Προς την καθιέρωση ευθέος δικαστικού ελέγχου των πράξεων του soft law από τα δικαστήρια της Ένωσης; (προτάσεις M. Bobek της 12.12.2017 στην υπόθεση C-16/16 P, Βέλγιο κατά Επιτροπής)

Προς την καθιέρωση ευθέος δικαστικού ελέγχου των πράξεων του soft law από τα δικαστήρια της Ένωσης; (προτάσεις M. Bobek της 12.12.2017 στην υπόθεση C-16/16P, Βέλγιο κατά Επιτροπής)

1.Στο πλαίσιο της αίτησης αναίρεσης του Βασιλείου του Βελγίου κατά απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ [1], με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή ακύρωσης κατά σύστασης της Επιτροπής [2], ο γενικός εισαγγελέας M. Bobek εξετάζει τη νομική φύση των πράξεων του ηπίου δικαίου (soft law) προκειμένου να προτείνει στο Δικαστήριο την αναγνώριση της δυνατότητας ευθείας δικαστικής προσβολής τους. Αναλύει τη σχετική νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης και παραπέμπει, ταυτόχρονα, στις προσεγγίσεις εθνικών δικαστηρίων, αξιοποιώντας τόσο τη μελέτη του γαλλικού Conseil d’Etat για τις πράξεις του ηπίου δικαίου όσο και την πρόσφατη και πάγια πλέον νομολογία του εν λόγω δικαστηρίου περί ευθέος ακυρωτικού ελέγχου των πράξεων αυτών, υπό συγκεκριμένες βεβαίως προϋποθέσεις. Η υπόθεση Βέλγιο κατά Επιτροπής και οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αλληλεπίδρασης των εθνικών νομικών συστημάτων και της ενωσιακής έννομης τάξης, ή, ακριβέστερα, άτυπου –διότι δεν πρόκειται για προδικαστική παραπομπή του άρθρου 267 ΣΛΕΕ– διαλόγου ενωσιακών και εθνικών δικαστηρίων. Θα ήταν δυνατόν να υποστηριχθεί μάλιστα ότι, εν προκειμένω, η πορεία είναι αντίστροφη, αφού ο εθνικός δικαστής, το Conseil d’Etat, τόλμησε τον ευθύ ακυρωτικό έλεγχο πριν από τα δικαστήρια της Ένωσης, εμπνεόμενος, ωστόσο, από τις τάσεις που έχουν διαμορφωθεί σε ενωσιακό επίπεδο. Η περίπτωση αυτή θυμίζει την αναγνώριση της αποζημιωτικής ευθύνης του κράτους από νόμιμες πράξεις, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, κάτι που το ΔΕΕ δεν φαίνεται να έχει ακόμη αναγνωρίσει ρητώς όσον αφορά την Ένωση [3].

2.Είναι ενδιαφέρον ότι ο γενικός εισαγγελέας στηρίζει την πρότασή του τόσο στη διαπίστωση της εκτεταμένης προσφυγής των θεσμικών οργάνων σε μέσα του ηπίου δικαίου όσο και στις συνέπειες που τα μέσα αυτά παράγουν εν τοις πράγμασι, παρά την έλλειψη νομικής δεσμευτικότητας. Η συλλογιστική του θυμίζει τα βασικά σημεία της θεωρίας περί διαβαθμισμένης κανονιστικότητας ή δεσμευτικότητας που εξέθεσε το Conseil d’Etat στη μελέτη του η οποία στηρίζεται στις αναλύσεις της γαλλικής, κυρίως, θεωρίας (διεθνούς και εθνικού δικαίου).

Ι. Η έννοια του «έννομου αποτελέσματος»

3.Με την απόφαση στην υπόθεση Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί των οδικών μεταφορών (στο εξής: απόφαση ΕΣΟΜ) [4], η οποία αφορούσε πρακτικά του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη μιας διεθνούς συμφωνίας, το Δικαστήριο διατύπωσε ένα κριτήριο καθορισμού του αν μια προσφυγή ακυρώσεως πράξεως θεσμικού οργάνου είναι παραδεκτή (στο εξής: κριτήριο ΕΣΟΜ). Το Δικαστήριο έκρινε ότι κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ στις «πράξεις κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή» περιλαμβάνεται «κάθε διάταξη θεσπιζόμενη από τα κοινοτικά όργανα και η οποία αποσκοπεί στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων [...] Η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει, επομένως, να είναι δυνατή εναντίον οποιωνδήποτε πράξεων των κοινοτικών οργάνων, όποια και αν είναι η φύση ή η μορφή τους, οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων». Ως εκ τούτου, το αρχικό κριτήριο ΕΣΟΜ αφορούσε δύο στοιχεία: πράξη της Ένωσης αποσκοπούσα στην παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων.

4.Στη μεταγενέστερη νομολογία, το Δικαστήριο εφάρμοσε το κριτήριο σε ορισμένες άτυπες πράξεις, όπως σε εσωτερικές οδηγίες ή εσωτερικούς προσανατολισμούς [5]κώδικες δεοντολογίας σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής ενός κανονισμού του Συμβουλίου [6], ανακοινώσεις [7], ενημερωτικά σημειώματα [8], ή επιστολές [9]. Από προσεκτική εξέταση των αποφάσεων αυτών προκύπτει ότι η διατύπωση του κριτηρίου δεν ήταν πάντοτε ακριβώς η ίδια, συνοψίζεται πάντως στο εξής: από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης (μετέπειτα άρθρο 230 ΣΕΚ και νυν άρθρο 263 ΣΛΕΕ), μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος [10]. Είναι όμως σαφές ένα κοινό στοιχείο: όσον αφορά όλες αυτές τις άτυπες πράξεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ουσία μιας πράξεως της Ένωσης υπερισχύει του τύπου της όταν κρίνεται το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως [11]. Το όνομα και ο τύπος της πράξης δεν είναι καθοριστικής σημασίας για να κριθεί αν η νομιμότητά της μπορεί να ελεγχθεί δικαστικώς. Μια πράξη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως παρά μόνο εφόσον προορίζεται αντικειμενικώς να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και, επομένως, μπορεί να θίγει κατά τρόπο άμεσο τα συμφέροντά τους, τροποποιώντας κατά τρόπο κατάφωρο την έννομη κατάστασή τους. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, με τη διάταξη της 27ης Οκτωβρίου 2015, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Τ-721/14, ακολούθησε την πάγια νομολογία, δεχόμενο ότι η σύσταση δεν αποτελεί δεκτική προσβολής πράξη, αφού το άρθρο 263 ΣΛΕΕ την εξαιρεί ρητά από τις πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και των οποίων τη νομιμότητα  μπορεί να ελέγξει ο δικαστής της Ένωσης στο πλαίσιο προσφυγής ακύρωσης.

5. Σημειώνεται ότι η ως άνω προσέγγιση των δικαστηρίων της Ένωσης απηχεί και την πάγια, μέχρι το 2016, νομολογία του γαλλικού Conseil d’Etat, κατά την οποία «[ο] κανονιστικός (décisoire) χαρακτήρας της πράξης απορρέει από την τροποποίηση που επιφέρει στον νομικό κόσμο (ordonnancement juridique): το γεγονός ότι προκαλεί βλάβη (faire grief) σε ένα διοικούμενο δεν αρκεί για να μπορεί αυτός παραδεκτώς να ασκήσει αίτηση ακύρωσης, εφόσον η εν λόγω πράξη δεν μεταβάλλει τη νομική του κατάσταση» [12].

ΙΙ. «Διαβαθμισμένη κανονιστικότητα»: η σχέση μεταξύ εννόμου αποτελέσματος και δεσμευτικού εννόμου αποτελέσματος

6. Η νομολογία του Conseil d’Etat στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ εννόμων αποτελεσμάτων, που παράγουν οι παραδοσιακές προσβλητές (εκτελεστές) πράξεις, και σημαντικών οικονομικών αποτελεσμάτων και επηρεασμού της συμπεριφοράς που απορρέουν από τις πράξεις του ηπίου δικαίου, οι οποίες, κατ’εξαίρεση, μπορούν να προσβληθούν παραδεκτώς με αίτηση ακύρωσης. Η διάκριση αυτή εντάσσεται στην προβληματική της διαβαθμισμένης κανονιστικότητας ή δεσμευτικότητας, ανάλογα με την απόδοση του όρου normativité, την οποία διαμόρφωσε η γαλλική θεωρία ήδη πριν από τη μελέτη του Conseil d’Etat για το ήπιο δίκαιο και πριν από τις πρόσφατες  νομολογιακές εξελίξεις. Στο πλαίσιο αυτό, η καθηγητής G. Timsit αναφέρθηκε στη σύγκρουση μεταξύ αυτών που περιορίζουν τις εκφάνσεις της κανονιστικότητας μόνο στις κλασικές ρυθμιστικές δραστηριότητες με δεσμευτικό αποτέλεσμα και εκείνων που τάσσονται υπέρ της διεύρυνσης της έννοιας ώστε να καταλάβει και μη δεσμευτικές πρακτικές. Η συζήτηση σταδιακά αποκρυσταλλώνεται γύρω από τις έννοιες του hard και του soft law [13] και την ανάγκη αναγνώρισης μια «ήπιας κανονιστικότητας», η οποία, πάντως, για μερίδα της θεωρίας δεν αποτελεί ακόμη δίκαιο, αλλά παράγει έννομα αποτέλεσματα εν αναμονή της θέσπισης ενός πραγματικού κανόνα δικαίου που θα την αντικαστήσει [14].

7. Στο πνεύμα των ανωτέρω προσεγγίσεων, το Conseil d’Etat στήριξε, ειδικότερα, την ανάγκη ευθέος ακυρωτικού ελέγχου των πράξεων του ηπίου δικαίου στην παραγωγή όχι μεν εννόμων αποτελεσμάτων υπό την έννοια της μεταβολής του εξωτερικού νομικού κόσμου, αλλά οικονομικών αποτελεσμάτων ή επηρεασμού της συμπεριφοράς των αποδεκτών. Πράγματι, με τις αποφάσεις Numericable (σκέψεις 5-6) και Fairvesta (σκέψη 5), της 21ης Μαρτίου 2016, το Conseil d’Εtat, για μια ακόμη φορά στην πρωτοπορία των εξελίξεων, ενίσχυσε και πάλι την έννομη προστασία που παρέχει ο ακυρωτικός δικαστής καθόσον έκρινε ότι παραδεκτώς ασκήθηκαν οι αιτήσεις ακύρωσης, αφενός, κατά ανακοινωθέντων τύπου ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, της Autorité des marchés financiers, με τα οποία η αρχή αυτή καλούσε τους επενδυτές να είναι προσεκτικοί και επιφυλακτικοί σε σχέση με τα επενδυτικά προϊόντα συγκεκριμένου ομίλου εταιριών [15] και, αφετέρου, κατά τοποθέτησης της αρχής ανταγωνισμού (Autorité de la concurrence), με την οποία η εν λόγω ρυθμιστική αρχή, στο πλαίσιο της παρακολούθησης της εκτέλεσης των αποφάσεών της, εκτίμησε ότι κατέστη άνευ αντικειμένου ένας από τους όρους που είχε θέσει το 2012 για την εξαγορά των TPS και CanalSatellite από τη Vivendi και τον όμιλο Canal Plus [16]. Αναγνώρισε, επομένως, τη δυνατότητα ευθείας δικαστικής προσβολής πράξεων που δεν έχουν κανονιστικό (normatif) χαρακτήρα, δηλαδή μπορεί μεν να περιέχουν ρύθμιση, πλην όμως δεν παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, αλλά οικονομικής φύσης αποτελέσματα ή επηρεάζουν τη συμπεριφορά των αποδεκτών τους –λόγω του κύρους των αρχών από τις οποίες προέρχονται– χωρίς να ιδρύουν δικαιώματα ή υποχρεώσεις. Οι υποθέσεις που έκρινε η δικαιοδοτική Ολομέλεια καταδεικνύουν τη σημασία του droit souple στο πλαίσιο των νέων μορφών και μεθόδων δράσης των δημοσίων φορέων. Χωρίς να δημιουργεί, κατά νομική ακριβολογία, νομικές υποχρεώσεις ούτε να χορηγεί νέα δικαιώματα στους χρήστες των υπηρεσιών της, η Διοίκηση μπορεί να χρησιμοποιεί τα εργαλεία της επικοινωνίας για να επηρεάσει προς ορισμένη κατεύθυνση ή να αποτρέψει από ορισμένη συμπεριφορά τους επιχειρηματίες και να δημοσιεύει απόψεις ή συστάσεις, οι οποίες δεν έχουν νομική δεσμευτικότητα, αλλά είναι βέβαιο ότι θα εισακουστούν και θα τηρηθούν. Το Conseil d’État έκρινε, λοιπόν, ότι οι πράξεις αυτές μπορούν να προσβληθούν με αίτηση ακύρωσης. Με άλλα λόγια, το Conseil d’Etat διεύρυνε τον κύκλο των δεκτικών δικαστικής προσβολής πράξεων, εντάσσοντας σε αυτές και πράξεις που δεν μεταβάλλουν τον εξωτερικό νομικό κόσμο, δηλαδή στερούνται νομικής δεσμευτικότητας [17]. Και πριν από τις αποφάσεις αυτές, το γαλλικό Conseil d’Etat είχε δεχθεί ότι οι γνώμες, οι συστάσεις, οι προειδοποιήσεις και οι τοποθετήσεις των ρυθμιστικών αρχών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί, μπορούν να προσβληθούν ενώπιον του ακυρωτικού δικαστή όταν έχουν τον χαρακτήρα γενικών και επιτακτικών διατάξεων ή όταν διατυπώνουν ατομικές επιταγές, για την μη τήρηση των οποίων οι αρχές αυτές θα μπορούσαν μεταγενέστερα να επιβάλουν κυρώσεις [18]. Έτσι, κρίθηκε ότι παραδεκτώς ασκείται αίτηση ακύρωσης κατά των συστάσεων τήρησης καλών πρακτικών της Agence nationale d’accréditation et d’évaluation en santé (Εθνική Υπηρεσία της Γαλλίας για την πιστοποίηση και την αξιολόγηση των φροντίδων υγείας) που συντάσσονται κατά επιτακτικό τρόπο [19], η ίδια δε συλλογιστική υιοθετήθηκε και στην περίπτωση της Halde (Ανώτατης αρχής για την καταπολέμηση των διακρίσεων και για την ισότητα) [20]. Πάντως, από το γράμμα των εν λόγω αποφάσεων συνάγεται ότι η νομολογία επιχείρησε αρχικά την εξομοίωση των υπό εξέταση πράξεων με το «σκληρό» δίκαιο, και μόλις στις 21 Μαρτίου 2016, με τις αποφάσεις Fairvesta και Numericable, αναγνώρισε τη δυνατότητα ευθέος δικαστικού ελέγχου πράξεων του ηπίου δικαίου, μη εξομοιούμενων με εκτελεστές διοικητικές πράξεις.

8. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η συλλογιστική του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στις προτάσεις του για την υπόθεση Βέλγιο κατά Επιτροπής, ο οποίος διακρίνει μεταξύ, αφενός, δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων, τα οποία συνίστανται στη δημιουργία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τους αποδέκτες, που συνοδεύονται, συνήθως, από κυρώσεις, αν και το στοιχείο αυτό μπορεί να λείπει, και, αφετέρου, εννόμων αποτελεσμάτων, έννοια την οποία ερμηνεύει διασταλτικά για να στηρίξει την πρότασή του στην ερμηνεία της νομολογίας του ίδιου του ΔΕΕ. Στα έννομα αποτελέσματα των πράξεων του ηπίου δικαίου, τα οποία επέρχονται σε επίπεδο Ένωσης περιλαμβάνονται η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δημιουργούν στους αποδέκτες τους οι ως άνω πράξεις ως προς τη συμπεριφορά που θα τηρήσει το θεσμικό όργανο που τις υιοθέτησε, ο ερμηνευτικός ρόλος τους για την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών που απαντούν σε δεσμευτικές πράξεις και η δυνατότητά τους να θέτουν εκ παραλλήλου κανόνες που προεξοφλούν τη νομοθετική διαδικασία και έτσι έχουν αντίκτυπο στη θεσμική ισορροπία [21]. Σε επίπεδο κρατών μελών, τα έννομα αποτελέσματα των συστάσεων (ως πράξεων του ηπίου δικαίου) συνδέονται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τις εθνικές αρχές από το άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ και την αρχή της καλόπιστης και ειλικρινούς συνεργασίας που καθιερώνει. Το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, κατά την επίλυση των διαφορών, να λαμβάνουν υπόψη τους τις συστάσεις, ιδίως όταν αυτές φωτίζουν την ερμηνεία εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί με σκοπό την εφαρμογή των εν λόγω συστάσεων, ή ακόμα όταν οι συστάσεις έχουν ως αντικείμενο τη συμπλήρωση κοινοτικών διατάξεων δεσμευτικού χαρακτήρα [22]. Σε κάθε περίπτωση, η σύσταση μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά και τη νομική κατάσταση των αποδεκτών της, αναλόγως του περιεχομένου, του σκοπού, της γενικής οικονομίας και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται. Ο γενικός εισαγγελέας αναφέρεται σε ορισμένα κριτήρια που συνηγορούν προς την κατεύθυνση αυτή, όπως η τυποποίηση (το μέτρο έχει περιβληθεί τον τύπο μιας νομικής πράξης) και η οριστικότητα του μέτρου, η ακρίβεια και ο συγκεκριμένος χαρακτήρας των ρυθμίσεων που περιέχει και η πρόβλεψη μηχανισμών συμμόρφωσης, όπως η υποβολή εκθέσεων, οι ανακοινώσεις, η παρακολούθηση και η εποπτεία. Εφαρμόζοντας τα στοιχεία αυτά στην υπό κρίση υπόθεση, δέχεται ότι ο συνδυασμός της λειτουργίας τους στο πλαίσιο της «σύστασης σχετικά με τις αρχές για την προστασία καταναλωτών και παικτών υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών σε απευθείας σύνδεση, καθώς και για την αποτροπή των ανηλίκων από τη συμμετοχή σε τυχερά παιχνίδια σε απευθείας σύνδεση», λαμβανομένου επιπλέον υπόψη του γεγονότος ότι εκδόθηκε από το θεσμικό όργανο που είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο της εφαρμογής της ρύθμισης στον ίδιο τομέα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σύσταση σαφώς επιδιώκει να παραγάγει έννομα αποτελέσματα και να παροτρύνει σε συμμόρφωση με αυτήν πέραν των απλών προτάσεων πολιτικής. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματα της επίμαχης Συστάσεως, οπότε, κατά το μέρος που κήρυξε απαράδεκτη την προσφυγή, η διάταξή του πρέπει να αναιρεθεί.

[1] Διάταξη της 27ης Οκτωβρίου 2015, Βέλγιο κατά Επιτροπής, T-721/14, EU:T:2015:829. [2] Σύσταση 2014/478/ΕΕ της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2014 (ΕΕ 2014, L 214, σ. 38).

[3] Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro, υπόθεση C-120/06 P και C-121/06 P, Fiamm κατά Συμβουλίου, EU:C:2008:98, σημεία 53-83.

[4] Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 22/70, EU:C:1971:32.

[5] Αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-366/88, EU:C:1990:348), και της 6ης Απριλίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής (C-443/97, EU:C:2000:190): οι εσωτερικοί προσανατολισμοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πράξη προορισμένη να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, οπότε η προσφυγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

[6] Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1991, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-303/90, EU:C:1991:424): ο κώδικας αποτελεί πράξη προοριζό­μενη να παράγει έννομα αποτελέσματα διαφορετικά από τα αποτελέσματα του άρθρου 23 του κανονισμού 4253/88 και ότι επομένως μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως κατά του κώδικα αυτού.

[7] Αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1993, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-325/91, EU:C:1993:245), και της 20ής Μαρτίου 1997, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-57/95, EU:C:1997:164): η ανακοίνωση αποτελεί πράξη που σκοπεί στην παραγωγή ιδίων εννόμων αποτελεσμάτων, τα οποία διακρίνονται απ' όσα προβλέπονται ήδη στις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και περί ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, οπότε η πράξη αυτή μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.

[8] Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής (C-301/03, EU:C:2005:727): ενόψει του γράμματος της προσβαλλομένης πράξεως καθώς και του πλαισίου εντός του οποίου αυτή παρουσιάστηκε, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εν λόγω πράξη δεν προορίζεται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα.

[9] Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (C-308/95, EU:C:1999:477): εφόσον δεν είχε κανένα δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα όσον αφορά τα προαναφερθέντα σχέδια, το επίδικο έγγραφο δεν μπορεί να αποτελεί νομική πράξη δεκτική προσφυγής.

[10] Διατάξεις της 8ης Μαρτίου 1991, C-66/91 και C-66/91 R, Emerald Meats κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1143, σκέψη 26, και της 13ης Ιουνίου 1991, C-50/90, Sunzest κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-2917, σκέψη 12.

[11] Όσον αφορά τις πράξεις της Ανωτάτης Αρχής, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1957, Société des usines à tubes de la Sarre κατά Ανωτάτης Αρχής (1/57 και 14/57, EU:C:1957:13).

[12] Έτσι η M. Laroque στις προτάσεις της για την απόφαση CE 27 mai 1987, Laboratoires Goupil (83292).

[13] G. Timsit, Droit administratif et science administrative, in P. Gonod/F. Melleray/P. Yolka (dir.), Traité de droit administratif, Dalloz, 2011, tome I, σ. 709 (725). Βλ. και E. Schmidt-Aßmann, Principes de base d’une réforme du droit administratif, RFDA 2008, σ. 427 (431) και 667 (675).

[14] «Normativité atténuée», κατά τη διατύπωση του  B. Mathieu, La normativité de la loi: une exigence démocratique, Les Cahiers du Conseil constitutionnel, 2006, n° 21˙ C. Thibierge, Le droit souple. Réflexion sur les textures du droit, Rev. trimestrielle de droit civil, 2003, σ. 559.

[15] CE Ass., 21 mars 2016, Société Fairvesta International Gmbh, n° 368082, concl. S. von Coester, RFDA 3/2016, σ. 497.

[16] CE Ass., 21 mars 2016, Société NC Numéricable, n° 390023, concl. V. Daumas, RFDA 3/2016, σ. 506.

[17] Εφαρμόζοντας τις αποφάσεις της Ολομέλειάς του της 21ης Μαρτίου 2016, Fairvesta και Numericable, το Conseil d’Etat (τέταρτο και πέμπτο τμήμα της Section du contentieux) έκρινε παραδεκτές τις αιτήσεις ακύρωσης που ασκήθηκαν από φυσικά πρόσωπα και ενώσεις κατά σύστασης του Ανώτατου Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου της Γαλλίας (Conseil Supérieur de l’audiovisuel, στο εξής: CSA) προς τους τηλεοπτικούς σταθμούς, με την οποία η εν λόγω ανεξάρτητη αρχή εκτίμησε ότι ένα τηλεοπτικό μήνυμα συγκεκριμένου περιεχομένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως διαφημιστικό μήνυμα υπό την έννοια του άρθρου 2 του διατάγματος n° 92-280 της 27ης Μαρτίου 1992, σχετικά με τις αρχές που διέπουν τις υποχρεώσεις των παρόχων υπηρεσιών διαφήμισης, χορηγίας και τηλεαγορών, ούτε ως μήνυμα γενικού ενδιαφέροντος υπό την έννοια του άρθρου 14 του εν λόγω διατάγματος, οπότε δεν μπορεί να περιλαμβάνεται στη ζώνη των διαφημιστικών διαλειμμάτων. Τη σύσταση αυτή ακολούθησαν δύο ανακοινωθέντα τύπου με τα οποία το CSA διευκρίνισε το περιεχόμενο της επέμβασής του προς τους τηλεοπτικούς σταθμούς. CE 10 novembre 2016, Mme M... et autres, n°s 384691 e. a. Προτάσεις L. Marion, AJDA 2/2017, σ. 121. Bλ και απόφαση της 13ης Ιουλίου 2016, Société GDF Suez: F. Melleray, Précisions sur les modalités de contestation d’un acte de droit souple, note CE, sect., 13 juillet 2016, Société GDF Suez, n° 388150, AJDA 37/2016, σ. 2121.

[18] Παγίωση της νομολογίας CE 11 Octobre 2012, n° 357193, Société Casino Guichard-Perrachon, AJDA 2012, σ. 2373, chron. X. Domino/A. Bretonneau.

[19] CE 26 sept. 2005, n° 270234, Conseil national de l’ordre des médecins, AJDA 2006, σ. 308, note J.-P. Markus.

[20] CE 13 juill. 2007, n° 294195, Société «Editions Tissot», AJDA 2007, σ. 2145, concl. L. Derepas.

[21] Σημεία 88 έως 108 των προτάσεων. Για τις λειτουργίες του ηπίου δικαίου βλ. Ε. Πρεβεδούρου, Κανόνες soft law στο διοικητικό δίκαιο, Πρόλογος Αθ. Ράντου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 216-232

[22] Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, Grimaldi (C-322/88, EU:C:1989:646, σκέψη 18.

Ειδική βιβλιογραφία Ειδική βιβλιογραφία: K. C. Wellens/ G. M. Borchardt, «Soft Law in European Community law», European Law Review 14, 1989, σ. 267· J. Klabbers, «Informal Instruments before the European Court of Justice», Common Market Law Review 31, 1994, σ. 997· Senden, L., Soft Law in European Community Law, Hart Publishing, Οξφόρδη και Portland Oregon, 2004· Schwarze, J., «Soft Law im Recht der Europäischen Union», Europarecht, 2011, σ. 3· Scott, J., «In Legal Limbo: Post-Legislative Guidance as a Challenge for European Administrative Law», Common Market Law Review 48, 2011, σ. 329· M. Knauff, «Europäisches Soft Law als Gegenstand des Vorabentscheidungsverfahrens», Europarecht, 2011, σ. 735· Ο. Stefan, Soft Law in Court. Competition Law, State Aid and the Court of Justice of the European Union, Kluwer, Alphen aan den Rijn, 2013· Β. Bertrand, «Les enjeux de la soft law dans l’Union européenne», RUE 2014, σ. 73· Fr. Berrod, L’utilisation de la soft law comme méthode de conception du droit européen de la concurrence, RUE mai 2015, σ. 283· A. Bouveresse, La portée normative de la soft law, RUE mai 2015, σ. 291· SIPE (J. Ιliopoulos-Strangas/J.-Fr. Flauss), Das Soft Law der europäischen Organisationen = The soft law of European organisations = La soft law des organisations européennes, Nomos – Stämpfli – Ant. Sakkoulas, 2012· P.–Chr. Müller-Graff, Das “Soft Law” der europäischen Organisationen, EuR 1/2012, σ. 18· J. Schwarze, Soft Law im Recht der Europäischen Union, EuR 1/2011, σ. 3· Ρ.-Ε. Παπαδοπούλου, Το ήπιο δίκαιο στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012. Για το εθνικό δίκαιο, βλ. Conseil d’Etat, Le droit souple, Documentation française, 2013· M. Knauff, Der Regelungsverbund: Recht und Soft Law im Mehrebenensystem, Mohr Siebeck, 2010· B. Lavergne, Recherche sur la soft law en droit pub- lic français. Préface de N. Jacquinot, LGDJ/Presses de l’Université Toulouse 1 Capitole, 2013· Ε. Πρεβεδούρου, Κανόνες soft law στο διοικητικό δίκαιο. Πρόλογος Αθ. Ράντου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017. Ειδικά για το «ρυθμιστικό» soft law, βλ. Γ. Δελλή, Κοινή ωφέλεια και αγορά, τόμος Β ́, Εκδ. Σάκκουλα, 2008, αρ. περ. 573 επ

     

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο