Εξελίξεις Ευγενίας Πρεβεδούρου

ΔΠρΘεσ 394/2022: προσδιορισμός του περιεχομένου των διοικητικών ενεργειών συμμόρφωσης σε ακυρωτική απόφαση

ΔΠρΘεσ 394/2022: προσδιορισμός του περιεχομένου των διοικητικών ενεργειών συμμόρφωσης σε ακυρωτική απόφαση (παρατηρήσεις Β. Τσιγαρίδα/Ε. Πρεβεδούρου)

1. Παρά την «οιονεί» δέσμευση των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (ΤΔΔ) από τις νομολογικές λύσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία φαίνεται να επιτείνουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 53 παρ. 3 πδ. 18/1989) για τις διαφορές ουσίας και της ακυρωτικής έφεσης (άρθρο 58 παρ. 1 του πδ 18/1989) για τις ακυρωτικές διαφορές, η νομολογία τους κρύβει πολλά «διαμάντια» [1]. Ένα από αυτά είναι, κατά τη γνώμη μας, η απόφαση ΔΠρΘεσ 394/2022 που ακύρωσε απόφαση Επιτροπής Προσφύγων του Υπουρ- γείου Μετανάστευσης και Ασύλου, με την οποία, αφενός, απορρίφθηκε ενδικοφανής προσφυγή κατά απόφασης του αρμόδιου Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου και, τελικώς, το αίτημα χορήγησης διεθνούς προστασίας σε ανήλικη αλλοδαπή και, αφετέρου, επιβλήθηκε σε βάρος της το μέτρο της επιστροφής και τάχθηκε προθεσμία για την οικειοθελή της αναχώρηση από την Ελλάδα. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση συνοδεύοντάς την με πλήρη υπόδειξη του περιεχομένου της νέας απόφασης που αυτή οφείλει να εκδώσει, προς διευκόλυνση της συμμόρφωσής της. Πρόκειται για «διαταγή» (injonction) του δικαστή στη Διοίκηση, αφού η απόφασή του διαλαμβάνει διεξοδική και επακριβή περιγραφή των ενεργειών της Διοίκησης, ειδικότερα δε τα ζητήματα που θα πρέπει να διερευνηθούν και τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιοποιηθούν. απόφαση αποτελεί, λοιπόν, εξαιρετική αφορμή για προβληματισμό ως προς την έννοια της αρχής της διάκρισης των εξουσιών στην ελληνική έννομη τάξη.

2. Η σχέση της δικαστικής εξουσίας με τη νομοθετική έχει απασχολήσει εκτεταμένα την ελληνική θεωρία και νομολογία, ιδίως υπό την εκδοχή της παρέμβασης της δεύτερης στα έργα της πρώτης. Τούτο διότι η ελληνική νομοθετική πρακτική έχει προσφέρει, διαχρονικά, πολλές αφορμές για την μελέτη και κατηγοριοποίηση της συγκεκριμένης μορφής παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών [2].

3. Τα τελευταία χρόνια- ιδίως από τη λεγόμενη «εποχή των Μνημονίων» και έπειτα- επανήλθε στο προσκήνιο το παλαιό θέμα της έντασης και της έκτασης του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας. Ο ακυρωτικός δικαστής κλήθηκε να αξιολογήσει τη συμβατότητα διάφορων νομοθετικών μέτρων με τον θεμελιώδη νόμο του κράτους με φόντο τις αλλεπάλληλες κρίσεις που ταλάνισαν την χώρα. Κατ’ ουσίαν, η διεύρυνση των ορίων του ελέγχου δεν αποτελεί παρά μία μορφή παραβίασης της αρχής διάκρισης των εξουσιών από την αντίστροφη οπτική γωνία: Όταν ο δικαστής ασκεί εντατικό έλεγχο συνταγματικότητας είναι πιθανό να υπεισέλθει σε κρίσεις που ανήκουν κυριαρχικά στον εκλεγμένο νομοθέτη. Τα όρια είναι, φυσικά, δυσδιάκριτα αλλά είναι γεγονός ότι το ζήτημα απασχολεί κάθε σχολιαστή που μελετά αποφάσεις της επικαιρότητας με ευρύτερο πολιτικό ενδιαφέρον [3].

4. Από την άλλη πλευρά, μικρότερο ενδιαφέρον φαίνεται να συγκεντρώνει, τα τελευταία χρόνια, η θεματική της σχέσης της δικαστικής με την εκτελεστική εξουσία. Σε αυτό το πεδίο αναδεικνύονται κάποια κλασικά ζητήματα του διοικητικού και διοικητικού δικονομικού δικαίου, τόσο υπό το πρίσμα των σύγχρονων εξελίξεων όσο και υπό το φως της παραδοσιακής διδασκαλίας. Είναι, δε, γνωστό ότι η αλληλεπίδραση των δύο αυτών κρατικών εξουσιών είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την καθημερινή πρακτική, αφού τα δικαιώματα και έννομα συμφέροντα των ενδιαφερομένων καταλήγουν να εξαρτώνται από την εγρήγορση της διοίκησης.

5. Είναι δεδομένο ότι στις περιπτώσεις που η εκτελεστική εξουσία αρνείται να εφαρμόσει ή αποτυγχάνει να εφαρμόσει ορθά τις ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις έρχεται σε τριβή με το ά. 95 Σ. Η έννομη τάξη έχει απαντήσει σε αυτό το φαινόμενο με θεσμούς όπως η αίτηση συμμόρφωσης του ά. 3 του ν. 3068/2002 [4]. Η συγκεκριμένη οδός, όμως, έχει «κατασταλτικό» χαρακτήρα, αφού ενεργοποιείται μετά την εκδήλωση της αδράνειας ή της αδυναμίας της διοίκησης να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δικαιοδοτικής κρίσης. Μάλιστα, η διοικητική απραγία δεν οφείλεται απαραίτητα σε «δυστροπία» του αρμόδιου οργάνου: Η συμμόρφωση, συχνά, προϋποθέτει την σε βάθος κατανόηση της διαφοράς και των νομικών ζητημάτων που έχουν ανακύψει, τα οποία, προφανώς, μπορεί να είναι εξόχως περίπλοκα [5].

6. Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς: Θα μπορούσε ο ακυρωτικός δικαστής να προσδιορίσει, σε πρώτο χρόνο, το περιεχόμενο της διοικητικής ενέργειας που θα ακολουθήσει την κρίση του; Θα μπορούσε, δηλαδή, να «υποδείξει» στην διοίκηση τις ενδεδειγμένες ενέργειες για την εφαρμογή της απόφασής του [6]; Ή, μήπως, ακολουθώντας μία τέτοια πρακτική, θα υπεισερχόταν ανεπίτρεπτα στα έργα της διοίκησης, όπως υποστηρίζεται ευρύτατα ότι συμβαίνει, π.χ., όταν ελέγχονται ευθέως τεχνικές κρίσεις, όταν αξιολογείται πραγματολογικά η ελάσσων πρόταση του διοικητικού νομικού συλλογισμού (στις ακυρωτικές διαφορές) ή όταν αναστέλλεται αρνητική διοικητική πράξη; Προφανώς, η απάντηση δεν μπορεί είναι ενιαία, αφού εξαρτάται από την παρακολούθηση μίας εκτενούς περιπτωσιολογίας, για την οποία ο τόπος δεν είναι κατάλληλος.

7. Όπως και να έχει, όμως, η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης 394/2022 (σε ακυρωτικό σχηματισμό) αποτελεί ένα έξοχο παράδειγμα μελέτης∙ εγγράφεται, δε, στη σύγχρονη τάση της νομολογίας που δεν διστάζει να απευθύνει «οδηγίες» στην διοίκηση [7] με απώτερο στόχο την εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας, την ορθή αντιμετώπιση της κρινόμενης υπόθεσης στο στάδιο της αναπομπής και την αποφυγή επανάκαμψης της διαφοράς σε μεταγενέστερο χρόνο.

8. Η σκέψη 12 της απόφασης είναι αποκαλυπτική [8]: Ο ακυρωτικός δικαστής θα μπορούσε να αρκεστεί στην ακύρωση της προσβαλλομένης και την αναπομπή της υπόθεσης στη διοίκηση για νέα νομίμως αιτιολογημένη κρίση. Η διοίκηση, στη συνέχεια, θα έπρεπε να υιοθετήσει εκείνα τα μέτρα που συμφωνούν όχι μόνον με το διατακτικό αλλά και με την αιτιολογία της δικαστικής απόφασης. Πλην όμως, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης “walked the extra mile”: Συνόψισε αποτελεσματικά την μείζονα και την ελάσσονα πρόταση των σκέψεών του προκειμένου να διαγράψει το πλαίσιο της αιτιολογίας της προς έκδοση διοικητικής πράξης. Με αυτόν τον τρόπο διευκόλυνε τη διοίκηση αφού, πρακτικά, ο δικαστής έκανε τον κόπο να καταγράψει, εν είδει ερωτηματολογίου, τα ζητήματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε διοικητικό επίπεδο προκειμένου να εκδοθεί μία νόμιμη διοικητική πράξη. Έχοντας αυτά κατά νου, καθίσταται, μάλλον, σαφές ότι το δικαστήριο σεβάστηκε τα όρια της δικαιοδοσίας του ενώ κατάφερε να επιτύχει ένα τριπλό αποτέλεσμα: (1) Αύξησε τις πιθανότητες να εκδοθεί μία ορθή διοικητική πράξη, (2) αύξησε τις πιθανότητες να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων στο ευαίσθητο πεδίο του προσφυγικού δικαίου και (3) εξοικονόμησε χρόνο τόσο από την πιθανή ανάκαμψη της υπόθεσης ενώπιόν του όσο και από μία πιθανή αίτηση συμμόρφωσης του ενδιαφερομένου. Σε περιπτώσεις, λοιπόν, όπως η επίμαχη, δύσκολα μπορεί να διατυπωθούν προβληματισμοί σχετικά με τη νομιμότητα της χορήγησης «οδηγιών» στην διοίκηση∙ μία τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να επικριθεί ακόμη και ως «τυπολατρική» [9].

9. Ταυτόχρονα, ο προσεκτικός μελετητής της απόφασης θα κατανοήσει ότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατευθύνει τη διοίκηση προς την ορθή λύση, τόσο σε νομικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο, ακόμη και αν δεν μπορεί να την απευθύνει ευθέως λόγω των στενών ορίων του ακυρωτικού ελέγχου. Σε αυτό το σημείο αξίζει να επισημανθούν δύο συμπεράσματα: (1) Ότι ο ακυρωτικός δικαστής -ακόμη και αν δεν μπορεί να υπεισέλθει στις πραγματικές κρίσεις της διοίκησης και να τις επανεκτιμήσει- δεν είναι «δεμένος» στις πραγματικές της διαπιστώσεις σε βαθμό που να αδυνατεί να διανοηθεί οιαδήποτε άλλη ελάσσονα πρόταση από την επιλεγείσα σε διοικητικό επίπεδο για τη ρύθμιση της έννομης σχέσης [10]. (2) Η διαφαινόμενη ένταση του ακυρωτικού ελέγχου της αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων -που εκδηλώνεται συχνά στο πεδίο του ελέγχου της πλάνης περί τα πράγματα- οδηγεί σε μία σύγκλιση ακυρωτικού και ουσιαστικού ελέγχου διά της άμβλυνσης των διαφορών τους. Πιθανώς, αυτό το προοδευτικό μοντέλο να καθιστά, προϊόντος του χρόνου, παρωχημένο το παραδοσιακό, αυστηρό, στενό πρότυπο του ακυρωτικού ελέγχου [11].

10. Η μέριμνα του διοικητικού δικαστή να κατευθύνει, με την απόφασή του, τη συμμόρφωση της διοίκησης, διαγράφοντας σχολαστικά, στο σκεπτικό, την αιτιολογία της απόφασης που αυτή οφείλει να εκδώσει, προκειμένου να προλάβει τυχόν παράνομη κρίση της, δεν μπορεί παρά να αποτιμηθεί λίαν θετικά και για έναν πρόσθετο λόγο. Αυτός έγκειται στην πρόσφατη αντίδραση του νομοθέτη στις αποφάσεις ΣτΕ Ολ 190 και 191/2022 με τις οποίες η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσε, ως αντίθετη προς το Σύνταγμα, τη μεταβίβαση προς την ΕΕΣΥΠ του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου, με το σκεπτικό ότι το Σύνταγμα απαιτεί να τελούν οι ως άνω κοινωφελείς Εταιρείες όχι απλώς υπό την εποπτεία, αλλά υπό τον ουσιαστικό έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου, πράγμα που προϋποθέτει την κατοχή από το Δημόσιο της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου των εταιριών αυτών. Κατά συνέπεια, συνιστά παράβαση του Συντάγματος η μεταβίβαση, δυνάμει του Ν. 4389/2016, του ανωτέρω μετοχικού κεφαλαίου στην ΕΕΣΥΠ, διότι η ανώνυμη αυτή εταιρία, σύμφωνα με τον ιδρυτικό της νόμο, αποτελεί αμιγώς κερδοσκοπικό ιδιωτικό φορέα επιφορτισμένο με την οικονομική εκμετάλλευση της περιουσίας του Δημοσίου για την εξυπηρέτηση ιδίως των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας. Επομένως, οι σκοποί της ΕΕΣΥΠ, είναι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, εγγενώς ασύμβατοι προς τον κοινωφελή προορισμό της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ και την υδροδότηση ως δημόσια υπηρεσία. Ανεξαρτήτως του αν συμφωνεί κανείς ή όχι με την προσέγγιση του Δικαστηρίου [12], η κρίση του είναι απόλυτα σαφής και ανεπίδεκτη αμφιβολιών ή παρερμηνείας. Επομένως, οι αποφάσεις ΣτΕ Ολ 190 και 191/2022 δημιουργούν, κατ’ αρχάς, υποχρέωση συμμόρφωσης της διαδίκου Διοίκησης (άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, άρθρο 50 παρ. 5 του πδ 18/1989), της οποίας οι πράξεις ακυρώθηκαν. Η συμμόρφωση, όμως, της Διοίκησης προϋποθέτει ενέργειες του νομοθέτη προς κάλυψη του νομικού κενού που δημιούργησε η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας. Εν προκειμένω, ο νομοθέτης κάλυψε το κενό που επέφεραν η ακύρωση των πράξεων μεταβίβασης των μετοχών και η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας της νομοθετικής διάταξης, αποδυναμώνοντας πλήρως τις ουσιαστικές κρίσεις του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, τα άρθρα 114 και 115 του Ν. 4964/2022, Διατάξεις για την απλοποίηση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, θέσπιση πλαισίου για την ανάπτυξη των Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων, την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, την προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ. (ΦΕΚ Α΄150/30-7-2022), ισχυροποίησαν την, κριθείσα από το ΣτΕ ως αντισυνταγματική, μεταβίβαση των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ. Κατά τις νέες διατάξεις, «η μεταβίβαση προς την ΕΕΣΥΠ των μετοχών των εταιρειών ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, κυριότητας του ελληνικού δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 197 του ν. 4389/2016, θεωρείται από της ισχύος του παρόντος σύννομη και ισχυρή ως προς όλες τις συνέπειες». Περαιτέρω, ορίζεται ότι δεν απαιτείται επανάληψη των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία ενεργειών και διαδικασιών που προηγούνται ή έπονται της μεταβίβασης των ανωτέρω μετοχών στην ΕΕΣΥΠ, πρόνοια που αποκλείει την έκδοση διοικητικών πράξεων και, συνακολούθως, την επαναφορά της υπόθεσης ενώπιον του ΣτΕ. Τέλος, αναγνωρίζονται ως έγκυρες και σύννομες όλες οι πράξεις και αποφάσεις, οι οποίες έλαβαν χώρα μετά τη μεταβίβαση προς την ΕΕΣΥΠ των μετοχών των εταιρειών ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ κυριότητας του ελληνικού δημοσίου, βάσει του άρθ. 197 παρ. 1 του Ν. 4389/2016. Ο νομοθέτης εμμένει στην αρχική επιλογή της μεταβίβασης των μετοχών στο Υπερταμείο και διασφαλίζει την αδιάλειπτη και συνεχή παροχή υπηρεσιών ύδρευσης, αποδυναμώνοντας, ωστόσο, την πάγια σχετική νομολογία του Ανώτατου Διοικητικού και Δικαστηρίου. Ο νέος νόμος αγνοεί παντελώς τον «θεσμικό σεβασμό» που οφείλει ο νομοθέτης στη νομολογία των δικαστηρίων και δη των ανωτάτων, ματαιώνει τα κριθέντα και επαναφέρει σε ισχύ αυτό ακριβώς που κρίθηκε αντισυνταγματικό! Επομένως, παρά την όλως διαφορετική εμβέλεια και σημασία, η σχολιαζόμενη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τη διεξοδική κατάστρωση των ενεργειών συμμόρφωσης της Διοίκησης, συμβάλλει στην εμπέδωση του κράτους δικαίου.

 

[1] Ε. Πρεβεδούρου, Η σχέση των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΔιΔικ 4/2022, σ. 547. ΔΠρΚαλ 355/2018, με παρατηρήσεις Π. Λαζαράτου, Κύρωση για κακοποίηση ζώου – Ερμηνεία διατάξεως σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ΘΠΔΔ 6/2018, σ. 543. Επίσης ΔΠρΡοδ 12, 532/2019, ΔΠρΠειρ 5559/2019, ΔΕφΤριπ 176/2021 σε σχέση με τις νομολογιακές παραδοχές της απόφασης ΣτΕ 2151/2017 όσον αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα για τη μη αναγραφή εργαζομένων στον πίνακα προσωπικού και την ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δέσμιας αρμοδιότητας. Βλ. και ΔΠρΘεσσ 3037/2018 με παρατηρήσεις Κ. Βατάλη, Ο συγκεκριμένος έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων και της συμβατότητάς τους με την ΕΣΔΑ ως έλεγχος της εφαρμογής του νόμου. Σκέψεις με αφορμή την ΔΠρΘεσ 3037/2018 ΕφημΔΔ 3/2019, σ. 372· Δ. Πατσίκα, Η εμβέλεια της ΣτΕ Ολ 2287/2015 και η αποφυγή της ΜΔΠρΘεσ 3037/2018, ΕφημΔΔ 3/2018, 403· Στ. Πετροπουλάκου, Η αντίθεση στην ΕΣΔΑ ως βάση αναδρομικής επιστροφής συνταξιοδοτικών παροχών που περικόπηκαν με τους ν. 4051/2012 και 4093/2012. Το αιτιολογικό της ΣτΕ Ολ. 2287/2015 και η δέσμευση των δικαστηρίων της ουσίας, ΕφημΔΔ 3/2018, σ. 403· Β. Φαϊτά, Με αφορμή την 3037/2018 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ΔιΔικ 6/2018, σ. 952.

[2] Οι παρεμβάσεις της νομοθετικής εξουσίας στην απονομή της δικαιοσύνης καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων και αναφέρονται ιδίως στην αναδρομική, ως επί το πλείστον, θέσπιση κανόνων δικαίου με τη βούληση αυτοί να καταλάβουν δικαιώματα, σχέσεις ή καταστάσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν ήδη κριθεί από αυτά. Η εν λόγω νομοθετική πρακτική θέτει θεμελιώδη ζητήματα συνταγματικής τάξης αναγόμενα ιδίως στη διάκριση των πολιτειακών λειτουργιών και εξουσιών, συχνά δε και το θέμα της συνέχισης ή της κατάργησης της ακυρωτικής δίκης κατά διοικητικής πράξης που καθίσταται, μετά τη δικαστική προσβολή, αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης. Από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που εμπλουτίσθηκε ουσιωδώς από την επίδραση και της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), μπορούν να εντοπισθούν τρεις περιπτώσεις νομοθετικής παρέμβασης. Η πρώτη αφορά την αναδρομική κύρωση με νόμο κανονιστικής πράξης που εκδόθηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση ή κατά παράβαση αυτής, η δεύτερη την αναδρομική εφαρμογή νόμου σε εκκρεμείς υποθέσεις και η τρίτη τη θέσπιση ατομικής διοικητικής πράξης με νόμο. Βλ., ενδεικτικά, Α. Τσεβά, Θέσπιση διοικητικής πράξης με νόμο, Τιμ. Τόμος ΣτΕ, 75 χρόνια, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2004, σ. 463∙ Β. Χρήστου, Από την κύρωση στη θέσπιση διοικητικών πράξεων δια τυπικού νόμου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010.

[3] Βλ., αντί πολλών, Ε. Βενιζέλου, Η οικονομική κρίση ως δικανική πρόκληση. Η καμπύλη του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των «μνημονιακών» μέτρων, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2020.

[4] Ενδιαφέρον παρουσιάζει συναφώς η πρόσφατη απόφαση ΣτΕ Ολ 1403/2022, η οποία εντάσσεται στη σχετική με τα «αναδρομικά» των συνταξιούχων νομολογία. Στη σκέψη 14 της απόφασής του, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η«κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις δικαστικές αποφάσεις, αφορά μόνον εκείνους που διετέλεσαν διάδικοι στη σχετική δίκη και νομιμοποιούνται να προβάλλουν παράλειψη, άρνηση ή πλημμελή συμμόρφωση προς τα κριθέντα με την δικαστική αυτή απόφαση όχι όμως και τρίτους οι οποίοι δεν υπήρξαν διάδικοι στην οικεία δίκη και οι οποίοι δεν νομιμοποιούνται σχετικώς». Προς τη συμμόρφωση αυτή το Δικαστήριο αντιδιαστέλλει την εν ευρεία εννοία «συμμόρφωση», δηλαδή τον «θεσμικό σεβασμό της διοικήσεως και του νομοθέτη προς τη νομολογία των δικαστηρίων, και δη των ανωτάτων, με την έννοια της εφαρμογής της σχετικής αποφάσεως ως νομολογιακού προηγούμενου και στους τελούντες σε όμοιες συνθήκες». Ο ως άνω θεσμικός σεβασμός προς τη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων αποτελεί, κατ’ αρχήν, «ουσιώδη προϋπόθεση για την εμπέδωση του κράτους δικαίου», δεν παρέχει, όμως τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος και από τον εκτελεστικό νόμο 3068/2002.

[5] Βλ., ενδεικτικά, Ε. Πρεβεδουρου, Προβήματα συμμόρφωσης της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις: διοικητική δυστροπία ή δικαστικός μαξιμαλισμός;, Εταιρεία Διοικητικών Μελετών, Τόμος εις μνήμην Καθηγήτριας Δήμητρας Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2020, σ. 123.

[6] Βλ. αναλυτικότερα για το ζήτημα, Ε. Πρεβεδούρου, Διαταγές του διοικητικού δικαστή προς τη Διοίκηση, ΘΠΔΔ11/2019, σ. 1065, όπου και εκτενής δογματική και συγκριτική ανάλυση. Βλ., επίσης, Η. Κουβαρά, Η Διοικητική Δικαιοσύνη ως δικαιοτελεστική λειτουργία, Συμβολή στην αποτελεσματικότητα της Διοικητικής Δικαιοσύνης, 2015, σ. 402 επ, σ. 418 επ.

[7] Ibidem

[8] «…η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί και η υπόθεση να αναπεμφθεί στη Διοίκηση προς νέα νομίμως αιτιολογημένη κρίση ήτοι προκειμένου καταρχάς να εξεταστεί η αξιοπιστία του ισχυρισμού της για την συμμετοχή του πατέρα της ανήλικης αιτούσας στην οργάνωση JKLF. Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο ισχυρισμός αυτός κριθεί αξιόπιστος πρέπει να διερευνηθεί αν εξαιτίας των ειδικών περιστάσεων που συντρέχουν στην συγκεκριμένη περίπτωση ήτοι της εθνοτικής καταγωγής της αιτούσας, του φύλου της, της ενδεχόμενης συμμετοχής του πατέρα της στην ανωτέρω οργάνωση, της εμπλοκής της οικογένειάς της σε διένεξη με τον ξάδελφο της μητέρας της, για τον λόγο ότι η τελευταία δεν συμμορφώθηκε με τη βούληση του πατέρα της να νυμφευθεί τον ξάδελφο αυτό και της επιλογής της μητέρας της να συνάψει γάμο με τον πατέρα της υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής της στην χώρα καταγωγής της ή πραγματικός κίνδυνος να υποστεί βλάβη, κατά την περ. α ή β του άρθρου 15 του ν.4636/2019. Στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής πρέπει να αξιολογηθεί δεόντως αν το τροχαίο ατύχημα που έγινε δεκτό ότι υπέστη ο πατέρας της και οι απειλές που ισχυρίσθηκαν ότι δέχθηκαν οι γονείς της συνιστούν λόγους για τους οποίους αντιμετωπίζει απειλή δίωξης ή κίνδυνο βλάβης η ίδια η ανήλικη αιτούσα και να ερευνηθεί ειδικώς αν στην περίπτωσή της και λόγω των ειδικών περιστάσεων που συντρέχουν μπορεί να παρασχεθεί αποτελεσματική προστασία από τις αρχές της χώρας της, αφού αντληθούν πληροφορίες από τις διεθνείς πηγές ειδικώς ως προς τις διενέξεις που ανακύπτουν για λόγους «τιμής» με εμπλεκόμενα άτομα γυναικείου φύλου. Τέλος, για να καθορισθεί κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος για την ανήλικη αιτούσα, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου που περιγράφεται στην περ. γ του άρθρου 15 του ν.4636/2019 πρέπει να εξετασθούν οι προβλέψιμες συνέπειες της αποστολής της στην χώρα καταγωγής της λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές της περιστάσεις και τη γενική κατάσταση που επικρατεί εκεί, ιδίως δε στην περιοχή του Αζαντ Κασμίρ και λόγω των πληροφοριών για την κλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν στη συγκεκριμένη περιοχή…».

[9] Όπως σημείωνε πολλά χρόνια πριν ο Φ. Βεγλερής, Η συμμόρφωσις της διοικήσεως εις τας αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1934, σ. 88-89.

[10] Πρβλ. Χ. Χρυσανθάκη, Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, 2014, σ. 133. Βλ. και την διατύπωση του Κ. Γώγου, Η δικαστική προσβολή παραλείψεων της διοίκησης, 2005, σ. 65, ο οποίος σημειώνει ότι ο διοικητικός δικαστής «είναι υποχρεωμένος να προβεί σε πλήρεις νομικούς συλλογισμούς, να υπαγάγει δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης στις έννοιες των κανόνων δικαίου.».

[11] Βλ. σχετικά με το ζήτημα, Α. Γέροντα, Επιτομή Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, 2014, σ. 31, Κ. Γώγο, Διαδικαστικά σφάλματα και ακύρωση των διοικητικών πράξεων, 2017, σ. 320-322, Ι. Συμεωνίδη, Η αναβάθμιση του διοικητικού δικαστή στη μεταμοντέρνα εποχή, η αδυναμία ανταπόκρισης της διοίκησης και η ανάγκη ενός άλλου διαλόγου με τον νομοθέτη, ΕφΔΔ 2010, σ. 393. Σημειώνεται ότι στη γαλλική έννομη τάξη, η εξουσία του ακυρωτικού δικαστή να απευθύνει συγκεκριμένες διαταγές (injonctions) στη διοίκηση προς διασφάλιση της συμμόρφωσής της στην απόφασή του προβλέπεται ρητά και ρυθμίζεται διεξοδικά στον Code de justice administrative ήδη από το 1995, τροποποιήθηκε δε και ενισχύθηκε το 2019 (άρθρα L 911-1  και L911-2 του CJA). Η εξουσία αυτή αμβλύνει ουσιωδώς τη διάκριση μεταξύ ακυρωτικών διαφορών και διαφορών πλήρους δικαιοδοσίας.

[12] Βλ. συναφώς Πρ. Παυλόπουλου, Τα όρια περιορισμού του συνταγματικώς κατοχυρωμένου κρατικού παρεμβατισμού  Σχόλιο στις αποφάσεις ΣτΕ (Ολ) 190-191/2022 για την κατά το Σύνταγμα έκταση του ελέγχου και της εποπτείας του Δημοσίου επί των Δημόσιων Επιχειρήσεων, www.constitutionalism.gr· Μ.-Χρ. Βλάχου-Βλαχοπούλου, Προς παγίωση μιας «αγοραφοβικής» προσέγγισης του φαινομένου της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας – Με αφορμή την απόφαση ΣτΕ Ολ 190/2022 για την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ, ΘΠΔΔ 2/2022, σ. 175· Ι. Κουτσούκου, Ανάμεσα στη δημόσια υπηρεσία και τη ρύθμιση της αγοράς, Syntagma watch, 9/2/2022· Π. Μαντζούφα/Ε. Λάππα, Η συνταγματική διάσταση του ελέγχου των υπηρεσιών ύδρευσης, ΕφημΔΔ 1/2022, σ. 7.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο