Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

Σύνθεση Δημοσίου Δικαίου – Δικαστικά δαπανήματα (αποφάσεις ΣτΕ Ολ 601/2012, Ολ 1619/2012, Ολ 682/2019) (21.12.2020)

Στο μάθημα της Σύνθεσης θα εξεταστεί η νομολογία σχετικά με τη συμβατότητα της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, προς το δικαίωμα δικαστικής προστασίας κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Θα αναλυθούν οι αποφάσεις ΣτΕ Ολ 601/2012  και ΣτΕ Ολ 1619/2012, καθώς και η πρόσφατη ΣτΕ Ολ 682/2019 που αφορά την καταβολή παραβόλου σε περίπτωση κοινής άσκησης αίτησης ακύρωσης.

ΣτΕ Ολ 601/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Κ. Μενουδάκος, Φ. Αρναούτογλου, Ν. Σακελλαρίου, Α. Ράντος, Αντιπρόεδροι, Ν. Ρόζος, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Α. Καλογεροπούλου, Εμμ. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Τ. Κόμβου, Δ. Βασιλειάδης, Χ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Μ. Πικραμένος, καθώς και ο Πάρεδρος Χ. Παπανικολάου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 25 Ιανουαρίου 2004 προσφυγή:

της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “ΤΕΧΝΟΠΡΙΝΤ Ε.Π.Ε.”, που εδρεύει στα Καλύβια Αττικής, διατελούσης σε κατάσταση πτώχευσης, της οποίας ο σύνδικος Παν. Αρμαμέντος (Α.Μ. 20164), εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι εγκρίνει την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Θ. Ψυχογιό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,

και κατά του υπ΄ αριθμ. 4531/8-12-2003 φύλλου ελέγχου του Προϊσταμένου του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (ΠΕΚ) Πειραιά.

Στη δίκη παρεμβαίνουν οι: 1) μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.», που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής (Πατριάρχου Στεργίου 7), η οποία δεν παρέστη και 2) ο Κωνσταντίνος Μιχ. Κατερινόπουλος, κάτοικος Αθηνών (Ομήρου 24), ο οποίος παραιτήθηκε από το δικόγραφο με την από 6/10/2011 δήλωσή του στη Γραμματεία του Δικαστηρίου,

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της από 7 Απριλίου 2011 Πράξης της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Ε. Νίκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον εκπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, η υπό κρίση προσφυγή, για την οποία καταβλήθηκε παράβολο 4,50 ευρώ (υπ’ αριθμ. 631457 και 1365107/2004 ειδικά έντυπα παραβόλου) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3900/2010, κατόπιν της από 7.4.2011 πράξεως της Επιτροπής του ως άνω άρθρου.

2. Επειδή, ο ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης …» (ΦΕΚ Α΄ 213) όρισε στο άρθρο 1 παρ.1 αυτού τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελουμένης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Μετά την επίλυσή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής. 2. Όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, μπορεί με απόφασή του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται αναλόγως. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιόν του».

3. Επειδή, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3900/2010 εισάγεται ο θεσμός της «δίκης-πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεώς τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις αυτές δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απ΄ ευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ώστε αυτό να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου). Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφ΄ όσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπομένη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, η οποία αποφασίζει εκ των ενόντων βάσει των προβαλλομένων ισχυρισμών και των στοιχείων του φακέλλου που διαθέτει, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει σε Ολομέλεια ή σε Τμήμα το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ/τος 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α΄ 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις.

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την από 7.4.2011 πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3900/2010, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 21.4.2011 και στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» στις 29.4.2011, έγινε δεκτό το από 1.4.2011 αίτημα της τελούσης σε κατάσταση πτωχεύσεως εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «ΤΕΧΝΟΠΡΙΝΤ ΕΠΕ», νομίμως εκπροσωπουμένης από τον σύνδικο της πτωχεύσεως, να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η από 25 Ιανουαρίου 2004 προσφυγή της κατά του υπ’ αριθμ. 4531/8.12.2003 φύλλου ελέγχου οικονομικού έτους 1998 του Προϊσταμένου του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Πειραιώς, που εκκρεμούσε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω πράξη, να κριθεί «το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 3900/2010, κατά το μέρος που αφορά στην υποχρέωση καταβολής αυξημένου παραβόλου σε εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές».

5. Επειδή, στην κατά τα ανωτέρω ανοιγείσα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκη παρενέβησαν με τα από 25.5.2011 και 20.6.2011 αυτοτελή δικόγραφα παρεμβάσεως, αντιστοίχως, η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Σάββας Παπανικόλας Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.» και ο Κωνσταντίνος Κατερινόπουλος. Όμως, ο μεν τελευταίος, με δήλωσή του που υποβλήθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6.10.2011 (Π. 5845/6.10.2011), προ της συζητήσεως της παρούσας υποθέσεως, παραιτήθηκε από την ασκηθείσα παρέμβασή του, ενώ εξάλλου η εταιρία δεν παρέστη κατά την συζήτηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε εμφανίσθηκε για να εγκρίνει την άσκηση της παρεμβάσεως, δεν προσκομίσθηκε δε μέχρι την συζήτηση συμβολαιογραφική πράξη παροχής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφονται την εν λόγω παρέμβαση δικηγόρο και, συνεπώς, η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του π.δ.18/1989, όπως αυτό ισχύει.

6. Επειδή, με το άρθρο 45 παρ. 1 του ιδίου ν. 3900/2010 αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του άρθρου 277 περί παραβόλων του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, το οποίο, εν όψει και της αντικαταστάσεως της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 22 παρ.7 του ν.3226/2004 (ΦΕΚ Α΄24/4.2.2004), διαμορφώθηκε τελικά ως εξής: «1. Για το παραδεκτό των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων πρέπει, ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να προσκομισθεί το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Αν δεν προσκομισθεί το αποδεικτικό αυτό ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α. 2. Το παράβολο ορίζεται: α) για … την προσφυγή … σε εκατό ευρώ, β) … 3. Κατ’ εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την προσφυγή, την έφεση και την αντέφεση ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της προσφυγής ή της έφεσης. 4. Τα ένδικα βοηθήματα και μέσα της παραγράφου 3 απορρίπτονται ως απαράδεκτα, εάν κατά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί, από τον υπόχρεο, το 1/3 του παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού. Το παράβολο υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία προς τούτο χορηγεί ατελώς ειδικό σημείωμα στον υπόχρεο, ύστερα από αίτησή του. Αν καταβληθεί παράβολο μικρότερο από εκείνο που αναφέρεται στο σημείωμα, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Αν καταβληθεί το παράβολο που αναφέρεται στο σημείωμα, αλλά αυτό είναι μικρότερο του κατά το νόμο οφειλόμενου, το δικαστήριο προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορριφθεί για άλλο λόγο, το παράβολο που ελλείπει καταλογίζεται με την απόφαση του δικαστηρίου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Κατά την περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όσα ορίζονται στην τελευταία περίοδο της παραγράφου 10». Περαιτέρω, στην παρ. 2 του αυτού άρθρου 45 του ν. 3900/2010 ορίσθηκε ότι: «Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως τροποποιούνται από την προηγούμενη παράγραφο, ισχύουν και για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές. Το τυχόν επιπλέον οφειλόμενο παράβολο στις διαφορές αυτές καταβάλλεται μέχρι την πρώτη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου».

7. Επειδή, μετά την προαναφερθείσα από 7.4.2011 πράξη της τριμελούς Επιτροπής, με την οποία εισήχθη προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η από 25.1.2004 προσφυγή της εταιρίας «ΤΕΧΝΟΠΡΙΝΤ ΕΠΕ», δημοσιεύθηκε ο ν. 3994/2011 «Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄165/25.7.2011), ο οποίος όρισε, στο άρθρο 65 παρ. 7 αυτού, ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010, δεν εφαρμόζεται στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές». Δυνάμει της νέας αυτής ρυθμίσεως, το αναλογικό παράβολο που προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 (ήτοι σε ποσοστό ίσο με το 2% του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ), δεν ισχύει στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές που ήσαν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 (1.1.2011) και, συνεπώς, δεν απαιτείται η καταβολή του για το παραδεκτό των προσφυγών επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, οι οποίες ασκήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010, όπως η υπό κρίση προσφυγή της εταιρίας «ΤΕΧΝΟΠΡΙΝΤ ΕΠΕ», που έχει ασκηθεί στις 4.2.2004 δια καταθέσεως στο Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο (ΠΕΚ) Πειραιώς.

8. Επειδή, μετά την διάταξη του άρθρου 65 παρ. 7 του ν. 3994/2011, η ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010, καθ’ ό μέρος αυτή προέβλεπε την εφαρμογή της “νέας” παραγράφου 3 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού φορολογικές και τελωνειακές διαφορές, έπαυσε να ισχύει. Ως εκ τούτου, κατά το μέρος αυτό, εξέλιπαν, τα ζητήματα συνταγματικότητας της ως άνω διατάξεως, παραμένει δε προς επίλυση, εν όψει, αφ’ ενός της φύσεως του κρινομένου ενδίκου βοηθήματος (προσφυγή επί φορολογικής διαφοράς) και αφ’ ετέρου του προπαρατεθέντος περιεχομένου της από 7.4.2011 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, το ζήτημα της συνταγματικότητας της ανωτέρω διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010, καθ’ ό μέρος αυτή προβλέπει την εφαρμογή στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές της παραγράφου 2 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.1 του ιδίου άρθρου 45, ήτοι την καταβολή, για το παραδεκτό και των εκκρεμών προσφυγών, παραβόλου ύψους εκατό (100) ευρώ έναντι του παραβόλου των τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (4,40) που η διάταξη αυτή προέβλεπε αρχικώς ή των είκοσι πέντε (25) ευρώ, που προέβλεπε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 35 του ν. 3650/2008 (ΦΕΚ Α΄77) (εξαιρουμένων των προσφυγών που ασκούνται από ασφαλισμένο σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, για τις οποίες το παράβολο παρέμεινε στο ποσό των 25 ευρώ).

9. Επειδή, το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που διασφαλίζει για όλα τα πρόσωπα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, καθώς και το άρθρο 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που επίσης κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας υπό την διατύπωση της “δίκαιης δίκης”, δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (ΣτΕ 3087/2011 Ολομ.,1583/2010 Ολομ., 3470/2007 Ολομ., 647/2004 Ολομ.). Εξ άλλου, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ιδιώτου, αποβλέπει στην αποτροπή της ασκήσεως απερισκέπτων και αστηρίκτων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, γι’ αυτό και η τύχη του (κατάπτωση, διπλασιασμός ή απόδοση στον καταβαλόντα) συναρτάται με την έκβαση και τις εν γένει περιστάσεις της δίκης (πρβλ. ΣτΕ 1583/2010 Ολομ., 3470/2009 Ολομ., 1852/2009 Ολομ., 647/2004 Ολομ.).

10. Επειδή, με την παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010, που αντικατέστησε, μεταξύ άλλων, την παράγραφο 2 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, εισήχθη νέα πάγια ρύθμιση ως προς το ύψος του παραβόλου που απαιτείται για το παραδεκτό των ασκουμένων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων. Το ανακαθορισθέν ποσό των εκατό (100) ευρώ, που πρέπει να καταβληθεί για την προσφυγή μέχρι την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ.7 του ν. 3226/2004, δεν είναι κατά κοινή πείρα τέτοιου ύψους ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει το δικαίωμα της προσφεύγουσας και εν γένει του διοικουμένου να προσφύγει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου και λαμβανομένου υπ’ όψη ότι, αν δεν προσκομισθεί το σχετικό αποδεικτικό ως την πρώτη συζήτηση, ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 139Α, που παρέχει στον διάδικο την ευχέρεια, ενημερωνόμενος σχετικά, να καταβάλει το ελλείπον παράβολο, ώστε να μην απορριφθεί το ένδικο βοήθημά του ως απαράδεκτο, η υποχρέωση καταβολής του ως άνω ποσού παραβόλου δεν αντίκειται στα περί παροχής δικαστικής προστασίας άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ ούτε στην αρχή της αναλογικότητας. Εξ άλλου, εν όψει του ως άνω ύψους παραβόλου, ούτε η μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 45 παρ.2 του ν. 3900/2010, καθ’ ό μέρος προβλέπει την καταβολή του εν λόγω παραβόλου για όλες τις προσφυγές, οι οποίες, ανεξαρτήτως του χρόνου ασκήσεώς τους, συζητούνται υπό την ισχύ του νόμου αυτού, θίγει το δικαίωμα του διαδίκου προς παροχή έννομης προστασίας, διότι το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείει κατ΄ αρχήν στο νομοθέτη την μεταβολή, επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, των όρων εκδικάσεως των ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και, συγκεκριμένα να επιβάλει την καταβολή προσθέτου παραβόλου ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου δοθέντος, άλλωστε, ότι και στις υποθέσεις που ήσαν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3900/2010 και εισάγονται προς συζήτηση υπό την ισχύ του, αν δεν προσκομισθεί αποδεικτικό καταβολής παραβόλου μέχρι την πρώτη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το ένδικο βοήθημα ή μέσο δεν απορρίπτεται άνευ ετέρου ως απαράδεκτο, αλλά κατά την έννοια της ως άνω μεταβατικής διατάξεως της παρ.2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 και δή του δευτέρου εδαφίου της, ερμηνευομένης σε συνδυασμό προς την παγία διάταξη της παρ.1 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 22 παρ 7 του ν. 3226/2004, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α του εν λόγω Κώδικα.

11. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η κρινομένη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, έχει καταβληθεί παράβολο 4,50 ευρώ, υπόκειται στο παράβολο των εκατό (100) ευρώ της παραγράφου 2 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, το οποίο δεν προκύπτει ότι έχει καταβληθεί. Όμως, δοθέντος ότι η συζήτηση της προσφυγής αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την διαδικασία του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3900/2010 εχώρησε προκειμένου να κριθεί ειδικώς το ζήτημα της συνταγματικότητος του άρθρου 45 παρ.2 του ν. 3900/2010, ως προς την υποχρέωση καταβολής αυξημένου παραβόλου σε εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στην προσφεύγουσα να συμπληρώσει το καταβληθέν κατά την κατάθεση της κρινομένης προσφυγής παράβολο των 4,50 ευρώ έως την πρώτη συζήτηση αυτής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου.

12. Επειδή, εκτιμώντας τις περιστάσεις το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να επιβληθεί δικαστική δαπάνη στους διαδίκους.

Διά ταύτα

Διαπιστώνει ότι το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 3900/2010 ένεκα του οποίου η κρινομένη προσφυγή εισήχθη στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά την διαδικασία του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, κατά το μέρος που όριζε ότι οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως τροποποιήθηκαν με την παρ.1 του ιδίου άρθρου 45, ισχύουν και για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές, εξέλιπε εν όψει της διατάξεως του άρθρου 64 παρ. 7 του ν. 3994/2011.

Επιλύει το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 3900/2010, κατά το μέρος που ορίζει ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 277 του ΚΔΔ, όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 του ιδίου άρθρου 45, ισχύει και για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές.

Παραπέμπει την υπό κρίση προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς, σύμφωνα με το αιτιολογικό

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 20η Ιανουαρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 10ης Φεβρουαρίου 2012.

 

ΣτΕ Ολ  1619/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Κ. Μενουδάκος, Φ. Αρναούτογλου, Ν. Σακελλαρίου, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδροι, Ν. Ρόζος, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.–Ε. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Σ. Μαρκάτης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Τ. Κόμβου, Δ. Βασιλειάδης, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Μ. Πικραμένος, καθώς και ο Πάρεδρος Χ. Παπανικολάου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 3 Μαΐου 2011 έφεση:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ Α.Ε.”, τελούσα σε καθεστώς εκκαθάρισης, η οποία έχει έδρα εκκαθάρισης στην Καλαμάτα, οδός Ψαρών αριθμ. 16, η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο των διαχειριστών της υπό εκκαθάριση εταιρείας.

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Χρυσ. Αυγερινού, Νομικό Συμβουλίου του Κράτους.

και κατά της υπ’ αριθμ. 5/2011 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της από 22 Ιουνίου 2011 Πράξης της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Α.-Γ. Βώρου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον εκπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση εφέσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, η υπό κρίση έφεση, για την οποία καταβλήθηκε παράβολο 1.000 ευρώ (υπ’ αριθ. 9216/10.5.2011 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας), εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3900/2010, κατόπιν της από 22.6.2011 πράξεως της Επιτροπής του ως άνω άρθρου.

2. Επειδή, ο ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης …» (ΦΕΚ Α΄ 213) όρισε στο άρθρο 1 παρ.1 αυτού τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελουμένης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Μετά την επίλυσή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες. Στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ίδιο ως άνω ζήτημα, και να προβάλει τους ισχυρισμούς του σχετικά με το ζήτημα αυτό. Για την εν λόγω παρέμβαση δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη, η δε μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ή τριτανακοπής. 2. Όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης, στην οποία ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, μπορεί με απόφασή του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται αναλόγως. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιόν του».

3. Επειδή, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3900/2010 εισάγεται ο θεσμός της «δίκης-πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεώς τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις αυτές δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απ’ ευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ώστε αυτό να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου). Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφ’ όσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπομένη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, η οποία αποφασίζει εκ των ενόντων βάσει των προβαλλομένων ισχυρισμών και των στοιχείων του φακέλου που διαθέτει, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει σε Ολομέλεια ή σε Τμήμα το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ/τος 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α΄ 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις (ΣτΕ Ολομ. 601/2012).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την προαναφερόμενη από 22.6.2011 πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, που δημοσιεύθηκε στις Εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» και «ΕΣΤΙΑ» στις 28.6.2011, έγινε δεκτό το από 25.5.2011 αίτημα της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ Α.Ε.» να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η από 3.5.2011 έφεσή της κατά της αποφάσεως 5/2011 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που απέρριψε ως απαράδεκτη προσφυγή της κατά του υπ’ αριθ. 4/9.12.2005 φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας, με το οποίο είχε καταλογιστεί σε βάρος της φόρος εισοδήματος για τη χρήση έτους 1994 συνολικού ύψους 2.633.444,08 ευρώ (πλέον χαρτοσήμου, ΟΓΑ και προσθέτου φόρου), τούτο, προκειμένου, όπως αναφέρεται στην ανωτέρω πράξη της επιτροπής, να κριθεί «το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 3900/2010».

5. Επειδή, με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010 προστέθηκε στο άρθρο 93 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/99, ΦΕΚ Α΄ 97) παράγραφος 3, που έχει ως εξής: «Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% του οφειλομένου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κυρίου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 209 Α. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του».

6. Επειδή, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επιτρέπεται μεν στον κοινό νομοθέτη η θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια, οι προϋποθέσεις όμως αυτές πρέπει, αφ’ ενός μεν να συνάπτονται και να είναι ανάλογες με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφ’ ετέρου δε να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων θα συνεπήγοντο την κατάλυση του, κατά την εν λόγω διάταξη, δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Εξ άλλου, η συνταγματική αυτή διάταξη δεν κατοχυρώνει μεν την ύπαρξη και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, όμως, όταν αυτή προβλέπεται νομοθετικώς, διέπει και την άσκηση ενδίκου μέσου ενώπιον δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. Ολομ. 3470/2007, 647/2004 κ.ά.).

7. Επειδή, κατ’ άρθρο 74 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α΄ 151) οι οριστικές αποφάσεις των πρωτοβάθμιων διοικητικών δικαστηρίων αποτελούν τίτλο βεβαιώσεως του φόρου που προκύπτει βάσει αυτών, με αποτέλεσμα, επί απορρίψεως της προσφυγής του φορολογουμένου, να είναι αμέσως καταβλητέο το σύνολο του φόρου. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, η κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3900/2010 υποχρέωση καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αποβλέπει στον συγκερασμό «της ανάγκης άμβλυνσης των δυσμενών για το Δημόσιο συνεπειών από τη διατήρηση επί μακρό χρονικό διάστημα δικαστικών εκκρεμοτήτων στις φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις», καθώς και στην «αποθάρρυνση της άσκησης ενδίκων μέσων με μόνο σκοπό την καθυστέρηση στην εκπλήρωση νόμιμων υποχρεώσεων, ιδίως εκείνων που αφορούν την καταβολή φόρων», ενώ περαιτέρω αναφέρεται ότι «δύναται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για όσους ασκούν την έφεση με μόνο σκοπό να καθυστερήσουν την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων συντελώντας με τον τρόπο αυτό στην υπερφόρτωση των Δικαστηρίων και στις συνέπειες που αυτή έχει στην απονομή της δικαιοσύνης». Ενόψει των ανωτέρω, η ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3900/2010 ότι ο φορολογούμενος οφείλει να καταβάλει το 50% του οφειλόμενου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, διότι άλλως η ασκηθείσα έφεση είναι απαράδεκτη, δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α’ 256) δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή το μεν αναφέρεται σε υποθέσεις για τις οποίες έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση, αφ’ ετέρου δε διότι κατά το άρθρο 209 (Α) του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (που έχει προστεθεί με το άρθρο 33 του ν. 3900/2010) παρέχεται η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως της πρωτόδικης απόφασης αν το ένδικο μέσο της εφέσεως κρίνεται προδήλως βάσιμο. Ενόψει των ανωτέρω, η επίμαχη ρύθμιση δεν παρίσταται, ούτε ως μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από τον νόμο σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας εταιρίας περί παραβιάσεως της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. λόγω της μεταβολής επί το δυσμενέστερον των προϋποθέσεων παραδεκτού της εφέσεως, δεδομένου ότι για πρώτη φορά με το άρθρο 22 του ν. 3900/2010 θεσπίζεται η ως άνω υποχρέωση καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου μέσου της εφέσεως, είναι εξάλλου αβάσιμοι και απορριπτέοι, δεδομένου ότι ο κοινός νομοθέτης δεν απαγορεύεται να εισάγει ρυθμίσεις δυσμενέστερες από εκείνες που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες είχαν προσαρμοστεί οι διοικούμενοι, αρκεί οι επιχειρούμενες ρυθμίσεις να χωρούν κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, να εξυπηρετούν λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, και να μην παραβιάζουν δικαιώματα προστατευόμενα από το Σύνταγμα ή άλλους κανόνες υπερνομοθετικής ισχύος (πρβλ. ΣτΕ 2713/2006 7μελ., 3378/1992 κ.ά.). Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Ν. Σακελλαρίου και Αθ. Ράντος, οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς και Β. Ραφτοπούλου, καθώς και ο Πάρεδρος Χρ. Παπανικολάου, οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3900/2010 δεν προβλέπουν ανώτατο όριο για το ποσό που πρέπει να καταβληθεί, επί ποινή απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, μολονότι τούτο οριζόμενο στο 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου είναι πολύ πιθανό να είναι εξαιρετικά υψηλό, ενόψει της κατά την παρ. 1 του άρθρου 6 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας καθ’ ύλη αρμοδιότητας σε πρώτο βαθμό του τριμελούς πρωτοδικείου, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο συζητήσεως της προσφυγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Καλαμάτας (13.10.2010), δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (1.1.2011, σύμφωνα με το άρθρο 70 του νόμου αυτού), οι ανωτέρω διατάξεις αντίκεινται κατά τούτο στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι από τη μη πρόβλεψη «οροφής» θίγονται τα δικαιώματα του διαδίκου ο οποίος υφίσταται μια δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση προκειμένου η υπόθεση του να κριθεί στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3470/2007, 647/2004 κ.ά., Ε.Δ.Δ.Α., υπόθεση Kreuz c. Pologne, απόφαση της 19.6.2001, Carcia Manibardo c. Espagne, απόφαση της 15.2.2000 κ.ά). Τούτο, διότι εν προκειμένω ο νομοθέτης συνδέει ρητώς την καταβολή του ανωτέρω ποσού με την άσκηση του ενδίκου μέσου. Η επιβαλλόμενη, όμως, από το Σύνταγμα εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη δεν μπορεί να συνδέεται με την άσκηση ενδίκου μέσου, δεδομένου ότι ο σκοπός αυτός ουδόλως συνάπτεται με την πρόοδο της δίκης και την εν γένει απονομή της δικαιοσύνης, προϋπόθεση υπό την οποία και μόνο είναι συνταγματικώς ανεκτή η θέσπιση δικονομικών απαραδέκτων. Δεν ασκεί δε εν προκειμένω επιρροή το γεγονός ότι η πρωτόδικη απόφαση συνιστά, κατά το νόμο, τίτλο εισπράξεως του ποσού του φόρου που κρίθηκε δικαστικώς οφειλόμενο, δεδομένου ότι η έννομη αυτή συνέπεια της δικαστικής αποφάσεως, που επέρχεται σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως δηλαδή της ασκήσεως ή μη ενδίκου μέσου κατ’ αυτής, επιτρέπει μόνον στην ταμειακή αρχή να κινήσει τις, υποκείμενες και αυτές σε δικαστικό έλεγχο, αναγκαίες διοικητικές διαδικασίες για την είσπραξη του ποσού και δεν σχετίζεται με την δικαστική αμφισβήτηση του ύψους του οφειλομένου ποσού. Αντιθέτως, η νομοθετική αυτή πρόβλεψη καθιστά το εν προκειμένω θεσπιζόμενο δικονομικό απαράδεκτο αντίθετο και με την αρχή της αναλογικότητος, δεδομένου ότι η ταμειακή αρχή έχει στην διάθεσή της και άλλο, κατ’ εξοχήν κατάλληλο, μέσο για την είσπραξη του οφειλομένου φόρου, δηλαδή την αναγωγή της πρωτόδικης αποφάσεως σε τίτλο βεβαιώσεως και εισπράξεως του ποσού, χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσφυγής σε περιορισμούς του δικαιώματος προσβάσεως σε δικαστήριο. Η παραβίαση των εν λόγω διατάξεων καθίσταται εμφανής στην προκειμένη περίπτωση, εφ’ όσον ο διάδικος καλείται να καταβάλει, για το παραδεκτό της εφέσεως, ποσό 1.316.722,04 ευρώ, δηλαδή ποσό που κατ’ ουσίαν αναιρεί την δυνατότητα ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος.

8. Επειδή, για το παραδεκτό της κρινόμενης έφεσης που εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τη διαδικασία του άρθρου 1 του αίτησης που ν. 3900/2010 απαιτείται εκτός της καταβολής του 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, να καταβληθεί και αναλογικό παράβολο ίσο προς 2% του αντικειμένου της διαφοράς.

9. Επειδή, ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 3 και 4 του προαναφερθέντος Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ορίζεται ότι για το παραδεκτό της έφεσης στις φορολογικές διαφορές κατατίθεται παράβολο που ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ορίου των δέκα χιλιάδων ευρώ, καταλογίζεται, αν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της έφεσης. Εάν κατά την κατάθεση του δικογράφου της εφέσεως δεν καταβληθεί, από τον υπόχρεο, το 1/3 του οφειλόμενου κατά τα ανωτέρω παραβόλου, έως δε την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης τα υπόλοιπα 2/3 αυτού, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο.

10. Επειδή, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010 υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της εφέσεως ιδιώτη διαδίκου, αποβλέπει στην αποτροπή της άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων εφέσεων, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και της ανάγκης αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτόν το παράβολο περιέρχεται στο Δημόσιο ή επιστρέφεται σε αυτόν που το κατέβαλε, ανάλογα με την έκβαση της δίκης (πρβλ. ΣτΕ Ολ. 647/2004). Ενόψει δε του ότι πρόκειται για διαφορές, για τις οποίες έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση σε πρώτο βαθμό και στο νόμο καθορίζεται ένα ανώτατο όριο (οροφή) παραβόλου (10.000 ευρώ), σε υποθέσεις με μεγάλο χρηματικό αντικείμενο, επιπλέον δε ορίζεται στο νόμο ότι αρκεί για το παραδεκτό της εφέσεως, όταν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, η καταβολή του τελευταίου τούτου ποσού (3.000 ευρώ) και μάλιστα του 1/3 αυτού με την κατάθεση του ενδίκου μέσου και των υπολοίπων 2/3 αυτού έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η προβλεπόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις υποχρέωση καταβολής αναλογικού ποσού παραβόλου, ανερχόμενου σε δύο εκατοστά (2%) του ποσού του φόρου που οφείλεται κατά την εκκαλούμενη απόφαση σε δίκες με χρηματικό αντικείμενο φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως αντικείμενη στο ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, που καθιερώνει το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι η σχετική ρύθμιση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού που συνάπτεται με την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, την αποτροπή δηλαδή της ασκήσεως προπετών ένδικων μέσων (πρβλ. ΣτΕ Ολ. 3470/2007, 647/2004). Μειοψήφησε ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου, ο οποίος υποστήριξε ότι η τασσομένη με την προπαρατεθείσα διάταξη υποχρέωσις καταβολής ενός τόσου υψηλού ποσού παραβόλου συνιστά, υπό τας παρούσας οικονομικάς συνθήκας, υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας και ως εκ τούτου αντίκειται τόσο στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος όσο και στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

11. Επειδή, εν προκειμένω, σύμφωνα με το 7920/15.4.2011 σημείωμα της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας το αναλογικό παράβολο της κρινόμενης έφεσης ανέρχεται στο ποσό των 52.669 ευρώ (=2.633.444* 2%). Ως εκ τούτου, για το παραδεκτό του κρινόμενου ενδίκου μέσου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 3 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, έπρεπε να καταβληθεί το ποσό των 1.000 ευρώ (3.000* 1/3) με την κατάθεση αυτού και των 2.000 ευρώ (3.000*2/3) έως την πρώτη συζήτηση. Η εκκαλούσα κατά την κατάθεση της κρινόμενης έφεσης κατέβαλε, όπως εκτέθηκε, παράβολο 1.000 ευρώ, δεν κατέθεσε όμως, έως τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (7.10.2011), τα υπόλοιπα 2/3 του οφειλομένου, κατά τα ανωτέρω, για το παραδεκτό της έφεσής της, συνολικού παραβόλου των 3.000 ευρώ, δηλαδή το ποσό των 2.000 ευρώ.

12. Επειδή, ενόψει του γεγονότος ότι οι διατάξεις των άρθρων 22 και 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (άρθρα 93 παρ. 3 και 277 παρ.3 και 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) τυγχάνουν, κατά τ’ ανωτέρω, ερμηνείας, από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας για πρώτη φορά, παρέχεται στην εκκαλούσα εταιρία η δυνατότητα να καταβάλει έως τη συζήτηση της έφεσής της στο διοικητικό εφετείο τόσο το ποσοστό 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου εισοδήματος, δηλαδή ποσό 1.316.722,04 ευρώ (=2.633.444,08*50%) όσο και τα υπόλοιπα 2/3 του οφειλόμενου παραβόλου, δηλαδή ποσό 2.000 ευρώ (=3.000*2/3).

13. Επειδή, μετά την επίλυση των ανωτέρω ζητημάτων, η κρινόμενη έφεση πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Τριπόλεως.

ΣτΕ Ολ 682/2019

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Δ. Σκαλτσούνης, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Π. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Π. Καρλή, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Δ. Μακρής, Σ. Βιτάλη, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Ελ. Παπαδημητρίου, Κ. Νικολάου, Β. Πλαπούτα, Ι. Σύμπλης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Αγγ. Μίντζια, Ρ. Γιαννουλάτου, Ιφ. Αργυράκη, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Ελ. Σ. Σταφυλά, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Κ. Νικολάου και Ιφ. Αργυράκη καθώς και η Πάρεδρος Ελ. Σ. Σταφυλά, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 30 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση:

των: 1) Γεωργίου Λιαπή του Ιωάννου, κατοίκου Ψυχικού Αττικής (Αμαρυλλίδος 11), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ενέκρινε την άσκηση του ενδίκου μέσου στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, και 2) Σωματείου με την επωνυμία «Ένωση Ιδιοκτητών Ψυχικού», που εδρεύει στο Ψυχικό Αττικής, το οποίο δεν παρέστη,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Διονύσιο Χειμώνα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1356/2018 αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1163/31.10.2017 (ΦΕΚ Β΄ 3882/3.11.2017) απόφαση της Υφυπουργού Οικονομικών και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από την εισηγήτρια, Σύμβουλο Σ. Βιτάλη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, λόγω κωλύματος του Συμβούλου Ιωάννη Σύμπλη, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την υπόθεση, έλαβε μέρος στη διάσκεψη, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Κωνσταντίνος Νικολάου, αναπληρωματικό, μέχρι τότε μέλος της συνθέσεως (άρθρο 8 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, Α΄ 8, όπως ισχύει μετά την προσθήκη τεσσάρων εδαφίων με το άρθρο 26 παρ. 2 ν. 3719/2008, Α΄ 241).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχει καταβληθεί παράβολο ύψους 150 ευρώ (βλ. e-παράβολο 18208066095802280087) ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. ΠΟΛ. 1163/31.10.2017 απoφάσεως της Υφυπουργού Οικονομικών, με θέμα «Ανακαθορισμός των τιμών ζώνης του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων, που βρίσκονται στις Ζώνες Β΄ και ΣΤ΄ της Δημοτικής Ενότητας Ψυχικού του Δήμου Φιλοθέης – Ψυχικού της Περιφερειακής Ενότητας Βόρειου Τομέα Αθηνών, της Περιφέρειας Αττικής» (Β΄ 3882/3.11.2017), κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή ζώνης των ακινήτων για τη Β΄ ζώνη Ψυχικού σε 4.000 ευρώ, με ισχύ από 8.6.2016. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν της 171/2017 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία (α) ακυρώθηκε η ΠΟΛ. 1009/18.1.2016 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 48/20.1.2016), κατά το μέρος της με το οποίο ορίστηκε η τιμή εκκίνησης του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της Β΄ ζώνης Ψυχικού του Δήμου Φιλοθέης – Ψυχικού και (β) ορίστηκε ως χρόνος έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος η 8.6.2016. 

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια κατόπιν της 1356/2018 παραπεμπτικής αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό επταμελή σύνθεση, προς επίλυση των αναφερομένων στην απόφαση αυτή ζητημάτων παραδεκτού της κρινομένης αιτήσεως και ειδικότερα του εάν σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 36 του π.δ.18/1989, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα και ανεξαρτήτως της υπάρξεως ομοδικίας μεταξύ τους, οφείλεται, επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για καθένα από τα πρόσωπα αυτά καθώς και του συναφούς ζητήματος της δυνατότητος στο αιτούν σωματείο να καλύψει την έλλειψη παραβόλου με την καταβολή του εντός εύλογης προθεσμίας. 

4. Επειδή, στο άρθρο 35 του πρ.δ/τος 18/1989 (Α, 8), όπως οι παράγραφοι του άρθρου αυτού έχουν αναριθμηθεί με το άρθρο 33 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α, 112), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Κατά τη διαδικασία γενικώς ενώπιον του Συμβουλίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τα τέλη χαρτοσήμου καθώς και τα ειδικά τέλη και τα ένσημα. 2. … 3. Συγχρόνως με την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης με τα νόμιμα τέλη, καταβάλλονται και τα τέλη εγγραφής στο πινάκιο, των πρακτικών και της απόφασης. Αν το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης κατατίθεται σε δημόσια αρχή, τα τέλη μπορεί να κατατίθενται ή να αποστέλλονται με ταχυδρομική επιταγή το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την περιέλευση του δικογράφου στο Συμβούλιο. 4. Αν τα τέλη αναβολής δεν καταβληθούν έως τη συζήτηση μετά την αναβολή, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. 5. …». Περαιτέρω, το άρθρο 36 του ιδίου π.δ/τος, όπως ισχύει (κατόπιν της αντικατάστασής του με το άρθρο 21 του ν. 4274/2014, Α΄ 147), ορίζει ότι «1. Το ένδικο μέσο που ασκείται στο Συμβούλιο της Επικρατείας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί παράβολο. Το παράβολο ορίζεται, όταν πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως […] σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ […]. […] 4. Αν το ένδικο μέσο γίνει δεκτό ή υποβληθεί παραίτηση ή καταργηθεί η δίκη για οποιονδήποτε άλλο λόγο το παράβολο αποδίδεται. Αν το ένδικο μέσο απορριφθεί, το παράβολο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου. Το Συμβούλιο εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να διατάξει την απόδοση του παραβόλου ακόμα και αν απορρίπτεται το ένδικο μέσο. Επί προφανώς απαραδέκτου ή αβασίμου ενδίκου μέσου, μπορεί να απαγγείλει ως και τον εικοσαπλασιασμό του παραβόλου. […]». Εξάλλου, η παράγραφος 6 του άρθρου 45 του π.δ. 18/1989, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 9 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24), ορίζει ότι: «Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους».

5. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων που παρατίθενται στη σκέψη 3, όπως αυτές παγίως εφαρμόζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας, προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα με κοινό δικόγραφο αρκεί, για το παραδεκτό του ασκηθέντος βοηθήματος, η καταβολή ενός και μόνου παραβόλου. Τούτο δε διότι, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου συνάπτεται αποκλειστικά προς αυτή καθ’ εαυτή την άσκηση του ενδίκου μέσου, δηλαδή την διαδικαστική πράξη με την οποία υποβάλλεται το αίτημα παροχής εννόμου προστασίας και προσδιορίζεται το περιεχόμενο της ζητούμενης προστασίας και το αντικείμενο της δίκης. Οι ανωτέρω διατάξεις ουδόλως θεσπίζουν υποχρέωση καταβολής παραβόλου για καθένα χωριστά από τους διαδίκους που ενώνονται σε κοινό δικόγραφο, στο πλαίσιο του δικονομικού θεσμού της ομοδικίας, εφ’ όσον μάλιστα η ακυρωτική δίκη αφορά την αντικειμενική νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης και όχι αυτοτελείς ατομικές αξιώσεις και δίκαια εξ υποκειμένου, η δε ομοδικία προϋποθέτει κοινό έννομο συμφέρον και κοινούς λόγους ακυρώσεως. Ο θεσμός της ομοδικίας προϋποθέτει επίσης ότι όλοι οι ομόδικοι τελούν υπό τις αυτές νομικές και πραγματικές συνθήκες σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και την ζητούμενη έννομη προστασία. Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα ότι, ενώ η επίκληση της ομοδικίας είναι κοινή, η απόδειξή της εξετάζεται χωριστά για κάθε διάδικο, όπως ομοίως χωριστά εξετάζεται και η νομιμοποίηση. Επομένως δεν υφίστανται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, αν δε αυτοί που ενώνονται σε κοινό δικόγραφο δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας (πρβλ. ΣτΕ 935/2018, 558/2018, 433/2018, 428/2018 κ.ά.) και οι μη ομοδικούντες δικαιούνται (ΣτΕ 2910/1984) και οφείλουν (ΣτΕ 4171/1987) να ζητήσουν έννομη προστασία μετά από χωρισμό δικογράφου και καταβολή νέου παραβόλου για το νέο εισαγωγικό δικόγραφο με συνέπεια να ανοίγει μια νέα, αυτοτελής έννομη σχέση δίκης. Εξ άλλου, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου δεν συναρτάται ούτε με την έκβαση της δίκης, από την οποία εξαρτάται μόνο η τύχη του (κατάπτωση ή απόδοση στους εκ των ομοδίκων νικήσαντες εν όλω ή εν μέρει – βλ. ΣΕ 935/2018 κ.ά.), επομένως ζήτημα καταπτώσεως του παραβόλου εις βάρος των ομοδίκων που δεν νομιμοποιήθηκαν ή δεν απέδειξαν το έννομο συμφέρον τους δεν τίθεται. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία επί ασκήσεως κοινής αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερους αιτούντες απαιτείται η καταβολή τόσων παραβόλων όσοι και οι αιτούντες, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα των κρισίμων διατάξεων, ούτε στην όλη οικονομία του συστήματος παροχής εννόμου προστασίας, και ιδίως των θεσμών του παραβόλου, και της ομοδικίας, έτσι όπως έχουν καταστρωθεί στην δικονομική έννομη τάξη, ούτε προκύπτει σχετική βούληση του νομοθέτη από την εξέλιξη και τις προπαρασκευαστικές εργασίες των οικείων διατάξεων (ιδίως, ούτε εξ αφορμής της προσθήκης παρ. 6 στο άρθρο 45 του π.δ. 18/1989 με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 9 του ν. 3226/2004). Αντιθέτως, όπου ο νομοθέτης προέβη σε διαφορετικές σταθμίσεις για την υποχρέωση καταβολής παραβόλου σε σχέση με τους ανωτέρω δικονομικούς θεσμούς το έχει ορίσει ρητώς, όπως, ενδεικτικά, με το άρθρο 277 παρ. 8 του ν. 2717/1999 (ΚΔΔ). Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος και Σ. Βιτάλη. Οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Σ. Βιτάλη υποστήριξαν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989, σε περίπτωση, όπως η παρούσα, ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα και ανεξαρτήτως της ύπαρξης δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, οφείλεται, επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για καθένα από τα πρόσωπα αυτά. Τούτο διότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση και παρά την κατάθεση ενός μόνο δικογράφου, το Δικαστήριο εξετάζει και κρίνει το παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος (ενδεχομένως δε, ανάλογα με το αντικείμενο της υποθέσεως και το βάσιμο αυτού) χωριστά ως προς καθέναν από τους αιτούντες (ιδίως, όσον αφορά τη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου και τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος), με συνέπεια την επιβάρυνση του έργου του, κατά τρόπο ώστε η λυσιτέλεια και η αποτελεσματικότητα του παραβόλου, ως μέσου αποτροπής απαράδεκτων (ή αβάσιμων) ενδίκων βοηθημάτων, να εξυπηρετείται μέσω της υποχρέωσης καταβολής του, επί ποινή απαραδέκτου, από καθέναν από τους αιτούντες, λαμβανομένου υπόψη ότι η εξέταση της καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού αιτήσεως ακυρώσεως, προηγείται, καταρχήν, της εξέτασης των όρων του παραδεκτού που αφορούν στη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου, στη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο εκάστου των αιτούντων και στην ύπαρξη δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους. Άλλως, δηλαδή υπό την ερμηνευτική εκδοχή ότι αρκεί η πληρωμή ενός μόνο παραβόλου για όλους τους αιτούντες, υπονομεύονται ο σκοπός και το ωφέλιμο αποτέλεσμα του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989, με τις εντεύθεν επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία του Δικαστηρίου, το οποίο, άλλωστε, εάν δεχθεί την αίτηση για ορισμένους από τους διαδίκους και απορρίψει αυτήν (λ.χ. ως απαράδεκτη, ελλείψει νομιμοποίησης πληρεξούσιου δικηγόρου ή ελλείψει εννόμου συμφέροντος) ως προς τους λοιπούς, αποδίδει το (μοναδικό καταβληθέν) παράβολο στους νικήσαντες διαδίκους, χωρίς να μπορεί να διατάξει την κατάπτωσή του ως προς τους ηττηθέντες παρά τα ρητώς και σαφώς οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 36 του π.δ/τος 18/1989. Παράλληλα, η άσκηση από τους ιδιώτες της προβλεπόμενης στο νόμο δικονομικής δυνατότητας να ασκήσουν από κοινού αίτηση ακυρώσεως, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ναι μεν θεραπεύει σκοπούς αναγόμενους και στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που μπορεί να εξυπηρετείται μέσω της έκδοσης μίας δικαστικής αποφάσεως επί κοινής αιτήσεως περισσότερων προσώπων, αντί της έκδοσης περισσότερων αποφάσεων επί αυτοτελών αιτήσεων των προσώπων αυτών, αλλά (i) η ως άνω δυνατότητα δεν συνιστά έκφανση του κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ή του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαιώματος των ιδιωτών για παροχή έννομης προστασίας έναντι εκτελεστών διοικητικών πράξεων (ανεξαρτήτως του ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν εφαρμόζεται σε κατηγορίες διοικητικών διαφορών, όπως η παρούσα, που αφορούν στην επιβολή φορολογικών βαρών), δεδομένου ότι πρόκειται για ατομικό δικαίωμα εκάστου προσώπου, παρεχόμενου για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του και όχι για συλλογικό δικαίωμα ομαδικής προσφυγής στο Δικαστήριο περισσότερων προσώπων, και (ii) η άσκηση της παραπάνω δικονομικής δυνατότητας άγει στη δημιουργία περισσότερων αυτοτελών εννόμων σχέσεων δίκης, καθεμία εκ των οποίων κρίνεται χωριστά από το Δικαστήριο, στοιχείο που δικαιολογεί τη θέσπιση σχετικών νομοθετικών περιορισμών, όπως ο προαναφερόμενος περί καταβολής χωριστού παραβόλου από τους αιτούντες, ώστε να διασφαλίζεται, κατά το δυνατό, η ορθή, σύμφωνη με το σκοπό της και λελογισμένη άσκηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας, προς όφελος και της αποτελεσματικής λειτουργίας του Δικαστηρίου. Άλλωστε, ακόμα και με την εφαρμογή του ανωτέρω περιορισμού για το παράβολο, η ομοδικία, ως δικονομική δυνατότητα, δεν θίγεται ουσιωδώς και εξακολουθεί να είναι ελκυστική για τους ενδιαφερόμενους, ως μέσο (δικονομικής) ένωσης των δυνάμεών τους, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών, καθώς τους επιτρέπει να μοιραστούν τα λοιπά έξοδα της δίκης και, ιδίως, της δικηγορικής αμοιβής για το ένδικο βοήθημα και τη συζήτησή του. Ο Σύμβουλος Δ. Κυριλλόπουλος διετύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Σε περίπτωση που περισσότεροι διάδικοι, ανεξάρτητα από την ύπαρξη του δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, ασκήσουν ένδικο μέσο ή βοήθημα ενούμενοι σε κοινό δικόγραφο, προκαλούν μεν μια κοινή δίκη, θεωρούνται, όμως ως κεχωρισμένως δικαζόμενοι, με αποτέλεσμα να δημιουργούντες πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, τόσες όσοι και οι αιτούντες. Ειδικότερα, η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων εξετάζεται χωριστά ως προς έκαστον των διαδίκων, οι πράξεις ή οι παραλείψεις εκάστου δεν ωφελούν, ούτε βλάπτουν τους λοιπούς, το δε εκ των αποφάσεων προκύπτον δεδικασμένο κρίνεται χωριστά ως προς τον κάθε έναν εξ αυτών. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 1 και 4 του π.δ.18/1989, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα, τα οποία ενούνται σε ενιαίο δικόγραφο, διεξάγεται μεν μια κοινή διαδικασία ως προς πλείονας όμως εννόμους σχέσεις και, συνεπώς, οφείλεται επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά. 

6. Επειδή μετά την επίλυση του ζητήματος που παραπέμφθηκε, δηλ. ότι κατά την έννοια του άρθρου 36 παρ. 1 και 4 του π.δ. 18/1989 επί αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα με κοινό δικόγραφο και ανεξαρτήτως της ύπαρξης δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, αρκεί για το παραδεκτό του ασκηθέντος βοηθήματος η καταβολή ενός μόνο παραβόλου, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Β΄ Τμήμα του Δικαστηρίου για περαιτέρω εκδίκαση.

 

ΣτΕ 682/2012: Καταβολή ενός παραβόλου σε περίπτωση κοινής άσκησης αίτησης ακύρωσης

1. Ως γνωστόν, η ομοδικία στην ακυρωτική δίκη δεν διακρίνεται σε αναγκαία και απλή, κατά τα ισχύοντα στην πολιτική δίκη, αλλά αποτελεί sui generis δικονομικό θεσμό, νομολογιακής προέλευσης (Ν. Νικολάκη, Η διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ, εις Χ. Χρυσανθάκη (επιμ.) Συμβούλιο της Επικρατείας. Εφαρμογές Διοικητικού Ουσιαστικού και Δικονομικού Δικονομικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, αρ.περ. 8, με παραπομπή στο πρακτικό διοικητικής ολομέλειας 4/2004), αφού στο πδ 18/1989 δεν υπάρχουν ρυθμίσεις για την ομοδικία, εκτός από τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 6 που αφορά τις συνέπειες έλλειψής της («Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους»). Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά το άρθρο 40 του πδ 18/1989, τουλάχιστον στην ακυρωτική δίκη, σε αντιδιαστολή προς την αίτηση αναίρεσης [Για το ακατανόητο της νομολογιακής αυτής στάσης, που διαχωρίζει τη δικονομική αντιμετώπιση του θεσμού της ομοδικίας αναλόγως του ενδίκου βοηθήματος, κάνει λόγο ο Ι. Καστανάς, Η Σχέση πολιτικής Δικονομίας και Δικονομίας του ΣτΕ. Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 40 του πδ 18/1989, Νομική Βιβλιοθήκη, 2019, σ. 120, 121]. Πάντως, στο πλαίσιο της ακυρωτικής δίκης, η ομοδικία είναι, κατά κανόνα, απλή, διότι οι ομόδικοι είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, υποκείμενα αυτοτελών εννόμων σχέσεων [Ν. Νικολάκη, Η διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ, ό.π. Βλ. και Ν. Σοϊλεντάκη, Η ομοδικία στη Διοικητική Δικονομία, ΘΠΔΔ 2019, σ. 206]. Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για τη θεμελίωση του δεσμού της ομοδικίας απαιτείται, αφενός, η ύπαρξη κοινού εννόμου συμφέροντος μεταξύ των διαδίκων και, αφετέρου, η προβολή από αυτούς κοινών λόγων ακύρωσης που ερείδονται στην ίδια πραγματική και νομική βάση. Ειδικά ως προς την προσβολή κανονιστικής πράξης από πρόσωπα με διαφορετικό δεσμό προς αυτήν, το Δικαστήριο απαιτεί να προσβάλλεται η πράξη από όλους τους ομοδίκους στην ίδια έκταση [ΣτΕ 3188/2010]. Την άποψη περί καταβολής ενός παραβόλου για την άσκηση κοινής αίτησης ακύρωσης από περισσότερους που ομοδικούν είχε υιοθετήσει, χωρίς όμως αιτιολόγηση, η απόφαση ΣτΕ 855/2011: κατά την έννοια του άρθρου 36 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, εφαρμοζομένου αναλόγως σύμφωνα με τα άρθρα 15 παρ. 2 ν. 3068/2002 (Α΄ 274) και 4 παρ. 1 ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως των εκκαλούντων, για την άσκηση κοινής αιτήσεως ακυρώσεως από περισσοτέρους, οι οποίοι ομοδικούν, οφείλεται η καταβολή ενός παραβόλου.  Αντίθετα, η σκέψη 5 της σύντομης «απόφασης-αρχής» ΣτΕ Ολ 682/2019 περιέχει ενδελεχή ανάλυση του δικονομικού θεσμού της ομοδικίας, υπό το πρίσμα βέβαια της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου, στην ακυρωτική δίκη, επαναλαμβάνοντας τις σκέψεις 5 και 6 της παραπεμπτικής απόφασης ΣτΕ 1356/2018 του Β΄ Τμήματος. Ισομερώς κατανεμημένη μεταξύ της ήδη πλειοψηφούσας (αλλά μειοψηφούσας στην παραπεμπτική ΣτΕ 1356/2018. Όμοιες οι ΣτΕ 1354, 1355/2018. Βλ. σχόλιο Χ. Χρυσανθάκη, Το παράβολο επί ομοδικίας στην ακυρωτική δίκη, ΘΠΔΔ 10/2018, σ. 898, ο οποίος αξιολογεί θετικά τη μειοψηφούσα στην παραπεμπτική απόφαση ΣτΕ 1354/2018 γνώμη, δηλαδή την πλειοψηφία της Ολομέλειας) και της μειοψηφούσας άποψης, η σκέψη 5 της απόφασης της Ολομέλειας θα μπορούσε –όπως έχει συμβεί με μεγάλες αποφάσεις του εν λόγω Δικαστηρίου [ενδεικτικά ΣτΕ Ολ 2176-77/2004, 1501/2014]– να αποτελέσει τμήμα δικονομικού συγγράμματος για τον οικείο θεσμό.

Α. Καταβολή ενός παραβόλου για το σύνολο των ομοδίκων

2. Κατά την άποψη της πλειοψηφίας, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα με κοινό δικόγραφο αρκεί, για το παραδεκτό του ασκηθέντος βοηθήματος, η καταβολή ενός και μόνου παραβόλου. Η κρίση αυτή στηρίζεται στους παρακάτω λόγους:

α) Σύνδεση της καταβολής παραβόλου με την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, δηλαδή μιας διαδικαστικής πράξης: To Δικαστήριο δέχθηκε ότι«η υποχρέωση καταβολής παραβόλου συνάπτεται αποκλειστικά προς αυτή καθ’ εαυτή την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, δηλαδή τη διαδικαστική πράξη με την οποία υποβάλλεται το αίτημα παροχής εννόμου προστασίας και προσδιορίζεται το περιεχόμενο της ζητούμενης προστασίας και το αντικείμενο της δίκης». Ο λόγος αυτός, αμιγώς δικονομικός και αντλούμενος από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 36 του πδ 18/1989, αρκεί αφεαυτού για να στηρίξει την κρίση περί ενός παραβόλου, αφού ασκείται μία αίτηση ακύρωσης με κοινό δικόγραφο, δηλαδή ένα ένδικο βοήθημα, από περισσότερα πρόσωπα που ομοδικούν. Πράγματι, η καταβολή παραβόλου αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση που  συναρτάται προς το δικόγραφο αυτό καθαυτό [Ν. Νικολάκη, Η διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ, όπ. π., σ. 578]. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνευτική προσέγγιση –που συνδέεται με την έννομη σχέση της δίκης– έχει στοιχεία τελολογικής και συστηματικής ερμηνείας. Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού πρέπει να ερμηνεύονται στενά επειδή λειτουργούν ως περιορισμοί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Δεν θα ήταν, βεβαίως, αντισυνταγματική η επιβολή καταβολής πλειόνων παραβόλων σε περίπτωση πλειόνων αιτούντων, αλλά ο δικονομικός νομοθέτης θα έπρεπε να προβλέψει ρητά τη συγκεκριμένη απαίτηση

β) Γραμματική ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων: Οι διατάξεις των άρθρων 35, 36 και 45 του πδ 18/1989, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, «ουδόλως θεσπίζουν υποχρέωση καταβολής παραβόλου για καθένα χωριστά από τους διαδίκους που ενώνονται σε κοινό δικόγραφο, στο πλαίσιο του δικονομικού θεσμού της ομοδικίας, εφ’ όσον μάλιστα η ακυρωτική δίκη αφορά την αντικειμενική νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης και όχι αυτοτελείς ατομικές αξιώσεις και δίκαια εξ υποκειμένου, η δε ομοδικία προϋποθέτει κοινό έννομο συμφέρον και κοινούς λόγους ακυρώσεως». Πέρα από το παρωχημένο της άποψης περί αντικειμενικής νομιμότητας ως σκοπού της ακυρωτικής δίκης, όπως εκτέθηκε παραπάνω, το Δικαστήριο διατυπώνει αξιωματικές κρίσεις ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων χωρίς καμία διευκρίνιση. Δεν είναι πρόδηλο γιατί το γεγονός ότι η ομοδικία προϋποθέτει κοινό έννομο συμφέρον των ομοδίκων και κοινούς λόγους ακύρωσης αποκλείει την υποχρέωση καταβολής χωριστού παραβόλου για κάθε αιτούντα, δεδομένου μάλιστα ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε χωριστό έλεγχο των παραπάνω στοιχείων για έκαστο των ομοδίκων. Θα πρέπει να επισημανθεί, εν προκειμένω, ότι στον χωρισμό δικογράφου επί ομοδικίας, το Δικαστήριο ουσιαστικά αναγνωρίζει την ύπαρξη διακριτών αξιώσεων και ζητεί χωριστό παράβολο. Η αξίωση, όμως, αυτή είναι δικονομική, πρόκειται, δηλαδή, για την αξίωση ακύρωσης για συγκεκριμένους λόγους. Επομένως, για κάθε δικονομική αξίωση απαιτείται ένα παράβολο, ανεξαρτήτως του αν φορέας αυτής είναι ένας ή περισσότεροι.

γ) Ταυτότητα νομικών και πραγματικών συνθηκών των ομοδίκων: Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι «ο θεσμός της ομοδικίας προϋποθέτει ότι όλοι οι ομόδικοι τελούν υπό τις αυτές νομικές και πραγματικές συνθήκες σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και τη ζητούμενη έννομη προστασία» και διαπιστώνει λακωνικά ότι  «είναι διαφορετικό το ζήτημα ότι, ενώ η επίκληση της ομοδικίας είναι κοινή, η απόδειξή της εξετάζεται χωριστά για κάθε διάδικο, όπως ομοίως χωριστά εξετάζεται και η νομιμοποίηση». Οι παραπάνω διαπιστώσεις το οδηγούν στο συμπέρασμα ότι «δεν υφίστανται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, αν δε αυτοί που ενώνονται σε κοινό δικόγραφο δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας (πρβλ. ΣτΕ 935/2018558/2018433/2018428/2018 ) και οι μη ομοδικούντες δικαιούνται (ΣτΕ 2910/1984) και οφείλουν (ΣτΕ 4171/1987) να ζητήσουν έννομη προστασία μετά από χωρισμό δικογράφου και καταβολή νέου παραβόλου για το νέο εισαγωγικό δικόγραφο με συνέπεια να ανοίγει μια νέα, αυτοτελής έννομη σχέση δίκης». Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, χωρίς πειστική αιτιολογία, διαφοροποιείται από την πάγια νομολογία του όσον αφορά τη δυνητική ομοδικία του άρθρου 115 του ΚΔΔ, κατά την οποία, «όταν ένδικο βοήθημα ή μέσο ασκείται από περισσότερους ή κατά περισσοτέρων, οι οποίοι ενώνονται με δεσμό δυνητικής [«απλής», κατά την ορολογία του ΚΠολΔ] ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, η δε κρίση του δικαστηρίου ως προς κάποιον από τους ομοδίκους δεν επηρεάζει την έκβαση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 115 του ΚΔΔ.» (ΣτΕ 1592/2010, 1616, 1617/2011, 3047/2013, 2333/2015, 1792/2017). Ομοίως, με την προγενέστερη του ΚΔΔ απόφαση ΣτΕ Ολ 2910/1984, το Δικαστήριο έκρινε ότι «επί ασκήσεως υπό πλειόνων δια κοινού δικογράφου προσφυγής κατά διοικητικών πράξεων, και όταν συντρέχουν αι υπό του άρθρου 8 του υπ’ αριθ. 341/1978 πδ προβλεπόμεναι προϋποθέσεις της ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομοι σχέσεις δίκης, ήτοι τόσαι όσαι και οι προσφεύγοντες, η επί τινός των οποίων κρίσις δεν επηρεάζει την άλλην…». Σημειώνεται, πάντως, ότι δεν επιτρέπεται η αναλογική εφαρμογή ρυθμίσεων των διαφορών ουσίας, όπως του άρθρου 115 ΚΔΔ, στις ακυρωτικές διαφορές. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 36 του πδ 18/1989 ισχύει και για την αίτηση αναίρεσης, όπου οι περισσότεροι αναιρεσείοντες είναι, συνήθως, δυνητικοί ομόδικοι στα δικαστήρια ουσίας. Μπορεί, στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο να κρίνει ότι δεν πρόκειται για αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης για να στηρίξει, όπως στην σχολιαζόμενη ΣτΕ Ολ 682/2019, την υποχρέωση καταβολής ενός μόνο παραβόλου, ενώ για την ίδια δίκη στον πρώτο βαθμό δέχεται το αντίθετο; Σε τελική ανάλυση, φαίνεται ότι η καταβολή ενός μόνο παραβόλου δικαιολογείται μόνον αν συνδεθεί με το δικόγραφο.

δ) Διαφοροποίηση μεταξύ, αφενός, καταβολής και, αφετέρου, τύχης του  παραβόλου: Η υποχρέωση καταβολής παραβόλου δεν συναρτάται ούτε με την έκβαση της δίκης, από την οποία εξαρτάται μόνο η τύχη του (κατάπτωση ή απόδοση στους εκ των ομοδίκων νικήσαντες εν όλω ή εν μέρει – βλ. ΣΕ 935/2018) επομένως ζήτημα καταπτώσεως του παραβόλου εις βάρος των ομοδίκων που δεν νομιμοποιήθηκαν ή δεν απέδειξαν το έννομο συμφέρον τους δεν τίθεται.

ε) Επιχείρημα a contrario: Κατά την άποψη που επικράτησε, «αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία επί ασκήσεως κοινής αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερους αιτούντες απαιτείται η καταβολή τόσων παραβόλων όσοι και οι αιτούντες, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα των κρισίμων διατάξεων, ούτε στην όλη οικονομία του συστήματος παροχής εννόμου προστασίας, και ιδίως των θεσμών του παραβόλου, και της ομοδικίας, έτσι όπως έχουν καταστρωθεί στην δικονομική έννομη τάξη, ούτε προκύπτει σχετική βούληση του νομοθέτη από την εξέλιξη και τις προπαρασκευαστικές εργασίες των οικείων διατάξεων (ιδίως, ούτε εξ αφορμής της προσθήκης παρ. 6 στο άρθρο 45 του π.δ. 18/1989 με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 9 του ν. 3226/2004: «Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους»). Αντιθέτως, όπου ο νομοθέτης προέβη σε διαφορετικές σταθμίσεις για την υποχρέωση καταβολής παραβόλου σε σχέση με τους ανωτέρω δικονομικούς θεσμούς το έχει ορίσει ρητώς, όπως, ενδεικτικά, με το άρθρο 277 παρ. 8 του ν. 2717/1999 (ΚΔΔ)».

στ) Επιχείρημα πρακτικής φύσης που έγκειται στις απροσδόκητες συνέπειες της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής, όπως η δικαστική δαπάνη, οι υποχρεώσεις κοινοποίησης στην αντίδικο αρχή, δημοσιονομική επιβάρυνση, απονεύρωση της ομοδικίας: Στην παραπεμπτική απόφαση, η τότε μειοψηφούσα γνώμη, προς επίρρωση της κρίσης της περί καταβολής ενός παραβόλου από το σύνολο των ομοδίκων, δέχθηκε ότι η συνεπής εφαρμογή της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής «θα είχε απροσδόκητες συνέπειες και για άλλα ζητήματα, όπως η υποχρέωση καταβολής παραβόλου επί συμπροσβολής συναφών πράξεων, η δικαστική δαπάνη, ενδεχομένως ακόμη και οι υποχρεώσεις κοινοποιήσεως προς την διάδικο αρχή. Πέραν τούτων, δημοσιονομική επιβάρυνση, και μάλιστα του ατομικού δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, την οποία δεν προβλέπει ο νομοθέτης δεν μπορεί να συναχθεί από τον δικαστή και δη κατ’ επίκληση γενικών σκέψεων που διατυπώθηκαν εξ αφορμής διαφορετικών νομικών ζητημάτων (όπως είναι το ζήτημα του προσδιορισμού του ποσού της αγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς). Τυχόν υιοθέτηση αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής θα απονεύρωνε τον δικονομικό θεσμό της ομοδικίας, ο οποίος επιδιώκει, εκτός των άλλων, την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους διαδίκους με το μικρότερο δυνατό κόστος χρόνου και διαδικαστικών ενεργειών για το Δικαστήριο».

Β. Καταβολή χωριστών παραβόλων για καθέναν από τους ομοδίκους (μειοψηφούσα άποψη)

3. Η αντίθετη άποψη, κατά την οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα και ανεξαρτήτως της ύπαρξης δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, οφείλεται, επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για καθένα από τα πρόσωπα αυτά, στηρίζεται σε οριακά contra legem ερμηνεία. Τα επιχειρήματά της θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να αποτελέσουν προτάσεις προς τον νομοθέτη, λαμβανομένων, μάλιστα, των κενών του πδ 18/1989 ως προς τη ρύθμιση της ομοδικίας. Η συλλογιστική διαρθρώνεται στις παρακάτω σκέψεις που συμπλέκονται μεταξύ τους: χωριστή εξέταση για κάθε ομόδικο του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος υπό το πρίσμα της νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντος (α), υπονόμευση του σκοπού του παραβόλου ως μέσου αποτροπής προπετών ενδίκων βοηθημάτων (β), έλλειψη παράβασης των άρθρων 20 παρ. 1 Σ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (γ) και δημιουργία περισσοτέρων αυτοτελών σχέσεων δίκης που εξετάζονται χωριστά από το Δικαστήριο (δ). Ειδικότερα, η επιχειρηματολογία της μειοψηφίας αποτυπώνεται ως εξης:

α) Εξέταση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος υπό το πρίσμα του νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντος χωριστά για κάθε διάδικο καθώς και εξέταση της προϋπόθεσης καταβολής παραβόλου πριν από τις ως άνω προϋποθέσεις παραδεκτού καθώς και της συνδρομής του θεσμού της ομοδικίας : Παρά την κατάθεση ενός μόνο δικογράφου, το Δικαστήριο εξετάζει και κρίνει το παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος (ενδεχομένως δε, ανάλογα με το αντικείμενο της υπόθεσης και το βάσιμο αυτού) χωριστά ως προς καθέναν από τους αιτούντες (ιδίως, όσον αφορά τη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου και τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος), με συνέπεια την επιβάρυνση του έργου του, κατά τρόπο ώστε η λυσιτέλεια και η αποτελεσματικότητα του παραβόλου, ως μέσου αποτροπής απαράδεκτων (ή αβάσιμων) ενδίκων βοηθημάτων, να εξυπηρετείται μέσω της υποχρέωσης καταβολής του, επί ποινή απαραδέκτου, από καθέναν από τους αιτούντες, λαμβανομένου υπόψη ότι η εξέταση της καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού αίτησης ακύρωσης, προηγείται, καταρχήν, της εξέτασης των όρων του παραδεκτού που αφορούν στη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου, στη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο εκάστου των αιτούντων και στην ύπαρξη δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους. Παρατηρείται ότι η παραπάνω ανάλυση δεν λαμβάνει υπόψη την ιδιαιτερότητα του παραβόλου ως προϋπόθεσης του παραδεκτού και το γεγονός ότι αυτό ρητά συνδέεται με το κατατιθέμενο δικόγραφο και μόνο.

β) Υπονόμευση του σκοπού του παραβόλου ως μέσου αποτροπής προπετών ενδίκων βοηθημάτων: «Υπό την ερμηνευτική εκδοχή ότι αρκεί η πληρωμή ενός μόνο παραβόλου για όλους τους αιτούντες, υπονομεύονται ο σκοπός και το ωφέλιμο αποτέλεσμα του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989, με τις εντεύθεν επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία του Δικαστηρίου, το οποίο, άλλωστε, εάν δεχθεί την αίτηση για ορισμένους από τους διαδίκους και απορρίψει αυτήν (λ.χ. ως απαράδεκτη, ελλείψει νομιμοποίησης πληρεξούσιου δικηγόρου ή ελλείψει εννόμου συμφέροντος) ως προς τους λοιπούς, αποδίδει το (μοναδικό καταβληθέν) παράβολο στους νικήσαντες διαδίκους, χωρίς να μπορεί να διατάξει την κατάπτωσή του ως προς τους ηττηθέντες παρά τα ρητώς και σαφώς οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 36 του πδ 18/1989». Πρόκειται για τελολογικό επιχείρημα το οποίο αφορά διαδικαστικές λεπτομέρειες της λειτουργίας του παραβόλου και μάλιστα ήσσονος πρακτικής σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του χαμηλού ύψους του καταβληθέντος ποσού. Επιπλέον, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι με την καταβολή ενός μόνο παραβόλου περιγράφεται ο σκοπός της αποτροπής προπετών ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, αφού ο διάδικος μπαίνει στη διαδικασία να βρει πολλούς ομοδίκους, οπότε αποδεικνύει τη σοβαρότητα της πρόθεσής του να προσφύγει στο δικαστήριο. Σε τελική ανάλυση, από το ακυρωτικό αποτέλεσμα της δίκης με αντικείμενο προσβολής την κανονιστική πράξη θα επωφεληθούν και οι ομόδικοι των ως προς τους οποίους η αίτηση «απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει νομιμοποίησης πληρεξούσιου δικηγόρου ή ελλείψει εννόμου συμφέροντος».

γ) Ελλειψη παράβασης των άρθρων 20 παρ. 1 Σ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ: Κατά την άποψη αυτή, «η χρήση από τους ιδιώτες της προβλεπόμενης στο νόμο δικονομικής δυνατότητας να ασκήσουν από κοινού αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του ΣτΕ θεραπεύει βεβαίως σκοπούς αναγόμενους και στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που μπορεί να εξυπηρετείται μέσω της έκδοσης μίας δικαστικής απόφασης επί κοινής αιτήσεως περισσότερων προσώπων, αντί της έκδοσης περισσότερων αποφάσεων επί αυτοτελών αιτήσεων των προσώπων αυτών, αλλά η ως άνω δυνατότητα δεν συνιστά έκφανση του κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Σ ή του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ δικαιώματος των ιδιωτών για παροχή έννομης προστασίας έναντι εκτελεστών διοικητικών πράξεων (ανεξαρτήτως του ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δεν εφαρμόζεται σε κατηγορίες διοικητικών διαφορών, όπως η παρούσα, που αφορούν στην επιβολή φορολογικών βαρών), δεδομένου ότι πρόκειται για ατομικό δικαίωμα εκάστου προσώπου, παρεχόμενου για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του και όχι για συλλογικό δικαίωμα ομαδικής προσφυγής στο Δικαστήριο περισσότερων προσώπων». Πάντως, η ως άνω σκέψη της μειοψηφίας δεν είναι πειστική. Το γεγονός ότι ένας περιορισμός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας δεν συνιστά παραβίαση του 20 παρ.1 του Συντάγματος ή του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ δεν σημαίνει ότι πρέπει και να εφαρμοστεί εφόσον δεν προβλέπεται! Θα μπορούσε, δηλαδή, ο δικαστής να ζητήσει μεγαλύτερο παράβολο από το προβλεπόμενο, αρκεί να εκινείτο σε ανεκτά επίπεδα; Η απάντηση είναι προφανώς όχι. Μάλιστα, το ΕΔΔΑ συνδέει την παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας με το αν ο εξεταζόμενος περιορισμός προβλέπεται από τον δικονομικό νόμο ή αν είναι νομολογιακή κατασκευή.

δ) Δημιουργία περισσοτέρων αυτοτελών σχέσεων δίκης που εξετάζονται χωριστά από το Δικαστήριο και ανάγκη λελογισμένης άσκησης της δυνατότητας της ομοδικίας:Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, «η άσκηση της παραπάνω δικονομικής δυνατότητας άγει στη δημιουργία περισσότερων αυτοτελών εννόμων σχέσεων δίκης, καθεμία εκ των οποίων κρίνεται χωριστά από το Δικαστήριο, στοιχείο που δικαιολογεί τη θέσπιση σχετικών νομοθετικών περιορισμών, όπως ο προαναφερόμενος περί καταβολής χωριστού παραβόλου από τους αιτούντες, ώστε να διασφαλίζεται, κατά το δυνατό, η ορθή, σύμφωνη με το σκοπό της και λελογισμένη άσκηση της εν λόγω δικονομικής δυνατότητας, προς όφελος και της αποτελεσματικής λειτουργίας του Δικαστηρίου. Άλλωστε, ακόμα και με την εφαρμογή του ανωτέρω περιορισμού για το παράβολο, η ομοδικία, ως δικονομική δυνατότητα, δεν θίγεται ουσιωδώς και εξακολουθεί να είναι ελκυστική για τους ενδιαφερόμενους, ως μέσο (δικονομικής) ένωσης των δυνάμεών τους, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών, καθώς τους επιτρέπει να μοιραστούν τα λοιπά έξοδα της δίκης και, ιδίως, της δικηγορικής αμοιβής για το ένδικο βοήθημα και τη συζήτησή του». Το γεγονός, όμως, ότι εν προκειμένω υπάρχουν πλείονες δίκες και όχι μία, ιδίως αν εκκινήσουμε από το ουσιαστικό δίκαιο, δεν επηρεάζει το παράβολο. Ακόμη και αν οι περισσότερες έννομες σχέσεις του ουσιαστικού δικαίου δημιουργούν, αντίστοιχα, περισσότερες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, που κρίνονται χωριστά από το Δικαστήριο, τούτο δεν επηρεάζει το παράβολο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε συναρτάται προς το δικόγραφο αυτό καθαυτό, που στην ομοδικία είναι ένα. Άλλωστε, γενικότερα, το ότι οι ομόδικοι συμμετέχουν σε αυτοτελείς έννομες σχέσεις του ουσιαστικού δικαίου δεν αποκλείει τη θέσπιση δικονομικής ρύθμισης με αυτοτελή δικονομική στόχευση. Άλλο είναι η δικονομία να εξυπηρετεί τις στοχεύσεις του ουσιαστικού δικαίου και άλλο είναι κάθε επιμέρους θεσμός της να ανταποκρίνεται πλήρως σε αυτές. Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω, ανταπόκριση στο ουσιαστικό δίκαιο, δηλαδή στον χαρακτήρα της προσβαλλόμενης κανονιστικής πράξης [της υπ’ αριθ. ΠΟΛ. 1163/31.10.2017 απόφασης της Υφυπουργού Οικονομικών, με θέμα «Ανακαθορισμός των τιμών ζώνης του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων, που βρίσκονται στις Ζώνες Β΄ και ΣΤ΄ της Δημοτικής Ενότητας Ψυχικού του Δήμου Φιλοθέης – Ψυχικού της Περιφερειακής Ενότητας Βόρειου Τομέα Αθηνών, της Περιφέρειας Αττικής» (Β΄ 3882/3.11.2017)] ως ουσιαστικού νόμου, με άλλα λόγια γενικής και απρόσωπης ρύθμισης, υπάρχει ενόψει της έννομης συνέπειας της εξαφάνισής της erga omnes.

Συμπέρασμα

4. Η κρίση του Δικαστηρίου, δηλαδή η άποψη της πλειοψηφίας που επικράτησε, περιέχει πολλές αξιωματικές παραδοχές χωρίς αιτιολόγηση. Η κατηγορηματικότητα των διατυπώσεων είναι προφανώς ευθέως ανάλογη των αμφιβολιών του Δικαστηρίου. Η μόνη πειστική δικαιολογία είναι ίσως η πρώτη, κατά την οποία παράβολο καταβάλλεται για κάθε διαδικαστική πράξη και, στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει μία μόνο τέτοια πράξη, δηλαδή η από κοινού ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης με την κατάθεση ενός και μόνο δικογράφου. Όσον αφορά τις λοιπές αιτιολογίες της πλειοψηφούσας άποψης, δεν είναι σαφής ο σύνδεσμος μεταξύ της μείζονος και του συμπεράσματος το οποίο υποτίθεται ότι στηρίζουν. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται γιατί στην περίπτωση της ομοδικίας υπάρχει μια δικονομική σχέση δίκης που ενσωματώνει περισσότερες ουσιαστικές έννομες σχέσεις [Βλ.  Χ. Χρυσανθάκη, Το παράβολο επί ομοδικίας στην ακυρωτική δίκη, όπ. π., σ. 899]. Ως προς τις λοιπές αιτιολογίες της πλειοψηφούσας άποψης, δεν είναι σαφής ο σύνδεσμος μεταξύ της μείζονος και του συμπεράσματος το οποίο υποτίθεται ότι στηρίζουν. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται γιατί στην περίπτωση της ομοδικίας υπάρχει μια σχέση δίκης. Ο θεσμός της ομοδικίας θυμίζει τη σώρευση ατομικών διοικητικών πράξεων του ουσιαστικού δικαίου: περισσότερες αυτοτελείς πράξεις, επομένως και αντίστοιχες έννομες σχέσεις διοικουμένων προς το όργανο που εκδίδει τις πράξεις, αποτυπωμένες σε ενιαίο υπόστρωμα. Όπως επισημαίνει η μειοψηφούσα άποψη, σε περίπτωση που περισσότεροι διάδικοι, ανεξάρτητα από την ύπαρξη του δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, ασκήσουν ένδικο μέσο ή βοήθημα ενούμενοι σε κοινό δικόγραφο, προκαλούν μεν μια κοινή δίκη, θεωρούνται, όμως ως κεχωρισμένως δικαζόμενοι, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, τόσες όσοι και οι αιτούντες. Για τον λόγο αυτόν, η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων εξετάζεται χωριστά ως προς έκαστον των διαδίκων, οι πράξεις ή οι παραλείψεις εκάστου δεν ωφελούν, ούτε βλάπτουν τους λοιπούς, το δε εκ των αποφάσεων προκύπτον δεδικασμένο κρίνεται χωριστά ως προς τον κάθε έναν εξ αυτών. Κατά την άποψη αυτή, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 1 και 4 του π.δ.18/1989, σε περίπτωση άσκησης αίτησης ακύρωσης από περισσότερα πρόσωπα, τα οποία ενούνται σε ενιαίο δικόγραφο, διεξάγεται μεν μια κοινή διαδικασία ως προς πλείονες όμως έννομες σχέσεις.  Για τον λόγο αυτό, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, οφείλεται επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά. Ωστόσο, τα περαιτέρω επιχειρήματα της μειοψηφίας, περί μη παράβασης του άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεν συνάδουν προς το πνεύμα των εν λόγω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων όσον αφορά τους δικονομικούς περιορισμούς του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

5. Αν και από δογματική άποψη, η προσέγγιση της μειοψηφίας στηρίζεται στο νομικώς ορθό επιχείρημα περί πλειόνων εννόμων σχέσεων δίκης, αυτό δεν αρκεί για τη θεμελίωση της κρίσης περί καταβολής τόσων παραβόλων όσοι και οι ομοδικούντες. Πράγματι, πέρα από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 36 παρ. 1 του πδ 18/1989, η τελικώς κρατήσασα άποψη φαίνεται ότι έχει υπέρ αυτής και τη γενική παρότρυνση του Rivero, ότι δηλαδή «η δικαιοσύνη αποδίδεται για τον διάδικο και… η αξία της αποτιμάται σε σχέση με την καθημερινή ζωή» και είχε προσάψει στο Conseil d’Etat ότι ενίοτε «δίδει το προβάδισμα στη δικονομική αισθητική έναντι της μέριμνας για τον διάδικο. Δεν μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη του Δικαίου, αλλά η αποτελεσματική προστασία που αντλεί από αυτό ο διάδικος». Με άλλα λόγια, σημασία έχει η παροχή έννομης προστασίας και όχι η δογματική αισθητική των δικονομικών κανόνων. Εν προκειμένω, πάντως, ακόμη και η υιοθέτηση της τεκμηριωμένης μειοψηφούσας άποψης και η υποχρέωση καταβολής χωριστών παραβόλων δεν θα συνεπήγετο απομείωση της έννομης προστασίας, λόγω, αφενός, του μικρού ύψους του παραβόλου και, αφετέρου, της επιστροφής του σε περίπτωση νίκης του αιτούντος. Κατά συνέπεια, το ασφαλέστερο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από την απόφαση και την πλούσια επιχειρηματολογία τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας είναι ότι η ασφάλεια δικαίου επιβάλλει τη ρητή ρύθμιση του θεσμού της ομοδικίας στο νομοθέτημα που διέπει την ακυρωτική δίκη. Επιπλέον, είναι σκόπιμη η εκπόνηση σχετικής μονογραφίας για τη δογματική ανάλυση του ζητήματος.

 

 

 

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο