Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο: Η αναίρεση (μάθημα της 20ής Δεκεμβρίου 2017)

Η αναίρεση

Α. Χαρακτηριστικά

·      Έκτακτο (=δύναται να ασκηθεί μόνον για συγκεκριμένους λόγους) ένδικο μέσο (=στρέφεται κατά δικαστικής απόφασης και όχι κατά διοικητικής πράξης) που στρέφεται κατά ανέκκλητων ή τελεσίδικων αποφάσεων των τδδ (στις διαφορές ουσίας) με το οποίο διάδικος ζητά την εξαφάνιση της απόφασης. Mε αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία αποφαίνονται επί διαφορών ουσίας και όχι ακυρωτικών (ΣτΕ 4469/2009, 3769/2010), προδήλως δε δεν προσβάλλονται με το ένδικο αυτό μέσον οι αποφάσεις του ΣτΕ (ΣτΕ 209/2013).

·      Σκοπός της αναίρεσης: κατά την ορθότερη γνώμη η ενότητα της νομολογίας και η ασφάλεια δικαίου.

·      Ο αναιρετικός έλεγχος περιορίζεται μόνο σε νομικά ζητήματα. Το πραγματικό της υπόθεσης έρχεται εκκαθαρισμένο από το δικαστήριο της ουσίας. Έτσι, η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού είναι δεδομένη και δεν αξιολογείται.

·      Η αναίρεση δεν συνιστά τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας (αφού δεν ελέγχει το πραγματικό της υπόθεσης). Πράγματι, ο αναιρετικός έλεγχος από το ΣτΕ περιορίζεται μόνο σε θέματα υπερβάσεως εξουσίας ή παραβάσεως νόμου και δεν περιλαμβάνει ποτέ εκτίμηση πραγματικού, ούτως ώστε να αποκλείεται η καθίδρυση πλήρους δικαιοδοσίας τρίτου βαθμού» (ΣτΕ 2304/1991). Γενικά, η αίτηση αναιρέσεως δεν αποτελεί βαθμό δικαιοδοσίας (ΣτΕ 3736/2011 7μ.), με συνέπεια η πρόβλεψή της να μη συνδέεται άμεσα με την άσκηση του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (πρβλ. ΣτΕ 2390/2015, 3037/2001, 1455/1999· βλ. επίσης ΣτΕ 2901/2014 εν συμβουλίω με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, κατά το οποίο το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων, εάν όμως τα τελευταία προβλέπονται στην οικεία εθνική έννομη τάξη, οι εγγυήσεις του άρθ. 6 ΕΣΔΑ εφαρμόζονται και σε αυτά, υπό την έννοια ότι οι προϋποθέσεις παραδεκτού δεν θα πρέπει να είναι τέτοιας έντασης, ώστε να θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο· βλ. ενδεικτ. ΕΔΔΑ Gajtani κατά Ελβετίας, Κ. Πετρόπουλος κατά Ελλάδας, Delcourt κατά Βελγίου).

Β. Η συνταγματική κατοχύρωση της αναίρεσης

Γενικά, κατά την κρατούσα άποψη, τα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνονται συνταγματικά. Τούτο σημαίνει ότι ο νομοθέτης μπορεί να παρέμβει για τον περιορισμό τους ή την κατάργησή τους. Πάντως, εφόσον το ένδικο μέσο προβλέπεται, οι παρεμβάσεις του νομοθέτη πρέπει να κινούνται σε ένα πλαίσιο σεβασμού του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Άρθρο 95 Συντάγματος: «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: (…) β) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει.». Η αναίρεση ενώπιον του ΣτΕ κατοχυρώνεται συνταγματικά ήδη από το Σ 1927. Αυτό σημαίνει ότι ενώ, γενικώς, τα ένδικα μέσα μπορούν να αξιοποιηθούν μόνον εφόσον η άσκησή τους προβλέπεται στον νόμο, η αναίρεση, εν προκειμένω, υφίσταται ακόμα και όταν ο νόμος δεν το προβλέπει ρητά. Νόμος που αποκλείει την αναίρεση είναι αντισυνταγματικός εκτός και αν στηρίζεται σε ratio συνταγματικής ισχύος.

Γ. Προϋποθέσεις του παραδεκτού
  • Αρμοδιότητα: ΣτΕ
  • Ενεργητική νομιμοποίηση (άρθρο 51 παρ. 1 π.δ. 18/1989): Ο ηττηθείς διάδικος και οι παρεμβάντες εφόσον παρενέβησαν είτε στην πρωτοβάθμια δίκη είτε, το πρώτον, στην δευτεροβάθμια δίκη εγκύρως. /Ο νικήσας διάδικος εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Παράδειγμα: έχει απορριφθεί το ένδικο μέσο (έφεση) του δημοσίου ως αόριστο με συνέπεια την αναπομπή της υπόθεσης και όχι την επίλυσή της (βλ. ΣτΕ 3890/2010)./ Αναίρεση υπέρ του νόμου (άρθρο 51 παρ. 5) Ο αρμόδιος Υπουργός, ο Υπουργός που εποπτεύει το διάδικο νομικό πρόσωπο ή ο Γενικός Επίτροπος Επικρατείας μπορούν να ασκήσουν αναίρεση υπέρ του νόμου κατά παρέκκλιση της προθεσμίας. Η αναίρεση αυτή δεν έχει συνέπειες μεταξύ των διαδίκων.
  • Υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις (άρθρο 95 Σ κα άρθρο 51 παρ. 1 π.δ. 18/1989): Οι τελεσίδικες αποφάσεις των τδδ (αυτές που εκδίδονται κατ’ έφεση και αυτές που είναι ανέκκλητες εκ του νόμου)/Όχι οι αποφάσεις επί των ακυρωτικών εφέσεων/Όχι οι προδικαστικές, όχι οι αναθεωρηθείσες (η απόφαση που εκδίδεται μετ’ αναθεώρηση απορροφά την προηγούμενη. Συνεπώς, αν η αίτηση αναθεώρησης απορριφθεί ως απαράδεκτη προσβάλλεται με αναίρεση η πρώτη),/Όχι όσες κατέστησαν τελεσίδικες μετά την άπρακτη προθεσμία εφέσεως./Οι αποφάσεις που υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας. Απλώς παραλείποντας την ανακοπή ο διάδικος δεν μπορεί να προβάλει τους λόγους της ανακοπής (μη έγκυρη κλήση ή λόγο ανωτέρας βίας)./Περιορισμός λόγω ποσού (άρθρο 53 παρ. 4 π.δ. 18/1989): Το απαράδεκτο λόγω ποσού δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις υποθέσεις που δεν μπορεί να προσδιοριστεί το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς/Εφαρμόζεται, όμως, στις υποθέσεις που το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους/Το ποσό της διαφοράς πρέπει να υπερβαίνει τα 40.000 ευρώ (=όταν πρόκειται για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα κρίσιμο είναι το κύριο ποσό χωρίς προσαυξήσεις ή πρόσθετους φόρους) ή τα 200.000 ευρώ για διοικητικές συμβάσεις εκτός και αν «προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της.»/Κατ’ άλμα αναίρεση (άρθρο 2 ν. 3900/2010): «Κατ` αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας, ή έφεση, αν πρόκειται για ακυρωτική διαφορά. Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας διαπιστώσει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, μπορεί, εφόσον η απόφαση αυτή υπόκειται σε έφεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου, να του παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση.». Η κατ’ άλμα αναίρεση ασκείται κατά παρέκκλιση των περιορισμών λόγω ποσού. Αν το ζήτημα αντίθεσης με υπέρτερης τυπικής ισχύος διάταξη επιλυθεί μεταξύ της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης και της εκδίκασης της αίτησης αναίρεσης, η τελευταία αποβαίνει απαράδεκτη.
  • Προθεσμία (άρθρο 53 παρ. 1 π.δ. 18/1989): 60 ημέρες από την κοινοποίηση και καταχρηστική 3 έτη/Ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν υφίσταται από την προθεσμία ή την άσκηση.
  • Αντίθεση με προηγούμενη νομολογία ή ανυπαρξία προηγούμενης νομολογίας (άρθρο 53 παρ. 3 π.δ. 18/1989): « Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση». (Έννοια νομικού ζητήματος/Πηγή δικαίου η νομολογία;)
  • Με τις διατάξεις αυτές το απαράδεκτο της αίτησης αναίρεσης μετατράπηκε σε κανόνα, από τον οποίο δικαιολογείται εξαίρεση μόνο εάν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις των νέων §§ 3 και 4 του π.δ. 18/1989 (ΣτΕ 1921/2013, 1303/2014, 631/2015, 1987/2015 7μ. κ.ά.). Όπως έκρινε το Δικαστήριο, με τις ρυθμίσεις αυτές, «ο νομοθέτης απέβλεψε στην αποσυμφόρηση του ΣτΕ από τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό αιτήσεων αναιρέσεως που δεν θέτουν σημαντικά νομικά ζητήματα, έτσι ώστε να εξυπηρετηθεί ο προορισμός αυτού ως Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου και να επιτευχθεί μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης σε υποθέσεις που θέτουν σοβαρά νομικά ζητήματα. Προς τον σκοπό αυτό, με την επίμαχη διάταξη, ο νομοθέτης προέκρινε, αντί του πλήρους αποκλεισμού του αναιρετικού ελέγχου σε συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, το νομοθετικό περιορισμό, επί τη βάσει ενός αντικειμενικού κριτηρίου, των λόγων παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως. Ενόψει δε του ότι βασικός σκοπός του Δικαστηρίου είναι η ενότητα της νομολογίας του και, γενικότερα, η ενότητα του δικαίου στο πεδίο της διοικητικής δικαιοσύνης, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι παραδεκτό μόνον όταν ο αναιρεσείων τεκμηριώσει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του ΣτΕ σε καθένα από τα προς επίλυση αγόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου νομικά ζητήματα, είτε ότι υπάρχει αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς την ήδη υπάρχουσα επί των νομικών αυτών ζητημάτων νομολογία του ΣτΕ ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Απεναντίας, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, η μη τήρηση των τασσόμενων από αυτή δικονομικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως προς όλους ή ως προς ορισμένους από τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως που θέτουν νομικά ζητήματα υπό την προεκτεθείσα έννοια, συνεπάγεται, αντίστοιχα, την ολική ή μερική απόρριψη της ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης. Ανακουφίζοντας το ΣτΕ από την υφιστάμενη οριακή για τη λειτουργία του κατάσταση υπερφόρτωσης, η οποία ναρκοθετεί το κράτος δικαίου και αποδυναμώνει την ουσιαστική πραγμάτωση των συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών, αλλά και αποθαρρύνοντας την άσκηση αιτήσεων αναιρέσεως που δεν επιδιώκουν την επίλυση σοβαρών νομικών ζητημάτων αλλά έχουν ως αποκλειστικό ή κύριο σκοπό την καθυστέρηση εκπληρώσεως νόμιμων υποχρεώσεων από τους αναιρεσείοντες, η επίμαχη ρύθμιση, όπως εκτίθεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση, αποβλέπει στην παροχή δυνατότητας στο ΣτΕ να ασκήσει αποτελεσματικά τις συνταγματικές του αρμοδιότητες ως ανωτάτου δικαστηρίου στις περιπτώσεις που κατ’ εξοχήν επιβάλλεται, τυχόν δε σοβαρά ζητήματα τα οποία, ανεξάρτητα από τις ως άνω δικονομικές προϋποθέσεις παραδεκτού ενδείκνυται να αχθούν προς κρίση ενώπιόν του, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως υπέρ του νόμου κατά τις σχετικές διατάξεις, οι οποίες δεν θίγονται και εξακολουθούν να ισχύουν. Με το περιεχόμενο αυτό, η κρινόμενη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθ. 20 § 1 και 95 § 1, περ. β), του Συντάγματος και στα άρθ. 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών…» (ΣτΕ 106/2012 7μ., 892/2015 κ.ά.).
  • Συμβατότητα των ρυθμίσεων του άρθρου 12 του ν 3900/2010 προς το  ‘αρθρο 26 Σ: Σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσο οι ρυθμίσεις του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 αντίκεινται ή όχι στο άρθρο 26 Σ, στο μέτρο που δεν επιτρέπουν τη μεταστροφή της νομολογίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι «... κατά το μέρος που για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως οι διατάξεις αυτές απαιτούν ειδικότερα την υποχρέωση προβολής ισχυρισμών περί ελλείψεως νομολογίας του ΣτΕ ή περί αντίθεσης της προσβαλλομένης προς την νομολογία του, θεσπισθείσες ενόψει του ότι, κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση, βασικός σκοπός του ανωτάτου δικαστηρίου είναι η ενότητα της νομολογίας και, εν τέλει, η ασφάλεια δικαίου, ναι μεν, στοχεύοντας, κατά τα ανωτέρω, στον περιορισμό του αριθμού των αιτήσεων αναιρέσεως, συνεπάγονται και τον περιορισμό των περιπτώσεων μεταστροφής της νομολογίας του, δεν την αποκλείουν, όμως, όταν το ΣτΕ, επιλαμβανόμενο πάλι σχετικού ζητήματος που άγεται ενώπιόν του κατά νόμο, όπως όταν τα δικαστήρια της ουσίας δεν ακολουθούν την νομολογία του, είτε κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως υπέρ του νόμου... ή κατόπιν τήρησης της διαδικασίας του άρθ. 1 του ν. 3900/2010, κρίνει ότι λόγω π.χ. μεταβολής των συνθηκών επιβάλλεται μια τέτοια μεταστροφή.... Επομένως, τα προβαλλόμενα περί αντίθεσης του άρθ. 12 § 1 του ν. 3900/2010 προς το άρθ. 26 § 1 του Συντάγματος δεδομένου ότι στο εξής ανατροπή της νομολογίας μπορεί να γίνει µόνο µε πράξη του νομοθετικού οργάνου”, “περιορίζεται δε υπερμέτρως η εξουσία της δικαστικής λειτουργίας, η οποία δεν µπορεί να επανέλθει επί κριθέντος νομικού ζητήματος ακόμη και στο επίπεδο του ανώτατου δικαστηρίου”, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα» (ΣτΕ 4474/2013 7μ., 1987/2015 7μ. κ.ά.).
Δ. Λόγοι αναίρεσης
  • Περιοριστική αναφορά λόγων αναίρεσης (άρθρο 56 π.δ. 18/1989): « Λόγοι αναιρέσεως είναι: α)  Υπέρβαση  καθηκόντων  ή  καθ`  ύλην  αρμοδιότητα του διοικητικού δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. β) Μη νόμιμη συγκρότηση ή κακή σύνθεσή του. γ) Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. δ) Εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελής εφαρμογή του νόμου που διέπει  την επίδικη σχέση και ε)   Υπαρξη  δύο  ή  περισσοτέρων  τελεσίδικων  αποφάσεων  που είναι αντιφατικές  μεταξύ  τους  στην  ίδια  υπόθεση  και  για  τους  ίδιους διαδίκους. 2. Λόγοι που αφορούν πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή δεν δόθηκε απάντηση σε ισχυρισμό  που  έχει  προβληθεί απορρίπτονται  ως  απαράδεκτοι,  αν  δεν τον περιγράφουν σαφώς και δεν παραπέμπουν συγκεκριμένως στο δικόγραφο με το οποίο έχει  προβληθεί  ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας.».
  • Στ. α΄: Εξετάζεται αυτεπαγγέλτως/Υπέρβαση καθήκοντος είναι η υπέρβαση δικαιοδοσίας κάθε υφής: άσκηση αλλοδαπής δικαιοδοσίας, παραβίαση άρθρου 26 Σ, άσκηση δικαιοδοσίας ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων/Καθ’ ύλην αναρμοδιότητα είναι η περίπτωση που η διαφορά υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια αλλά σε άλλο από αυτό που την άσκησε.
  • Στ. β΄: Μη νόμιμη συγκρότηση υπάρχει όταν πάσχει ο τυπικός νόμος που συστήνει το δικαστήριο ή το π.δ. διορισμού κάποιου από τα μέλη του. Ο λόγος ελέγχεται αυτεπαγγέλτως/Μη νόμιμη σύνθεση όταν συμμετέχει δικαστής για τον οποίο συντρέχει λόγος αποχής, αποκλεισμού ή εξαίρεσης, όταν αλλάζουν τα μέλη από τη συζήτηση της υπόθεσης μέχρι τη διάσκεψη κλπ.
  • Στ. γ΄: Ως ουσιώδης τύπος νοείται κάθε τύπος δίχως την τήρηση του οποίου η απόφαση θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Παράβαση ουσιώδους τύπου γίνεται δεκτή όταν η τήρησή του δεν προκύπτει με βεβαιότητα. Οι τύποι της διαδικασίας που έχουν κριθεί ουσιώδεις αφορούν είτε την προστασία των διαδίκων είτε την εύρεση της αντικειμενικής αλήθειας είτε την εξασφάλιση του ελέγχου της δικαστικής απόφασης./Ενίοτε σε αυτόν τον λόγο περιλαμβάνεται η μη λήψη υπόψη ουσιώδους ισχυρισμού
  • Στ. δ΄: Έννοια νόμου/Εσφαλμένη ερμηνεία σημαίνει εσφαλμένη κατανόηση του κρίσιμου κανόνα δικαίου και εν γένει εσφαλμένη εφαρμογή της μεθοδολογίας του δικαίου κατά τη συγκρότηση της μείζονας πρότασης του δικανικού συλλογισμού/Πλημμελής εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή.
  • Στ. ε΄: Παράβαση δεδικασμένου/Αναιρετέα η μεταγενέστερη απόφαση
Παρ. 2: Δεν μπορούν να αναφερθούν σε υπόμνημα.

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο