Εξελίξεις Ευγενίας Πρεβεδούρου

Εμμονή στην αντικειμενική νομιμότητα versus υποκειμενικοποίηση της ακυρωτικής δίκης: «αρχαϊκή» αιτιολόγηση μιας ορθολογικής κρίσης (ΣτΕ Ολ 682/2019)

Εμμονή στην αντικειμενική νομιμότητα versus υποκειμενικοποίηση της ακυρωτικής δίκης: «αρχαϊκή» αιτιολόγηση μιας ορθολογικής κρίσης (ΣτΕ Ολ 682/2019)

Εισαγωγή

1. Σε μία σύντομη απόφαση-αρχής, Σε μία σύντομη απόφαση-αρχής, με την οποία η Ολομέλεια του Δικαστηρίου διδάσκει διοικητική δικονομία, επιλύεται οριστικά το ζήτημα της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου σε περίπτωση «απλής» ομοδικίας σε ακυρωτικές δίκες, με την επικράτηση της άποψης περί καταβολής ενός και μόνο παραβόλου για το σύνολο των ομοδικούντων (ΙΙ). Το Συμβούλιο της Επικρατείας διαθέτει εν προκειμένω μεγάλη ευελιξία, λόγω της «ελλειπτικής» δικονομίας του πδ 18/1989, το οποίο αναθέτει την επίλυση σημαντικών ζητημάτων στη νομολογία, χωρίς να παρέχει σαφείς κατευθύνσεις για περιεχόμενο της λύσης. Στο πλαίσιο, πάντως, δικαιϊκού συστήματος με αυστηρούς δικονομικούς κανόνες και σαφώς οριοθετημένες εξουσίες του δικαστή, όπως είναι το ελληνικό, η παραπάνω ευελιξία σε μεμονωμένα πεδία μπορεί να κλονίσει την ασφάλεια δικαίου. Ειδικότερα, ένα δικονομικό νομοθέτημα με τόσο λίγες διατάξεις όπως το πδ 18/1989 αναπόφευκτα επιτρέπει περισσότερες υποστηρίξιμες λύσεις στα θέματα που αφήνει αρρύθμιστα, όπως διαπιστώνεται εν προκειμένω ως προς την καταβολή παραβόλου επί ομοδικίας. Μεταξύ των αιτιολογιών προς στήριξη της άποψης που επικράτησε, το Δικαστήριο περιέλαβε στη συλλογιστική του την κατηγορηματική και εμφατική δήλωση ότι «η ακυρωτική δίκη αφορά την αντικειμενική νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης και όχι αυτοτελείς ατομικές αξιώσεις και δίκαια εξ υποκειμένου». Η παραπάνω «διακήρυξη» αποσκοπεί, προφανώς, στην επίρρωση ενός ορθολογικού –και μάλλον επιβεβλημένου από το γράμμα του νόμου– συμπεράσματος σχετικά με την υποχρέωση καταβολής ενός και μόνο παραβόλου σε περίπτωση ομοδικίας. Η συγκεκριμένη σκέψη, όμως, εκτός του ότι δεν προσθέτει τίποτα στην αιτιολόγηση της άποψης την οποία στηρίζει, απηχεί, ταυτόχρονα, μια αρχαϊκή αντίληψη, την οποία δικαιολογούσαν μεν ιστορικές συγκυρίες, πλην έχει εγκαταλειφθεί παντελώς και από τους πρώτους διδάξαντες (την «οργανική» θεωρία του γαλλικού Conseil dEtat). Περαιτέρω, δεν ανταποκρίνεται πλέον στον σκοπό και τη λειτουργία της αίτησης ακύρωσης, όπως το ένδικο αυτό βοήθημα έχει εξελιχθεί και ασκείται (Ι).

 

Ι. Η αντικειμενική νομιμότητα: περιττή αναβίωση ενός δικονομικού μύθου

 

2.Είναι αληθές ότι υπήρξε θεωρητική διαμάχη ως προς τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη διοικητική δίκη, όπως, άλλωστε, και στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης. Σημειώνεται μάλιστα ότι, στην πολιτική δίκη, αυτή η διαμάχη ήταν εντονότερη, δεδομένου ότι οι αντίδικοι είναι  αμφότεροι ιδιώτες ή ενεργούν ως τέτοιοι, επομένως, τελούν σε νομικώς ισότιμη θέση, αλλά ο σχετικός επιστημονικός «πόλεμος» διεξήχθη και, μάλλον έληξε, αρκετά χρόνια νωρίτερα. Έτσι, σύμφωνα με την κρατούσα, πλέον, άποψη, η πολιτική δίκη έχει διττό σκοπό: τόσο την κοινωνική ειρήνη μέσω της επανόρθωσης της παρανομίας (=αντικειμενική αντίληψη) όσο και την ικανοποίηση των υποκειμενικών συμφερόντων/δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων (=υποκειμενική αντίληψη). Αυτές οι δύο στοχεύσεις αντιστοιχούσαν, παλαιότερα, στο δίπολο που είχε να αντιμετωπίσει η πολιτική δικονομία υπό συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, όταν, δηλαδή, στα τέλη του 19ου αιώνα, συγκρούσθηκαν αντίπαλες τάσεις για τον ίδιο τον προορισμό του κράτους: η «φιλελεύθερη αντίληψη» και η «κοινωνική αντίληψη». Η διεύρυνση του αυτεπάγγελτου ελέγχου του δικαστή αντιστοιχεί στην «κοινωνική αντίληψη», ο περιορισμός του δικαστικού ελέγχου στα εισφερόμενα από τους διαδίκους στη «φιλελεύθερη αντίληψη». Η ηπειρωτική πολιτική δικονομία έκλινε προς την πρώτη τάση, ενώ το common law υιοθέτησε σαφώς τη δεύτερη. Τελικώς, στην πολιτική δίκη σημειώθηκε η ίδια σύγκλιση που παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, και στη διοικητική: γίνεται, δηλαδή, λόγος για ένα μικτό σύστημα, στο οποίο υπερέχουν τα υποκειμενικά στοιχεία εξαιτίας της συζητητικής αρχής (υπάρχουν όμως και άλλα όπως, π.χ., η καθοδηγητική εξουσία του δικαστή).

3. Όσον αφορά τη διοικητική δίκη, το ερώτημα που ανέκυψε, ειδικότερα, αφορούσε το αν ο πρωταρχικός σκοπός της έγκειται στην προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων των ιδιωτών ή στον έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής δράσης. Εκτός από το θεωρητικό ενδιαφέρον, το ερώτημα αυτό έχει και πρακτική σημασία, διότι καθορίζει την αποστολή του δικαστή και επηρεάζει την έκταση και την ένταση (πυκνότητα) του δικαστικού ελέγχου.  Όταν προτεραιότητα έχει ο έλεγχος της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η επίδικη (προσβαλλόμενη) συμπεριφορά της  διοικητικής αρχής και όχι ο θιγόμενος ιδιώτης. Αντίθετα, εάν προέχουσα θέση έχει η προστασία δικαιωμάτων και εννόμων συμφερόντων του ιδιώτη έναντι της παράνομης προσβολής από τη διοικητική δράση, λαμβάνεται  μέριμνα για τη διασφάλιση ευρύτερου και πυκνότερου δικαστικού ελέγχου, προσαρμοσμένου στις ιδιομορφίες της περίπτωσής του. Με άλλα λόγια, η διοικητική δίκη φαίνεται ότι κινείται μεταξύ της υποκειμενικής έννομης προστασίας και του αντικειμενικού ελέγχου νομιμότητας. Σήμερα, είναι προφανές ότι «το υποκειμενικό και το αντικειμενικό στοιχείο συνυπάρχουν, συμβαδίζουν και αλληλοσυμπληρώνονται» (Αναλυτικά Β. Σκουρή, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, σ. 31-35). Ο σκοπός, πάντως, που επιδιώκεται πρωτευόντως, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι η έννομη προστασία των εννόμων συμφερόντων και δικαιωμάτων των διοικουμένων έναντι της νομικώς υπερέχουσας αντιδίκου Διοίκησης και δευτερευόντως και συνακολούθως η διασφάλιση της νομιμότητας της διοικητικής δράσης.

4. Πράγματι, ο σκοπός του διαδίκου (κατά κανόνα διοικουμένου), με πρωτοβουλία του οποίου ανοίγει η έννομη σχέση της δίκης (ακυρωτικής ή ουσίας) [1], είναι, πρωτίστως αν όχι αποκλειστικά, η προστασία των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του που εθίγησαν από τη δράση της Διοίκησης. Ο ιδιώτης δεν ανάγεται σε θεματοφύλακα της νομιμότητας της διοικητικής δράσης. Ακόμη και στη Γαλλία, όπου διαμορφώθηκε το βασικό διαπλαστικό ένδικο βοήθημα της διοικητικής δικονομίας, η αίτηση ακύρωσης, οι μεγάλοι θεωρητικοί αναγνωρίζουν πλέον ότι η παραδοσιακή αντικειμενική εικόνα της ακύρωσης –δίκης κατά πράξης– οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε ένα μύθο. Η επισήμανση του E. Laferrière ότι η ακυρωτική δίκη είναι «δίκη κατά πράξης» έχει την έννοια ότι αντικείμενο της δικαστικής προσβολής είναι το περιεχόμενο μιας πράξης και ουδόλως ενδιαφέρει η υποκειμενική διάθεση του οργάνου που την εξέδωσε. Δηλαδή σκοπός του αιτούντος και, συνακολούθως, της διοικητικής δίκης είναι η εξαφάνιση της πράξης από την έννομη τάξη λόγω του παράνομου περιεχομένου της και όχι ο κολασμός του συντάκτη της.

5. Περαιτέρω, η σύγχρονη γαλλική θεωρία (οργανική και πανεπιστημιακή) τονίζει μετ’ επιτάσεως ότι η υποκειμενική διάσταση ουδέποτε ήταν απούσα από τις διοικητικές διαφορές ιδίως μέσω του εννόμου συμφέροντος (intérêt à agir), της απαίτησης, δηλαδή, προσωπικού δεσμού του ιδιώτη με την πράξη που προτίθεται να προσβάλει δικαστικά και του αποκλεισμού της actio popularis. Εντοπίζεται, περαιτέρω, μια διαρκώς εντεινόμενη «υποκειμενικοποίηση» της αίτησης ακύρωσης υπό την «ευεργετική» επιρροή του ευρωπαϊκού δικαίου, το οποίο αποδίδει πρωταρχική σημασία στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Η «υποκειμενικοποίηση» του ακυρωτικού ελέγχου υποδηλώνει, γενικώς, την τάση να λαμβάνονται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση των φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και τα δικαιώματα που αντλούν από την έννομη τάξη, προκειμένου να συναχθούν νομικές και, κυρίως, δικονομικές συνέπειες [2]. Η σημασία που αποδίδει πλέον ο ακυρωτικός δικαστής στα δικαιώματα των διοικουμένων, δικονομικό αντίκρισμα της ίδιας της εξέλιξης της διοικητικής νομιμότητας [3], επηρεάζει τη φύση του λειτουργήματός του, αφού, από θεματοφύλακας της διοικητικής νομιμότητας και του γενικού συμφέροντος εξελίσσεται, στο μέτρο των αρμοδιοτήτων του, σε υπερασπιστή –ή διαιτητή μεταξύ– ιδιωτικών συμφερόντων, προσεγγίζοντας έτσι έμμεσα τον τύπο του juge-administrateur [4]. Όπως προαναφέρθηκε, η τάση αυτή δεν είναι ούτε πρόσφατη ούτε ξένη προς τη διοικητική δικονομία [5], όπως καταδεικνύει η βασική προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης, δηλαδή η συνδρομή εννόμου συμφέροντος (intérêt à agir). Ήδη το 1912, ο Μ. Hauriou, στο σχόλιο για την απόφαση Boussuge [6], επισήμανε την μετατροπή της αίτησης ακύρωσης και την «αλλοίωση» της ταυτότητάς της μέσω της αποδοχής της τριτανακοπής, στη δεκαετία του 50 η θεωρία υπογράμμισε την εμφάνιση υποκειμενικών στοιχείων στην αίτηση ακύρωσης [7], ενώ νεότερες μελέτες τόνισαν την αυξανόμενη ενσωμάτωση στην προβληματική της αίτησης ακύρωσης «υποκειμενικών δικαιωμάτων» [8]. Η υποκειμενικοποίηση της αίτησης ακύρωσης εμπλουτίζει τη δικαιοδοτική εξουσία του δικαστή  και απηχεί την ενίσχυση, υπό την ευρωπαϊκή επιρροή [9], της προστασίας του ατόμου έναντι της κρατικής εξουσίας [10]. Ιστορικός δικαστής της Διοίκησης και των υποχρεώσεών της, ο διοικητικός δικαστής καθίσταται ο δικαστής των δικαιωμάτων των διοικουμένων, εξέλιξη που, σε κάθε ευκαιρία, τονίζουν τόσο οι Γάλλοι δικαστές του Conseil dEtat όσο και η πανεπιστημιακή θεωρία [11]. Με άλλα λόγια, ο βασικός ερμηνευτικός προσανατολισμός είναι πλέον ο εξής: η υπέρβαση της παραδοσιακής αντίληψης της διοικητικής δίκης δεν προϋποθέτει την αναίρεσή της αλλά την τοποθέτησή της στο σωστό πλαίσιο. Ακόμη και αν η προσβαλλόμενη πράξη ακυρωθεί για λόγο που συνδέεται με την παραβίαση ατομικού δικαιώματος/συμφέροντος, από την άρση της παρανομίας θα εξυπηρετηθεί και η αντικειμενική νομιμότητα.

6. Ιδιαίτερη σημασία στον υποκειμενικό προσανατολισμό της διοικητικής δίκης αποδίδει η γερμανική έννομη τάξη, στο πλαίσιο της οποίας το ζήτημα απέκτησε επικαιρότητα στο πεδίο του περιβαλλοντικού δικαίου λόγω πρόσφατων επεμβάσεων του Δικαστηρίου της Ένωσης. η προβληματική διαμορφώθηκε ως εξής: ο προσδιορισμός του ίδιου του αντικειμένου της διοικητικής δίκης συνδέθηκε, αρχικά, με την ανεύρεση του προσανατολισμού της και, ειδικότερα, με τη διάκριση μεταξύ του «αντικειμενικού ελέγχου νομιμότητας» (objektive Kontrollfunktion) και της «υποκειμενικής έννομης προστασίας» (subjektiver Rechtsschutz) ως του στόχου της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας. Εναρκτήριο σημείο του σχετικού επιστημονικού διαλόγου αποτέλεσε το κλασικό ένδικο βοήθημα της διοικητικής δίκης, η αίτηση ακύρωσης (Anfechtungsklage), αντικείμενο της οποίας, κατ’αρχήν, θεωρήθηκε η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη. Σε αυτό το πλαίσιο, η προσβολή των υποκειμενικών δικαιωμάτων του αιτούντος αντιμετωπιζόταν ως ερώτημα ενεργητικής νομιμοποίησης (Aktivlegitimation). Η στάση αυτή μεταβλήθηκε, με τη συμβολή του K-A. Bettermann [12], ο οποίος επισήμανε ότι τόσο στην προσφυγή κατά παράλειψης (Verpflichtungsklage) όσο και στην αίτηση ακύρωσης (Anfechtungsklage), το αντικείμενο της δικαστικής προστασίας προσδιορίζεται από το υποκειμενικό δικαίωμα του αιτούντος δικαστική προστασία· συνίσταται, δε, στον «νομικό ισχυρισμό ότι η διοικητική πράξη προσβάλλει τον προσφεύγοντα στα δικαιώματά του». Κατά τη γερμανική θεωρία, το χαρακτηριστικό της δικαστικής εξουσίας/λειτουργίας είναι η επίλυση μιας διαφοράς από έναν ουδέτερο τρίτο. Δύο διάδικοι (Διοίκηση και ιδιώτης) ερίζουν για συγκεκριμένο ζήτημα. Μεταξύ των δύο αντιτιθέμενων νομικών απόψεων, ο διοικητικός δικαστής πρέπει να επιλέξει την κατά το δίκαιο ορθότερη. Έναντι της Διοίκησης, η οποία εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, ο αντίδικος αμφισβητεί τη συγκεκριμένη δράση της υπό το ατομικό πρίσμα του δικαιώματός του. Ακριβώς στην προστασία του ατομικού δικαιώματος στηρίζεται η νομιμοποίηση του δικαστή [13]. Στο πλαίσιο του γερμανικού δικονομικού συστήματος, διατάξεις που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία της Διοίκησης ή το δημόσιο συμφέρον χωρίς να θεμελιώνουν ουσιαστικό υποκειμενικό δικαίωμα, δεν θεμελιώνουν ούτε δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Ο δικαστικός έλεγχος δεν καλύπτει πεδία όπου δεν υπάρχουν υποκειμενικά δικαιώματα. Αυτό επηρεάζει, στη συνέχεια, την ποιότητα του δικαστικού ελέγχου, υπό το πρίσμα τόσο της έκτασης όσο και της πυκνότητας. Το εύρος του ελέγχου είναι μικρό, αφού καταλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο την παρανομία η οποία προσβάλλει το δικαίωμα  που διασφάλισε την πρόσβαση στο Δικαστήριο. Στην περιορισμένη όμως αυτή έκταση, η ένταση και η πυκνότητα του ελέγχου είναι υποδειγματική, αφού, με την εξαίρεση κάποιων πράξεων ευρείας διακριτικής ευχέρειας, δεν αφήνει στη Διοίκηση κανένα περιθώριο εκτίμησης που να μην ελέγχεται [14].

7. Το ζήτημα απέκτησε και πάλι επικαιρότητα στο πεδίο του περιβαλλοντικού δικαίου λόγω πρόσφατων επεμβάσεων του Δικαστηρίου της Ένωσης (ΔΕΕ της 12.5.2011, C-115/09, Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland, Landesverband Nordrhein-Westfalen (Τrianel), EU:C:2011:289· της 7.11.2013, C-72/12, Gemeinde Altrip κ.λπ. κατά Land Rheinland-Pfalz, EU:C:2013:712· της 15.10.2015, C-137/14, Επιτροπή κατά Γερμανίας, EU:C:2015:683). Ειδικότερα, η θεωρητική συζήτηση αναβίωσε με αφορμή τη νομολογία του ΔΕΕ που εντόπισε προβλήματα στο σύστημα έννομης προστασίας της Γερμανίας στο πεδίο των περιβαλλοντικών διαφορών, εξαιτίας του αποκλεισμού των περιβαλλοντικών ενώσεων από την πρόσβαση στον δικαστή. Η σχετική συζήτηση, στην οποία μετείχε ουσιαστικά και με τη γνωστή του νηφαλιότητα ο καθηγητής και τότε πρόεδρος του ΔΕΕ Β. Σκουρής [15], σε μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση με τον πρόεδρο του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου  καθηγητή Kl. Rennert, εκφεύγει του αντικειμένου του παρόντος σημειώματος [16]. Πάντως, ο φόβος αλλαγής του προσανατολισμού της γερμανικής διοικητικής δικονομίας και η ανησυχία μήπως η διεύρυνση των ενεργητικά νομιμοποιούμενων και η διείσδυση στοιχείων αντικειμενικού ελέγχου της Διοίκησης στον δικαστικό έλεγχο υποκειμενικών δικαιωμάτων αντισταθμιστεί με μείωση της παρεχόμενης προστασίας, δεν δικαιολογούνται από τη συγκεκριμένη ενωσιακή νομολογία που αποτέλεσε το έναυσμα για τη συζήτηση. Στο παρόν στάδιο της εξέλιξής του, το δίκαιο της Ένωσης και πολύ περισσότερο η νομολογία του ΔΕΕ δεν συνιστούν απειλή για τη λειτουργία και τον σκοπό της γερμανικής διοικητικής δίκης ούτε απαιτούν τη μετατροπή της διοικητικής δικαιοσύνης σε «συνεργείο επισκευής» (Reparaturbetrieb) της Διοίκησης, ενδεχόμενο που αποκηρύσσει κατηγορηματικά η γερμανική θεωρία  [17]. Η πορεία των δύο δικονομικών μοντέλων, του γαλλικού και του γερμανικού, που ξεκίνησαν από την ίδια αφετηρία, υιοθέτησαν, στη συνέχεια, λόγω διαφορετικών ιστορικών συγκυριών, διαφορετικές κατευθύνσεις και καταλήγουν σε ευρεία σύγκλιση υπό το πρίσμα των εξελίξεων των εννόμων σχέσεων, αφενός, και της ενωσιακής επιρροής, αφετέρου, αναλύεται με πληρότητα, οξυδέρκεια και κριτικό πνεύμα στην πρόσφατη διατριβή του Ι. Μιχάλη, L’Intérêt à agir dans le contentieux de lannulation des actes administratifs. Étude comparée des droits français et allemand (Université Panthéon I, Panthéon-Sorbonne).

8. Στην ελληνική θεωρία, υπέρμαχοι της άποψης περί του καθαρά αντικειμενικού και «απρόσωπου» χαρακτήρα της αίτησης ακύρωσης είναι, κυρίως, ο Ε. Δαρζέντας (Κράτος δικαίου και αίτηση ακυρώσεως, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας 1995, ιδίως σελ. 389 επ.), ο Μ. Δένδιας, Διοικητικόν δίκαιον, σελ. 64 και 262, ο Β. Ρώτης, Υποκειμενικά στοιχεία εις την αίτησιν ακυρώσεως, ΕΕΔ 1960, σελ. 238 επ., καθώς και ο Ι. Σαρμάς σε παλαιότερα έργα του (Η συνταγματική και διοικητική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας: εξελικτική μελέτη των μεγάλων θεμάτων, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας 1994, σελ. 247 επ., καθώς και Η κρίση της αιτήσεως ακυρώσεως, Δ 1990, σελ. 614 επ.). Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί το έντονα υποκειμενικό στοιχείο που κυριαρχεί στις αιτήσεις ακύρωσης τις οποίες ασκούν οι διοικούμενοι κατά των πράξεων που προσβάλλουν την έννομή τους κατάσταση, οι οποίοι έχουν αξιώσεις προς την αρμόδια διοικητική αρχή. Στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 47 του πδ 18/1989, ο δικαστής εξετάζει, κατ’αρχάς, το ουσιαστικό έννομο συμφέρον ή δικαίωμα του αιτούντος διαδίκου (κατά κανόνα ιδιώτη), το οποίο θίγεται από την ύπαρξη μιας διοικητικής πράξης και, επομένως, ευνοείται από την εξαφάνισή της. Στη συνέχεια εντοπίζει το πρόσωπο που είναι φορέας του εν λόγω ουσιαστικού συμφέροντος και θίγεται λόγω συγκεκριμένης ιδιότητάς του, οπότε έχει τη δικονομική δυνατότητα να ζητήσει τη δικαστική διάγνωση της συγκεκριμένης έννομης σχέσης ή, εν πάση περιπτώσει, της παρανομίας του καθού ζητείται η δικαστική προστασία. Τέλος, εξετάζει τη συνδρομή του δικονομικού εννόμου συμφέροντος, δηλαδή κατά πόσον η άσκηση του συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος κρίνεται αναγκαία για την προστασία του θιγομένου ουσιαστικού εννόμου συμφέροντος [18]. Το υποκειμενικό στοιχείο της ακυρωτικής δίκης αναδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος αφορά και κάθε προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης, δηλαδή κάθε πλημμέλεια της πράξης που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωσή της. Υπέρ του υποκειμενικού χαρακτήρα της διοικητικής δίκης συνηγορεί και η αυστηρότητα με την οποία η νομολογία εξετάζει τη συνδρομή έννομου συμφέροντος των νπδδ. Ετσι, στην πρόσφατη απόφαση ΣτΕ 1674/2019, το Δικαστήριο απαιτεί ως πρόσθετη προϋπόθεση για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος ΟΤΑ να ζητήσει την ακύρωση κανονιστικής διοικητικής πράξης καθορισμού των τιμών ζώνης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας ακινήτων την απόδειξη ουσιώδους οικονομικής βλάβης από την προσβαλλόμενη ρύθμιση, ενώ δεν αρκεί η επίκληση της ιδιότητάς του ως κυρίου ακινήτων εντός ζωνών τις οποίες αφορά η ρύθμιση.

9. Με το σύγχρονο βλέμμα της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου, ο Γ. Δελλής (Δήμος και Αγορά, σελ. 358) αναγνωρίζει επίσης την ατομοκεντρική όψη της δίκης, την προάσπιση δηλαδή του διοικουμένου που εκκινεί την ένδικη διαδικασία, έστω και αν δίδει έμφαση στην αντικειμενική της διάσταση, δηλαδή στη βελτίωση του ελεγχόμενου οργάνου, στη θεραπεία της αναποτελεσματικότητας της δράσης των δημόσιων θεσμών.  Συνοψίζοντας, είναι αναμφίβολο ότι η διοικητική δίκη, ιδίως η ακυρωτική, αφορά και «την αντικειμενική νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης». Πρωτευόντως, όμως, αφορά, όπως, άλλωστε, κάθε δίκη –και σε αντιδιαστολή προς την κατηγορηματική διατύπωση του Δικαστηρίου– αυτοτελείς ατομικές αξιώσεις και δίκαια εξ υποκειμένου των διαδίκων που είχαν την πρωτοβουλία εκκίνησής της.

10. Συνοψίζοντας, είναι αναμφίβολο ότι η διοικητική δίκη, ιδίως η ακυρωτική, αφορά και «την αντικειμενική νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης». Πρωτευόντως, όμως, αφορά, όπως, άλλωστε, κάθε δίκη –και σε αντιδιαστολή προς την κατηγορηματική διατύπωση του Δικαστηρίου– «αυτοτελείς ατομικές αξιώσεις και δίκαια εξ υποκειμένου» των διαδίκων που είχαν την πρωτοβουλία εκκίνησής της. Σε τελική ανάλυση, η αντιδιαστολή είναι μάλλον υπερβολική: η έννοια της νομιμότητας, που είναι το όριο της διοικητικής δράσης, καθορίζεται από κανόνες δικαίου, οι οποίοι ρυθμίζουν έννομες σχέσεις, δηλαδή αναγνωρίζουν ή περιορίζουν δικαιώματα, ή επιβάλλουν υποχρεώσεις. Οι κανόνες αυτές απευθύνονται και στους ιδιώτες. Επομένως, η αντικειμενική νομιμότητα συνίσταται στην προστασία των δικαιωμάτων και στην ορθολογική επιβολή υποχρεώσεων. Υπό το πρίσμα αυτό, η αξίωση ατομικής προστασίας και η αντικειμενική νομιμότητα μάλλον ταυτίζονται.

 

ΙΙ. Καταβολή ενός παραβόλου σε περίπτωση κοινής άσκησης αίτησης ακύρωσης

11. Ως γνωστόν, η ομοδικία στην ακυρωτική δίκη δεν διακρίνεται σε αναγκαία και απλή, κατά τα ισχύοντα στην πολιτική δίκη, αλλά αποτελεί sui generis δικονομικό θεσμό, νομολογιακής προέλευσης (Ν. Νικολάκη, Η διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ, εις Χ. Χρυσανθάκη (επιμ.) Συμβούλιο της Επικρατείας. Εφαρμογές Διοικητικού Ουσιαστικού και Δικονομικού Δικονομικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, αρ.περ. 8, με παραπομπή στο πρακτικό διοικητικής ολομέλειας 4/2004), αφού στο πδ 18/1989 δεν υπάρχουν ρυθμίσεις για την ομοδικία, εκτός από τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 6 που αφορά τις συνέπειες έλλειψής της («Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους»). Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά το άρθρο 40 του πδ 18/1989, τουλάχιστον στην ακυρωτική δίκη, σε αντιδιαστολή προς την αίτηση αναίρεσης [Για το ακατανόητο της νομολογιακής αυτής στάσης, που διαχωρίζει τη δικονομική αντιμετώπιση του θεσμού της ομοδικίας αναλόγως του ενδίκου βοηθήματος, κάνει λόγο ο Ι. Καστανάς, Η Σχέση πολιτικής Δικονομίας και Δικονομίας του ΣτΕ. Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 40 του πδ 18/1989, Νομική Βιβλιοθήκη, 2019, σ. 120, 121]. Πάντως, στο πλαίσιο της ακυρωτικής δίκης, η ομοδικία είναι, κατά κανόνα, απλή, διότι οι ομόδικοι είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, υποκείμενα αυτοτελών εννόμων σχέσεων [Ν. Νικολάκη, Η διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ, ό.π. Βλ. και Ν. Σοϊλεντάκη, Η ομοδικία στη Διοικητική Δικονομία, ΘΠΔΔ 2019, σ. 206]. Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για τη θεμελίωση του δεσμού της ομοδικίας απαιτείται, αφενός, η ύπαρξη κοινού εννόμου συμφέροντος μεταξύ των διαδίκων και, αφετέρου, η προβολή από αυτούς κοινών λόγων ακύρωσης που ερείδονται στην ίδια πραγματική και νομική βάση. Ειδικά ως προς την προσβολή κανονιστικής πράξης από πρόσωπα με διαφορετικό δεσμό προς αυτήν, το Δικαστήριο απαιτεί να προσβάλλεται η πράξη από όλους τους ομοδίκους στην ίδια έκταση [ΣτΕ 3188/2010]. Την άποψη περί καταβολής ενός παραβόλου για την άσκηση κοινής αίτησης ακύρωσης από περισσότερους που ομοδικούν είχε υιοθετήσει, χωρίς όμως αιτιολόγηση, η απόφαση ΣτΕ 855/2011: κατά την έννοια του άρθρου 36 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, εφαρμοζομένου αναλόγως σύμφωνα με τα άρθρα 15 παρ. 2 ν. 3068/2002 (Α΄ 274) και 4 παρ. 1 ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως των εκκαλούντων, για την άσκηση κοινής αιτήσεως ακυρώσεως από περισσοτέρους, οι οποίοι ομοδικούν, οφείλεται η καταβολή ενός παραβόλου.  Αντίθετα, η σκέψη 5 της σύντομης «απόφασης-αρχής» ΣτΕ Ολ 682/2019 περιέχει ενδελεχή ανάλυση του δικονομικού θεσμού της ομοδικίας, υπό το πρίσμα βέβαια της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου, στην ακυρωτική δίκη, επαναλαμβάνοντας τις σκέψεις 5 και 6 της παραπεμπτικής απόφασης ΣτΕ 1356/2018 του Β΄ Τμήματος. Ισομερώς κατανεμημένη μεταξύ της ήδη πλειοψηφούσας (αλλά μειοψηφούσας στην παραπεμπτική ΣτΕ 1356/2018. Όμοιες οι ΣτΕ 1354, 1355/2018. Βλ. σχόλιο Χ. Χρυσανθάκη, Το παράβολο επί ομοδικίας στην ακυρωτική δίκη, ΘΠΔΔ 10/2018, σ. 898, ο οποίος αξιολογεί θετικά τη μειοψηφούσα στην παραπεμπτική απόφαση ΣτΕ 1354/2018 γνώμη, δηλαδή την πλειοψηφία της Ολομέλειας) και της μειοψηφούσας άποψης, η σκέψη 5 της απόφασης της Ολομέλειας θα μπορούσε –όπως έχει συμβεί με μεγάλες αποφάσεις του εν λόγω Δικαστηρίου [ενδεικτικά ΣτΕ Ολ 2176-77/2004, 1501/2014]– να αποτελέσει τμήμα δικονομικού συγγράμματος για τον οικείο θεσμό.

 

Α. Καταβολή ενός παραβόλου για το σύνολο των ομοδίκων

12. Κατά την άποψη της πλειοψηφίας, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα με κοινό δικόγραφο αρκεί, για το παραδεκτό του ασκηθέντος βοηθήματος, η καταβολή ενός και μόνου παραβόλου. Η κρίση αυτή στηρίζεται στους παρακάτω λόγους:

α) Σύνδεση της καταβολής παραβόλου με την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, δηλαδή μιας διαδικαστικής πράξης: To Δικαστήριο δέχθηκε ότι«η υποχρέωση καταβολής παραβόλου συνάπτεται αποκλειστικά προς αυτή καθ’ εαυτή την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, δηλαδή τη διαδικαστική πράξη με την οποία υποβάλλεται το αίτημα παροχής εννόμου προστασίας και προσδιορίζεται το περιεχόμενο της ζητούμενης προστασίας και το αντικείμενο της δίκης». Ο λόγος αυτός, αμιγώς δικονομικός και αντλούμενος από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 36 του πδ 18/1989, αρκεί αφεαυτού για να στηρίξει την κρίση περί ενός παραβόλου, αφού ασκείται μία αίτηση ακύρωσης με κοινό δικόγραφο, δηλαδή ένα ένδικο βοήθημα, από περισσότερα πρόσωπα που ομοδικούν. Πράγματι, η καταβολή παραβόλου αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση που  συναρτάται προς το δικόγραφο αυτό καθαυτό [Ν. Νικολάκη, Η διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ, όπ. π., σ. 578]. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνευτική προσέγγιση –που συνδέεται με την έννομη σχέση της δίκης– έχει στοιχεία τελολογικής και συστηματικής ερμηνείας. Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού πρέπει να ερμηνεύονται στενά επειδή λειτουργούν ως περιορισμοί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Δεν θα ήταν, βεβαίως, αντισυνταγματική η επιβολή καταβολής πλειόνων παραβόλων σε περίπτωση πλειόνων αιτούντων, αλλά ο δικονομικός νομοθέτης θα έπρεπε να προβλέψει ρητά τη συγκεκριμένη απαίτηση

β) Γραμματική ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων: Οι διατάξεις των άρθρων 35, 36 και 45 του πδ 18/1989, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, «ουδόλως θεσπίζουν υποχρέωση καταβολής παραβόλου για καθένα χωριστά από τους διαδίκους που ενώνονται σε κοινό δικόγραφο, στο πλαίσιο του δικονομικού θεσμού της ομοδικίας, εφ’ όσον μάλιστα η ακυρωτική δίκη αφορά την αντικειμενική νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης και όχι αυτοτελείς ατομικές αξιώσεις και δίκαια εξ υποκειμένου, η δε ομοδικία προϋποθέτει κοινό έννομο συμφέρον και κοινούς λόγους ακυρώσεως». Πέρα από το παρωχημένο της άποψης περί αντικειμενικής νομιμότητας ως σκοπού της ακυρωτικής δίκης, όπως εκτέθηκε παραπάνω, το Δικαστήριο διατυπώνει αξιωματικές κρίσεις ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων χωρίς καμία διευκρίνιση. Δεν είναι πρόδηλο γιατί το γεγονός ότι η ομοδικία προϋποθέτει κοινό έννομο συμφέρον των ομοδίκων και κοινούς λόγους ακύρωσης αποκλείει την υποχρέωση καταβολής χωριστού παραβόλου για κάθε αιτούντα, δεδομένου μάλιστα ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε χωριστό έλεγχο των παραπάνω στοιχείων για έκαστο των ομοδίκων. Θα πρέπει να επισημανθεί, εν προκειμένω, ότι στον χωρισμό δικογράφου επί ομοδικίας, το Δικαστήριο ουσιαστικά αναγνωρίζει την ύπαρξη διακριτών αξιώσεων και ζητεί χωριστό παράβολο. Η αξίωση, όμως, αυτή είναι δικονομική, πρόκειται, δηλαδή, για την αξίωση ακύρωσης για συγκεκριμένους λόγους. Επομένως, για κάθε δικονομική αξίωση απαιτείται ένα παράβολο, ανεξαρτήτως του αν φορέας αυτής είναι ένας ή περισσότεροι.

γ) Ταυτότητα νομικών και πραγματικών συνθηκών των ομοδίκων: Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι «ο θεσμός της ομοδικίας προϋποθέτει ότι όλοι οι ομόδικοι τελούν υπό τις αυτές νομικές και πραγματικές συνθήκες σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και τη ζητούμενη έννομη προστασία» και διαπιστώνει λακωνικά ότι  «είναι διαφορετικό το ζήτημα ότι, ενώ η επίκληση της ομοδικίας είναι κοινή, η απόδειξή της εξετάζεται χωριστά για κάθε διάδικο, όπως ομοίως χωριστά εξετάζεται και η νομιμοποίηση». Οι παραπάνω διαπιστώσεις το οδηγούν στο συμπέρασμα ότι «δεν υφίστανται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, αν δε αυτοί που ενώνονται σε κοινό δικόγραφο δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας (πρβλ. ΣτΕ 935/2018558/2018433/2018428/2018 ) και οι μη ομοδικούντες δικαιούνται (ΣτΕ 2910/1984) και οφείλουν (ΣτΕ 4171/1987) να ζητήσουν έννομη προστασία μετά από χωρισμό δικογράφου και καταβολή νέου παραβόλου για το νέο εισαγωγικό δικόγραφο με συνέπεια να ανοίγει μια νέα, αυτοτελής έννομη σχέση δίκης». Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, χωρίς πειστική αιτιολογία, διαφοροποιείται από την πάγια νομολογία του όσον αφορά τη δυνητική ομοδικία του άρθρου 115 του ΚΔΔ, κατά την οποία, «όταν ένδικο βοήθημα ή μέσο ασκείται από περισσότερους ή κατά περισσοτέρων, οι οποίοι ενώνονται με δεσμό δυνητικής [«απλής», κατά την ορολογία του ΚΠολΔ] ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, η δε κρίση του δικαστηρίου ως προς κάποιον από τους ομοδίκους δεν επηρεάζει την έκβαση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 115 του ΚΔΔ.» (ΣτΕ 1592/2010, 1616, 1617/2011, 3047/2013, 2333/2015, 1792/2017). Ομοίως, με την προγενέστερη του ΚΔΔ απόφαση ΣτΕ Ολ 2910/1984, το Δικαστήριο έκρινε ότι «επί ασκήσεως υπό πλειόνων δια κοινού δικογράφου προσφυγής κατά διοικητικών πράξεων, και όταν συντρέχουν αι υπό του άρθρου 8 του υπ’ αριθ. 341/1978 πδ προβλεπόμεναι προϋποθέσεις της ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομοι σχέσεις δίκης, ήτοι τόσαι όσαι και οι προσφεύγοντες, η επί τινός των οποίων κρίσις δεν επηρεάζει την άλλην…». Σημειώνεται, πάντως, ότι δεν επιτρέπεται η αναλογική εφαρμογή ρυθμίσεων των διαφορών ουσίας, όπως του άρθρου 115 ΚΔΔ, στις ακυρωτικές διαφορές. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 36 του πδ 18/1989 ισχύει και για την αίτηση αναίρεσης, όπου οι περισσότεροι αναιρεσείοντες είναι, συνήθως, δυνητικοί ομόδικοι στα δικαστήρια ουσίας. Μπορεί, στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο να κρίνει ότι δεν πρόκειται για αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης για να στηρίξει, όπως στην σχολιαζόμενη ΣτΕ Ολ 682/2019, την υποχρέωση καταβολής ενός μόνο παραβόλου, ενώ για την ίδια δίκη στον πρώτο βαθμό δέχεται το αντίθετο; Σε τελική ανάλυση, φαίνεται ότι η καταβολή ενός μόνο παραβόλου δικαιολογείται μόνον αν συνδεθεί με το δικόγραφο.

δ) Διαφοροποίηση μεταξύ, αφενός, καταβολής και, αφετέρου, τύχης του  παραβόλου: Η υποχρέωση καταβολής παραβόλου δεν συναρτάται ούτε με την έκβαση της δίκης, από την οποία εξαρτάται μόνο η τύχη του (κατάπτωση ή απόδοση στους εκ των ομοδίκων νικήσαντες εν όλω ή εν μέρει – βλ. ΣΕ 935/2018) επομένως ζήτημα καταπτώσεως του παραβόλου εις βάρος των ομοδίκων που δεν νομιμοποιήθηκαν ή δεν απέδειξαν το έννομο συμφέρον τους δεν τίθεται.

ε) Επιχείρημα a contrario: Κατά την άποψη που επικράτησε, «αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία επί ασκήσεως κοινής αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερους αιτούντες απαιτείται η καταβολή τόσων παραβόλων όσοι και οι αιτούντες, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα των κρισίμων διατάξεων, ούτε στην όλη οικονομία του συστήματος παροχής εννόμου προστασίας, και ιδίως των θεσμών του παραβόλου, και της ομοδικίας, έτσι όπως έχουν καταστρωθεί στην δικονομική έννομη τάξη, ούτε προκύπτει σχετική βούληση του νομοθέτη από την εξέλιξη και τις προπαρασκευαστικές εργασίες των οικείων διατάξεων (ιδίως, ούτε εξ αφορμής της προσθήκης παρ. 6 στο άρθρο 45 του π.δ. 18/1989 με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 9 του ν. 3226/2004: «Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους»). Αντιθέτως, όπου ο νομοθέτης προέβη σε διαφορετικές σταθμίσεις για την υποχρέωση καταβολής παραβόλου σε σχέση με τους ανωτέρω δικονομικούς θεσμούς το έχει ορίσει ρητώς, όπως, ενδεικτικά, με το άρθρο 277 παρ. 8 του ν. 2717/1999 (ΚΔΔ)».

στ) Επιχείρημα πρακτικής φύσης που έγκειται στις απροσδόκητες συνέπειες της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής, όπως η δικαστική δαπάνη, οι υποχρεώσεις κοινοποίησης στην αντίδικο αρχή, δημοσιονομική επιβάρυνση, απονεύρωση της ομοδικίας: Στην παραπεμπτική απόφαση, η τότε μειοψηφούσα γνώμη, προς επίρρωση της κρίσης της περί καταβολής ενός παραβόλου από το σύνολο των ομοδίκων, δέχθηκε ότι η συνεπής εφαρμογή της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής «θα είχε απροσδόκητες συνέπειες και για άλλα ζητήματα, όπως η υποχρέωση καταβολής παραβόλου επί συμπροσβολής συναφών πράξεων, η δικαστική δαπάνη, ενδεχομένως ακόμη και οι υποχρεώσεις κοινοποιήσεως προς την διάδικο αρχή. Πέραν τούτων, δημοσιονομική επιβάρυνση, και μάλιστα του ατομικού δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, την οποία δεν προβλέπει ο νομοθέτης δεν μπορεί να συναχθεί από τον δικαστή και δη κατ’ επίκληση γενικών σκέψεων που διατυπώθηκαν εξ αφορμής διαφορετικών νομικών ζητημάτων (όπως είναι το ζήτημα του προσδιορισμού του ποσού της αγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς). Τυχόν υιοθέτηση αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής θα απονεύρωνε τον δικονομικό θεσμό της ομοδικίας, ο οποίος επιδιώκει, εκτός των άλλων, την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους διαδίκους με το μικρότερο δυνατό κόστος χρόνου και διαδικαστικών ενεργειών για το Δικαστήριο».

 

Β. Καταβολή χωριστών παραβόλων για καθέναν από τους ομοδίκους (μειοψηφούσα άποψη)

13. Η αντίθετη άποψη, κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα και ανεξαρτήτως της ύπαρξης δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, οφείλεται, επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για καθένα από τα πρόσωπα αυτά, στηρίζεται σε οριακά contra legem ερμηνεία. Τα επιχειρήματά της θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να αποτελέσουν προτάσεις προς τον νομοθέτη, λαμβανομένων, μάλιστα, των κενών του πδ 18/1989 ως προς τη ρύθμιση της ομοδικίας. Η συλλογιστική διαρθρώνεται στις παρακάτω σκέψεις που συμπλέκονται μεταξύ τους: χωριστή εξέταση για κάθε ομόδικο του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος υπό το πρίσμα της νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντος (α), υπονόμευση του σκοπού του παραβόλου ως μέσου αποτροπής προπετών ενδίκων βοηθημάτων (β), έλλειψη παράβασης των άρθρων 20 παρ. 1 Σ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (γ) και δημιουργία περισσοτέρων αυτοτελών σχέσεων δίκης που εξετάζονται χωριστά από το Δικαστήριο (δ). Ειδικότερα, η επιχειρηματολογία της μειοψηφίας αποτυπώνεται ως εξης:

α) Εξέταση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος υπό το πρίσμα του νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντος χωριστά για κάθε διάδικο καθώς και εξέταση της προϋπόθεσης καταβολής παραβόλου πριν από τις ως άνω προϋποθέσεις παραδεκτού καθώς και της συνδρομής του θεσμού της ομοδικίας : Παρά την κατάθεση ενός μόνο δικογράφου, το Δικαστήριο εξετάζει και κρίνει το παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος (ενδεχομένως δε, ανάλογα με το αντικείμενο της υπόθεσης και το βάσιμο αυτού) χωριστά ως προς καθέναν από τους αιτούντες (ιδίως, όσον αφορά τη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου και τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος), με συνέπεια την επιβάρυνση του έργου του, κατά τρόπο ώστε η λυσιτέλεια και η αποτελεσματικότητα του παραβόλου, ως μέσου αποτροπής απαράδεκτων (ή αβάσιμων) ενδίκων βοηθημάτων, να εξυπηρετείται μέσω της υποχρέωσης καταβολής του, επί ποινή απαραδέκτου, από καθέναν από τους αιτούντες, λαμβανομένου υπόψη ότι η εξέταση της καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού αίτησης ακύρωσης, προηγείται, καταρχήν, της εξέτασης των όρων του παραδεκτού που αφορούν στη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου, στη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο εκάστου των αιτούντων και στην ύπαρξη δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους. Παρατηρείται ότι η παραπάνω ανάλυση δεν λαμβάνει υπόψη την ιδιαιτερότητα του παραβόλου ως προϋπόθεσης του παραδεκτού και το γεγονός ότι αυτό ρητά συνδέεται με το κατατιθέμενο δικόγραφο και μόνο.

β) Υπονόμευση του σκοπού του παραβόλου ως μέσου αποτροπής προπετών ενδίκων βοηθημάτων: «Υπό την ερμηνευτική εκδοχή ότι αρκεί η πληρωμή ενός μόνο παραβόλου για όλους τους αιτούντες, υπονομεύονται ο σκοπός και το ωφέλιμο αποτέλεσμα του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989, με τις εντεύθεν επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία του Δικαστηρίου, το οποίο, άλλωστε, εάν δεχθεί την αίτηση για ορισμένους από τους διαδίκους και απορρίψει αυτήν (λ.χ. ως απαράδεκτη, ελλείψει νομιμοποίησης πληρεξούσιου δικηγόρου ή ελλείψει εννόμου συμφέροντος) ως προς τους λοιπούς, αποδίδει το (μοναδικό καταβληθέν) παράβολο στους νικήσαντες διαδίκους, χωρίς να μπορεί να διατάξει την κατάπτωσή του ως προς τους ηττηθέντες παρά τα ρητώς και σαφώς οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 36 του πδ 18/1989». Πρόκειται για τελολογικό επιχείρημα το οποίο αφορά διαδικαστικές λεπτομέρειες της λειτουργίας του παραβόλου και μάλιστα ήσσονος πρακτικής σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του χαμηλού ύψους του καταβληθέντος ποσού. Επιπλέον, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι με την καταβολή ενός μόνο παραβόλου περιγράφεται ο σκοπός της αποτροπής προπετών ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, αφού ο διάδικος μπαίνει στη διαδικασία να βρει πολλούς ομοδίκους, οπότε αποδεικνύει τη σοβαρότητα της πρόθεσής του να προσφύγει στο δικαστήριο. Σε τελική ανάλυση, από το ακυρωτικό αποτέλεσμα της δίκης με αντικείμενο προσβολής την κανονιστική πράξη θα επωφεληθούν και οι ομόδικοι των ως προς τους οποίους η αίτηση «απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει νομιμοποίησης πληρεξούσιου δικηγόρου ή ελλείψει εννόμου συμφέροντος».

γ) Ελλειψη παράβασης των άρθρων 20 παρ. 1 Σ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ: Κατά την άποψη αυτή, «η χρήση από τους ιδιώτες της προβλεπόμενης στο νόμο δικονομικής δυνατότητας να ασκήσουν από κοινού αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του ΣτΕ θεραπεύει βεβαίως σκοπούς αναγόμενους και στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που μπορεί να εξυπηρετείται μέσω της έκδοσης μίας δικαστικής απόφασης επί κοινής αιτήσεως περισσότερων προσώπων, αντί της έκδοσης περισσότερων αποφάσεων επί αυτοτελών αιτήσεων των προσώπων αυτών, αλλά η ως άνω δυνατότητα δεν συνιστά έκφανση του κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Σ ή του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ δικαιώματος των ιδιωτών για παροχή έννομης προστασίας έναντι εκτελεστών διοικητικών πράξεων (ανεξαρτήτως του ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν εφαρμόζεται σε κατηγορίες διοικητικών διαφορών, όπως η παρούσα, που αφορούν στην επιβολή φορολογικών βαρών), δεδομένου ότι πρόκειται για ατομικό δικαίωμα εκάστου προσώπου, παρεχόμενου για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του και όχι για συλλογικό δικαίωμα ομαδικής προσφυγής στο Δικαστήριο περισσότερων προσώπων». Πάντως, η ως άνω σκέψη της μειοψηφίας δεν είναι πειστική. Το γεγονός ότι ένας περιορισμός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας δεν συνιστά παραβίαση του 20 παρ.1 του Συντάγματος ή του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ δεν σημαίνει ότι πρέπει και να εφαρμοστεί εφόσον δεν προβλέπεται! Θα μπορούσε, δηλαδή, ο δικαστής να ζητήσει μεγαλύτερο παράβολο από το προβλεπόμενο, αρκεί να εκινείτο σε ανεκτά επίπεδα; Η απάντηση είναι προφανώς όχι. Μάλιστα, το ΕΔΔΑ συνδέει την παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας με το αν ο εξεταζόμενος περιορισμός προβλέπεται από τον δικονομικό νόμο ή αν είναι νομολογιακή κατασκευή.

δ) Δημιουργία περισσοτέρων αυτοτελών σχέσεων δίκης που εξετάζονται χωριστά από το Δικαστήριο και ανάγκη λελογισμένης άσκησης της δυνατότητας της ομοδικίας: Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, «η άσκηση της παραπάνω δικονομικής δυνατότητας άγει στη δημιουργία περισσότερων αυτοτελών εννόμων σχέσεων δίκης, καθεμία εκ των οποίων κρίνεται χωριστά από το Δικαστήριο, στοιχείο που δικαιολογεί τη θέσπιση σχετικών νομοθετικών περιορισμών, όπως ο προαναφερόμενος περί καταβολής χωριστού παραβόλου από τους αιτούντες, ώστε να διασφαλίζεται, κατά το δυνατό, η ορθή, σύμφωνη με το σκοπό της και λελογισμένη άσκηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας, προς όφελος και της αποτελεσματικής λειτουργίας του Δικαστηρίου. Άλλωστε, ακόμα και με την εφαρμογή του ανωτέρω περιορισμού για το παράβολο, η ομοδικία, ως δικονομική δυνατότητα, δεν θίγεται ουσιωδώς και εξακολουθεί να είναι ελκυστική για τους ενδιαφερόμενους, ως μέσο (δικονομικής) ένωσης των δυνάμεών τους, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών, καθώς τους επιτρέπει να μοιραστούν τα λοιπά έξοδα της δίκης και, ιδίως, της δικηγορικής αμοιβής για το ένδικο βοήθημα και τη συζήτησή του». Το γεγονός, όμως, ότι εν προκειμένω υπάρχουν πλείονες δίκες και όχι μία, ιδίως αν εκκινήσουμε από το ουσιαστικό δίκαιο, δεν επηρεάζει το παράβολο. Ακόμη και αν οι περισσότερες έννομες σχέσεις του ουσιαστικού δικαίου δημιουργούν, αντίστοιχα, περισσότερες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, που κρίνονται χωριστά από το Δικαστήριο, τούτο δεν επηρεάζει το παράβολο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε συναρτάται προς το δικόγραφο αυτό καθαυτό, που στην ομοδικία είναι ένα. Άλλωστε, γενικότερα, το ότι οι ομόδικοι συμμετέχουν σε αυτοτελείς έννομες σχέσεις του ουσιαστικού δικαίου δεν αποκλείει τη θέσπιση δικονομικής ρύθμισης με αυτοτελή δικονομική στόχευση. Άλλο είναι η δικονομία να εξυπηρετεί τις στοχεύσεις του ουσιαστικού δικαίου και άλλο είναι κάθε επιμέρους θεσμός της να ανταποκρίνεται πλήρως σε αυτές. Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω, ανταπόκριση στο ουσιαστικό δίκαιο, δηλαδή στον χαρακτήρα της προσβαλλόμενης κανονιστικής πράξης [της υπ’ αριθ. ΠΟΛ. 1163/31.10.2017 απόφασης της Υφυπουργού Οικονομικών, με θέμα «Ανακαθορισμός των τιμών ζώνης του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων, που βρίσκονται στις Ζώνες Β΄ και ΣΤ΄ της Δημοτικής Ενότητας Ψυχικού του Δήμου Φιλοθέης – Ψυχικού της Περιφερειακής Ενότητας Βόρειου Τομέα Αθηνών, της Περιφέρειας Αττικής» (Β΄ 3882/3.11.2017)] ως ουσιαστικού νόμου, με άλλα λόγια γενικής και απρόσωπης ρύθμισης, υπάρχει ενόψει της έννομης συνέπειας της εξαφάνισής της erga omnes.

 

Συμπέρασμα

14. Η κρίση του Δικαστηρίου, δηλαδή η άποψη της πλειοψηφίας που επικράτησε, περιέχει πολλές αξιωματικές παραδοχές χωρίς αιτιολόγηση. Η κατηγορηματικότητα των διατυπώσεων είναι προφανώς ευθέως ανάλογη των αμφιβολιών του Δικαστηρίου. Η μόνη πειστική δικαιολογία είναι ίσως η πρώτη, κατά την οποία παράβολο καταβάλλεται για κάθε διαδικαστική πράξη και, στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει μία μόνο τέτοια πράξη, δηλαδή η από κοινού ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης με την κατάθεση ενός και μόνο δικογράφου. Όσον αφορά τις λοιπές αιτιολογίες της πλειοψηφούσας άποψης, δεν είναι σαφής ο σύνδεσμος μεταξύ της μείζονος και του συμπεράσματος το οποίο υποτίθεται ότι στηρίζουν. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται γιατί στην περίπτωση της ομοδικίας υπάρχει μια δικονομική σχέση δίκης που ενσωματώνει περισσότερες ουσιαστικές έννομες σχέσεις [Βλ.  Χ. Χρυσανθάκη, Το παράβολο επί ομοδικίας στην ακυρωτική δίκη, όπ. π., σ. 899]. Ως προς τις λοιπές αιτιολογίες της πλειοψηφούσας άποψης, δεν είναι σαφής ο σύνδεσμος μεταξύ της μείζονος και του συμπεράσματος το οποίο υποτίθεται ότι στηρίζουν. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται γιατί στην περίπτωση της ομοδικίας υπάρχει μια σχέση δίκης. Ο θεσμός της ομοδικίας θυμίζει τη σώρευση ατομικών διοικητικών πράξεων του ουσιαστικού δικαίου: περισσότερες αυτοτελείς πράξεις, επομένως και αντίστοιχες έννομες σχέσεις διοικουμένων προς το όργανο που εκδίδει τις πράξεις, αποτυπωμένες σε ενιαίο υπόστρωμα [19]. Όπως επισημαίνει η μειοψηφούσα άποψη, σε περίπτωση που περισσότεροι διάδικοι, ανεξάρτητα από την ύπαρξη του δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, ασκήσουν ένδικο μέσο ή βοήθημα ενούμενοι σε κοινό δικόγραφο, προκαλούν μεν μια κοινή δίκη, θεωρούνται, όμως ως κεχωρισμένως δικαζόμενοι, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, τόσες όσοι και οι αιτούντες. Για τον λόγο αυτόν, η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων εξετάζεται χωριστά ως προς έκαστον των διαδίκων, οι πράξεις ή οι παραλείψεις εκάστου δεν ωφελούν, ούτε βλάπτουν τους λοιπούς, το δε εκ των αποφάσεων προκύπτον δεδικασμένο κρίνεται χωριστά ως προς τον κάθε έναν εξ αυτών. Κατά την άποψη αυτή, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 1 και 4 του π.δ.18/1989, σε περίπτωση άσκησης αίτησης ακύρωσης από περισσότερα πρόσωπα, τα οποία ενούνται σε ενιαίο δικόγραφο, διεξάγεται μεν μια κοινή διαδικασία ως προς πλείονες όμως έννομες σχέσεις.  Για τον λόγο αυτό, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, οφείλεται επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά. Ωστόσο, τα περαιτέρω επιχειρήματα της μειοψηφίας, περί μη παράβασης του άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεν συνάδουν προς το πνεύμα των εν λόγω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων όσον αφορά τους δικονομικούς περιορισμούς του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

15. Αν και από δογματική άποψη, η προσέγγιση της μειοψηφίας στηρίζεται στο νομικώς ορθό επιχείρημα περί πλειόνων εννόμων σχέσεων δίκης, αυτό δεν αρκεί για τη θεμελίωση της κρίσης περί καταβολής τόσων παραβόλων όσοι και οι ομοδικούντες. Πράγματι, πέρα από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 36 παρ. 1 του πδ 18/1989, η τελικώς κρατήσασα άποψη φαίνεται ότι έχει υπέρ αυτής και τη γενική παρότρυνση του Rivero, ότι δηλαδή «η δικαιοσύνη αποδίδεται για τον διάδικο και… η αξία της αποτιμάται σε σχέση με την καθημερινή ζωή» [20] και είχε προσάψει στο Conseil d’Etat ότι ενίοτε «δίδει το προβάδισμα στη δικονομική αισθητική έναντι της μέριμνας για τον διάδικο. Δεν μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη του Δικαίου, αλλά η αποτελεσματική προστασία που αντλεί από αυτό ο διάδικος» [21]. Με άλλα λόγια, σημασία έχει η παροχή έννομης προστασίας και όχι η δογματική αισθητική των δικονομικών κανόνων. Εν προκειμένω, πάντως, ακόμη και η υιοθέτηση της τεκμηριωμένης μειοψηφούσας άποψης και η υποχρέωση καταβολής χωριστών παραβόλων δεν θα συνεπήγετο απομείωση της έννομης προστασίας, λόγω, αφενός, του μικρού ύψους του παραβόλου και, αφετέρου, της επιστροφής του σε περίπτωση νίκης του αιτούντος [22]. Κατά συνέπεια, το ασφαλέστερο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από την απόφαση και την πλούσια επιχειρηματολογία τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας είναι ότι η ασφάλεια δικαίου επιβάλλει τη ρητή ρύθμιση του θεσμού της ομοδικίας στο νομοθέτημα που διέπει την ακυρωτική δίκη. Επιπλέον, είναι σκόπιμη η εκπόνηση σχετικής μονογραφίας για τη δογματική ανάλυση του ζητήματος.

 

 

[1] Πρόκειται για την αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης (από τη σκοπιά του διαδίκου) ή η αρχή της μη αυτεπάγγελτης κίνησης  της δίκης (από τη σκοπιά του δικαστή), βλ. Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2018, αρ. περ. 537-555 και Π. Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα, 2014, αρ. περ. 272-295.

[2] P. Delvolvé, Recours pour excès de pouvoir et droits subjectifs, in La conscience des droits. Mélanges en l’honneur de Jean-Paul Costa, Dalloz, 2011, σ. 220

[3] P. Delvolvé, Droits publics subjectifs des administrés et subjectivisation du droit administratif, in Les droits publics subjectifs des administrés, LexisNexis, 2011, σ. 3

[4] J. Sirinelli, La subjectivisation du recours pour excès de pouvoir, RFDA 3/2016, σ. 529

[5] R. Bonnard, Les droits publics subjectifs des administrés, RDΡ 1932, σ. 695· βλ., ιδίως, N. Foulquier, Les droits pu- blics subjectifs des administrés. Émergence d’un concept en droit administratif français du XIXe au XXe siècle, Dalloz, 2003· Les droits publics subjectifs des administrés, actes du colloque organisé les 10 et 11 juin 2010 par l’AFDA, LexisNexis, 2011

[6] Note sous CΕ 29.11.1912, Boussuge et autres, S. 1914.3.33

[7] M. Letourneur, L’apparition de nouveaux éléments subjectifs dans le recours pour excès de pouvoir, EDCE, 1953, n° 7, p. 66

[8] P. Delvolvé, Recours pour excès de pouvoir et droits subjectifs, in La conscience des droits. Mélanges en l’honneur de Jean-Paul Costa, Dalloz, 2011, 220· B. Seiller, Droits publics subjectifs des administrés et transformations contemporaines du contentieux, in Les droits publics subjectifs des administrés, LexisNexis, 2011, σ. 191

[9] M. Fromont, La justice administrative en Europe: différences et convergences, RFDA 2008, σ. 267

[10] J. Sirinelli, La subjectivisation du recours pour excès de pouvoir, ό.π., σ. 531

[11] J.-M. Sauvé, L’ avenir du modèle français de droit public en Europe, Propos introductifs au colloque sur L’avenir du modèle français de droit public en Europe, organisé le 11 mars 2011. N. Marsch, Subjektivierung der gerichtlichen Verwaltungskontrolle in Frankreich, Eilverfahren und Urteilsimplementation im objektiv-rechtlich geprägten Kontrollsystem, Nomos, Baden-Baden, 2011.

[12] Klagebefugnis und Aktivlegitimation im Anfechtungsprozeß, in: H.-R. Külz/R.Naumann (dir.), Staatsbürger und Staatsgewalt, Verwaltungsrecht und Verwaltungsgerichtsbarkeit in Gesichte und Gegenwart, C. F. Müller, Karlsruhe, 1963, σ. 449-474. 

[13] E. Schmidt-Aßmann, σε: Maunz/Dürig/ Herzog, Grundgesetz Kommentar, ενημέρωση 2003, άρθ. 19 IV GG, αρ. περ.128

[14] E. Hofmann, Der Funktionswandel der Verwaltungsgerichtsbarkeit – nur eine Frage des Umweltrechts?, EurUP 4/2015, σ. 266, (276)· Kl. Rennert, Funktionswandel der Verwaltungsgerichtsbarkeit?, DVBl. 2015, σ. 793· του ιδίου, Verwaltungsrechts- schutz auf dem Prüfstand, DVBl. 2017, σ. 69

 [15] V. Skouris, Auswirkungen der Rechtsprechung des Europäischen Gerichtshofs auf die Funktion der deutschen Verwaltungsgerichtbarkeit – Zur Reichweite des Urteils des EuGH vom 15.10.2015 in der Rechtssache C-137/14, DVBl 2016, σ. 937, ο οποίος επανέρχεται, με τον προβληματισμό αυτόν, στη θεματική της υφηγεσίας του: W. Skouris, Verletztenklagen und Interessentenklagen im Verwaltungsprozess: Eine rechtsvergleichende Studie zur Anfechtungslegitimation des Bürgers, 1979.

[16] Βλ. συναφώς Ε. Πρεβεδούρου, Εξελίξεις στην αίτηση ακυρώσεως υπό το πρίσμα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΘΠΔΔ 4-5/2018, σ. 289, με περαιτέρω βιβλιογραφικές παραπομπές

[17] Κατά την πολεμική διατύπωση του Prof. Dr. Klaus F. rditz, Thesen der Gutachter und Referenten, DeutscherJuristentag, Gutachten D, Essen 2016, ο οποίος απαντά με ένα τριπλό όχι στο ερώτημα της αλλαγής της λειτουργίας της διοικητικής δίκης: όχι, η ευρωπαϊκή επιρροή δεν οδηγεί στην αλλαγή του γερμανικού μοντέλου έννομης προστασίας· όχι, δεν ενδείκνυται η διεύρυνση του κύκλου των κανόνων δικαίου που θεμελιώνουν δικαίωμα προσφυγής· όχι, δεν απαιτούνται περιοριστικές αλλαγές της πυκνότητας ελέγχου στη διοικητική δίκη.

[18] Βλ. την ανάδειξη των σταδίων του ελέγχου συνδρομής του εννόμου συμφέροντος ως προϋπόθεσης του παραδεκτού σε Αρ. Σκιαδά, Η ενεργητική νομιμοποίηση ως προϋπόθεση του παραδεκτού στην αίτηση ακύρωσης, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016.

[19] Περισσότερες ατομικές διοικητικές πράξεις σε ένα ενιαίο κείμενο (πλείονα negotia σε ένα instrumentum), όπως είναι π.χ. ο πίνακας διορισμού περισσότερων δημόσιων υπαλλήλων (ΣτΕ 1446/2008), η συγκρότηση συλλογικού οργάνου για την οποία απαιτείται ο ορισμός όλων των μελών (τακτικών και αναπληρωματικών) που προβλέπει ο νόμος (ΣτΕ 4649/2012, 3756/2010, 95/2004, 1471/1999), οι αποφάσεις οργάνων ΟΤΑ για την εκποίηση οικοπέδων σε άπορους δημότες, με τις οποίες επιλέγονται οι δικαιούχοι και παραχωρούνται σε αυτούς τα οικόπεδα (ΣτΕ 763/1985, ΣτΕ 1649/2008),ο κατ’ άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3213/2003 «κατάλογος ελεγχομένων προσώπων για το έτος 2018 που συντάχθηκε από την αρμόδια Διεύθυνση Δ1 του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και διαβιβάσθηκε στην αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών το αργότερο μέχρι 17.12.2018, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 4571/2018» (ΣτΕ Ολ 813/2019).

[20] Le Huron au Palais Royal, ou réflexions naïves sur le recours pour excès de pouvoir D. 1962, σ. 40: «…la justice est faite pour le justiciable et … sa valeur se mesure en termes de vie quotidienne. Ce n’est pas le développement du Droit qui nous intéresse, c’est la protection efficace qu’ en tire le particulier».

[21] G. Cohen Jonathan, Hommage à J. Rivero, Droits fondamentaux, n° 1, juillet-décembre 2001, σ. 5 (8).

[22] Πρβλ. Χ. Χρυσανθάκη, Το παράβολο επί ομοδικίας στην ακυρωτική δίκη, όπ.π., σ. 898, ο οποίος τονίζει την επιβάρυνση που συνεπάγεται η νομολογιακή καθιέρωση πολλαπλών παραβόλων επί ομοδικίας, με συνέπεια την ενδεχόμενη ασυμβατότητα προς τα άρθρα 20 παρ. 1 Σ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο