα ονόματα των μελών του συλλογικού οργάνου δεν απαιτείται, κατά νόμο, να αναφέρονται στο σώμα της απόφασης του συλλογικού οργάνου (ΣτΕ 2698/2014, 2634/2005 ).

 Βλ. και Tύπος και περιεχόμενο της διοικητικής πράξης ( www.prevedourou.gr)

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο