Υποστήριξη Διδασκαλίας Ευγενίας Πρεβεδούρου

Κυβερνητικές πράξεις (Σύνθεση Δημοσίου Δικαίου, 5-10-2015, 22-02-2016, 3-10-2016, 12-02-2018, 5-10-2020)

Κυβερνητικές πράξεις (Σύνθεση Δημοσίου Δικαίου, 5-10-2015, 22-02-2016, 3-10-2016, 12-02-2018, 5-10-20120)

Στο πρώτο μάθημα των Ειδικών Θεμάτων Σύνθεσης Δημοσίου Δικαίου (5-10-2020) θα εξετάσουμε τις κυβερνητικές πράξεις μέσω της ανάλυσης της απόφασης ΣτΕ Ολ 22/2007 [ΣτΕ-Ολ-22.2007]. Όμοιες και οι ΣτΕ Ολ 22/2006, Ολ 3669/2006. Η ανάλυση των παραπάνω αποφάσεων δίνει την ευκαιρία επανάληψης της έννοιας της εκτελεστής πράξης διοικητικής αρχής που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των διαπλαστικών ενδίκων βοηθημάτων, της έννοιας της διακριτικής ευχέρειας, της σχέσης πολιτικής δικονομίας και διοικητικής δικονομίας καθώς και το θέμα της της δικαιοδοτικής ασυλίας (ετεροδικίας) των κρατών.

Θα αναλυθεί επίσης η απόφαση ΣτΕ Ολ 2787/2015 [ΣτΕ Ολ 2787.2015]. Η ανάλυση θα στηριχθεί στο ακόλουθο διάγραμμα.

Διάγραμμα

 Η έννοια της κυβερνητικής πράξης.

– Κριτήριο χαρακτηρισμού μιας πράξης ως κυβερνητικής (βλ. συναφώς Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Το κριτήριο του “λειτουργικού διχασμού των οργάνων” (dédoublement fonctionnel) του Διεθνούς Δικαίου, ως κριτήριο του φαινομένου της δικαστικής  ασυλίας των “κυβερνητικών πράξεων” στο Εσωτερικό Δημόσιο Δίκαιο, ΔιΔικ 1990, σ. 257).

– Δικονομικές συνέπειες του χαρακτηρισμού (M. Vonsy, Actes de gouverment et droit au juge. A propos de l ’arrêt de la CEDH, 14 déc. 2006, Markovic c/Italie, req. n° 1398/03, RFDA 2008, σ. 728)

Η απόφαση ΣτΕ Ολ 22/2007

— Πραγματικά περιστατικά – προσβαλλόμενη πράξη (τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη αίτησης προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, με την οποία ζητείται η χορήγηση της κατ΄άρθρο 923 ΚΠολΔ άδειας για την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του αλλοδαπού Δημοσίου)

— Διοικητική πράξη – δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας

Μειοψηφία – οι εν λόγω πράξεις του Υπουργού Δικαιοσύνης (περί χορήγησης ή άρνησης χορήγησης άδειας), καίτοι προέρχονται από όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά στον έλεγχο του φυσικού δικαστή της εκτέλεσης κατά τον ΚΠολΔ (δικαιοδοσία πολιτικού δικαστή)

— Κυβερνητική πράξη αναγόμενη στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας – μη υπαγωγή στον ακυρωτικό έλεγχο, ανεξαρτήτως επιπτώσεών της σε συνταγματικως προστατευόμενα ατομικά δικαιώματα ή σε πολιτικά δικαιώματα

— Μειοψηφία – διάκριση στο πλαίσιο των καλουμένων “κυβερνητικών” πράξεων:

— Πράξεις αμιγούς διαχείρισης της πολιτικής εξουσίας– απαράδεκτο δικαστικής προσβολής

— Πράξεις που έχουν αντανάκλαση στην άσκηση ατομικού δικαιώματος – υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο (άλλως αντίθεση προς το άρθρο 20 παρ. 1 Σ και το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ)

Μειοψηφία – η έννοια των κυβερνητικών πράξεων δεν δύναται να θεωρηθεί υφιστάμενη υπό την πλήρη ισχύ του συνταγματικού κράτους δικαίου, θεμέλιο του οποίου είναι η αρχή της νομιμότητας της Διοίκησης και ο ακυρωτικός έλεγχος των πράξεών της

— Δυνατότητα αποζημίωσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος

– Η απόφαση ΣτΕ Ολ 2787/2015

  • Προσβαλλόμενες πράξεις:
  • α) το π.δ. 38/28.6.2015 (Α΄ 63) περί Προκήρυξης Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα, και, συγκεκριμένα, για να εγκριθεί ή να απορριφθεί το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.06.2015· β) η από 26.6.2015 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 62) περί υποβολής πρότασης διενέργειας Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα κατά το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος.

Επισήμανση: ΣτΕ Ολ 1117/2014: Ο χαρακτηρισμός ορισμένων διοικητικών πράξεων ως κυβερνητικών, εξαιρουμένων από τον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανήκει αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τούτου και όχι του νομοθέτη.

“12. Επειδή, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4050/2012 αναφέρεται ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία καθορίζονται οι επιλέξιμοι τίτλοι (εν προκειμένω η Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012) είναι κυβερνητική πράξη που ανάγεται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας, κατά το άρθρο 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α’ 8), και όχι εκτελεστή διοικητική πράξη. Ο χαρακτηρισμός, όμως, ορισμένων διοικητικών πράξεων ως κυβερνητικών, εξαιρουμένων, κατά την ανωτέρω διάταξη, από τον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανήκει αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τούτου και όχι του νομοθέτη (βλ. ΣτΕ Ολ 2438/1966, 1947/1960), εν προκειμένω δε, η ανωτέρω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου περί καθορισμού των επιλεξίμων τίτλων έχει εκδοθεί, όπως και οι λοιπές προσβαλλόμενες πράξεις της διαδικασίας τροποποιήσεως των τίτλων τούτων, κατ’ εφαρμογήν διατάξεων του ν. 4050/2012, με τις οποίες ρυθμίζεται κυριαρχικώς η τροποποίηση αυτών, ανεξαρτήτως αν η επιχειρούμενη με τον εν λόγω νόμο αναδιάταξη του δημοσίου χρέους με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα είχε αποτελέσει αντικείμενο διεθνών συμφωνιών και διαβουλεύσεων (πρβλ. ΣτΕ 237/1956, 678/1939, 352/1936). Αβασίμως, επομένως, προβάλλεται από το Δημόσιο ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις, ως πράξεις κυβερνήσεως, απαραδέκτως πλήσσονται με την κρινόμενη αίτηση”.

ΣτΕ 1209/2014: με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της από 11.10.2013 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία ανακλήθηκε η από 25.6.2009 προηγουμένη απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία είχε χορηγηθεί στον αιτούντα άδεια για την αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής απόφασης κατά του Λιβυκού Δημοσίου. … κατά τα ήδη κριθέντα με την απόφαση ΣτΕ Ολ 22/2007, η κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης με την προπαρατεθείσα διάταξη του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στον Υπουργό Δικαιοσύνης (και ήδη Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) αρμοδιότητας εκδιδόμενη πράξη δεν αφορά στην επίλυση διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, από την προσβολή δε αυτής προκαλείται, κατ’ αρχήν, διαφορά διοικητικού δικαίου, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου. Εξ άλλου, κατά τον σκοπό της θεσπίσεως της ανωτέρω διατάξεως, η επέμβαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος αλλοδαπού δημοσίου, με τη χορήγηση σχετικής αδείας, περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνο στην εκ μέρους του στάθμιση της σκοπιμότητας της επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως από της πλευράς της μη διαταράξεως ή της εξυπηρετήσεως των καλών σχέσεων της Χώρας με την οικεία αλλοδαπή Πολιτεία. Συνεπώς, οι πράξεις, με τις οποίες, κατ’ επίκληση της εν λόγω διατάξεως, ενεργείται, όπως αξιούται από τη διάταξη αυτή, στάθμιση των επιπτώσεων στις διεθνείς σχέσεις της Χώρας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και, ως εκ τούτου, έχουν τον χαρακτήρα κυβερνητικών πράξεων, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), που δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τούτο δε διότι με τις πράξεις αυτές δεν ασκούνται διοικητικές αρμοδιότητες, αλλ’ αντιμετωπίζονται από τα ανώτατα όργανα του Κράτους πολιτικής φύσεως ζητήματα, αναγόμενα στη διαχείριση των διεθνών σχέσεων της Χώρας. Επομένως, από την φύση τους οι πράξεις αυτές δεν υπάγονται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι άλλως ο έλεγχος αυτός θα υπεισερχόταν ανεπιτρέπτως στο πεδίο αμιγώς πολιτικών εκτιμήσεων, που εκφεύγει από το πεδίο του ασκουμένου από το Συμβούλιο Επικρατείας ελέγχου. Περαιτέρω, ως actus contrarius της χορήγησης αδείας αναγκαστικής εκτέλεσης κατά το άρθρο 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έχει τον χαρακτήρα της κυβερνητικής πράξεως και η υπουργική απόφαση, με την οποία ανακαλείται η ήδη χορηγηθείσα άδεια, κατ’ επανεκτίμηση των επιπτώσεων στις διεθνείς σχέσεις της Χώρας από τη λήψη αναγκαστικών μέτρων εις βάρος αλλοδαπής Πολιτείας, ουδεμία δε επιρροή ασκεί στην φύση της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, ως κυβερνητικής πράξεως, η τυχόν σημειωθείσα εν τω μεταξύ – μέχρι την έκδοση της ανακλητικής πράξεως – πρόοδος της διαδικασίας της εκτελέσεως (με την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση ή περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης κ.λπ.). Η κατά τα ανωτέρω μη υπαγωγή των κυβερνητικών πράξεων σε δικαστικό έλεγχο, που αφορά σε ελάχιστες κατηγορίες πράξεων, προσδιοριζόμενες, άλλωστε, εκάστοτε από το ίδιο το δικαστήριο, δεν τελεί υπό την αρνητική προϋπόθεση της ελλείψεως αντανακλαστικών συνεπειών από την εφαρμογή των πράξεων αυτών στην άσκηση ατομικών δικαιωμάτων. Οι πράξεις αυτές μπορούν να έχουν, όπως κάθε πράξη, επίπτωση σε συνταγματικώς προστατευόμενα ατομικά δικαιώματα ή σε πολιτικά δικαιώματα. Η κατά τα ανωτέρω, όμως, μη υπαγωγή τους σε δικαστικό έλεγχο υπαγορεύεται και δικαιολογείται μόνον από την προπεριγραφείσα φύση τους, δεν συναρτάται δε με τις τυχόν επιπτώσεις και συνέπειές τους και δεν συνδέεται με την βαρύτητα καθεμιάς απ’ αυτές. Εξ άλλου, η μη υπαγωγή των πράξεων αυτών σε ευθύ ακυρωτικό έλεγχο ούτε συνεπάγεται την αποδέσμευση του οργάνου που τις εκδίδει από την υποχρέωση τηρήσεως των οικείων συνταγματικών διατάξεων και των δεσμεύσεων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, ούτε αποκλείει την ανόρθωση ενδεχομένων δυσμενών επιπτώσεών τους σε ιδιώτες κατά τους τρόπους και τις διαδικασίες που, κατά περίπτωση, προβλέπονται από την έννομη τάξη. Έχει απλώς την έννοια ότι, για τους προεκτεθέντες λόγους, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον συγκεκριμένο έλεγχο. Η αδυναμία δε ασκήσεως ακυρωτικού ελέγχου στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν προσκρούει στις διατάξεις που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, μεταξύ των οποίων και οι εν προκειμένω κρίσιμοι, δηλαδή εκείνοι που δικαιολογούνται από το νόμιμο σκοπό του σεβασμού των κανόνων του διεθνούς δικαίου και της κυριαρχίας του αλλοδαπού κράτους, οι οποίοι αποτελούν το θεμέλιο της ισότητας των Κρατών και, εντεύθεν, της ομαλότητας των διεθνών σχέσεων (ΣτΕ Ολομ. 22/2007). Tο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), μάλιστα, το οποίο επελήφθη της ιδίας υποθέσεως με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω 22/2007 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (απόφαση επί του παραδεκτού – décision – της 16.4.2009, Βλαστός κατά Ελλάδας, αριθμός προσφυγής 28803/07), έκρινε (σκέψεις 33 έως 36) ότι δεν υπήρχε λόγος να αποστεί από τα γενόμενα δεκτά με την προηγούμενη απόφασή του επί του παραδεκτού – décision – της 12.12.2002, Καλογεροπούλου και λοιποί κατά Ελλάδας (αριθμός προσφυγής 59021/00). Είχε δε κριθεί με την τελευταία αυτή απόφαση ότι η άρνηση του Υπουργού Δικαιοσύνης να χορηγήσει άδεια κατάσχεσης ακινήτων αλλοδαπού δημοσίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί θεμιτό, κατά το δημόσιο διεθνές δίκαιο, και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας περιορισμό των δικαιωμάτων σε δίκαιη δίκη και προστασίας της περιουσίας που κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης «διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής. Σημειωτέον ότι, ενώ η ως άνω απόφαση Βλαστός κατά Ελλάδας αφορούσε την άρνηση χορήγησης αδείας για τη λήψη, σε εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, αναγκαστικών μέτρων εις βάρος περιουσίας αλλοδαπής πολιτείας, μη συνδεομένης, κατά τους ισχυρισμούς του ενδιαφερομένου, με την άσκηση κρατικής κυριαρχίας, για την ικανοποίηση, όπως και εν προκειμένω, απαιτήσεων από την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών (ΕΔΔΑ, Βλαστός, σκέψεις 6 έως 12), η προμνησθείσα απόφαση Καλογεροπούλου και λοιποί κατά Ελλάδας αφορούσε την άρνηση χορήγησης αδείας για την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή εξαίρεση από τον κανόνα της ετεροδικίας στην περίπτωση που αλλοδαπή πολιτεία ενάγεται για αποζημίωση από «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας».

ΣτΕ Ολ 1129-1155/2016: “η προσβαλλόμενη απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων «Μεταφορά στην Εταιρεία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου» περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου κατά τις διατάξεις του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α΄ 152)», κατά το μέρος που σε αυτή περιλαμβάνεται ο Τουριστικός Λιμένας …, ενόψει του χαρακτήρα των λιμένων και των τουριστικών λιμένων ως κοινοχρήστων πραγμάτων, είναι διοικητική πράξη, περαιτέρω δε έχει χαρακτήρα ατομικής διοικητικής πράξεως γενικού περιεχομένου, η οποία αναλύεται σε πλείονες ατομικές πράξεις αντίστοιχες με τους λιμένες, τους οποίους αφορά. Επομένως, η διαφορά υπάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας και παραδεκτώς ασκείται η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, είναι δε απορριπτέος ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι πρόκειται για κυβερνητική πράξη. Περαιτέρω, εν όψει του χαρακτήρα της προσβαλλόμενης πράξης ως ατομικής είναι απορριπτέος, προεχόντως ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη εκδοχή ότι πρόκειται για κανονιστική πράξη, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι κατά παράβαση του άρθρου 29Α του ν. 1558/1985 στο προοίμιό της δεν αναγράφεται το μέγεθος της προκαλούμενης δαπάνης. Αν και, κατά τη γνώμη των Συμβούλων Ι. Μαντζουράνη, Α. Σακελλαροπούλου, Α. Χριστοφορίδου, Γ. Ποταμιά, Μ. Σταματελάτου, και Θ. Αραβάνη η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κανονιστικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι με αυτή σκοπείται τελικώς η παραχώρηση σειράς δικαιωμάτων επί κοινοχρήστων πραγμάτων σε τρίτους με συνέπεια να τίθεται σε διακινδύνευση ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τους.”

ΣτΕ 3046/2017: “Ως έχει κριθεί (ΣτΕ 2190/2001 7μ., 2681/2005 7μ., 1509/2010, 3185/2010), η απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, με την οποία διατάσσεται η έκδοση αλλοδαπού, δεν συνιστά πράξη αναγόμενη στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά εκτελεστή πράξη διοικητικής αρχής, κατά την έννοια των άρθρων 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος και 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), ούτε εξαιρείται του ακυρωτικού ελέγχου, χαρακτηριζόμενη ως κυβερνητική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, εφ’ όσον τούτο αφ’ ενός θα καθιστούσε ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως, εκ μέρους του Υπουργού, των θεσπιζομένων με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και των διεθνών συμβάσεων εγγυήσεων υπό τις οποίες κρίνεται το αίτημα εκδόσεως και αφ’ ετέρου θα απέκλειε και τον δικαστικό έλεγχο του σεβασμού του καθεστώτος προστασίας που θεσπίζεται με το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει απολύτως την έκδοση αλλοδαπού διωκόμενου για την υπέρ της ελευθερίας δράση του”.

ΣτΕ Ολ 2615, 2616/2018: με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση «1. Της από 17.6.2018 διοικητικής πράξεως υπογραφής από τον Υπουργό Εξωτερικών της Τελικής Συμφωνίας για την επίλυση των διαφορών οι οποίες περιγράφονται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 και την εδραίωση στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των μερών [όπου αναφερόμενο μέρος η Ελληνική Δημοκρατία και μη αναφερόμενο, αλλά περιγραφόμενο, μέρος η «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (πΓΔΜ)], 2. Κάθε άλλης, αμέσως ή εμμέσως, συναφούς προγενεστέρας ή μεταγενεστέρας πράξεως ή παραλείψεως, καθώς και πράξεως εκτελέσεως και ιδίως: α. της κατατεθείσας στη Βουλή διοικητικής πράξεως με την μορφή επιστολής προς τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ με την οποία ο Υπουργός Εξωτερικών δηλώνει ότι συναινεί στην έναρξη διαδικασίας διαπραγμάτευσης για την ένταξη της πΓΔΜ στη Συμμαχία, β. της κατατεθείσας στη Βουλή διοικητικής πράξεως με την μορφή επιστολής προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της ΕΕ με την οποία ο Υπουργός Εξωτερικών δηλώνει ότι συναινεί στην έναρξη διαδικασίας διαπραγμάτευσης για την ένταξη της πΓΔΜ στην ΕΕ». …οι προσβαλλόμενες πράξεις συνιστούν καθεαυτές πράξεις διαχειρίσεως της πολιτικής εξουσίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και συνδέονται ευθέως με τη διαχείριση των διεθνών σχέσεων της Χώρας. Ως εκ τούτου, έχουν κυβερνητικό χαρακτήρα, μη υποκείμενες στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989. Η κατά τα ανωτέρω δε μη υπαγωγή των κυβερνητικών πράξεων σε δικαστικό έλεγχο, που αφορά σε ελάχιστες κατηγορίες πράξεων, προσδιοριζόμενες, άλλωστε, εκάστοτε από το ίδιο το δικαστήριο, δεν τελεί υπό την αρνητική προϋπόθεση της ελλείψεως αντανακλαστικών συνεπειών από την εφαρμογή των πράξεων αυτών στην άσκηση ατομικών δικαιωμάτων. Οι πράξεις αυτές μπορούν να έχουν, όπως κάθε πράξη, επίπτωση σε συνταγματικώς προστατευόμενα ατομικά δικαιώματα ή σε πολιτικά δικαιώματα. Η μη υπαγωγή τους σε δικαστικό έλεγχο υπαγορεύεται και δικαιολογείται μόνον από τη φύση τους, δεν συναρτάται δε με τις τυχόν επιπτώσεις και συνέπειές τους και δεν συνδέεται με την βαρύτητα καθεμιάς απ’ αυτές. Εξ άλλου, η μη υπαγωγή των πράξεων αυτών σε ευθύ ακυρωτικό έλεγχο ούτε συνεπάγεται την αποδέσμευση του οργάνου που τις εκδίδει από την υποχρέωση τηρήσεως των οικείων συνταγματικών διατάξεων ούτε αποκλείει την ανόρθωση ενδεχόμενων δυσμενών επιπτώσεών τους σε ιδιώτες κατά τρόπους και διαδικασίες που, κατά περίπτωση, προβλέπονται από την έννομη τάξη. Έχει απλώς την έννοια ότι, για τους προεκτεθέντες λόγους, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον συγκεκριμένο έλεγχο. Το γεγονός δε της, υπό τις ως άνω συνθήκες, αδυναμίας ακυρωτικού ελέγχου των εν λόγω πράξεων δεν προσκρούει στις διατάξεις που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται και σε περιορισμούς, μεταξύ των οποίων και οι εν προκειμένω κρίσιμοι, δηλαδή εκείνοι που δικαιολογούνται από τον νόμιμο σκοπό του σεβασμού των κανόνων του διεθνούς δικαίου [ΣτΕ 22/2007 Ολ. σκ. 6, 3669/2006 Ολ. σκ. 6, 1209/2014 σκ. 5-6, 1393-5/2004, ΕΔΔΑ (Μείζων Σύνθεση) απόφαση της 14.12.2006, Markovic και άλλοι κατά Ιταλίας, αριθμός προσφυγής 1398/03, ΕΔΔΑ απόφαση επί του παραδεκτού – décision – της 16.4.2009, Βλαστός κατά Ελλάδας, αριθμός προσφυγής 28803/07, απόφασή του επί του παραδεκτού – décision – της 12.12.2002, Καλογεροπούλου και λοιποί κατά Ελλάδας (αριθμός προσφυγής 59021/00)]. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα ως προς τη φύση των προσβαλλόμενων πράξεων, καθώς και ως προς την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 και την αντίθεσή της προς το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά τη γνώμη όμως του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, η έννοια των κυβερνητικών πράξεων αποτελούσε κατάλοιπο του πρώιμου σταδίου του δικαστικού ελέγχου της διοικητικής δράσεως και συνεπαγόμενη αδυναμία του ακυρωτικού δικαστού να ελέγξει τη συμφωνία ορισμένου εμπειρικώς διαμορφωμένου καταλόγου διοικητικών πράξεων προς τον νόμο και το Σύνταγμα δεν δύναται να θεωρηθεί υφιστάμενη υπό την πλήρη ισχύ του συνταγματικού κράτους δικαίου θεμέλιο του οποίου είναι η αρχή της νομιμότητας της διοικήσεως και ο ακυρωτικός έλεγχος των πράξεών της. Τούτο άλλωστε προκύπτει και εκ του συνδυασμού των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 82 παρ. 1, 87 παρ. 2 και 95 παρ. 1 του Συντάγματος, επί τη βάσει των οποίων δεν καταλείπεται στη διοίκηση στάδιο αυθαιρέτου δράσεως ούτε παρέχεται στον δικαστή ευχέρεια όπως, αυτοπεριοριζόμενος, απέχει του ελέγχου πράξεων, τις οποίες ήθελε χαρακτηρίσει κυβερνητικές. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί μία συμφωνία που υπεγράφη από τους Υπουργούς Εξωτερικών των δύο κρατών σχετικά με την Τελική Συμφωνία για την επίλυση των διαφορών, οι οποίες περιγράφονται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για τη λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995. Όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 1 παρ. 2 της Συμφωνίας τα μέρη αναγνωρίζουν ως δεσμευτικό το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Σε συνέχεια αυτών των διαπραγματεύσεων έχουν γίνει αμοιβαίως αποδεκτά και συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, α) ότι το επίσημο όνομα του δευτέρου μέρους θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και θα χρησιμοποιείται erga omnes, β) η ιθαγένεια του δευτέρου μέρους θα είναι «μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας», γ) η επίσημη γλώσσα του δευτέρου μέρους θα είναι η «μακεδονική γλώσσα». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 4 γίνεται αναφορά στις διαδικασίες ενσωμάτωσης του δευτέρου μέρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Συμφωνίας της 17 Ιουνίου 2018 τα μέρη θέλησαν μέσω αυτής και πριν κυρωθεί με νόμο από την ελληνική Βουλή να έχει έννομες συνέπειες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Εν όψει του περιεχομένου της επίδικης συμφωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 18 της Συνθήκης της Βιέννης (ν.δ. 402/1974, ΦΕΚ Α΄ 141), με τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν με την επίδικη συμφωνία όλα τα όργανα της ελληνικής πολιτείας οφείλουν να απέχουν από ενέργειες οι οποίες αντιβαίνουν στο περιεχόμενο της συμφωνίας. Με τα ως άνω δεδομένα, η προσβαλλόμενη πράξη υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ως εκτελεστή διοικητική πράξη κατ’ άρθρα 20 παρ. 1 και 95 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989. 

Βλ. επίσης ΣτΕ 1046, 2397/2019.

Βλ. συναφώς Λ. Θεοχαρόπουλος/Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Υφέρπουσα νομολογιακή τάση για την αστική ευθύνη της δημόσιας εξουσίας από τη σύννομη ζημιογόνο υλική ενέργεια, βάσει του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος (εξ αφορμής των αποφάσεων 1693/1998 και 774/1999 του Συμβουλίου της Επικρατείας), ΤιμΤομ ΣτΕ, 75 χρόνια, Εκδ. Σάκκουλα,  2004, σ. 629· Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Το κριτήριο του “λειτουργικού διχασμού των οργάνων” (dédoublement fonctionnel) του Διεθνούς Δικαίου, ως κριτήριο του φαινομένου της δικαστικής  ασυλίας των “κυβερνητικών πράξεων” στο Εσωτερικό Δημόσιο Δίκαιο, ΔιΔικ 1990, σ. 257· Χ. Τσιλιώτη, Νέα ενδιαφέροντα δημοσιολογικά ζητήματα μέσα από την επιβεβαίωση μιας παγιωμένης νομολογίας. Παρατηρήσεις στην ΣτΕ Ολ 2787/2015, ΘΠΔΔ 7/2015, σ. 648· Σπ. Βλαχόπουλου, Προσβολή προεδρικού διατάγματος περί προκήρυξης δημοψηφίσματος. Παρατηρήσεις στην ΣτΕ Ολ 2787/2015, ΔιΔικ 5/2015, σ.683· www.prevedourou.gr, Επίκαιρα θέματα για τη μονομερή διοικητική πράξη (Αctualité de l’acte administratif unilateral, AJDA 14/2015, σ. 792-815)

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο