Δημοτική αστυνομία. Διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης οργανικών θέσεων (ΣτΕ Ολ 15, 16, 17/2015)

Δημοτική αστυνομία. Διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης οργανικών θέσεων (ΣτΕ Ολ 15, 16, 17/2015)

 Σε τρεις αποφάσεις του Ιανουαρίου 2015, τις ΣτΕ Ολ 15, 16 και 17/2015, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιλαμβανόμενη αιτήσεων ακυρώσεως κατά αποφάσεων του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, έκρινε κατ’ ουσίαν τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων του άρθρου 81 παρ. 1 του ν. 4172/2013, με τις οποίες τίθεται σε διαθεσιμότητα το σύνολο των υπηρετούντων στην Δημοτική Αστυνομία, που υπάγονται οργανικά στο με σχέση δημοσίου δικαίου προσωπικό των Ο.Τ.Α. Ειδικότερα εξετάζονται οι δύο βασικοί θεσμοί της κινητικότητας των υπαλλήλων, που προέβλεψε ο Νόμος 4093/2012, όπως τροποποιήθηκαν με τον Ν. 4172/2013. Ο πρώτος είναι ο θεσμός της υποχρεωτικής «Μετάταξης - Μεταφοράς Προσωπικού», που ρυθμίσθηκε στην παράγραφο Ζ1 του Ν. 4093, η οποία τροποποιήθηκε με το άρθρο 91 του Ν. 4172/2013 ως εξής: «…Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων … που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) … όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη … του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. … Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης … στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται … ο υπάλληλος…. Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. …». Ο δεύτερος θεσμός είναι η διαθεσιμότητα του πλεονάζοντος προσωπικού, η οποία ρυθμίσθηκε με την παράγραφο Ζ2 του Ν. 4093/2012 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 του ν. 4172/2013 ως εξής: «1α. Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά ΝΠΔΔ με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης (όπως η φράση «σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης» αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013, Α΄ 254/21.11.2013. Προηγουμένως ο νόμος όριζε «σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης»). Εφόσον καταργείται το σύνολο των θέσεων του κλάδου ή της ειδικότητας, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 2 περίπτωση Δ΄ του Ν. 4172/2013 μετατάσσονται … αυτοδικαίως από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης … του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, κλάδου ή ειδικότητας αντίστοιχες με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα». Στο πλαίσιο της απόφασης ΣτΕ Ολ 15/2015 [15_2015], οι ανωτέρω διαδικασίες εξετάζονται υπό το πρίσμα του άρθρου 102 του Συντάγματος για την αυτοτέλεια των ΟΤΑ λόγω παρεμβάσεως στην οργανωτική δομή τους, του άρθρου 74 παρ. 5 εδ. β΄ το οποίο ορίζει ότι δεν εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους, των απορρεουσών από το άρθρο 103 του Συντάγματος αρχών της ορθολογικής οργανώσεως της Δημόσιας Διοικήσεως, της θεσμικής εγγυήσεως της μονιμότητας και της δομής του υπαλληλικού σώματος όπως διαρθρώνεται στο άρθρο 103 παρ. 2. Οι σχετικοί λόγοι ακυρώσεως απορρίπτονται στο σύνολό τους.

Στο πλαίσιο της απόφασης ΣτΕ Ολ 16/2015 [16_2015], πρέπει να αναφερθούν δύο ακόμη λόγοι ακυρώσεως. Πρώτον,  προβάλλεται ότι το καθεστώς διαθεσιμότητας αποτελεί «ιδιάζουσα μορφή απόλυσης», στο μέτρο που τυχόν μη απορρόφηση των … υπαλλήλων από άλλο φορέα επιφέρει τη λύση του δημοσίου δικαίου δεσμού τους με τον ΟΤΑ, κατά παραβίαση των δικαιωμάτων τους στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους (5 παρ. 1 Σ.) και στην εργασία (άρθρα 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 Σ.). Το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά το τελευταίο αυτό σκέλος του ο ως άνω λόγος ακυρώσεως παρίσταται απορριπτέος το μεν ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας δεν εμπεριέχει αντίστοιχη της εγγυήσεως της μονιμότητος αξίωση του δημοσίου υπαλλήλου στην εις το διηνεκές παροχή υπηρεσιών (ΣΕ 2719, 2722/2003 7μ., 2902/1984), το δε ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης εκδοχής ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι απολαμβάνουν το δικαίωμα στην εργασία, φορείς του οποίου όμως είναι μόνο οι απασχολούμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΣΕ 4436/2012, 2516/2003 7μ., 389/2000) και όχι οι πρώτοι, ενόψει της ειδικής νομικής σχέσεως που τους συνδέει με το Κράτος και τους ΟΤΑ και των αυστηρών κανόνων που διέπουν τη σχέση αυτή (πρβλ. ΣΕ 2547/1990). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα παρεμπόδιζε την ελευθερία του νομοθέτη να προβαίνει, μετά από κυριαρχική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος, στην αναδιάρθρωση των δημοσίων υπηρεσιών μέσω του εξορθολογισμού του αριθμού του προσωπικού τους, το οποίο συμφέρον, μάλιστα στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι και εντονότερο καθ’ όσον η αστυνομία ανάγεται στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Κατά τα λοιπά, ως προς την προβαλλόμενη παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ο λόγος παρίσταται επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι εφόσον γίνεται παγίως δεκτό ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα το μείζον, ήτοι η απόλυση των υπαλλήλων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται, πολλώ μάλλον δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η καθιέρωση ενός μεταβατικού σταδίου διαθεσιμότητος με καταβολή αποδοχών, κατά τη διάρκεια του οποίου θα παρέχεται στους υπαλλήλους, η δυνατότητα να απορροφηθούν από άλλους φορείς, αναλόγως των προσόντων και της υπηρεσιακής τους επάρκειας. Δεύτερον, απορρίπτεται λόγος ακυρώσεως που έγκειται στο ότι οι διατάξεις περί διαθεσιμότητας παραβιάζουν την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, με το αιτιολογικό ότι η μακροχρόνια διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ο συνταγματικός νομοθέτης, όπου θέλησε να θεσπίσει περιορισμούς στο περιεχόμενο της ρυθμιστικής δράσεως του κοινού νομοθέτη εκφράσθηκε ρητά και ειδικά (άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος) και, συνεπώς, ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας που θα στηριζόταν σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρυθμίσεως θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητάς του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε στην παράλυση της δράσεως του νομοθέτη και τη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίσει τις έννομες σχέσεις σύμφωνα με τις επιταγές του δημόσιου συμφέροντος, όπως διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες (ΣΕ 7/1997 7μ., 12/1999 7μ., 2347, 2705/2000, 3675/2001, 1466/2003, 1434/2005, 1786/2012). Εξ άλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, από την συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣΕ Ολ 2824/2002).

Τέλος, στην απόφαση ΣτΕ Ολ 17/2015 [17_2015], που αφορά τη μέθοδο της μοριοδοτήσεως στο πλαίσιο της προβλεπόμενης κατά το στάδιο της κινητικότητος αξιολογήσεως του συνόλου των τεθέντων σε διαθεσιμότητα δημοτικών αστυνομικών, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό (ΣΕ Ολ 1253/2003, Ολ 2180/2004, Ολ 3086/2011), η καθιερούμενη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων, που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της λειτουργίας που ανατέθηκε σε αυτόν από το Σύνταγμα, όσο και τη Διοίκηση που δρα κανονιστικώς. Η παράβαση της πιο πάνω συνταγματικής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας τους, ώστε να διασφαλίζεται με ίσους όρους η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας καθενός. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος των κατ’ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, ο κοινός νομοθέτης ή η Διοίκηση που δρα κανονιστικώς μπορεί να ρυθμίσει κατά ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, αφού ληφθούν υπόψη οι υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, οι οποίες συνδέονται προς τις καταστάσεις ή σχέσεις που είναι υπό ρύθμιση. Με βάση δε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ο νομοθέτης μπορεί να προβαίνει στη σχετική ρύθμιση μέσα στα όρια της αρχής της ισότητας, τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση είτε με τη μορφή χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την μορφή επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων, που τελούν κάτω από διαφορετικές συνθήκες ή, αντίθετα, την διαφορετική μεταχείριση των ίδιων ή παρόμοιων καταστάσεων. Αν το δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου, διαπιστώσει παράβαση της αρχής της ισότητας, οφείλει, κατά την εφαρμογή του νόμου αυτού, να προβεί σε άρση της αντισυνταγματικότητας που διαπιστώθηκε. Εν προκειμένω, ο δημόσιος σκοπός, του οποίου η θεραπεία διώκεται με τις επίμαχες ρυθμίσεις της περιπτώσεως 4 της υποπαρ. Ζ.1., της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 91 παρ. 2 του ν. 4172/2013, είναι η εξασφάλιση της πραγματοποιήσεως της κινητικότητος υπό όρους αξιοκρατίας, ήτοι ένας σκοπός θεμιτός, ο οποίος δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα και προέρχονται από διαφορετικούς φορείς, ανάλογα με τη διαδικασία διορισμού τους. Στο πλαίσιο αυτό, η μοριοδότηση εκείνων των υπαλλήλων που έχουν διορισθεί μέσω ΑΣΕΠ και, μάλιστα, κατά τρόπο κλιμακωτό, ήτοι με την αύξηση του αριθμού των μορίων ανάλογα με το βαθμό «παρεμβάσεως» του ΑΣΕΠ στη διαδικασία διορισμών, αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο διαφοροποιήσεως, αφού, μάλιστα, στην συγκεκριμένη περίπτωση η μοριοδότηση βάσει του κριτηρίου της διαδικασίας επί της οποίας το ΑΣΕΠ διενεργεί έλεγχο νομιμότητος βάσει ενστάσεως του ενδιαφερομένου δεν ανάγεται στο μέγιστο όριο των 30 μορίων, αλλά στα 20 μόρια. Πέραν δε αυτού η θέσπιση της διαδικασίας αυτής με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3812/2009 κατέστη αναγκαία, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το συγκεκριμένο άρθρο και τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή για την αντιμετώπιση του φαινομένου των καταχρηστικών προσλήψεων στη Δημοτική Αστυνομία υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς όπου η όλη διαδικασία εκινείτο υπό την αιγίδα των οργάνων της τοπικής αυτοδιοικήσεως και του Γενικού Γραμματέως της οικείας Περιφέρειας. Εξ άλλου, ο διορισμός που ελέγχεται μέσω της συνταγματικά κατοχυρωμένης ανεξάρτητης αρχής (ΑΣΕΠ) δημιουργεί ένα τεκμήριο υπέρ της επάρκειας και της ικανότητος των διορισθέντων, το οποίο υπό το σύστημα που καθιερώνει η εν προκειμένω εφαρμοστέα υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/3/οικ 22274/9-8-2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δύναται να ανατραπεί μέσω της κατισχύσεως του μη δικαιούμενου τα μόρια αυτά στις λοιπές τρεις ομάδες κριτηρίων που ανέρχονται συνολικά σε 70 μόρια (ήτοι τυπικά προσόντα- μέγιστος αριθμός μορίων 30, διοικητική εμπειρία- μέγιστος αριθμός μορίων 30 και υπηρεσιακή αξιολόγηση των 8 τελευταίων ετών- μέγιστος αριθμός μορίων 10).

Για τα ζητήματα αυτά, βλ. διεξοδική ανάλυση και κριτική των νέων διατάξεων σε Ι. Συμεωνίδη, Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων στην εποχή των μνημονίων. Από την καθιέρωση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων στα μνημονιακά καθεστώτα της διαθεσιμότητας – κινητικότητας και της αυτοδίκαιης αργίας, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2014

ΣτΕ Ολ 15/2015  Διάγραμμα της απόφασης Προσβαλλόμενες πράξεις

 2. ... με την κρινόμενη αίτηση το αιτούν σωματείο ζητεί την ακύρωση: 1. της υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ/15.10.2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών α) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και β) Δημοσίας Τάξεως και Προστασίας του Πολίτη, με τίτλο «Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία» (Β΄ 2631/17.10.2013, πραγματική κυκλοφορία 17.10.2013), 2. της υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινής αποφάσεως των ίδιων Υπουργών, με τίτλο «Καθορισμός προσόντων, προϋποθέσεων και διαδικασίας αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, των αναφερομένων στο άρθρο 81 του Ν. 4172/2013, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης» (Β΄ 2655/18.10.2013, πραγματική κυκλοφορία 18.10.2013), 3. της υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) -Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013» (Β΄ 2999/26.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 26.11.2013), 4. της υπ’ αριθμ. 32450/29.11.2013 αποφάσεως του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. 5/2013 Ανακοίνωσης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης» (Β΄ 3036/28.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 2.12.2013), 5. της υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε/28.11.2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών α) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και β) Δημοσίας Τάξεως και Προστασίας του Πολίτη, με τίτλο «Τροποποίηση της 6000/2/234−γ΄ από 15−10−2013 κοινής υπουργικής απόφασης, “Προσόντα, προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία” (Β΄ 2631)» (Β΄ 3030/28.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 28.11.2013) και 6. της υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 κοινής αποφάσεως των ίδιων Υπουργών, με τίτλο «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. 90894/18−10−2013 (ΦΕΚ 2655/ Β/2013) κοινής υπουργικής απόφασης “Καθορισμός προσόντων, προϋποθέσεων και διαδικασίας αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, των αναφερομένων στο άρθρο 81 του Ν. 4172/2013, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης”» (Β΄ 3032/28.11.2013, πραγματική κυκλοφορία 28.11.2013).

 Κανονιστικός χαρακτήρας προσβαλλομένων πράξεων – Ακυρωτική διαφορά – Συναφείς πράξεις

4. Επειδή, όλες οι προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι με αυτές θεσπίζονται κανόνες ρυθμίζοντες ουσιαστικά και διαδικαστικά ζητήματα κινητικότητος των τεθέντων σε καθεστώς διαθεσιμότητος δημοτικών αστυνομικών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013. Λόγω δε ακριβώς του κανονιστικού τους χαρακτήρα, η αμφισβήτηση της νομιμότητος των πράξεων αυτών προκαλεί ακυρωτική διαφορά, υπαγόμενη- ενόψει και της σπουδαιότητός της- στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του απορρέοντος από το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 τεκμηρίου υπέρ της ακυρωτικής του αρμοδιότητας (πρβλ. ΣΕ Ολ 671-8/2013, Ολ 3919/2010). Εξ άλλου, οι προσβαλλόμενες κανονιστικές πράξεις είναι συναφείς μεταξύ τους, καθόσον έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της ίδιας, κατά τα ουσιώδη της χαρακτηριστικά, νομοθεσίας (άρθρο 81 του ν. 4172/2013, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο πρώτο, παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012, καθώς και στα άρθρα 90 και 91 του ν. 4172/2013), καθώς και στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας κινητικότητος των δημοτικών αστυνομικών, και κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι στην ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής με τη μετάταξή τους σε υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Υπουργείου Οικονομικών, του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και της Γενικής Γραμματείας Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής (πρβλ. ΣΕ 2133/2003, 51/2011).

 Εφαρμοστέες συνταγματικές διατάξεις

 6. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 23 παρ. 2 ορίζει ότι "... Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ’ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας ...", ενώ με το άρθρο 29 παρ. 3 αυτού "Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας ...". Περαιτέρω στο άρθρο 102 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους. 2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια…». Στο δε άρθρο 103 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό. Οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών. 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και ... στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».

Διατάξεις περί συστάσεως και αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Αστυνομίας  7.…με τις διατάξεις του ν. 1481/1984 (Α΄ 152) συνεστήθη η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.), ως ενιαίο σώμα ασφαλείας… Διατάξεις περί συστάσεως και στελεχώσεως της Δημοτικής Αστυνομίας 8… στην παρ. 2 του άρθρου 24 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ΔΚΚ, κωδικοποιητικού π.δ/τος 410/1995, Α΄ 213) προεβλέφθη το πρώτον η δυνατότητα συγκροτήσεως ειδικής υπηρεσίας (της Δημοτικής Αστυνομίας)…. 9. … με το άρθρο 35 παρ. 12 του ν. 3274/2004 (Α΄ 195) η περ. γ΄, της παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2819/2000 αντικαταστάθηκε ... Συμβατότητα του άρθρου 24 παρ. 3 του πδ 410/1995 με το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος

 10. Επειδή, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του ως άνω υπ’ αριθμ. 135/2006 π.δ/τος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τέθηκε το ζήτημα της αντιθέσεως προς το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, αφενός μεν των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995, όπως ίσχυε μετά τις διαδοχικές του τροποποιήσεις, αφετέρου δε των διατάξεων του υπό επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος, καθ’ ο μέρος δεν προβλεπόταν σ’ αυτές διαδικασία ελέγχου των προσλήψεων στη δημοτική αστυνομία από ανεξάρτητη αρχή. Το Ε΄ Τμήμα του Δικαστηρίου παρέπεμψε με το Πρακτικό Επεξεργασίας 115/2006 το ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια, αφού προηγουμένως γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι οι διαδικασίες προσλήψεων του π.δ/τος 410/1995 δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994, «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (Α΄ 28), οι οποίες κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 εξαιρούνται από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. Με το υπ’ αριθμ. 126/2006 Πρακτικό Επεξεργασίας η Ολομέλεια γνωμοδότησε αντιθέτως, ότι δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως του προβλεπόμενου στο άρθρο 24 παρ. 3 του π.δ/τος 410/1995 (και δη στο άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2819/2000) συστήματος επιλογής του ένστολου προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι το συγκεκριμένο σύστημα είναι, εξαιτίας της φύσεως των ασκούμενων από το ένστολο προσωπικό αρμοδιοτήτων, ειδικό, καθόσον οι προσλήψεις χωρούν επί τη βάσει ειδικών προσόντων και κατόπιν αξιολογήσεως των υποψηφίων με αντικειμενικά κριτήρια από ειδικό όργανο, που μπορεί να μην είναι το ΑΣΕΠ, το σύστημα δε αυτό εμπίπτει στην εξαίρεση της περιπτώσεως ε΄ του ν. 2190/1994 για το αστυνομικό προσωπικό των Υπουργείων Δημοσίας Τάξεως και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 118 του Συντάγματος, λαμβανομένου υπόψη ότι το π.δ. 410/1995, όπως ισχύει, είναι προγενέστερο της συνταγματικής αναθεωρήσεως του έτους 2001.

Ν. 3812/2009, «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» 11. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009, «Αναμόρφωση συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις» (Α΄ 234), επήλθε αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 και, συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι εξαιρείται από τα Κεφάλαια Α΄, Β΄ και Γ΄ του νόμου αυτού και το «ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας» (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 2190/1994). … Τροποποιήσεις ως προς το νομικό πλαίσιο που διέπει τις αρμοδιότητες, την οργάνωση και τη λειτουργία της Δημοτικής Αστυνομίας    12. … «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», προσαρτηθέν ως Παράρτημα III στο ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας

 13. Επειδή, στο γνωστό ως «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» κείμενο (βλ. ΣτΕ 668/2012 Ολομ., σκ. 12), το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα III στο ν. 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α΄ 65), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων και τα εξής: «III. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ: Α. … Β. … Γ. Διαρθρωτικές Πολιτικές: 22. Οι διαρθρωτικές πολιτικές ενισχύονται προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να εξέλθουμε γρήγορα από την κρίση. ... Ειδικότερα: Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. … Η κυβέρνηση θα συνεργαστεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να ξεκινήσει μια ανεξάρτητη εξωτερική λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συμβάλουν στον καθορισμό προτεραιοτήτων για τις κυβερνητικές δράσεις και θα ενισχύσουν τον αγώνα κατά της σπατάλης και της διαφθοράς σε ολόκληρη τη δημόσια διοίκηση, …». Συναφώς, στο κείμενο, το οποίο έχει τίτλο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής» και το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα IV στον ως άνω ν. 3845/2010, προβλέπονται τα εξής: «1. … 2. Ενέργειες για τη δεύτερη αξιολόγηση (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου 2010) … i. Δημοσιονομική Προσαρμογή: Αυστηρή εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2010 και των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής που εξαγγέλθηκαν μετέπειτα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που περιέχονται στο παρόν Μνημόνιο. … Ο προϋπολογισμός θα περιέχει τα ακόλουθα μέτρα…: … -Η κυβέρνηση ξεκινά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και την αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης με στόχο την μείωση του κόστους κατά τουλάχιστον 1.500 εκατομμύρια ευρώ από το 2011 ως το 2013, από τα οποία τουλάχιστον 500 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο 2011. … 6. Ενέργειες για τον έκτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τρίτου τριμήνου του 2011): i. Δημοσιονομική προσαρμογή: …. -Συνέχιση της αναδιοργάνωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης για την εξοικονόμηση τουλάχιστον 500 εκ. ευρώ. … Μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: - υιοθέτηση της νομοθεσίας για την μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης σε τοπικό επίπεδο (Ιούνιος 2010)».

«Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V1 στον ν. 4046/2012

 14. Επειδή, εξ άλλου, στο δεύτερο, κατά σειρά, «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V1 στον ν. 4046/2012, «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (Α΄ 28), προβλέπονται, μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: «… 7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: … -Μειώσεις προσωπικού. Παραμένουμε πιστοί στη δέσμευσή μας να μειώσουμε την απασχόληση στη γενική κυβέρνηση κατά τουλάχιστον 150.000 την περίοδο 2011-2015. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα συνεχίσουμε να εφαρμόζουμε αυστηρά την υφιστάμενη αναλογία 1:5 προσλήψεις-αποχωρήσεις, καθώς και το πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης που καθιερώθηκε προσφάτως, να μειώνουμε την απασχόληση συμβασιούχων και να βάζουμε στην εργασιακή εφεδρεία επαρκείς υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους έως το τέλος 2012 ώστε να πετύχουμε 15.000 υποχρεωτικές αποχωρήσεις (μόλις εξαντληθεί ο χρόνος τους στην εφεδρεία). Η προγραμματισμένη λειτουργική αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης (βλ. παρακάτω) και τα σχέδια για το κλείσιμο, την συγχώνευση ή τη συρρίκνωση φορέων της γενικής κυβέρνησης, θα μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε τους υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους. ...». Παράλληλα, στο «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής», το οποίο προσαρτήθηκε ως Παράρτημα V2 στον ως άνω ν. 4046/2012, περιελήφθη επίσης κεφάλαιο, αφορών τη δημόσια διοίκηση, στο οποίο αναφέρονται και τα εξής: «2.6: Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης: Σε κεντρικό επίπεδο: … Αποδοχές στον δημόσιο τομέα και διαχείριση ανθρωπίνων πόρων: Η Κυβέρνηση δημοσιεύει και επικαιροποιεί σε τριμηνιαία βάση τα μεσοπρόθεσμα σχέδιά της για στελέχωση ανά τμήμα για την περίοδο μέχρι το 2015, σύμφωνα με τον κανόνα "μία πρόσληψη ανά 5 αποχωρήσεις από την υπηρεσία". Ο κανόνας προσλήψεων/αποχωρήσεων από την υπηρεσία ισχύει ως προς την γενική κυβέρνηση ως σύνολο. ... 15.000 χιλιάδες άτομα πλεονάζοντος προσωπικού μετατίθενται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντός του 2012 σε σχέση με τον προσδιορισμό φορέων ή μονάδων που κλείνουν ή ελαττώνονται σε μέγεθος. Στο προσωπικό που βρίσκεται σε εργασιακή εφεδρεία καταβάλλεται ποσοστό 60% των βασικών τους αποδοχών (εξαιρουμένων των υπερωριών και άλλων επιπλέον αποδοχών) για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 12 μηνών, μετά το οποίο απομακρύνονται...».

Νόμοι 4024/2011 και 4093/2012 για την κινητικότητα των Υπαλλήλων του Κράτους

 15. Επειδή, για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων θεσπίσθηκε, αρχικώς, ο ν. 4024/2011, «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α΄ 226), στο άρθρο 5 του οποίου, με τίτλο «Θέματα κινητικότητας των Υπαλλήλων του Κράτους», ορίζεται ότι … Ακολούθησε ο ν. 4093/2012, «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222), με τον οποίο θεσπίσθηκε νέα διαδικασία (υποχρεωτικής) κινητικότητος του προσωπικού που απασχολείται στο Δημόσιο (με την ευρεία του όρου έννοια), παραλλήλως προς τα γενικώς ισχύοντα στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρο 69 επ.) του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Υπαλληλικού Κώδικα). Συγκεκριμένα, στην υποπαράγραφο Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τίτλο «Μετάταξη - Μεταφορά Προσωπικού», ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού … για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. … Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Σε περίπτωση μετάταξης … υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου … προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής. 2. Με την πράξη μετάταξης … μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος … υπάλληλος, σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 3. Η μετάταξη … κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου … του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσής του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξή του. Όποιος μετατάσσεται … σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών. ... 4. ...». Εξάλλου, με την υποπαράγραφο Ζ.2 της ίδιας παρ. Ζ΄ του ν. 4093/2012 ρυθμίσθηκαν εκ νέου τα ζητήματα διαθεσιμότητας του πλεονάζοντος προσωπικού. Ειδικότερα, στην εν λόγω υποπαράγραφο ορίζονται τα εξής: «1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) ...». Παράλληλα, στην υποπαράγραφο Ζ.4 ορίζονται τα εξής: «1. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα: Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού-Λογιστικού, Διοικητικού-Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας… 2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του παρόντος. 3. Εντός πέντε (5) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των υπηρεσιών ή φορέων που καταλαμβάνονται από τις υποπαραγράφους Ζ.2 και Ζ.3 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατάλογο των ονομάτων των υπαλλήλων οι οποίοι: α) τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης τους, β) τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία. 4. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των φορέων της περίπτωσης 1 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης: α. τον αριθμό των θέσεων που καταργούνται σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση του παρόντος, καθώς και αντίγραφα των ατομικών διοικητικών πράξεων θέσης σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, καταλαμβάνουν τις καταργούμενες οργανικές θέσεις, β. τις πράξεις με τις οποίες τίθενται, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε αυτοδίκαιη αργία υπάλληλοι, κατ’ εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ.3 του νόμου αυτού. 5. …».

Αιτιολογική έκθεση του Νόμου 4093/2012

16. Επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012, «[μ]ε τις ρυθμίσεις της παραγράφου Ζ΄ επιχειρείται ευρεία αναµόρφωση θεσµών του υπαλληλικού µας δικαίου, η οποία µέσω ενός νέου πλαισίου κινητικότητας του προσωπικού του δηµόσιου τοµέα αποσκοπεί πρωτίστως στη µεγιστοποίηση των δυνατοτήτων αξιοποίησής του προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας και µε στόχο την ισόρροπη κάλυψη των πολύ διαφορετικών κατά φορέα ή υπηρεσία αναγκών σε προσωπικό και την εξάλειψη ανορθολογικών καταστάσεων, όσον αφορά τις πραγµατικές ανάγκες και τη διαφορετική εργασιακή επιβάρυνση των υπαλλήλων σε σχέση µε τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε φορέα. … …

Τροποποιήσεις του συστήματος κινητικότητας και διαθεσιμότητας με τον Ν. 4172/2013

 17. Επειδή, το θεσπισθέν με το ν. 4093/2012 σύστημα της (γενικής) κινητικότητος και διαθεσιμότητος υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις με το ν. 4172/2013 (Α΄ 167). Συγκεκριμένα, με το άρθρο 91 του νόμου αυτού ορίζονται, σε σχέση με το μέτρο της κινητικότητας, τα εξής: «1. Η περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: “Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων … που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) … όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η μετάταξη … του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. … Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β΄, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη … των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης … στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται … ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι … πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται… . Η μετάταξη … μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται… . Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξή … του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. …” 2. Η περίπτωση 4 της υποπαραγράφου Ζ.1 της παρ. Ζ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: …

Ειδικές διατάξεις για τη διαθεσιμότητα συγκεκριμένων κατηγοριών υπαλλήλων

 18. Επειδή, παράλληλα με τις ως άνω γενικές ρυθμίσεις, στο ν. 4172/2013 περιλαμβάνονται και ειδικές διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα διαθεσιμότητας συγκεκριμένων κατηγοριών υπαλλήλων, μεταξύ δε αυτών και υπαλλήλων των ΟΤΑ Α΄ βαθμού, όπως οι συγκροτούντες το προσωπικό των κατά τόπους υπηρεσιών Δημοτικής Αστυνομίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 81 του νόμου αυτού με τίτλο «Κατάργηση θέσεων κλάδου Δημοτικής Αστυνομίας», ορίζονται τα εξής: «1. Από την 23η.9.2013 καταργούνται στους δήμους οι θέσεις του κλάδου ΠΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΤΕ Δημοτικής Αστυνομίας, ΔΕ Δημοτικής Αστυνομίας και ΥΕ Δημοτικής Αστυνομίας. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α΄ 222). Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που εντάσσονται στο πρόγραμμα κινητικότητας έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην Ελληνική Αστυνομία ως ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζονται τα θέματα σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι του παρόντος άρθρου και τα ζητήματα ανάθεσης σε αυτούς επιπλέον αρμοδιοτήτων που αφορούν ιδίως την αστυνομία τάξης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζονται τα επιμέρους θέματα άσκησης των αρμοδιοτήτων της παραγράφου 4, καθώς και ζητήματα λειτουργικής συνεργασίας με τους οικείους δήμους, ιδίως μέσω της από κοινού κατάρτισης ετήσιων σχεδίων δράσης. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια της εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι μετά την ένταξή τους στην Ελληνική Αστυνομία, ο τύπος, το χρώμα και η σύνθεση της στολής τους, τα αναγκαία εφόδια και ο τύπος του ειδικού δελτίου ταυτότητας με το οποίο εφοδιάζονται. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολόγησης και ένταξης των υπαλλήλων, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ρυθμίζεται το είδος, το αντικείμενο και η διάρκεια εκπαίδευσης που υφίστανται οι ανωτέρω υπάλληλοι, μετά την ένταξή τους στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης. ….

Περιεχόμενο προσβαλλόμενων πράξεων

 19. Επειδή, ειδικότερα ως προς το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας με την (νυν προσβαλλόμενη) υπ’ αριθμ. 6000/2/234-γ΄/15.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (Β΄ 2631/17.10.2013), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 91 του ν. 4172/2013, καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των δημοτικών αστυνομικών στην Ελληνική Αστυνομία.. Η εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 6000/2/234-ε΄/15.10.2013 όμοια κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (Β΄ 3030/28.11.2013), με την οποία το όριο ηλικίας για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία αυξήθηκε κατά πέντε έτη (πεντηκοστό). Ομοίως, με την υπ’ αριθμ. 90894/18.10.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2655) καθορίσθηκαν τα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αξιολογήσεως και εντάξεως των υπαλλήλων κατηγορίας ΔΕ23 της Δημοτικής Αστυνομίας στους κλάδους ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης και ΔΕ Φύλαξης των Καταστημάτων Κράτησης.. Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 101650/28.11.2013 όμοια κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 3032), με την οποία επίσης καθορίσθηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας το πεντηκοστό. Στο πλαίσιο που περιγράφουν οι προεκτεθείσες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 31890/25.11.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Β΄ 2999/26.11.2013), «Ανακοίνωση που αφορά στην κινητικότητα των δημοτικών αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81 του ν. 4172/2013, (Α΄ 167)» (Αριθμός Ανακοίνωσης 5/2013).. Ακολούθως, την 29.11.2013 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔ/Β.2/Δ/83/οικ.32170 εγκύκλιος του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Οδηγίες για την κινητικότητα των Δημοτικών Αστυνομικών που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα» (αναρτηθείσα στη «Διαύγεια», με Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης-ΑΔΑ- ΒΛ12Χ-Φ91). Με την εν λόγω εγκύκλιο περιγράφεται η τηρητέα διαδικασία για την ολοκλήρωση της κινητικότητος των υπαλλήλων των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ της Δημοτικής Αστυνομίας...

Αυτοδιοίκηση και όχι αυτονομία υπέρ των ΟΤΑ – Νομική φύση τη ΕΛ.ΑΣ. - ΄Εννοια της τοπικής υπόθεσης – Έννοια υπηρεσίας εντασσομένης στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας – Νομοθετική εξουσία οργανώσεως δημόσιας υπηρεσίας

 20. Επειδή, κατά την έννοια των συνταγματικών διατάξεων που παρατίθενται στην έκτη σκέψη και των νόμων που παρατίθενται στην έβδομη σκέψη η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.), αποτελεί κλάδο των σωμάτων ασφαλείας επιφορτισμένο με την τήρηση της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος και των παραβάσεων της εν γένει νομοθεσίας, αρμοδιότητες που είναι αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, και οι υπηρετούντες στην ΕΛ.ΑΣ. υπάγονται σε ιδιαίτερο “εξουσιαστικό καθεστώς” που συνεπάγεται ειδικούς πρόσθετους περιορισμούς των ατομικών τους δικαιωμάτων και σε ιδιαίτερους κανόνες πειθαρχίας κατ’ απόκλιση από το γενικώς ισχύον καθεστώς στους υπηρετούντες στη Δημόσια Διοίκηση. Και ναι μεν είναι δυνατή, η ανάθεση ορισμένων από τις αρμοδιότητες της ΕΛ.ΑΣ. και κυρίως αυτών που ανάγονται στην τήρηση της εν γένει νομοθεσίας με πράξη του κοινού νομοθέτη σε άλλα όργανα της Δημοσίας Διοικήσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α., και πάντως όχι οι ιδιώτες (ΣΕ 1934/1998 Ολομ., 3946/2002, 1879/2012) πλην, όμως, και στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή και συνταγματικώς επιτρεπτή, μετά από διαφορετική εκτίμηση των περιστάσεων, η επαναφορά των αρμοδιοτήτων αυτών στα όργανα της ΕΛ.ΑΣ. με νεότερη νομοθετική ρύθμιση, χωρίς παραλλήλως και αναγκαίως να προβλέπεται η διατήρηση στην υπηρεσία των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α., οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την άσκησή τους. Ειδικώτερα, η κατάργηση της ασκούσης αρμοδιότητες, που απεσπάσθησαν τμηματικώς και περιστασιακώς από την ΕΛ.ΑΣ., Δημοτικής Αστυνομίας, η οποία αποτελεί υπηρεσιακή μονάδα των Ο.Τ.Α. - όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτενώς αναφερόμενα σε προηγούμενες σκέψεις – και η εκ νέου ανάθεσή τους στην πρώτη (ΕΛ.ΑΣ.) δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 102 του Συντάγματος, εφ’ όσον με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού δεν καθιερώνεται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αυτονομία, ούτε εξουσία να θέτουν αυτοτελώς κανόνες δικαίου, αλλά παρέχεται σ’ αυτούς μόνον αυτοδιοίκηση, ήτοι εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων με δικά τους όργανα, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους και των οποίων η θέσπιση ανήκει στην νομοθετική εξουσία ή στην κατ’ εξουσιοδότηση αυτού νομοθετούσα Διοίκηση, καθόσον σ’ αυτήν ανήκει και η οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, κρατικής ή αυτοδιοικούμενης και μάλιστα εν προκειμένω υπηρεσίας εντασσομένης στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας (ΣΕ Ολ 1809/1983, Ολ 1427/1981, Ολ 371/1985, 1397/1995 7μ.). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 102 παρ. 2 και 4 και 103 παρ. 4 και 6 του Συντάγματος, συνάγεται ότι η καθιερούμενη με την παρ. 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος διοικητική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως πρώτου βαθμού, έναντι της κρατικής διοικήσεως περιλαμβάνει την κατοχύρωση του διοικητικού έργου των οργανισμών αυτών, όχι όμως και την εξουσία να αποφασίζουν με δικά τους όργανα για θέματα όπως αυτά της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τους, τα οποία δεν συνιστούν τοπική υπόθεση (ΣτΕ 4077/2009 7μ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφ’ όσον η θέση σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά τοπική υπόθεση, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη διοικητική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α., κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Περαιτέρω, οι ρυθμίσεις του ν. 4172/2013 περί καταργήσεως της Δημοτικής Αστυνομίας δεν προσκρούουν ούτε στη διάταξη του άρθρου 103 του Συντάγματος, διότι εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως η κατάργηση αυτή υπαγορεύθηκε από την μεταβολή αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργανώσεως δημοσίας υπηρεσίας της οποίας οι αρμοδιότητες εντάσσονται στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους (πρβλ. ΣΕ Ολ 3354/2013) λαμβανομένου υπ’ όψη και του ότι οι υπηρετούντες στην Δημοτική Αστυνομία τελούσαν επίσης υπό ιδιαίτερο καθεστώς προσλήψεως (...), αλλά και υπό ιδιαίτερο υπηρεσιακό καθεστώς εξαιρούμενο κατ’ αρχήν από τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, ακριβώς λόγω της φύσεως των ασκουμένων από αυτούς καθηκόντων (πρβλ. ΠΕ Ολ 126/2006), στο οποίο εφαρμοζόταν συμπληρωματικώς μόνον, όπως εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη, το καθεστώς των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. Εξ άλλου, όπως εκτίθεται επίσης σε προηγούμενη σκέψη προβλέπεται και έχει ήδη υλοποιηθεί με την έκδοση των προβλεπομένων κανονιστικών πράξεων η απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους των υπηρετούντων στην καταργουμένη Δημοτική Αστυνομία σε υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. και των καταστημάτων κρατήσεως του Υπουργείου Δικαιοσύνης, δηλαδή σε υπηρεσίες παρεμφερείς ως προς τα καθήκοντα με τα ήδη ασκούμενα από τους δημοτικούς αστυνομικούς, αλλά και σε υπηρεσίες άλλων Υπουργείων.

Απόρριψη του λόγου ακυρώσεως περί παραβιάσεως του άρθρου74 παρ. 5 εδ. β΄ του Συντάγματος

21. Επειδή, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η αιτούσα συνδικαλιστική οργάνωση προβάλλει παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 74 παρ. 5 εδ. β΄ του Συντάγματος, κατά την οποία, μεταξύ των άλλων, ορίζονται και τα εξής: «... Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση. Προσθήκη ή τροπολογία άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου δεν εισάγεται για συζήτηση. ... Σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή. ...». Και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσης, οι ρυθμίσεις του άρθρου 81 είναι άσχετες με το κύριο αντικείμενο του ν. 4172/2013, το οποίο είναι φορολογικό. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, κατά τα παγίως γινόμενα δεκτά, από τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος συνάγεται ότι το Σύνταγμα έχει αναθέσει τον έλεγχο τηρήσεως της επιταγής που περιέχεται στα εδάφ. α' και β' της παραγράφου αυτής στη Βουλή και όχι στη δικαστική εξουσία (ΣΕ 665/1978, 1186/1983, Ολ 1721/1991, 444/1995 7μ., 1913/2003, Ολ 161/2010).

Απόρριψη του λόγου ακυρώσεως περί παραβίασης των απορρεουσών από το άρθρο 103 του Συντάγματος αρχών της ορθολογικής οργανώσεως της Δημόσιας Διοίκησης

 22. Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται λόγος περί παραβιάσεως των απορρεουσών από το άρθρο 103 του Συντάγματος αρχών της ορθολογικής οργανώσεως της Δημόσιας Διοίκησης, διότι: α) οι ρυθμίσεις του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 συνιστούν επέμβαση στην ορθολογική οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών, όπως είναι οι ΟΤΑ, καθ’ όσον επιδιώκει αλλότριους σκοπούς (ταμειακοί-τήρηση δεσμεύσεων έναντι των δανειστών της Χώρας) και όχι τη βελτίωση της οργανωτικής δομής του εν ευρεία εννοία Δημοσίου, δηλ. ενός σκοπού δημοσίου συμφέροντος, β) της επεμβάσεως αυτής δεν προηγήθηκε εμπεριστατωμένη μελέτη για την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του Δημοσίου, με συνέπεια η κατάργηση να είναι οριζόντια, καθώς ήταν γνωστός εκ των προτέρων ο αναγκαίος για κατάργηση αριθμός οργανικών θέσεων, επελέγησαν δε οι υπηρεσίες της Δημοτικής Αστυνομίας χωρίς προηγουμένως να εκπονηθεί μελέτη αξιολογήσεως της δομής τους και χωρίς να ερωτηθούν για την χρησιμότητα και την αναγκαιότητά τους οι Δήμοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν, πλέον, προβλήματα δυσλειτουργίας, στο μέτρο που καλούνται λιγότεροι υπάλληλοι να ασκήσουν περισσότερες αρμοδιότητες και καθήκοντα. Συναφώς προβάλλεται παραβίαση και των αρχών της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, κατά τα παγίως γινόμενα δεκτά, δεν νοείται κατάχρηση εξουσίας κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, δηλαδή επιδίωξη από τον νόμο σκοπών αλλοτρίων από τους δεδηλωμένους στο κείμενό του (ΣΕ Ολ 1722/1983, 276/1986). Επιπλέον, από τη συνταγματική αρχή της διακρίσεως των εξουσιών προκύπτει ότι η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στη νομοθετική ή, κατά περίπτωση, στην εκτελεστική εξουσία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων ορίων της “διακριτικής τους εξουσίας” εμπίπτει στο πεδίο του ελέγχου νομιμότητας τον οποίον ασκεί ο ακυρωτικός δικαστής (ΣΕ Oλ 1094/1987, Ολ 2289/1987). Ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ίδιος λόγος ακυρώσεως παρίσταται, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι όπως έγινε ανωτέρω σε προηγούμενη σκέψη δεκτό, από την ερμηνεία των διατάξεων του Συντάγματος και των νόμων περί ΕΛ.ΑΣ. και περί Δημοτικής Αστυνομίας οι επίμαχες ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν κυρίως λόγω της μεταβολής αντιλήψεων του κοινού νομοθέτη ως προς την άσκηση αρμοδιοτήτων αστυνομικής φύσεως από την Δημοτική Αστυνομία λόγω της μη ικανοποιητικής αποδόσεως αυτής κατά την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων αυτών, δευτερευόντως δε για τη θεραπεία ενός δημοσιονομικού σκοπού. Το ζήτημα δε της απομειώσεως του προσωπικού των ΟΤΑ και των συνεπειών της, λόγω της επιχειρηθείσης μεταβολής αντιμετωπίσθηκε από τον νομοθέτη αφενός μεν με την πρόβλεψη της μεταβιβάσεως των αρμοδιοτήτων της Δημοτικής Αστυνομίας στην Ελληνική Αστυνομία και της παράλληλης ασκήσεώς τους από τους Δήμους, εφόσον οι ίδιοι κρίνουν κυριαρχικώς ότι δύνανται να ανταπεξέλθουν, αφετέρου δε με την ενίσχυση της Ελληνικής Αστυνομίας, μέσω του θεσμού της κινητικότητας (και δη με τις προσβαλλόμενες πρώτη και τέταρτη πράξεις), με 1.536 υπαλλήλους προερχόμενους από τη Δημοτική Αστυνομία (βλ. το υπ’ αριθμ. 6000/2/5250/4-α/14.1.2014 έγγραφο απόψεων του Προϊσταμένου του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρωπίνου Δυναμικού, του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας προς το Δικαστήριο), απορριπτομένου ως αβασίμου του ειδικότερου ισχυρισμού του αιτούντος περί παραβιάσεως της αρχής της συνεχείας των δημοσίων υπηρεσιών. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν υφίσταται παραβίαση των συνταγματικών αρχών που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 26, 91, 101 και (ιδίως) 103 του Συντάγματος. Ο δε ισχυρισμός της αιτούσης περί παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πέραν της αοριστίας του, προβάλλεται εκ συμφέροντος τρίτου. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, η οποία υπεστήριξε τα εξής: Ο θεσμός της Δημοτικής Αστυνομίας, ο οποίος προβλέπεται από σειρά νομοθετημάτων, εξαίρεται στις σχετικές εισηγητικές εκθέσεις ως βασικό εργαλείο για την εφαρμογή του προγράμματος των τοπικών αρχών και ως θεσμός με μεγάλη κοινωνική χρησιμότητα (βλ. ιδίως εισηγ. έκθεση ν. 3731/2008). Είναι δε και κατά κοινή πείρα γνωστή η αναγκαιότητά του ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, διότι συμβάλλει στην εμπέδωση της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης στις τοπικές κοινωνίες, ως εκ τούτου τα αορίστως αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, τα οποία δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε τεκμηρίωση ως προς την αξιολόγηση των υπηρεσιών και του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας δεν δικαιολογούν τις επίμαχες ρυθμίσεις, οι οποίες, συνεπώς, παραβιάζουν την κατοχυρούμενη στο άρθρο 103 του Συντάγματος αρχή της ορθολογικής οργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης.

Απόρριψη του λόγου ακυρώσεως περί παραβιάσεως του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος και δη της θεσμικής εγγυήσεως της μονιμότητος 23. Επειδή, στη συνέχεια προβάλλεται συναφώς παραβίαση του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος και δη της θεσμικής εγγυήσεως της μονιμότητος. Κατά το αιτούν σωματείο, ο θεσμός αυτός προστατεύει τους υπαλλήλους και από αυθαίρετες και άσχετες από τις ανάγκες των υπηρεσιών καταργήσεις οργανικών θέσεων. Ο λόγος αυτός, παρίσταται απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης νομικής εκδοχής. Και τούτο διότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η μονιμότητα αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως, η δε εμβέλεια της προστασίας που η εγγύηση αυτή παρέχει δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣΕ Ολ 1715/1983, Ολ 2650/1987, 3190/2013). Εξ άλλου, εν προκειμένω, και ανεξαρτήτως της προηγουμένης παραδοχής, με τη νομοθετική πρόβλεψη, στο πλαίσιο της κινητικότητος, για διατήρηση του δημοσίου δικαίου δεσμού των μετατασσόμενων με το Δημόσιο, εξασφαλίζεται, εν πάση περιπτώσει, και η διατήρηση της μονιμότητος (πρβλ. ΣΕ 4237/2005). Παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος δια της δημιουργίας νέας κατηγορίας υπαλλήλων για μη νομοθετημένες οργανικές θέσεις

24. Επειδή, ακολούθως, προβάλλεται παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία έγκειται και στο ότι το τεθέν σε διαθεσιμότητα προσωπικό εντάσσεται στην Ελληνική Αστυνομία ως «ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό», δηλ. χωρίς να καθίσταται σαφές εάν πρόκειται για θέσεις α) υπαρκτές (δεδομένου ότι όλες οι κενές οργανικές θέσεις του μόνιμου ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου απασχολούμενου προσωπικού στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ν.π.δ.δ. έχουν καταργηθεί με τα άρθρα 33 και 34 του ν. 4024/2011) και β) μόνιμου προσωπικού ή απασχολούμενου με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με τον τρόπο αυτό, κατά τις απόψεις της αιτούσης, ο νομοθέτης επιχειρεί τη δημιουργία νέας κατηγορίας υπαλλήλων μη προβλεπόμενης στο Σύνταγμα, τους οποίους επιθυμεί να διορίσει σε μη νομοθετημένες οργανικές θέσεις. Σε κάθε δε περίπτωση, η διαδικασία μετατάξεων εκκίνησε χωρίς την προηγούμενη έκδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 81 του ν. 4172/2013 π.δ/τος για την ίδρυση της υπηρεσίας στην Ελληνική Αστυνομία, στην οποία θα ενταχθούν οι τεθέντες σε διαθεσιμότητα δημοτικοί αστυνομικοί. Ο λόγος αυτός, πέραν του αλυσιτελούς της προβολής του, εφ’ όσον, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω, ο νομοθέτης δεν εκωλύετο, εξ επόψεως συνταγματικής, να καταργήσει την Δημοτική Αστυνομία και μάλιστα χωρίς παράλληλη πρόβλεψη απορροφήσεως του υπηρετούντος σε αυτή προσωπικού, παρίσταται απορριπτέος ως προς όλα τα σκέλη του. Και τούτο, για τους εξής λόγους: α) Οι θέσεις που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. 5/2013 Ανακοίνωση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης δεν απαιτείται να υφίστανται πριν από την έκδοση της αποφάσεως για τη μετάταξη των υπαλλήλων σε αυτές, είναι δε δυνατή η σύστασή τους με κοινή απόφαση του ως άνω Υπουργού και του οικείου Υπουργού, στην εποπτεία του οποίου υπάγονται οι υπηρεσίες όπου οι θέσεις αυτές ανήκουν (άρθρο 90 περ. 1α εδ. γ΄ του ν. 4172/2013). β) Εφόσον δεν προσκρούει στο άρθρο 103 του Συντάγματος η απόλυση των υπαλλήλων λόγω καταργήσεως θέσεων, δεν προσκρούει, κατά μείζονα λόγο, ούτε η μετάταξή τους με παράλληλη μεταβολή του υπηρεσιακού τους καθεστώτος (πρβλ. ΣτΕ 2165/2002). Εν πάση δε περιπτώσει, εν προκειμένω, ο νόμος προβλέπει (άρθρο πρώτο παρ. Ζ., υποπαρ. Ζ1 περ. 3 του ν. 4093/2012) ότι, στο πλαίσιο της κινητικότητος, η μετάταξη δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου του προσωπικού της Δημοτικής Αστυνομίας, ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφαλίσεως, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προελεύσεώς του, καθώς και ότι η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν από τη μετάταξή του. Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνει και η Διοίκηση στο υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Δ1/ 697/762/20.1.2014 έγγραφό της προς το Δικαστήριο, τουλάχιστον ως προς το λοιπό προσωπικό, πλην αυτού που θα μεταταγεί στην Ελληνική Αστυνομία και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Σε σχέση δε με όσους πρόκειται να μεταταγούν στην Ελληνική Αστυνομία, η αναφορά σε «ιδιαίτερης κατηγορίας προσωπικό» δεν έχει την έννοια ότι αυτοί δεν συνδέονται με το Κράτος με έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, αλλά ότι ενδέχεται να τελούν υπό ειδικό καθεστώς, όπως λ.χ. οι ειδικοί φρουροί (ν. 2734/1999, Α΄ 161), οι οποίοι είναι μόνιμοι επί θητεία υπάλληλοι. Επιπλέον, δεν προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 81 του ν. 4172/2013 ότι η έκδοση του προεδρικού διατάγματος για τη σύσταση των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις οποίες θα ενταχθούν οι μετατασσόμενοι υπάλληλοι, πρέπει να προηγηθεί της διαδικασίας κινητικότητος.

Απόρριψη του λόγου ακυρώσεως περί παραβιάσεως της αυτοτέλειας των ΟΤΑ μέσω της επεμβάσεως στην οργανωτική δομή τους

 25. Επειδή, προβάλλεται επίσης παραβίαση του άρθρου 102 παρ. 1 του Συντάγματος, υπό την έννοια της παραβιάσεως της αρχής της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ μέσω της βαθείας επεμβάσεως στις οργανωτικές τους δομές (παρέμβαση στα οργανογράμματά τους), πεδίο αποκλειστικής αρμοδιότητος των ΟΤΑ, καθόσον συνάπτεται με την αποτελεσματική διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Παραβίαση της ανωτέρω αρχής υφίσταται, κατά το αιτούν σωματείο, και εξαιτίας της μεταβιβάσεως του συνόλου των αρμοδιοτήτων στην κεντρική διοίκηση, χωρίς να εξετασθεί ποιες άπτονται αμιγώς τοπικών υποθέσεων. Συναφώς, προβάλλεται ότι η κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνοδεύεται από έκθεση αξιολογήσεως του θεσμού, από την οποία να προκύπτει η αναποτελεσματικότητα και η ανάγκη καταργήσεώς του, ειδικά ενόψει του ότι η σημασία του είχε επισημανθεί με το ν. 3731/2008, ώστε να μην προκύπτουν οι λόγοι που επέβαλαν την μεταστροφή. Ανεξαρτήτως εάν ο λόγος αυτός προβάλλεται μετ’ εννόμου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 1089/2008), παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, εφ’ όσον, όπως έγινε δεκτό προηγουμένως, με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 102 του ισχύοντος Συντάγματος δεν καθιερώνεται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αυτονομία ούτε εξουσία να θέτουν αυτοτελώς κανόνες δικαίου, αλλά παρέχεται σ’ αυτούς μόνον αυτοδιοίκηση, ήτοι εξουσία να αποφασίζουν επί των τοπικών υποθέσεων με δικά τους όργανα, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία αυτών και των οποίων η θέσπιση ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη ή της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού νομοθετούσης Διοικήσεως, καθόσον σ’ αυτήν ανήκει και η οργάνωση οποιασδήποτε δημόσιας υπηρεσίας, κρατικής ή αυτοδιοικούμενης (ΣΕ Ολ 1809/1983, πρβλ. ΣΕ Ολ 1427/1981, Ολ 371/1985, 1397/1995 7μ.). Υπό τα δεδομένα αυτά, και εφ’ όσον η θέση σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων της Δημοτικής Αστυνομίας δεν συνιστά τοπική υπόθεση, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι το μέτρο αυτό θίγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη διοικητική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α., κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Εξάλλου, ομοίως απορριπτέα παρίστανται και τα προβαλλόμενα περί παραβιάσεως των άρθρων 3 και επόμενα του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 1850/1989 (Α΄ 114) Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, στα οποία κατοχυρώνεται η αρχή της τοπικής αυτονομίας. Και τούτο, διότι στην παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου Χάρτη ορίζεται ότι η διοικητική αυτοτέλεια, υπό την έννοια της εξουσίας του ΟΤΑ να καθορίζει τις εσωτερικές του δομές, ευρίσκει όριο στο νόμο, υπό την επιφύλαξη του οποίου τελούν.

 Απόρριψη των λόγων ακυρώσεως περί παραβιάσεως της οδηγίας 2000/78 και του Ν. 3304/2005 και της αρχής της αξιοκρατίας 

 26. Επειδή, τέλος, προβάλλεται α) παραβίαση με τις προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις της οδηγίας 2000/78 (για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και στην εργασία) και του ν. 3304/2005, με τον οποίο αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη για τον λόγο ότι με την πρώτη και την τρίτη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση θεσπίζεται όριο ηλικίας (πεντηκοστό έτος) για τη μετάταξη στην Ελληνική Αστυνομία και στους κλάδους ΔΕ Φύλαξης και ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης, καθώς και β) παραβίαση της αρχής της αξιοκρατίας από την πρώτη και τρίτη προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που οι προσληφθέντες στη Δημοτική Αστυνομία το έτος 2010, για τους οποίους ίσχυσε ο ν. 3812/2009 και είχαν δυνατότητα ασκήσεως ενστάσεως στο ΑΣΕΠ, μοριοδοτούνται με είκοσι (20) επιπλέον μόρια έναντι των υπολοίπων συναδέλφων τους κατά το στάδιο της κινητικότητος. Οι λόγοι αυτοί παρίστανται απορριπτέοι ως άνευ εννόμου συμφέροντος προβαλλόμενοι, διότι τυχόν αποδοχή τους δεν συνεπάγεται την ωφέλεια του συνόλου του τεθέντος σε καθεστώς διαθεσιμότητος προσωπικού, αλλά αφορά την προστασία των συμφερόντων ορισμένων μόνον από αυτούς εις βάρος άλλων, ήτοι αυτών που δεν έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας και έχουν προσληφθεί με διαδικασία «υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ» (πρβλ. ΣΕ Oλ 3354/2013).

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο