Γραπτές εξετάσεις στο Γενικό Διοικητικό Δίκαιο (28 Σεπτεμβρίου 2015)

Γραπτές εξετάσεις στο Γενικό Διοικητικό Δίκαιο (28 Σεπτεμβρίου 2015) Ι. Πρακτικό θέμα 

Mε την από 1.8.2004 προκήρυξη του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών Άγιος Ανδρέας προκηρύχθηκε η πλήρωση μια θέσης δικηγόρου με πάγια αντιμισθία και με σχέση έμμισθης εντολής κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986. Για την επιλογή του καταλληλότερου μεταξύ των υποψηφίων συγκροτήθηκε η Επιτροπή Επιλογής του άρθρου 11 παρ. 2 του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, με πρόεδρο αυτής τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Π. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι «η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή, η οποία αποτελείται από: α) έναν πρόεδρο πρωτοδικών του πρωτοδικείου της έδρας του οικείου δικηγορικού συλλόγου, β) τρεις δικηγόρους, από τους οποίους ο ένας με 15ετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία, που ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο, του οικείου δικηγορικού συλλόγου, γ) έναν εκπρόσωπο του ενδιαφερομένου νομικού προσώπου. Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο πρόεδρος πρωτοδικών». Η Επιτροπή αυτή συνήλθε σε τρεις συνεδριάσεις (στις 25.11.2004, στις 12.12.2004 και στις 9.1.2005) και τελικώς επέλεξε ως καταλληλότερο μεταξύ των υποψηφίων για την πλήρωση της θέσης τον Α και ως πρώτο αναπληρωματικό τον Β. Με βάση την από 9.1.2005 απόφαση της Επιτροπής εκδόθηκε η από 17.4.2005 απόφαση του Διοικητή του ανωτέρω Νοσοκομείου περί πρόσληψης του Α. Ο Β προτίθεται να προσβάλει δικαστικώς την από 9.1.2005 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, προβάλλοντας τους εξής ισχυρισμούς: α) εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του B, β) το μέλος Γ της Επιτροπής Επιλογής γεννήθηκε στα Καλάβρυτα και φοίτησε στο εκεί δημοτικό σχολείο, όπως και ο επιλεγείς Α, γ) τα πρακτικά των τριών συνεδριάσεων της Επιτροπής Επιλογής δεν αποτυπώνουν αυτολεξεί όσα διεμείφθησαν κατά τις συνεδριάσεις αυτές και δ) η συμμετοχή του Π στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Επιλογής καθιστά μη σύννομη τη σύνθεση της εν λόγω Επιτροπής.

Ερωτάται:

  1. Ποια είναι η νομική φύση α) της από 1.8.2004 προκήρυξης του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου, β) της από 9.1.2005 απόφασης της Επιτροπής Επιλογής και γ) της από 17.4.2005 απόφασης του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου;
  2. Ευσταθούν οι ισχυρισμοί του B;
ΙΙ. Θεωρία (απαντάτε στο 1 [α΄και β΄] ή στο 2 [α΄και β΄]. Καλή επιτυχία!) 1. α) Οι αόριστες και τεχνικές έννοιες ως κριτήριο διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης. β) Η κανονιστική αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας. 2. α) Η ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας. β) Οι προϋποθέσεις ανάκλησης των νόμιμων πράξεων. Απαντήσεις στο πρακτικό θέμα (βλ. ΣτΕ 353/2013)
  1. Η όλη διαδικασία πλήρωσης θέσης νομικού συμβούλου συνιστά σύνθετη διοικητική ενέργεια. α) Η από 1.8.2004 προκήρυξη του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου αποτελεί κανονιστική πράξη. Μετά την έκδοση της απόφασης πρόσληψης από τον Διοικητή του Νοσοκομείου τελειώθηκε η σύνθετη διοικητική ενέργεια, δηλαδή εξαντλήθηκε ο ρυθμιστικός ρόλος της προκήρυξης, η οποία ενσωματώθηκε στην τελική πράξη και απέβαλε, λόγω της ενσωμάτωσης αυτής, την εκτελεστότητά της, οπότε δεν προσβάλλεται πλέον αυτοτελώς (βλ. ΣτΕ 1716, 1051/2011, 7μ., 2311/2011, 1662-4, 1842-4/2008 7μ., 2807/2007, 3987/2006). β) Η από 9.1.2005 πράξη της Επιτροπής Επιλογής είναι ενδιάμεση, εκτελεστή πράξη, της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, η οποία, μετά την έκδοση της απόφασης του Διοικητή περί διορισμού του επιλεγέντος Α, ενσωματώθηκε στην τελική και απώλεσε την εκτελεστότητά της (βλ. Σ.τ.Ε. 1882/2007, 3744/2005). γ) Η από 17.4.2005 απόφαση πρόσληψης είναι η μόνη εκτελεστή διοικητική πράξη και, επομένως, η μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη. Στο πλαίσιο της ευθείας προσβολής της, είναι δυνατόν να προβληθούν και πλημμέλειες των προηγουμένων πράξεων της σύνθετης διοικητικής ενέργειας (2 μ.).
  2. α) Ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί: Δεν υφίσταται υποχρέωση της διοικητικής αρχής να καλέσει σε προηγούμενη ακρόαση τον διοικούμενο όταν η δυσμενής διοικητική πράξη εκδίδεται μετά από αίτηση του διοικούμενου (ΣτΕ 4519/1988, ΣτΕ 2095/1989), με την οποία αυτός έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τις απόψεις του και να υποβάλει κάθε στοιχείο προς ενίσχυση αυτών. Εν προκειμένω ο Β μετέσχε στη διαδικασία πλήρωσης θέσης νομικού συμβούλου κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης και των αναγκαίων δικαιολογητικών (0,75 μ). β) Ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί: Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, παραβιάζεται η αρχή της αμεροληψίας  όταν  μέλος του οργάνου έχει ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους ή με κάποιον από αυτούς, από το πρακτικό όμως δεν προκύπτει κάτι σχετικό. Ο κοινός τόπος καταγωγής και η φοίτηση στο ίδιο σχολείο δεν αποτελούν τέτοιο λόγο (1 μ). γ) Αρκεί η αναγραφή στο πρακτικό των συνεδριάσεων των θεμάτων που συζητήθηκαν, με συνοπτική αλλά περιεκτική αναφορά στο περιεχόμενό τους, χωρίς να απαιτείται η αυτολεξεί αποτύπωση όσων διεμείφθησαν κατά τις συνεδριάσεις αυτές (άρθρο 15 παρ. 4 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) (0,75 μ). δ) Στη διάταξη του άρθρου 89 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την πρόσφατη αναθεώρησή του (Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ΦΕΚ Α΄ 841/17.4.2001), ορίζεται ότι: «3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς», στη δε διάταξη της παραγράφου 2 εδ. δεύτερο του ίδιου άρθρου 89 ορίζεται ότι: «… Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βουλήσεως ιδιώτη εν ζωή ή αιτία θανάτου…». Τέλος, στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «4. Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του σχετικού εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1.1.2002». Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης, προκειμένου να ενισχύσει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, απαγόρευσε την ανάθεση σ’ αυτούς διοικητικών καθηκόντων, με μόνες εξαιρέσεις αυτές που ο ίδιος ρητά προέβλεψε. Η σχετική απαγόρευση, όπως προκύπτει από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 118 παρ. 4 του Συντάγματος, ισχύει το αργότερο από 1.1.2002. Συνεπώς, μετά από την ημερομηνία αυτή, κατά παράβαση του Συντάγματος εκδίδονται πράξεις από διοικητικά όργανα στα οποία μετέχει δικαστικός λειτουργός (ΣτΕ 989/2007, 2321/2006, 3744/2005). Η απόφαση πρόσληψης του Α ερείδεται σε σχετική απόφαση επιλογής του που ελήφθη μετά την 1.1.2002 από διοικητικό όργανο στο οποίο προήδρευσε δικαστικός λειτουργός κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος, οπότε η συγκρότησή του δεν ήταν νόμιμη. Για τον λόγο αυτό, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως (ΣτΕ 989/2007), πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση πρόσληψης του Α (1,5 μ).

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο