Προβλήματα συμβατότητας του σχεδίου συμφωνίας για την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ: Γνωμοδότηση ΔΕΕ 2/13 της 18.12.2014

Προβλήματα συμβατότητας του σχεδίου συμφωνίας για την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ: Γνωμοδότηση ΔΕΕ 2/13 της 18.12.2014

1. Ο δρόμος της προσχωρήσεως της ΕΕ στην ΕΣΔΑ αποδεικνύεται μακρύς και δύσκολος και η σχετική διαδικασία θα παραμείνει ακόμη "θεσμικό εργοτάξιο» [N. Hervieu, Bilan d’étape d’un perpétuel chantier institutionnel, in Lettre “Actualités Droits-Libertés” du CREDOF, 3 sept. 2013˙ J. P. Jacqué, The Accession of the European Union to the European Convention on Human Rights and Fundamental Freedoms, όπ.π., σ. 1023˙ C. Grewe, Beitritt der EU zur EMRK und ZP 14: Wirksame Durchsetzung einer gesamteuropäischen Grundrechteverfassung?, EuR 2012, σ. 285], εφόσον τα θεσμικά και διαδικαστικά ζητήματα που πρέπει ακόμη να ρυθμιστούν είναι πολλά και περίπλοκα, ενώ το ΔΕΕ είναι ιδιαιτέρως αυστηρό σε θέματα μεταφοράς δικαιοδοσίας σε διεθνή δικαστήρια [βλ. τη γνωμοδότηση της 8ης Μαρτίου 2011, C-1/09, με την οποία έκρινε ότι «[η] σχεδιαζόμενη συμφωνία σχετικά με τη θέσπιση κανόνων περί ενοποιημένου συστήματος επιλύσεως των διαφορών σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (καλούμενου επί του παρόντος «Δικαστήριο Ευρωπαϊκών και Κοινοτικών Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας») δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ και της Συνθήκης ΣΛΕΕ»]. Με τη γνωμοδότηση 2/13 της 18ης Δεκεμβρίου 2014, το ΔΕΕ έκρινε ότι «η συμφωνία προσχωρήσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών δεν είναι συμβατή με το άρθρο 6, παράγραφος 2, ΣΕΕ ούτε με το πρωτόκολλο (αριθ.8) σχετικά με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση για την προσχώρηση της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών». Αντίθετα, η γενική εισαγγελέας Juliane Kokott, στις προτάσεις της της 13ης Ιουνίου 2014 που συνδημοσιεύθηκαν με την απόφαση, υιοθέτησε μετριοπαθή προσέγγιση. Ειδικότερα, επισήμανε ότι το αποτέλεσμα της προσχωρήσεως θα είναι ότι, όσον αφορά την τήρηση των ουσιωδών κανόνων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η Ένωση θα υπόκειται σε εξωτερικό έλεγχο, όπως ζητούσαν επί μακρόν διάφορες πλευρές, και θα δεσμεύεται από τους ίδιους κανόνες με αυτούς των οποίων ζητεί παγίως την αναγνώριση από τα κράτη μέλη της, τόσο τα νυν όσο και τα μελλοντικά. Τέλος, θεώρησε ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να αποφανθεί ότι το σχέδιο συμφωνίας είναι συμβατό με τις Συνθήκες υπό τον όρο ότι θα περιληφθούν σε αυτό ορισμένες τροποποιήσεις, συμπληρώσεις και διευκρινίσεις τις οποίες η ίδια πρότεινε ώστε να διασφαλιστεί κατά δεσμευτικό τρόπο από απόψεως διεθνούς δικαίου η ιδιαίτερη κατάσταση των κρατών μελών και της Ένωσης, ιδίως στο επίπεδο του δικαστικού ελέγχου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σημείο 171 των προτάσεών της, στο οποίο επισήμανε ότι "αν στο μέλλον προκύψει η μάλλον απίθανη περίπτωση να προκαλέσει μια απόφαση του ΕΔΔΑ αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά της με τις θεμελιώδεις αρχές της έννομης τάξεως της Ένωσης ή με τα δομικά χαρακτηριστικά του θεσμικού οικοδομήματος της Ένωσης, θα είναι καθήκον όχι μόνο του Δικαστηρίου, αλλά και των πολιτικών οργάνων καθώς και των κρατών μελών της Ένωσης να αναζητήσουν κατάλληλες λύσεις. Το φάσμα των πιθανών λύσεων εκτείνεται από την τροποποίηση του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του πρωτογενούς δικαίου, έως την αποχώρηση της Ένωσης από το σύστημα της ΕΣΔΑ (άρθρο 58 της ΕΣΔΑ)". Επίσης θεώρησε ότι στο παρόν στάδιο, δεν υφίσταται κανένας λόγος για να επιφυλάξει το Δικαστήριο στον εαυτό του την εξουσία να μην αναγνωρίζει εκείνες τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ που έρχονται σε σύγκρουση με τη συνταγματική ταυτότητα της Ένωσης, δηλαδή με την κατά κάποιον τρόπο ενωσιακή δημόσια τάξη (ordre public), ή που έχουν προδήλως εκδοθεί καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του δικαιοδοτικού οργάνου του Στρασβούργου, δηλαδή είναι ultra vires. Τούτο διότι, αφενός, η ΕΣΔΑ δεν ιδρύει καμία υπερεθνική έννομη τάξη ανάλογη με το δίκαιο της Ένωσης που να έχει αφ’ εαυτής υπεροχή και άμεσα αποτελέσματα στις έννομες τάξεις των συμβαλλομένων μερών και, αφετέρου, τα συμβαλλόμενα μέρη στην ΕΣΔΑ, όταν συμμορφώνονται προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, διατηρούν κατά τα παγίως ισχύοντα ένα σαφώς μεγαλύτερο περιθώριο εκτιμήσεως από αυτό που διαθέτουν κατά κανόνα τα κράτη μέλη της Ένωσης σε σχέση με τη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Πάντως, παρά την άκρως τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία της γενικής εισαγγελέα, το Δικαστήριο διατηρεί την επιφυλακτική στάση που έχει τηρήσει μέχρι τώρα σε όλες τις γνωμοδοτήσεις που αφορούσαν την προσχώρηση της Ενωσης σε δικαιοδοτικά συστήματα που συνεπάγονται εξωτερικό έλεγχο (βλ. Γνωμοδοτήσεις 1/19 και 1/92 για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και 1/2009: Η σχεδιαζόμενη συμφωνία σχετικά με τη θέσπιση κανόνων περί ενοποιημένου συστήματος επιλύσεως των διαφορών σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας [καλούμενου επί του παρόντος "Δικαστήριο Ευρωπαϊκών και Κοινοτικών Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας"] δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ και της Συνθήκης ΣΛΕΕ ).

2. Λόγω της συνταγματικής διαστάσεως της σχεδιαζόμενης προσχωρήσεως της Ένωσης στην EΣΔΑ [το άρθρο 6 παρ. 2 ΣΕΕ έχει καταστήσει σαφές όχι μόνο ότι η Ένωση έχει την αρμοδιότητα να προσχωρήσει στην ΕΣΔΑ, αλλά και ότι τα κράτη μέλη της τής έχουν επιβάλει την υποχρέωση να κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση], η Επιτροπή, προς εδραίωση της ασφάλειας δικαίου, υπέβαλε στις 4 Ιουλίου 2013 αίτηση προς το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 218 παρ. 11 ΣΛΕΕ, για την έκδοση γνωμοδοτήσεως επί του ακόλουθου ερωτήματος: «Είναι το σχέδιο συμφωνίας για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών συμβατό με τις Συνθήκες;» Η αίτηση γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής αποτέλεσε αντικείμενο έγγραφης και προφορικής (5 και 6 Μαΐου 2014) διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, εκτός από την Επιτροπή, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθώς και η Βουλγαρία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Δανία, η Γερμανία, η Εσθονία, η Ιρλανδία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Γαλλία, η Κύπρος, η Λετονία, η Λιθουανία, η Ουγγαρία, οι Κάτω Χώρες, η Αυστρία, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Φινλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας. Με την εξαίρεση της Βουλγαρίας και της Πολωνίας, οι ως άνω μετέχοντες έλαβαν μέρος και στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην οποία εκπροσωπήθηκαν επίσης το Βέλγιο και η Ιταλία.

Διάρθρωση της γνώμης 2/13. Νομικό πλαίσιο

3. Η γνωμοδότηση του ΔΕΕ αποτελείται από 258 σκέψεις. Μετά την παράθεση των κειμένων που συνοδεύουν την αίτηση της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει το αναθεωρημένο σχέδιο συμφωνίας για την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ (σκέψη 2), η απόφαση περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο για το θεσμικό πλαίσιο της ΕΣΔΑ, με ανάλυση των βασικών άρθρων και των πρωτοκόλλων της, ιδίως των πρωτοκόλλων 14, 15 και 16 (σκέψεις 3-36) και στη συνέχεια ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στις σχέσεις ΕΕ και ΕΣΔΑ με παραπομπή της νομολογίας του Δικαστηρίου και των κρίσιμων διατάξεων της Συνθήκης  [άρθρο 6 ΣΕΕ, πρωτόκολλο 8, δήλωση για το άρθρο 6, άρθρα 52 παρ. 3 και 53 του Χάρτη] (σκέψεις 37-45). Ακολουθεί ένα σύντομο ιστορικό της διαδικασίας διαπραγματεύσεως (σκέψεις 46-48) και στη συνέχεια παρουσιάζονται οι διατάξεις του σχεδίου συμφωνίας (σκέψεις 49-70). Μια πρώτη ομάδα διατάξεων αφορά την προσχώρηση αυτή καθεαυτήν και καθιερώνει τους διαδικαστικούς μηχανισμούς που είναι αναγκαίοι για την ολοκλήρωση της προσχωρήσεως. Μια δεύτερη ομάδα διατάξεων, με αμιγώς τεχνικό ενδιαφέρον, αφορά, αφενός, τις τροποποιήσεις της εν λόγω ΕΣΔΑ που επιβάλλονται εκ του λόγου ότι αυτή καταρτίστηκε για να εφαρμόζεται στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώ η Ένωση δεν είναι ούτε κράτος ούτε μέλος του διεθνούς αυτού οργανισμού και, αφετέρου, άλλες πράξεις που συνδέονται με την ΕΣΔΑ. Τέλος περιλαμβάνονται τελικές διατάξεις σχετικά με την έναρξη της ισχύος και την κοινοποίηση των κυρωτικών πράξεων ή των πράξεων προσχωρήσεως.

Παρατηρήσεις της Επιτροπής και των κρατών μελών

4. Μεγάλο μέρος της αποφάσεως καταλαμβάνουν οι εκτιμήσεις της Επιτροπής επί του παραδεκτού της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως, κυρίως δε επί του βασίμου αυτής (σκέψεις 71-107), η οποία επιχειρεί να καταδείξει τη συμβατότητα των διατάξεων του σχεδίου συμφωνίας προς τις κρίσιμες διατάξεις των Συνθηκών. Ακολουθεί η σύνοψη, από το Δικαστήριο, των παρατηρήσεων των κρατών μελών καθώς και του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (σκέψεις 108-143), τα οποία καταλήγουν, κατ’ ουσίαν, στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο συμφωνίας είναι συμβατό με τις Συνθήκες και συντάσσονται, με ορισμένες αποκλίσεις, σε μεγάλο βαθμό με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής. Τέλος, οι σκέψεις 144 έως 258 είναι αφιερωμένες στην ανάλυση και κρίση του Δικαστηρίου επί του παραδεκτού και επί της ουσίας της γνωμοδοτήσεως. Ειδικότερα στις σκέψεις 143-152, το Δικαστήριο εξέτασε το παραδεκτό της αιτήσεως και έκρινε ότι η Επιτροπή του υπέβαλε τα σχέδια των σχετικών με την προσχώρηση πράξεων, δηλαδή ένα πλαίσιο με επαρκή πληρότητα και ακρίβεια ως προς τους λεπτομερείς κανόνες βάσει των οποίων θα πραγματοποιηθεί η σχεδιαζόμενη προσχώρηση και έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει το συμβατό των εν λόγω σχεδίων με τις Συνθήκες. Όσον αφορά τις εσωτερικές διατάξεις, δεδομένου ότι αυτές δεν έχουν ακόμη θεσπισθεί, το περιεχόμενό τους έχει απλώς υποθετικό χαρακτήρα ενώ η φύση τους ως κανόνων του εσωτερικού δικαίου της Ένωσης αποκλείει τη δυνατότητα να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας για την έκδοση γνωμοδοτήσεως, η οποία πρέπει να αφορά μόνο διεθνείς συμφωνίες των οποίων τη σύναψη σχεδιάζει η Ένωση.

Προκαταρτικές παρατηρήσεις του Δικαστηρίου

5. Οι σκέψεις 153 έως 258 αφορούν την ουσία της αιτήσεως. Σε μια σειρά προκαταρκτικών παρατηρήσεων (σκέψεις 153-177) που θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι έχουν διδακτικό χαρακτήρα, το Δικαστήριο αναλύει ενδελεχώς, με παραπομπή στην κλασική και πολυσχολιασμένη νομολογία του, τις ιδιαιτερότητες της προσχωρήσεως της ΕΕ στην ΕΣΔΑ οι οποίες ανάγονται, αφενός, στη νομική φύση της Ένωσης, που δεν αποτελεί κρατική οντότητα όπως τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη της ΕΣΔΑ, και, αφετέρου, στην ιδιομορφία και πρωτοτυπία της ενωσιακής έννομης τάξεως, που έχει το δικό της συνταγματικό πλαίσιο και τις δικές της θεμελιακές αρχές, μια ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη θεσμική δομή καθώς και ένα πλήρες σύνολο κανόνων δικαίου που διασφαλίζουν τη λειτουργία της. Επισημαίνει, μάλιστα, παραπέμποντας στις κρίσιμες διατάξεων του άρθρου 6 ΣΕΕ, του πρωτοκόλλου 8 και της δηλώσεως του άρθρου 6 παρ. 2 ΣΕΕ ότι η προσχώρηση πρέπει να γίνει κατά τρόπο που θα διασφαλίζει τη διατήρηση των ιδιαιτεροτήτων της έννομης τάξεως της Ένωσης. Επομένως, οφείλει, στο πλαίσιο της αποστολής που του αναθέτει το άρθρο 19 παρ. 1 πρώτο εδάφιο ΣΕΕ, να ελέγξει αν οι λεπτομερείς νομικοί κανόνες για τη σχεδιαζόμενη προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ είναι σύμφωνοι με τις προαναφερθείσες επιταγές και, γενικότερα, με τον βασικό συνταγματικό χάρτη της Ένωσης που αποτελούν οι Συνθήκες (απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου, 294/83, EU:C:1986:166, σκέψη 23).

6. Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο επικαλείται διατάξεις που καθορίζουν την νομική ταυτότητα και τη συνταγματική δομή της Ενωσης, όπως είναι η αρχή της δοτής αρμοδιότητας κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 ΣΕΕ, το θεσμικό πλαίσιο βάσει των άρθρων 13 ΣΕΕ έως 19 ΣΕΕ, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικαίου της Ένωσης που είναι η προέλευσή του από αυτόνομη πηγή δικαίου την οποία αποτελούν οι Συνθήκες, η υπεροχή του έναντι του δικαίου των κρατών μελών (αποφάσεις Costa, EU:C:1964:66, σ. 1159 και 1160, Internationale Handelsgesellschaft, EU:C:1970:114, σκέψη 3· γνωμοδοτήσεις 1/91, EU:C:1991:490, σκέψη 21· 1/09, EU:C:2011:123, σκέψη 65, απόφαση Melloni, C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 59) καθώς και το άμεσο αποτέλεσμα πλήθους διατάξεων που εφαρμόζονται στους πολίτες των κρατών μελών και στα ίδια τα κράτη μέλη (απόφαση van Gend & Loos, EU:C:1963:1, σ. 23, και γνωμοδότηση 1/09, EU:C:2011:123, σκέψη 65). Τα ανωτέρω ουσιώδη χαρακτηριστικά του ενωσιακού δικαίου έχουν διαμορφώσει ένα συγκροτημένο πλέγμα αρχών, κανόνων και εννόμων σχέσεων που τελούν σε αλληλεξάρτηση μεταξύ τους και δεσμεύουν αμοιβαία την Ένωση και τα κράτη μέλη της, καθώς και τα κράτη μέλη μεταξύ τους, τα οποία, όπως υπενθυμίζει το άρθρο 1 δεύτερο εδ. ΣΕΕ, μετέχουν στο εξής στη «διαδικασία μιας διαρκώς στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης».  Το νομικό αυτό μόρφωμα εδράζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος μέλος αποδέχεται από κοινού με τα λοιπά κράτη μέλη, και αναγνωρίζει ότι τα εν λόγω κράτη αποδέχονται από κοινού με αυτό, μια σειρά κοινών αξιών επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση, όπως διευκρινίζει το άρθρο 2 ΣΕΕ. Περαιτέρω, στον πυρήνα του ανωτέρω νομικού μορφώματος βρίσκονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως έχουν αναγνωριστεί με τον Χάρτη —ο οποίος, δυνάμει του άρθρου 6 παρ. 1 ΣΕΕ, έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες—, ο δε σεβασμός των δικαιωμάτων αυτών αποτελεί όρο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπονται εντός της Ένωσης μέτρα που δεν είναι συμβατά με τα εν λόγω δικαιώματα (αποφάσεις ΕΡΤ, EU:C:1991:254, σκέψη 41· Kremzow, C‑299/95, EU:C:1997:254, σκέψη 14· Schmidberger, C‑112/00, EU:C:2003:333, σκέψη 73, καθώς και Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, EU:C:2008:461, σκέψεις 283 και 284).  Πάντως, η αυτονομία της οποίας χαίρει το δίκαιο της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών μελών καθώς και έναντι του διεθνούς δικαίου επιβάλλει να διασφαλίζεται η ερμηνεία των προαναφερθέντων θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της δομής και των σκοπών της Ένωσης (αποφάσεις Internationale Handelsgesellschaft, EU:C:1970:114, σκέψη 4, καθώς και Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, EU:C:2008:461, σκέψεις 281 έως 285). Όσον αφορά τη δομή αυτή, υπογραμμίζεται ότι η τήρηση του Χάρτη επιβάλλεται όχι μόνο στα θεσμικά όργανα, λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, αλλά επίσης στα κράτη μέλη όταν αυτά θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψεις 17 έως 21).

7. Στο πλαίσιο των προκαταρτικών παρατηρήσεων, το Δικαστήριο αναφέρεται, στη συνέχεια, στους σκοπούς της Ένωσης, που αποτυπώνονται στο άρθρο 3 ΣΕΕ και έχουν συγκεκριμενοποιηθεί με σειρά θεμελιωδών διατάξεων (όπως οι διατάξεις που προβλέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών, των κεφαλαίων και των προσώπων, την ιθαγένεια της Ένωσης, τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης καθώς και την πολιτική ανταγωνισμού), οι οποίες συμβάλλουν, καθεμία στον συγκεκριμένο τομέα για τον οποίο έχει θεσπιστεί και με τα δικά της ειδικά χαρακτηριστικά, στην υλοποίηση της διαδικασίας ολοκληρώσεως που αποτελεί τον λόγο υπάρξεως της ίδιας της Ένωσης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο τονίζει την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας κατά το άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ και τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις των κρατών μελών  να διασφαλίζουν, εντός της αντίστοιχης επικράτειάς τους, την εφαρμογή και την τήρηση του δικαίου της Ένωσης και να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο που δύναται να διασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή από τις πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (γνωμοδότηση 1/09, EU:C:2011:123, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

8. Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση δίδει το Δικαστήριο στην καθιέρωση, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της αυτονομίας της ενωσιακής έννομης τάξεως, δικαιοδοτικού συστήματος με σκοπό τη διασφάλιση της συνοχής και της ενότητας κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Ακρογωνιαίο λίθο του εν λόγω δικαιοδοτικού συστήματος αποτελεί η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ η οποία, καθιερώνοντας τον διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών, αποσκοπεί στη διασφάλιση της ενότητας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης (απόφαση van Gend & Loos, EU:C:1963:1, σ. 23), καθιστώντας κατά τον τρόπο αυτό δυνατή τη διασφάλιση της συνοχής του, της πλήρους αποτελεσματικότητάς του και της αυτονομίας του καθώς και, εν τέλει, του ιδιάζοντος χαρακτήρα του δικαίου που θεσπίζουν οι Συνθήκες (γνωμοδότηση 1/09, EU:C:2011:123, σκέψεις 67 και 83). Κατά συνέπεια, τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως έχουν ειδικότερα αναγνωριστεί από τον Χάρτη, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Ένωσης τηρουμένου του συνταγματικού αυτού πλαισίου.

Έλεγχος της συμβατότητας του σχεδίου συμφωνίας προς το πρωτογενές δίκαιο

9. Στη συνέχεια το Δικαστήριο ελέγχει τη συμβατότητα της σχεδιαζόμενης συμφωνίας με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης υπό δύο πτυχές. Ειδικότερα εξετάζει, αφενός, αν η συμφωνία θα μπορούσε να θίγει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης και την αυτονομία του δικαίου αυτού κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, αφετέρου, αν οι θεσμικοί και δικονομικοί μηχανισμοί που προβλέπει η εν λόγω συμφωνία διασφαλίζουν την τήρηση των προϋποθέσεων από τις οποίες οι Συνθήκες έχουν εξαρτήσει την προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ (σκέψη 179).

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και αυτονομία του ενωσιακού δικαίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων Α. Διασφάλιση συντονισμού μεταξύ του άρθρου 53 του Χάρτη και του άρθρου 53 της ΕΣΔΑ (σκέψεις 179-190)

10. To Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης. Εντούτοις, η εν λόγω Σύμβαση, ενόσω η Ένωση δεν έχει προσχωρήσει σε αυτή, δεν συνιστά νομική πράξη τυπικά ενταγμένη στην έννομη τάξη της Ένωσης (αποφάσεις Kamberaj, C‑571/10, EU:C:2012:233, σκέψη 60, και Åkerberg Fransson, EU:C:2013:105, σκέψη 44). Συνεπεία όμως της προσχωρήσεως, η ΕΣΔΑ θα δεσμεύει, δυνάμει του άρθρου 216 παρ. 2 ΣΛΕΕ, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη και, επομένως, θα καταστεί αναπόσπαστο τμήμα του ενωσιακού δικαίου (απόφαση Haegeman, 181/73, EU:C:1974:41, σκέψη 5· γνωμοδότηση 1/91, EU:C:1991:490, σκέψη 37· αποφάσεις IATA και ELFAA, C‑344/04, EU:C:2006:10, σκέψη 36, καθώς και Air Transport Association of America κ.λπ., C‑366/10, EU:C:2011:864, σκέψη 73). Επομένως, η Ένωση, όπως κάθε άλλο Συμβαλλόμενο μέρος, θα υπόκειται σε εξωτερικό έλεγχο με αντικείμενο την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αυτή θα δεσμευτεί να σέβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ. Στο πλαίσιο αυτό, η Ένωση και τα θεσμικά όργανά της, συμπεριλαμβανομένου του Δικαστηρίου, θα υπόκεινται στους μηχανισμούς ελέγχου που προβλέπει η Σύμβαση αυτή και, πιο συγκεκριμένα, στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Βεβαίως, η αρμοδιότητα που έχει η Ένωση στον τομέα των διεθνών σχέσεων και η ικανότητά της να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες συνεπάγεται κατά λογική αναγκαιότητα τη δυνατότητά της να δεσμεύεται από αποφάσεις δικαιοδοτικού οργάνου που έχει συσταθεί ή ορισθεί δυνάμει τέτοιων συμφωνιών, όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεών τους (γνωμοδοτήσεις 1/91, EU:C:1991:490, σκέψεις 40 και 70, καθώς και 1/09, EU:C:2011:123, σκέψη 74).  Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι μια διεθνής συμφωνία μπορεί να έχει συνέπειες επί των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί σε αυτό μόνον εφόσον πληρούνται οι ουσιώδεις προϋποθέσεις για τη διαφύλαξη της φύσεως των εν λόγω αρμοδιοτήτων και, ακολούθως, μόνον εφόσον δεν θίγεται η αυτονομία της έννομης τάξεως της Ένωσης (γνωμοδοτήσεις 1/00, EU:C:2002:231, σκέψεις 21, 23 και 26, καθώς και 1/09, EU:C:2011:123, σκέψη 76· απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, EU:C:2008:461, σκέψη 282). Ειδικότερα, η παρεμβολή οργάνων στα οποία η ΕΣΔΑ έχει αναθέσει αρμοδιότητες προς λήψη αποφάσεων, όπως αυτή προβλέπεται από τη σχεδιαζόμενη συμφωνία, δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλλει στην Ένωση και στα θεσμικά όργανά της, κατά την άσκηση των εσωτερικών αρμοδιοτήτων τους, μια συγκεκριμένη ερμηνεία των κανόνων του δικαίου της Ένωσης (γνωμοδοτήσεις 1/91, EU:C:1991:490, σκέψεις 30 έως 35, καθώς και 1/00, EU:C:2002:231, σκέψη 13).

11. Το Δικαστήριο τονίζει στο σημείο αυτό ότι εγγενές γνώρισμα της ίδιας της έννοιας του εξωτερικού ελέγχου είναι ότι, αφενός, η ερμηνεία της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ θα δεσμεύει, βάσει του διεθνούς δικαίου, την Ένωση και τα θεσμικά όργανά της, συμπεριλαμβανομένου του Δικαστηρίου, και ότι, αφετέρου, η ερμηνεία από το Δικαστήριο δικαιώματος που κατοχυρώνει η εν λόγω Σύμβαση δεν θα δεσμεύει τους προβλεπόμενους από αυτή μηχανισμούς ελέγχου και, ειδικότερα, το ΕΔΔΑ, όπως ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 6, του σχεδίου συμφωνίας και όπως διευκρινίζεται στην παράγραφο 68 του σχεδίου επεξηγηματικής εκθέσεως. Τα ανωτέρω όμως δεν μπορούν να ισχύουν όσον αφορά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης από το Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη. Ειδικότερα, οι εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο σχετικά με το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, προκειμένου, ιδίως, να καθορίσει αν ένα κράτος μέλος υποχρεούται να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα της Ένωσης, δεν θα πρέπει να μπορούν να αμφισβητηθούν από το ΕΔΔΑ. Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 53 του Χάρτη προβλέπει ότι καμία διάταξη αυτού δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή θίγουσα τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής από το δίκαιο της Ένωσης, το διεθνές δίκαιο καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη η Ένωση, ή όλα τα κράτη μέλη, και ιδίως από την ΕΣΔΑ, καθώς και από τα Συντάγματα των κρατών μελών. Πάντως, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι η εφαρμογή εθνικών προδιαγραφών προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν πρέπει να διακυβεύει, αφενός, το επίπεδο προστασίας που προβλέπει ο Χάρτης και, αφετέρου, την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του ενωσιακού δικαίου (απόφαση Melloni, EU:C:2013:107, σκέψη 60). Στο μέτρο ακριβώς που το άρθρο 53 της ΕΣΔΑ [καμία από τις διατάξεις της Συμβάσεως αυτής δεν δύναται να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή ως αναιρούσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, που τυχόν αναγνωρίζονται σύμφωνα με τους νόμους κάθε Συμβαλλομένου μέρους ή σύμφωνα με κάθε άλλη σύμβαση την οποία έχει υπογράψει το Συμβαλλόμενο μέρος αυτό] επιφυλάσσει, κατ’ ουσίαν, στα Συμβαλλόμενα μέρη την ευχέρεια να καθορίζουν προδιαγραφές προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε υψηλότερο επίπεδο από τις αντίστοιχες προδιαγραφές που κατοχυρώνει η Σύμβαση αυτή, πρέπει να διασφαλιστεί ο συντονισμός μεταξύ της ως άνω διατάξεως και του άρθρου 53 του Χάρτη, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, προκειμένου η ευχέρεια που παρέχει στα κράτη μέλη το άρθρο 53 της ΕΣΔΑ να εξακολουθήσει, όσον αφορά τα αναγνωρισμένα με τον Χάρτη δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα που κατοχυρώνει η προαναφερθείσα Σύμβαση, να μην υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για την αποτροπή τυχόν διακυβεύσεως του επιπέδου προστασίας που προβλέπει ο Χάρτης, καθώς και της υπεροχής, της ενότητας και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι στη σχεδιαζόμενη συμφωνία δεν έχει προβλεφθεί καμία διάταξη με σκοπό τη διασφάλιση του προαναφερθέντος συντονισμού.

B. Η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών (σκέψεις 191-195)

12. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών έχει, στο δίκαιο της Ένωσης, θεμελιώδη σημασία, δεδομένου ότι καθιστά δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. H αρχή αυτή, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχονται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που είναι αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό (αποφάσεις N. S. κ.λπ., C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψεις 78 έως 80, καθώς και Melloni, EU:C:2013:107, σκέψεις 37 και 63).   Ειδικότερα, τα κράτη μέλη, όταν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης, είναι δυνατό να υποχρεωθούν, δυνάμει του δικαίου αυτού, να εκλάβουν ως δεδομένο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα όχι μόνο να απαιτήσουν από κάποιο άλλο κράτος μέλος να εφαρμόσει εθνικό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων υψηλότερο από το επίπεδο προστασίας που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, αλλά επίσης, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ελέγχουν αν το άλλο κράτος μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ένωση. Η προσέγγιση όμως που υπερίσχυσε στη σχεδιαζόμενη συμφωνία και η οποία συνίσταται στην εξομοίωση της Ένωσης με κράτος και στην αναγνώριση σε αυτή ενός ρόλου που, από κάθε άποψη, είναι πανομοιότυπος με τον ρόλο οποιουδήποτε άλλου Συμβαλλομένου μέρους είναι αντίθετη ακριβώς προς την ίδια τη φύση της Ένωσης και, ειδικότερα, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα κράτη μέλη, λόγω της συμμετοχής τους στην Ένωση, έχουν αποδεχθεί ότι οι μεταξύ τους σχέσεις, όσον αφορά τους τομείς οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων από τα κράτη μέλη προς την Ένωση, θα διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης αποκλειομένου, εφόσον το δίκαιο αυτό το απαιτεί, οποιουδήποτε άλλου δικαίου. Επομένως, στο μέτρο κατά το οποίο η ΕΣΔΑ, επιβάλλοντας να θεωρηθούν η Ένωση και τα κράτη μέλη ως Συμβαλλόμενα μέρη όχι μόνο στις σχέσεις τους με Συμβαλλόμενα μέρη που δεν είναι κράτη μέλη της Ένωσης, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως κατά την οποία οι σχέσεις αυτές διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, μπορεί να υποχρεώσει ένα κράτος μέλος να ελέγχει αν κάποιο άλλο κράτος μέλος σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, παρά το γεγονός ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των εν λόγω κρατών μελών, η προσχώρηση είναι ικανή να διακυβεύσει την ισορροπία στην οποία στηρίζεται η Ένωση καθώς και την αυτονομία του δικαίου της Ένωσης. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι καμία διάταξη δεν έχει προβλεφθεί στη σχεδιαζόμενη συμφωνία για την αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχομένου.

Γ. Σχέση πρωτοκόλλου 16 και άρθρου 267 ΣΛΕΕ (σκέψεις 196-199)

13. Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει τη σχέση του πρωτοκόλλου 16 της ΕΣΔΑ, το οποίο παρέχει στα ανώτατα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλλουν στο ΕΔΔΑ αιτήσεις γνωμοδοτήσεως επί βασικών ζητημάτων σχετικά με την ερμηνεία ή με την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ ή τα πρωτόκολλά της, ενώ το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει σχετικώς στα ίδια δικαστήρια την υποχρέωση να υποβάλλουν στο Δικαστήριο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Μολονότι η σχεδιαζόμενη συμφωνία δεν προβλέπει την προσχώρηση της Ένωσης στο πρωτόκολλο 16 και το πρωτόκολλο αυτό υπογράφηκε στις 2 Οκτωβρίου 2013, δηλαδή μετά την επίτευξη συμφωνίας σε επίπεδο διαπραγματευτών όσον αφορά τα σχέδια των σχετικών με την προσχώρηση πράξεων, γεγονός πάντως είναι ότι, δεδομένου ότι η ΕΣΔΑ προβλέπεται να καταστεί αναπόσπαστο τμήμα του δικαίου της Ένωσης, ο μηχανισμός που καθιερώνει το εν λόγω πρωτόκολλο είναι ικανός, ιδίως όταν τίθεται ζήτημα σχετικά με κατοχυρωμένα από τον Χάρτη δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα αναγνωρισμένα από την ΕΣΔΑ, να θίξει την αυτονομία και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, δεν αποκλείεται μια αίτηση γνωμοδοτήσεως υποβληθείσα δυνάμει του πρωτοκόλλου 16 από δικαστήριο κράτους μέλους που έχει προσχωρήσει στο εν λόγω πρωτόκολλο να ενεργοποιήσει τη διαδικασία προηγούμενης εξετάσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου, προκαλώντας κατά τον τρόπο αυτό τον κίνδυνο παρακάμψεως της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του δικαιοδοτικού συστήματος που έχουν καθιερώσει οι Συνθήκες. Πάντως, η σχεδιαζόμενη συμφωνία, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνει καμία πρόβλεψη ως προς τη σχέση μεταξύ του μηχανισμού που καθιερώνει το εν λόγω πρωτόκολλο 16 και της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, είναι ικανή να θίξει την αυτονομία και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας αυτής. Ετσι, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ, όπως προβλέπεται από το σχέδιο συμφωνίας, είναι ικανή να θίξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης καθώς και την αυτονομία του.

Δ. Συμβατότητα προς το άρθρο 344 ΣΛΕΕ (σκέψεις 200-214)

14. Στις σκέψεις 200 έως 214, το Δικαστήριο εξετάζει τη συμβατότητα του σχεδίου συμφωνίας προς το άρθρο 344 ΣΛΕΕ, κατά το οποίο τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μη ρυθμίζουν διαφορές σχετικές με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των Συνθηκών κατά τρόπο διάφορο από εκείνον που προβλέπουν οι Συνθήκες (γνωμοδοτήσεις 1/91, EU:C:1991:490, σκέψη 35, και 1/00, EU:C:2002:231, σκέψεις 11 και 12· αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, C‑459/03, EU:C:2006:345, σκέψεις 123 και 136, καθώς και Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, EU:C:2008:461, σκέψη 282). Επισημαίνει ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να προσφεύγουν στις προβλεπόμενες από το δίκαιο της Ένωσης διαδικασίες επιλύσεως διαφορών —και, ιδίως, να σέβονται τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου, οι οποίες αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο του συστήματος της Ένωσης— πρέπει να εκλαμβάνεται ως ειδική έκφανση της γενικότερης υποχρεώσεώς τους περί ειλικρινούς συνεργασίας η οποία απορρέει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, εξυπακουομένου ότι, δυνάμει της διατάξεως αυτής, η εν λόγω υποχρέωση ισχύει επίσης στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου 8 ΕΕ προβλέπει ρητώς ότι η συμφωνία προσχωρήσεως δεν πρέπει να επηρεάζει το άρθρο 344 ΣΛΕΕ. Εντούτοις, η ΕΣΔΑ, συνεπεία της προσχωρήσεως, θα καταστεί αναπόσπαστο τμήμα του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οσάκις θα τίθεται ζήτημα σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης, το Δικαστήριο θα είναι αποκλειστικά αρμόδιο να επιλαμβάνεται κάθε ένδικης διαφοράς μεταξύ των κρατών μελών καθώς και μεταξύ αυτών και της Ένωσης με αντικείμενο την τήρηση της εν λόγω Συμβάσεως. Ωστόσο, η διαδικασία επιλύσεως διαφορών κατά το άρθρο 33 της ΕΣΔΑ δύναται να εφαρμόζεται για οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο μέρος και, επομένως, επίσης επί διαφορών μεταξύ των κρατών μελών ή επί διαφορών μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης ακόμη και όταν η διαφορά έχει σχέση με το δίκαιο της Ένωσης. Το γεγονός ότι το άρθρο 5 του σχεδίου συμφωνίας προβλέπει ότι οι διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου δεν πρέπει να θεωρούνται ως τρόποι επιλύσεως διαφορών από τους οποίους έχουν παραιτηθεί τα Συμβαλλόμενα μέρη κατά την έννοια του άρθρου 55 της ΕΣΔΑ δεν επαρκεί για τη διαφύλαξη της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Πράγματι δεν εξαλείφει πλήρως το ενδεχόμενο να ασκήσουν η Ένωση ή τα κράτη μέλη ενώπιον του ΕΔΔΑ, δυνάμει του άρθρου 33 της ΕΣΔΑ, προσφυγή με αντικείμενο παραβίαση της Συμβάσεως αυτής που φέρεται να διέπραξε, αντιστοίχως, κράτος μέλος ή η Ένωση, σε σχέση με το δίκαιο της Ένωσης. Κατά το Δικαστήριο, η ύπαρξη και μόνο του ενδεχομένου αυτού θίγει την απαίτηση που επιβάλλει το άρθρο 344 ΣΛΕΕ, το οποίο αποσκοπεί ακριβώς στη διαφύλαξη του αποκλειστικού χαρακτήρα των τρόπων επιλύσεως διαφορών στο εσωτερικό της Ένωσης, και ιδίως της σχετικής δικαιοδοτικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, και, επομένως, αντιτίθεται σε οποιονδήποτε προηγούμενο ή επιγενόμενο εξωτερικό έλεγχο. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα των κρατών μελών ή της Ένωσης να ασκούν προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ είναι ικανή αφ’ εαυτής να θίξει τον σκοπό του άρθρου 344 ΣΛΕΕ και, επιπλέον, είναι αντίθετη προς την ίδια τη φύση του δικαίου της Ένωσης, το οποίο απαιτεί να διέπονται οι σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών από το δίκαιο της Ένωσης, αποκλειομένου, εφόσον το δίκαιο αυτό το απαιτεί, οποιουδήποτε άλλου δικαίου. Κατά το Δικαστήριο, μόνον ο ρητός αποκλεισμός από την κατ’ άρθρο 33 της ΕΣΔΑ αρμοδιότητα του ΕΔΔΑ των ενδίκων διαφορών μεταξύ των κρατών μελών ή μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης, οι οποίες έχουν σχέση με την εφαρμογή της ΕΣΔΑ εντός του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, θα ήταν συμβατός με το άρθρο 344 ΣΛΕΕ. Επομένως, καταλήγει στη διαπίστωση ότι η σχεδιαζόμενη συμφωνία είναι ικανή να επηρεάσει το άρθρο 344 ΣΛΕΕ.

Ε. Επί του μηχανισμού παθητικής ομοδικίας (σκέψεις 215-235)

15. Στις σκέψεις 215-235, το Δικαστήριο ελέγχει τον δικονομικό μηχανισμό της παθητικής ομοδικίας (co-respondent) τον οποίο προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 5, του σχεδίου συμφωνίας Ο μηχανισμός αυτός έχει ως σκοπό να διασφαλίσει, σύμφωνα προς τις απαιτήσεις του άρθρου 1 στοιχείο β΄ του πρωτοκόλλου 8 ΕΕ, ότι οι προσφυγές που ασκούν κράτη μη μέλη και οι ατομικές προσφυγές ορθώς στρέφονται κατά των κρατών μελών ή/και της Ένωσης, ανάλογα με την περίπτωση. Εντούτοις, η επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών πρέπει να επιδιώκεται κατά τρόπο ώστε αυτοί να είναι συμβατοί με την απαίτηση να εξασφαλίζεται η διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του δικαίου της Ένωσης, όπως επιβάλλει το άρθρο 1 του εν λόγω πρωτοκόλλου.  Το Δικαστήριο εντοπίζει τρεις λόγους για τους οποίους ο μηχανισμός αυτός δεν εξασφαλίζει διαφύλαξη των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της Ένωσης.

16. Πρώτον, το άρθρο 3, παράγραφος 5, του σχεδίου συμφωνίας προβλέπει ότι ένα Συμβαλλόμενο μέρος αποκτά την ιδιότητα του συνεναγόμενου κατόπιν αποδοχής της σχετικής προσκλήσεως του ΕΔΔΑ ή με απόφαση του τελευταίου κατόπιν αιτήσεως του Συμβαλλομένου μέρους. Η πρόσκληση του ΕΔΔΑ προς Συμβαλλόμενο μέρος να μετάσχει σε διαδικασία με την ιδιότητα του συνεναγόμενου δεν είναι δεσμευτική. Η έλλειψη δεσμευτικότητας είναι απόρροια όχι μόνο του γεγονότος ότι η αρχική προσφυγή δεν έχει ασκηθεί κατά του εν δυνάμει συνεναγόμενου και ότι κανένα Συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου σε ένδικη διαδικασία επί προσφυγής της οποίας το εισαγωγικό δικόγραφο δεν στρέφεται κατά του μέρους αυτού, αλλά επίσης, και προ πάντων, του γεγονότος ότι η Ένωση και τα κράτη μέλη πρέπει να διατηρούν την ελευθερία να εκτιμούν αν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση του μηχανισμού παθητικής ομοδικίας. Πράγματι, δεδομένου ότι οι ως άνω προϋποθέσεις έχουν, κατ’ ουσίαν, σχέση με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών καθώς και τα κριτήρια καταλογισμού πράξεως ή παραλείψεως που μπορεί να συνιστά παραβίαση της ΕΣΔΑ, η απόφαση σχετικά με το αν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις σε συγκεκριμένη υπόθεση προϋποθέτει κατ’ ανάγκη ορισμένη εκτίμηση του δικαίου της Ένωσης. Το σχέδιο συμφωνίας λαμβάνει δεόντως υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία στο πλαίσιο των λεπτομερών κανόνων κατά τους οποίους το ΕΔΔΑ δύναται να προσκαλεί ένα Συμβαλλόμενο μέρος να μετάσχει στη διαδικασία με την ιδιότητα του συνεναγόμενου. Δεν ισχύει όμως το ίδιο στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο μέρος υποβάλλει σχετική αίτηση. Πράγματι, όπως προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 5, του σχεδίου συμφωνίας, όταν η Ένωση ή τα κράτη μέλη ζητούν να μετάσχουν σε διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ με την ιδιότητα του συνεναγόμενου, οφείλουν να εκθέτουν τα επιχειρήματα εκείνα που επιτρέπουν να αποδειχθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία και το ΕΔΔΑ αποφαίνεται επί της αιτήσεως αυτής βάσει του εύλογου χαρακτήρα των εν λόγω επιχειρημάτων. Ασφαλώς, το ΕΔΔΑ, μέσω του ανωτέρω ελέγχου, διακριβώνει, υπό το πρίσμα των εν λόγω επιχειρημάτων, αν μπορεί ευλόγως να γίνει δεκτό ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι παράγραφοι 2 και 3 του προαναφερθέντος άρθρου 3, ο έλεγχος δε αυτός δεν αφορά το βάσιμο των προβαλλόμενων επιχειρημάτων. Γεγονός πάντως είναι ότι το ΕΔΔΑ, μέσω του ελέγχου αυτού, θα μπορεί ενδεχομένως να προβαίνει σε εκτίμηση των κανόνων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών καθώς και των κριτηρίων καταλογισμού των αντίστοιχων πράξεων ή παραλείψεών τους, προκειμένου να λάβει συναφώς οριστική απόφαση η οποία θα δεσμεύει τόσο τα κράτη μέλη όσο και την Ένωση. Ο έλεγχος αυτός είναι ικανός να επηρεάσει την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της.

17. Δεύτερον, το άρθρο 3 παρ. 7 του σχεδίου συμφωνίας προβλέπει ότι, αν διαπιστωθεί παραβίαση σε σχέση με την οποία ένα Συμβαλλόμενο μέρος είναι συνεναγόμενο σε ορισμένη ένδικη διαδικασία, ο εναγόμενος και ο συνεναγόμενος ευθύνονται από κοινού για την παραβίαση αυτή.   Όμως, η προαναφερθείσα διάταξη δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να διαπιστωθεί η ευθύνη κράτους μέλους, από κοινού με την Ένωση, για παράβαση διατάξεως της ΕΣΔΑ ως προς την οποία το κράτος μέλος αυτό έχει διατυπώσει επιφύλαξη σύμφωνα με το άρθρο 57 της εν λόγω Συμβάσεως.  Η συνέπεια αυτή του προαναφερθέντος άρθρου 3 παρ. 7 έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 ΕΕ, κατά το οποίο η συμφωνία προσχωρήσεως πρέπει να εξασφαλίζει ότι καμία διάταξή της δεν επηρεάζει την ιδιαίτερη κατάσταση των κρατών μελών όσον αφορά την ΕΣΔΑ και, ιδίως, τις επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί ως προς αυτήν.

18. Τρίτον, το άρθρο 3 παρ. 7 του σχεδίου συμφωνίας προβλέπει μια παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα κατά τον οποίο ο εναγόμενος και ο συνεναγόμενος φέρουν από κοινού την ευθύνη για διαπιστωθείσα παραβίαση. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ, βάσει των επιχειρημάτων που έχουν προβάλει ο εναγόμενος και ο συνεναγόμενος, και αφού ακούσει την άποψη του προσφεύγοντος, δύναται να αποφανθεί ότι μόνον ο ένας εξ αυτών φέρει την ευθύνη για την ανωτέρω παραβίαση.  Πάντως, η απόφαση σχετικά με την κατανομή της ευθύνης μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της για πράξη ή παράλειψη που συνιστά παραβίαση της ΕΣΔΑ διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ στηρίζεται επίσης σε εκτίμηση των κανόνων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν τόσο την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της όσο και τα κριτήρια καταλογισμού της εν λόγω πράξεως ή παραλείψεως. Κατά συνέπεια, η αναγνώριση στο ΕΔΔΑ της δυνατότητας να εκδίδει τέτοιες αποφάσεις ενέχει επίσης τον κίνδυνο να θιγεί η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της. Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το ότι το ΕΔΔΑ θα πρέπει να αποφαίνεται αποκλειστικά βάσει των επιχειρημάτων που έχουν προβάλει ο εναγόμενος και ο συνεναγόμενος, διότι το άρθρο 3 παρ. 7 του σχεδίου συμφωνίας και η παράγραφος 62 του σχεδίου επεξηγηματικής εκθέσεως δεν καθιστούν σαφές ότι η διατύπωση των επιχειρημάτων του συνεναγόμενου και του εναγομένου πρέπει να γίνεται από κοινού.Το ζήτημα της κατανομής της ευθύνης πρέπει να επιλύεται αποκλειστικά κατ’ εφαρμογήν των σχετικών κανόνων του δικαίου της Ένωσης, υπό τον έλεγχο, ενδεχομένως, του Δικαστηρίου, στο οποίο ανήκει η αποκλειστική αρμοδιότητα να διαπιστώνει ότι η συμφωνία μεταξύ του συνεναγόμενου και του εναγομένου τηρεί τους προαναφερθέντες κανόνες. Η αναγνώριση στο ΕΔΔΑ της δυνατότητας να επισφραγίζει ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της όσον αφορά την κατανομή της ευθύνης θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση στο εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο της δυνατότητας να υπεισέρχεται στη θέση του Δικαστηρίου για να ρυθμίζει ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δεύτερου. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι λεπτομερείς κανόνες λειτουργίας του μηχανισμού παθητικής ομοδικίας τους οποίους προβλέπει η σχεδιαζόμενη συμφωνία δεν εξασφαλίζουν τη διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της Ένωσης και του δικαίου της.

ΣΤ. Επί της διαδικασίας προηγούμενης εξετάσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου (σκέψεις 236-248)

19. Ιδιαίτερα ενδελεχής είναι ο έλεγχος του Δικαστηρίου όσον αφορά τη διαδικασία προηγούμενης εξετάσεως από το ίδιο. Επισημαίνει ότι η ανάγκη να ζητείται προηγουμένως η κρίση του Δικαστηρίου σε υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το ΕΔΔΑ και στην οποία εγείρεται ζήτημα ως προς το δίκαιο της Ένωσης, ανταποκρίνεται στην απαίτηση περί διαφυλάξεως των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων της, και ιδίως του Δικαστηρίου, την οποία επιβάλλει το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου 8 ΕΕ. Επομένως, είναι αναγκαίο η απάντηση στο ερώτημα αν το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί του ίδιου ζητήματος με αυτό που αποτελεί το αντικείμενο της ένδικης διαδικασίας ενώπιον του ΕΔΔΑ να παρέχεται από το αρμόδιο θεσμικό όργανο της Ένωσης του οποίου η απόφαση πρέπει να δεσμεύει το ΕΔΔΑ. Τυχόν αναγνώριση στο ΕΔΔΑ της δυνατότητας να αποφαίνεται επί του ανωτέρω ερωτήματος θα ισοδυναμούσε με ανάθεση προς αυτό της αρμοδιότητας προς ερμηνεία της νομολογίας του Δικαστηρίου. Πάντως, ούτε το άρθρο 3 παρ. 6 του σχεδίου συμφωνίας ούτε οι παράγραφοι 65 και 66 του σχεδίου επεξηγηματικής εκθέσεως περιλαμβάνουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι αποκλείεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο.    Κατά συνέπεια, η διαδικασία προηγούμενης εξετάσεως θα πρέπει να διαρρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε, σε κάθε υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του ΕΔΔΑ, να παρέχεται πλήρης και επί συστηματικής βάσεως πληροφόρηση στην Ένωση, προκειμένου το αρμόδιο θεσμικό όργανο αυτής να είναι σε θέση να εκτιμά αν το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί του ζητήματος που αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω υποθέσεως και, εφόσον αυτό δεν συμβαίνει, να προβαίνει στις αντίστοιχες ενέργειες για την ενεργοποίηση της διαδικασίας προηγούμενης εξετάσεως. Περαιτέρω, σκοπός της διαδικασίας του άρθρου 3 παρ. 6 του σχεδίου συμφωνίας είναι να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να προβαίνει σε εξέταση του συμβατού της σχετικής διατάξεως του δικαίου της Ένωσης με τα επίμαχα δικαιώματα που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ ή τα πρωτόκολλά της στα οποία θα έχει προσχωρήσει η Ένωση. Η παράγραφος 66 του σχεδίου επεξηγηματικής εκθέσεως διευκρινίζει ότι η φράση «εξέταση του συμβατού της διατάξεως» έχει κατ’ ουσίαν την έννοια της λήψεως αποφάσεως επί του κύρους ορισμένης διατάξεως του παράγωγου δικαίου ή επί της ερμηνείας ορισμένης διατάξεως του πρωτογενούς δικαίου. Επομένως, η σχεδιαζόμενη συμφωνία αποκλείει τη δυνατότητα να ζητείται από το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί ζητήματος ερμηνείας του παράγωγου δικαίου μέσω της διαδικασίας προηγούμενης εξετάσεως.  Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως ακριβώς η προηγούμενη ερμηνεία του πρωτογενούς δικαίου είναι αναγκαία προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της συμφωνίας του δικαίου αυτού με τις δεσμεύσεις που απορρέουν για την Ένωση από την προσχώρησή της στην ΕΣΔΑ, έτσι και το παράγωγο δίκαιο θα πρέπει να μπορεί να αποτελεί αντικείμενο τέτοιας ερμηνείας.  Συνεπώς, αν δεν παρεχόταν στο Δικαστήριο η δυνατότητα να προβαίνει σε οριστική ερμηνεία του παράγωγου δικαίου και αν το ΕΔΔΑ, κατά την εκ μέρους του εξέταση της συμφωνίας του παράγωγου δικαίου με την ΕΣΔΑ, προέβαινε το ίδιο σε ορισμένη ερμηνεία μεταξύ των υφιστάμενων εύλογων ερμηνευτικών εκδοχών, θα παραβιαζόταν η αρχή της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου ως προς την οριστική ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της διαδικασίας προηγούμενης εξετάσεως, όσον αφορά το παράγωγο δίκαιο, μόνο σε ζητήματα κύρους θίγει τις αρμοδιότητες της Ένωσης και τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου, κατά το μέρος που δεν παρέχει στο τελευταίο τη δυνατότητα να προβαίνει σε οριστική ερμηνεία του παράγωγου δικαίου υπό το πρίσμα των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ. Επομένως, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής της διαδικασίας προηγούμενης εξετάσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου τους οποίους προβλέπει η σχεδιαζόμενη συμφωνία δεν καθιστούν δυνατή τη διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της Ένωσης και του δικαίου της Ένωσης.

Ζ. Επί των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο στον τομέα της ΚΕΠΠΑ (σκέψεις 247-257)

20. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, ορισμένες πράξεις που εκδίδονται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ δεν υπάγονται στον δικαστικό έλεγχο του Δικαστηρίου.Το γεγονός αυτό είναι σύμφυτο με τη διαρρύθμιση των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου που προβλέπουν οι Συνθήκες και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται μόνο βάσει του ενωσιακού δικαίου. Εντούτοις, λόγω της προσχωρήσεως, το ΕΔΔΑ θα μπορεί να αποφαίνεται επί του αν είναι συμβατές με την ΕΣΔΑ ορισμένες πράξεις, ενέργειες ή παραλείψεις οι οποίες συντελούνται στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ και ιδίως εκείνες των οποίων το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγχει τη νομιμότητα υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων.  Μια τέτοια εξέλιξη θα ισοδυναμούσε με ανάθεση του δικαστικού ελέγχου των εν λόγω πράξεων, ενεργειών ή παραλείψεων της Ένωσης αποκλειστικά σε εξωτερικό της Ένωσης όργανο, έστω και αν ο έλεγχος αυτός περιορίζεται μόνο στον σεβασμό των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ. Πάντως, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η αρμοδιότητα προς διενέργεια δικαστικού ελέγχου πράξεων, ενεργειών ή παραλείψεων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου που διενεργείται υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, δεν μπορεί να ανατίθεται αποκλειστικά σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο που λειτουργεί εκτός του θεσμικού και δικαιοδοτικού πλαισίου της Ένωσης (γνωμοδότηση 1/09, EU:C:2011:123, σκέψεις 78, 80 και 89). Κατά συνέπεια, μολονότι οι ανωτέρω εκτιμήσεις στηρίζονται στην ισχύουσα σήμερα διαρρύθμιση των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου, γεγονός πάντως είναι ότι η σχεδιαζόμενη συμφωνία δεν λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των πράξεων, ενεργειών ή παραλείψεων της Ένωσης στον τομέα της ΚΕΠΠΑ.

Ειδική βιβλιογραφία: ΔΕΕ, Ανακοινωθέν τύπου 180/14· M. Gautier, Ad kalendas graecas?, AJDA 3/2015, σ.129· J.-P. Jacqué, L'avis 2/2013 CJUE. Non à l’adhésion de l’Union à la CEDH, Droit de l'Union européenne, http://www.droit-union-europeenne.be/412337458· H. Labayle/F. Sudre, L'avis 2/13 de la Cour de justice sur l'adhésion de l'Union Européenne à la Convention européenne des droits de l'homme: pavane pour une adhésion défunte?, RFDA 1/2015, σ. 3· H. Labayle, La guerre des juges n’aura pas lieu. Tant mieux ? Libres propos sur l’avis 2/13 de la Cour de justice relatif à l’adhésion de l’Union à la CEDH, http://www.gdr-els.eu/2014/12/22/elsj· Ε. Πρεβεδούρου, Η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η σχέση των δύο υπερεθνικών δικαστηρίων, www.constitutionalism.gr (με εκτενείς βιβλιογραφικές παραπομπές). Ε. Πρεβεδούρου, Το 16° πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και το σχέδιο συμφωνίας προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔα (draft accession agreement), www.prevedourou.gr. Bλ. και

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο