Κήρυξη του κυρίου ή του παραλήπτη του λαθρεμπορεύματος «αλληλεγγύως συνυπεύθυνου αστικώς» με τον υπαίτιο του αδικήματος. Σύμφωνη προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του άρθρου 53 παρ. 3 πδ 18/1989 (ΣτΕ 2568/2018)

Κήρυξη του κυρίου ή του παραλήπτη του λαθρεμπορεύματος «αλληλεγγύως συνυπεύθυνου αστικώς» με τον υπαίτιο του αδικήματος. Σύμφωνη προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του άρθρου 53 παρ. 3 του πδ 18/1989 (ΣτΕ 2568/2018)

 1. Ιδιαιτέρως σημαντική λόγω της μειοψηφούσας άποψης (σκέψη 14), η απόφαση ΣτΕ 2568/2018 αξιοποιεί την απόφαση του ΔΕΕ C-81/15, Καρέλια (εκδοθείσα κατόπιν της παραπεμπτικής ΣτΕ 144/2015), η οποία αφορούσε την ευθύνη του εγκεκριμένου αποθηκευτή για τις οικονομικές συνέπειες των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν κατά την κυκλοφορία προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής, και στην περίπτωση κήρυξης του κυρίου ήτου παραλήπτη του λαθρεμπορεύματος (εταιρία πετρελαιοειδών) «αλληλεγγύως συνυπεύθυνου αστικώς» με τον υπαίτιο του αδικήματος της λαθρεμπορίας (τελωνειακούς υπαλλήλους και πρατηριούχο). Η απόφαση Καρέλια έχει οδηγήσει σε δύο περιπτώσεις [ΣτΕ 2330/2016 και ΣτΕ 1366/2017] σε μεταβολή της νομολογιακής πορείας του ΣτΕ, όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα (περί αλληλέγγυας ευθύνης νομικού προσώπου για την καταβολή των διοικητικών χρηματικών κυρώσεων που επιβάλλονται στους υπαίτιους παράβασης της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας) υπό το πρίσμα των θεμελιωδών (τόσο στην ημεδαπή όσο και στην ενωσιακή έννομη τάξη) αρχών της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου, της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας, οι απαιτήσεις των οποίων, όπως ερμηνεύονται από το ΔΕΕ, ενδέχεται να είναι εντονότερες και περισσότερο προστατευτικές για τα δικαιώματα των εταιρειών που κηρύσσονται συνυπεύθυνες για την καταβολή διοικητικών προστίμων λαθρεμπορίας, από ό,τι έχει υπολάβει το ΣτΕ στις αποφάσεις του ΣτΕ 3486/2015, 1186/2015, 1003/2015, 909/2015 και 588-590/2015, που είναι προγενέστερες της απόφασης Καρέλια.

2.Επαναλαμβάνει ζητήματα ερμηνείας των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης: Α) Προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναίρεσης, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων αμφοτέρων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989. Β) Ως νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, νοείται ερμηνευτική κρίση του Δικαστηρίου τόσο ρητή όσο και συναγόμενη εμμέσως πλην σαφώς (βλ. ΣτΕ 88/2018 - πρβλ. ΣτΕ 167/2017 7μ., 2599/2015 7μ.), η οποία μπορεί να εντοπίζεται είτε στη μείζονα είτε και στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού απόφασής του (βλ. λ.χ. ΣτΕ 88/2018, 4183/2015). Γ)Νομολογία «ανωτάτου δικαστηρίου», κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, αποτελεί και απόφαση του ΔΕΕ, από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία κανόνων του δικαίου της ΕΕ, πρωτογενούς ή δευτερογενούς (βλ. ΣτΕ 1016/2017), καθώς και απόφαση του ΕΔΔΑ, από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία διάταξης της ΕΣΔΑ, συμπεριλαμβανομένων των Πρόσθετων Πρωτόκολλων αυτής (ΣτΕ 167-169/2017 7μ., 2987/2017 7μ., 951/2018 7μ.)

3.Η απόφαση ΣτΕ 2568/2018 αποτυπώνει την έννοια της αξιακής ομοιογένειας των εθνικών και υπερεθνικών εννόμων τάξεων (αναλυτικά για το θέμα Λ. Παπαδοπούλου: Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: Το ζήτημα της «υπεροχής», Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2009): Η τήρηση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η ενωσιακή αρχή της αναλογικότητας (των επεμβάσεων στην επιχειρηματική ελευθερία και στο δικαίωμα επί της περιουσίας, όπως η απορρέουσα από το επίδικο μέτρο της αλληλέγγυας ευθύνης για την πληρωμή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας) γενικά γίνεται αντιληπτή και εφαρμόζεται από το ΣτΕ κατά τρόπο παρόμοιο με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, αλλά και την αντίστοιχη απαίτηση της ΕΣΔΑ, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 52 παρ. 3 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του άρθρου 6 παρ. 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

4.Αξιοποιεί την απόφαση ΔΕΕ Aquino, C-3/16, καθόσον δέχεται ότι το άρθρο 267 τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό μπορεί να μην υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται για λόγους απαραδέκτου, που άπτονται της ενώπιον του δικαστηρίου αυτού διαδικασίας, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (ΔΕΕ Aquino, C-3/16, σκ. 48-49), το δε δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, όπως αυτό νοείται στο δίκαιο της Ένωσης, δεν απαιτεί την ύπαρξη δικαστικής κρίσεως δύο βαθμών δικαιοδοσίας ή αναιρετικού ελέγχου, αρκεί οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το δίκαιο αυτό να τηρούνται τουλάχιστον σε έναν από τους βαθμούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις που απορρέουν από το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, με τις οποίες ο Έλληνας νομοθέτης διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, σταθμίζοντας το δικαίωμα των διαδίκων να ακουσθεί η υπόθεσή τους από το αναιρετικό δικαστήριο, με σκοπό την διόρθωση τυχόν νομικών σφαλμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με την επιτακτική ανάγκη αποσυμφορήσεως του ΣτΕ από μεγάλο όγκο αναιρετικών υποθέσεων, εφαρμόζονται αδιακρίτως, κατ’ απολύτως πανομοιότυπο τρόπο σε όλες τις αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ είτε αναφέρονται σε παραβάσεις κανόνων του δικαίου της Ένωσης είτε σε παραβάσεις κανόνων του εθνικού δικαίου, τηρουμένης συνεπώς της αρχής της ισοδυναμίας. Επομένως, όταν ένας λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, βάσει του άρ. 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, διότι ως προς το τιθέμενο με αυτόν νομικό ζήτημα υπάρχει παγιωμένη αντίθετη νομολογία του ΣτΕ, και δεν εξετάζεται το βάσιμο αυτού, στο πλαίσιο του οποίου θα μπορούσαν να εγερθούν ερμηνευτικά ζητήματα σχετικά με την συμφωνία των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων προς το ενωσιακό δίκαιο, δεν ανακύπτει ζήτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ.

5.Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εν προκειμένω η μειοψηφούσα γνώμη (ενός Συμβούλου και των Πάρεδρων Μ. Σταματοπούλου και Ι. Δημητρακόπουλου, εισηγητή), η οποία ερμηνεύει τις διατάξεις των άρθρων 53 παρ. 3 και 57 παρ, 2 του πδ 18/1989 κατά τρόπο φιλικό προς το δίκαιο της Ένωσης, κατά τρόπο δηλαδή που να διευκολύνει την υποβολή προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ, στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης. Η  γνώμη αυτή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του ΔΕΕ, οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν μπορούν να θίγουν την αρμοδιότητα την οποία αντλεί από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ένα εθνικό δικαστήριο ούτε να του παρέχουν τη δυνατότητα αποφυγής των υποχρεώσεων που υπέχει από τη διάταξη αυτή (ΔΕΕ 17.3.2017, C-3/16, Aquino, σκέψη 47). Στο πλαίσιο αυτό, εθνικοί δικονομικοί κανόνες που προβλέπουν ότι το μετ’ αναίρεση επιλαμβανόμενο δικαστήριο δεσμεύεται από τις κρίσεις της αναιρετικής απόφασης βρίσκουν όριο στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ και στην ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του (ΔΕΕ μειζ. συνθ. 5.10.2010, Elchinov, σκέψεις 27 και 32 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 15.1.2013, Križan κ.λπ., σκέψεις 68-73). Επομένως, η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ερμηνευόμενη υπό το φως των αρχών της υπεροχής, της πλήρους αποτελεσματικότητας και της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, καθώς και του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι λόγος αναίρεσης με τον οποίο τίθεται, κατά τρόπο αρκούντως ειδικό και ορισμένο, ουσιώδες για την επίλυση της διαφοράς ζήτημα ερμηνείας κανόνα του ενωσιακού δικαίου, που, αυτό τούτο, δεν έχει επιλυθεί από το ΔΕΕ, ενώ έχει κριθεί με απόφαση του ΣτΕ (σε άλλη ή και στην ίδια υπόθεση), δίχως υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, δεν καθίσταται απαράδεκτος εκ του ότι αφορά σε νομικό ζήτημα για το οποίο υπάρχει νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ δεν υπάρχει νομολογία του ΔΕΕ (και, επομένως, ο λόγος δεν μπορεί να συνοδεύεται, προς θεμελίωση του παραδεκτού του, από βάσιμο ισχυρισμό περί έλλειψης νομολογίας του ΣτΕ ή περί αντίθεσης στη νομολογία του ΔΕΕ), εφόσον με τον λόγο αυτόν προβάλλεται αντίθεση προς το ενωσιακό δίκαιο, κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένης υπόψη και της σχετικής με το ζήτημα νομολογίας του ΔΕΕ (η οποία ενδέχεται να είναι και οψιγενής), να δημιουργούνται στο Δικαστήριο εύλογες αμφιβολίες για την ορθή έννοια του επίμαχου κανόνα του ενωσιακού δικαίου και, συνακόλουθα, για την ορθότητα της νομολογίας του ΣτΕ, οι οποίες (αμφιβολίες) υποχρεώνουν το Δικαστήριο να ζητήσει από το ΔΕΕ την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Πράγματι, υπό την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, την οποία υιοθετεί εμμέσως η πλειοψηφία στην απόφαση ΣτΕ 2568/2018, η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 δεν είναι συμβατή προς τις αρχές της υπεροχής και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου, διότι θίγει υπέρμετρα την αρμοδιότητα που έχει το ΣτΕ από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και άγει σε ουσιώδη και αθέμιτο περιορισμό της υποχρέωσης που το παρόν Δικαστήριο υπέχει από τη διάταξη αυτή. Τούτο, άλλωστε, συνάγεται a fortiori από τη νομολογία του ΔΕΕ σχετικά με τη δυνατότητα ή την υποχρέωση του μετ’ αναίρεση επιλαμβανόμενου εθνικού δικαστηρίου σε υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνικό αναιρετικό δικαστήριο, όπως το ελληνικό ΣτΕ, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, έχει την υποχρέωση να υποβάλει (και αυτεπαγγέλτως) στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης, ακόμη και όταν αποφαίνεται μετ’ αναίρεση και εθνικός κανόνας του επιβάλλει να λύσει τη διαφορά ακολουθώντας τις νομικές θέσεις που διατυπώθηκαν στην αναιρετική απόφασή του, εάν εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του ΔΕΕ, ότι οι θέσεις αυτές, που ανάγονται σε ζητήματα ενωσιακού δικαίου ουσιώδη για την επίλυση της διαφοράς, δύνανται να είναι αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης (ΔΕΕ μειζ. συνθ. 5.10.2010, Elchinov, σκέψη 32 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 15.1.2013, Križan κ.λπ., σκέψη 73). Επομένως, αν γεννάται τέτοια υποχρέωση στην περίπτωση που υπάρχει ad hoc νομολογία του ΣτΕ, απορρέουσα από την αναιρετική απόφασή του, στην ίδια υπόθεση με τους ίδιους διαδίκους, μολονότι, σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, το ΣτΕ, δικάζοντας μετ’ αναίρεση, δεσμεύεται από τις κρίσεις της αναιρετικής απόφασής του, με αποτέλεσμα (σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη αυτοτελώς και όχι υπό το φως του ενωσιακού δικαίου) το απαράδεκτο των λόγων αναίρεσης για ζητήματα κριθέντα από την αναιρετική απόφαση (βλ. ΣτΕ 1480/2014417/2016 7μ., 1612/2017 κ.ά.), πολύ περισσότερο τέτοια υποχρέωση δημιουργείται στην περίπτωση που υπάρχει νομολογία του ΣτΕ, κατά την έννοια του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, στην ίδια ή/και σε άλλες υποθέσεις, η οποία έχει διαμορφωθεί χωρίς υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ και χωρίς να υπάρχει νομολογία του τελευταίου επί αυτού τούτου του τιθέμενου νομικού ζητήματος ενωσιακού δικαίου, εφόσον γεννώνται στο παρόν Δικαστήριο, ενόψει και οψιγενούς νομολογίας του ΔΕΕ, αμφιβολίες για την ορθή έννοια του ενωσιακού δικαίου, ικανές να θεμελιώσουν υποχρέωση υποβολής στο ΔΕΕ σχετικού προδικαστικού ερωτήματος.

  ΣτΕ 2568/2018

1.… με την αίτηση αυτή, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (e-παράβολο υπ’ αριθμ. 16693943195711280094) και η οποία εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Β΄ Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας, κατόπιν της από 1.11.2017 πράξης της Προέδρου του, ζητείται η αναίρεση της απόφασης ΔΕφΠειρ 1121/2017. Με την απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της αναίρεσης της απόφασης ΔΕφΠειρ 1839/2007με την απόφαση ΣτΕ 590/2015, έγινε δεκτή έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της απόφασης ΔΠρΠειρ 1990/2003, εξαφανίσθηκε η εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο είχε γίνει δεκτή προσφυγή της ανώνυμης εταιρείας “Α.Ε.Ε.Π. Γ. ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ & ΣΙΑ” κατά του σκέλους της 268/97/12.1.1999 πράξης του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελεύθερων Τελωνειακών Συγκροτημάτων Πειραιά περί κήρυξής της ως αλληλεγγύως υπόχρεης για την καταβολή πολλαπλών τελών ύψους 90.388.296 δραχμών (265.262,79 ευρώ) και δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων ύψους 22.597.074 δραχμών (66.315,70 ευρώ), που είχαν καταλογιστεί με την ίδια πράξη σε βάρος των υπαιτίων παραβάσεων λαθρεμπορίας καυσίμων, και, περαιτέρω, εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε η ανωτέρω προσφυγή. Την προαναφερόμενη εταιρεία (στο εξής, εταιρεία ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ) διαδέχθηκε, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, η εταιρεία “ΕΚΟ ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ”, της οποίας η επωνυμία από 1-6-2005 τροποποιήθηκε σε “ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ” και η οποία έχει ήδη απορροφηθεί, κατόπιν συγχωνεύσεως, από την αναιρεσείουσα εταιρεία “ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” (στο εξής, ΕΚΟ ή αναιρεσείουσα)

2,…, στη συζήτηση της υπόθεσης η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο (βλ. και το από 20.2.2018 υπόμνημά της), της κρινόμενης αίτησης, κατά το μέρος της που αφορά στην κήρυξη της εταιρείας ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ ως αλληλεγγύως υπόχρεης για την καταβολή δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων ποσού 22.597.074 δραχμών (66.315,70 ευρώ). Συνεπώς, η παρούσα δίκη πρέπει να καταργηθεί ως προς το αντίστοιχο σκέλος της.

Ερμηνεία άρθρου 53 παρ. 3 του πδ 18/1989

3.… η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και, περαιτέρω, με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016 - έναρξη ισχύος του άρθρου 15 από τη δημοσίευση του νόμου 4446/2016 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού), ορίζει, στο εδάφιο α΄, ότι «Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του ΣτΕ ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του ΣτΕ ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. […]» (η ως άνω διάταξη τέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 και επαναλήφθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016). Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του ΣτΕ είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ [...]. Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κ.λπ., χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους, που αμφισβητείται ενώπιον του ΣτΕ». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναίρεσης, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων αμφοτέρων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (βλ. ΣτΕ 1873/2012 7μ., 2934/2017 7μ.). Ειδικότερα, κατά την έννοια της πρώτης των ανωτέρω παραγράφων, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του ΣτΕ είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (βλ. 1365/2017 7μ., 2934/2017 7μ.). Ειδικότερα, ως νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, νοείται ερμηνευτική κρίση του Δικαστηρίου τόσο ρητή όσο και συναγόμενη εμμέσως πλην σαφώς (βλ. ΣτΕ 88/2018 - πρβλ. ΣτΕ 167/2017 7μ., 2599/2015 7μ.), η οποία μπορεί να εντοπίζεται είτε στη μείζονα είτε και στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού απόφασής του (βλ. λ.χ. ΣτΕ 88/2018, 4183/2015). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επίκληση της ελλείψεως νομολογίας ή της αντιθέσεως σε νομολογία, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τις ως άνω διατάξεις, δεν νοείται αναφορικά με ζητήματα αιτιολογίας περιοριζόμενα στο πραγματικό της κρινομένης υποθέσεως, αλλά πρέπει να αφορά αποκλειστικά ζητήματα τα οποία, αναγόμενα στην ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής, μπορεί, ως εκ τούτου, να έχουν γενικότερη σημασία. Τούτο δε, ανεξαρτήτως εάν τα τελευταία αυτά ζητήματα ανακύπτουν στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (βλ. ΣτΕ 331-336/2018, 677/2017, 1913/2015 κ.ά.). Εξάλλου, νομολογία «ανωτάτου δικαστηρίου», κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, αποτελεί και απόφαση του ΔΕΕ, από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία κανόνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), πρωτογενούς ή δευτερογενούς (βλ. ΣτΕ 1016/2017), καθώς και απόφαση του ΕΔΔΑ, από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία διάταξης της ΕΣΔΑ, συμπεριλαμβανομένων των Πρόσθετων Πρωτόκολλων αυτής (βλ. ΣτΕ 167-169/2017 7μ., 2987/2017 7μ., 951/2018 7μ.).

4.… το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα αίτηση είναι ανώτερο των 40.000 ευρώ.   Κρίσεις του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς

5. Eπειδή, με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό (σκέψη 2), κατά παραπομπή στα κριθέντα με την προαναφερθείσα αναιρετική απόφαση ΣτΕ 590/2015, ότι από τις διατάξεις των άρθρων 89 παρ. 2, 97 παρ. 3 και 5, 100 παρ. 1 και 2, 99 παρ. 2 και 108 του εφαρμοστέου εν προκειμένω Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, Α΄ 73) συνάγονται τα εξής: “[…] για την επιβολή των προβλεπόμενων με αυτές πολλαπλών τελών και λοιπών συναφών επιβαρύνσεων, απαιτείται να έχει τελεσθεί με δόλο πράξη από εκείνες που συνιστούν, κατά τους ειδικότερους ορισμούς του νόμου, την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της λαθρεμπορίας. Προκειμένου, όμως, να κηρυχθεί κατά τα ανωτέρω, ο κύριος ή ο παραλήπτης του λαθρεμπορεύματος «αλληλεγγύως συνυπεύθυνος αστικώς» με τον υπαίτιο του αδικήματος, δεν απαιτείται ο πρώτος να έχει δόλο, και σε περίπτωση που αυτός είναι νομικό πρόσωπο ο νόμιμος εκπρόσωπός του, αλλά αρκεί ν’ αποδειχθεί ότι ο υπαίτιος του αδικήματος ενήργησε ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπός του κυρίου ή του παραλήπτη του λαθρεμπορεύματος. Περαιτέρω, δεν κηρύσσεται συνυπεύθυνος ο κύριος ή ο παραλήπτης, όταν προκύπτει ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν μπορούσε ακόμα και να πιθανολογήσει τη διάπραξη λαθρεμπορίας. Συνεπώς, αυτός απαλλάσσεται της ευθύνης, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει καμία, έστω και ελαφρά, αμέλεια, η ύπαρξη της οποίας κρίνεται βάσει της επιμελείας που επιβάλλεται να καταβάλλεται εντός του κύκλου της οικονομικής δραστηριότητάς του και του επαγγέλματος που ασκεί. Η ως άνω καθιερούμενη αστική συνευθύνη του κυρίου του λαθρεμπορεύματος δεν αποτελεί διοικητική κύρωση ούτε “ποινή”, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, παρά έχει το χαρακτήρα εγγύησης για την καταβολή των καταλογιζόμενων ποσών και αποβλέπει, πέραν της είσπραξης των διαφυγόντων δασμών και φόρων, στην κατά το δυνατόν εξασφάλιση της πληρωμής και, συνακόλουθα, της αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων πολλαπλών τελών, στηρίζεται δε στην δικαιολογημένη αντίληψη του νομοθέτη ότι οι επιχειρηματίες και επαγγελματίες που αποκομίζουν όφελος από την οικονομική δραστηριότητα στο πλαίσιο της οποίας διαπράττεται λαθρεμπορία οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα με τα οποία επέλεξαν να συναλλαγούν ενεργούν κατά τρόπο που δεν άγει σε συμμετοχή σε λαθρεμπορία. Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω κήρυξη νομικού προσώπου ως αστικώς συνυπεύθυνου, ως μέτρο περιοριστικό της επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος επί της περιουσίας αυτού, πρέπει να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Η τελευταία απαίτηση σημαίνει ότι ο νόμος δεν χρειάζεται να είναι απαλλαγμένος από οποιαδήποτε ερμηνευτική αμφιβολία, αλλά πρέπει να είναι αρκούντως σαφής, ώστε να παρέχει στον μέσο επιμελή και ενημερωμένο αποδέκτη των επιταγών του τη δυνατότητα να αντιληφθεί, όχι κατ’ ανάγκη με βεβαιότητα, αλλά, πάντως, σε εύλογο, ενόψει των συνθηκών, βαθμό ότι ορισμένη συμπεριφορά καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του. …. Περαιτέρω, όσον αφορά ειδικότερα την πρόβλεψη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 108 του ΤΚ κηρύξεως του κύριου ή παραλήπτη λαθρεμπορικού εμπορεύματος ως αλληλεγγύως συνυπεύθυνου «εκτός αν ήθελεν αποδειχθή ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχωσι καν γνώσιν περί της πιθανότητος τελέσεως της λαθρεμπορίας», το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα (σκέψη 5): “Ενόψει της διατύπωσης του τελευταίου αυτού εδαφίου, προκειμένου ο κύριος ή παραλήπτης λαθρεμπορικού εμπορεύματος να αποφύγει την κήρυξή του ως αλληλεγγύως συνυπεύθυνου, σε αυτόν κατ’ ανάγκην εναπόκειται να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι δεν μπορούσε να έχει καν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της λαθρεμπορίας. ….

6.…, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : ….

Πρώτος λόγος αναίρεσης (αυτεπάγγελτη μεταβολή της πραγματικής βάσης της καταλογιστικής πράξης της τελωνειακής αρχής από το ΔΕφ) - απαράδεκτος

7.…., με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο προέβη σε απαγορευμένη από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (άρθρο 79) και το Σύνταγμα (άρθρο 26) αυτεπάγγελτη μεταβολή της πραγματικής βάσης της καταλογιστικής πράξης της τελωνειακής αρχής, στο μέτρο που θεώρησε ως λαθρεμπόρευμα την ποσότητα καυσίμου που παρέλαβε η εταιρεία ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ, βάσει της απόφασης συμψηφιστικής ατέλειας, η οποία είχε εκδοθεί κατόπιν της (εικονικής) παράδοσης δασμοφορολογημένων αποθεμάτων καυσίμων της σε πλοία για ατελείς χρήσεις, ενώ η τελωνειακή αρχή είχε θεωρήσει ως λαθρεμπόρευμα την τελευταία αυτή ποσότητα (των εικονικά παραδοθέντων) καυσίμων. Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως προεχόντως διότι ερείδεται σε πραγματικό (το περιεχόμενο της επίδικης καταλογιστικής πράξεως, που δεν συνιστά διαδικαστικό έγγραφο), το οποίο δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία αντιθέτως, όπως προκύπτει από την σκέψη 6 αυτής, δέχθηκε ανελέγκτως ότι με την επίδικη πράξη της τελωνειακής αρχής χαρακτηρίσθηκαν ως λαθρεμπόρευμα οι ποσότητες καυσίμων που παραλήφθηκαν από την εταιρεία ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ ατελώς, χωρίς αυτή να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και φόρους, κατόπιν των εικονικών εφοδιασμών πλοίων δικαιούμενων ατέλειας με δασμοφορολογημένα καύσιμα. Ως εκ τούτου ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος ανεξαρτήτως εάν με αυτόν τίθεται κατά τρόπο επαρκώς εξειδικευμένο συγκεκριμένο νομικό ζήτημα και εάν επ’ αυτού υπάρχει αντίθετη νομολογία όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Τρίτος λόγος αναίρεσης (κατάφωρη παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου λόγω ανεπιφύλακτου καταλογισμού πολλαπλών τελών στην αναιρεσείουσα) - απαράδεκτος

8.…, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται «κατάφωρη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της ασφαλείας του δικαίου στην υπό εξέταση περίπτωση λόγω του εν τοις πράγμασι ανεπιφύλακτου καταλογισμού πολλαπλών τελών στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, η οποία δεν γνώριζε τις τυχόν λαθρεμπορικές πράξεις που διέπραξαν οι τελωνειακοί υπάλληλοι και ο πρατηριούχος, ούτε είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει ή να εμποδίσει αυτές». Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού προβάλλεται ότι «για το τιθέμενο νομικό ζήτημα δεν υφίσταται ad hoc προηγούμενη νομολογία του [Συμβουλίου της Επικρατείας], άλλου ανωτάτου δικαστηρίουή άλλη αμετάκλητη απόφαση εξ όσων γνωρίζουμε» και, περαιτέρω, ότι το παρόν Δικαστήριο οφείλει να συμμορφωθεί με τα κριθέντα στην απόφαση Καρέλια του ΔΕΕ για το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα (Τ.Κ.) και την ερμηνεία αυτού, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, ειδικότερα δε, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της ασφαλείας του δικαίου.Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται στο εισαγωγικό δικόγραφο, πλήττει ευθέως τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης περί της συνδρομής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των προϋποθέσεων κηρύξεως αυτής ως αστικώς συνυπεύθυνης κατ’ άρθρο 108 του Τ.Κ., ιδία δε ότι αυτή, πριν από την υποβολή αιτήσεων προς έκδοση των επιμάχων αποφάσεων συμψηφιστικής ατέλειας, «είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εξακριβώσει ότι τα προσκομισθέντα από την πρατηριούχο έγγραφα, επί τη βασει των οποίων κινούσε την εν λόγω διαδικασία, αντιστοιχούν σε πράγματι γενόμενο και όχι εικονικό εφοδιασμό πλοίου». Συνεπώς, ο λόγος αυτός, αναγόμενος πράγματι σε ζήτημα εκτίμησης των αποδείξεων και όχι σε ζήτημα ερμηνείας νόμου, είναι, κατ’ αρχήν, απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989. Εάν πάντως ήθελε θεωρηθεί ότι με τον λόγο αυτό προβάλλεται εμμέσως ότι η αποδοχή από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση της εφαρμογής του άρθρου 108 του Τ.Κ. σε εταιρεία πετρελαιοειδών σε περίπτωση όπως η παρούσα έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της αναλογικότητας και της ασφαλείας του δικαίου, ο λόγος είναι ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί που προβάλλονται προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού είναι αμφότεροι αβάσιμοι. Πράγματι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, υπάρχει πλούσια σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας(βλ. ΣτΕ 3626/2014επταμ., 590/2015909/20151003/20151186/20153486/2015),λαμβανομένου υπόψη ότι η τήρηση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και ότι η ενωσιακή αρχή της αναλογικότητας (των επεμβάσεων στην επιχειρηματική ελευθερία και στο δικαίωμα επί της περιουσίας, όπως η απορρέουσα από το επίδικο μέτρο της αλληλέγγυας ευθύνης για την πληρωμή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας) γενικά γίνεται αντιληπτή και εφαρμόζεται από το παρόν Δικαστήριο κατά τρόπο παρόμοιο με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, αλλά και την αντίστοιχη απαίτηση της ΕΣΔΑ, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 52 παρ. 3 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του άρθρου 6 παρ. 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Περαιτέρω, με τηναπόφαση Καρέλια του ΔΕΕ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, κρίθηκε ότι η οδηγία 92/12 θεσπίζει ευθύνη από διακινδύνευση του εγκεκριμένου αποθηκευτή αποκλειστικά για την καταβολή διαφυγόντος ειδικού φόρου καταναλώσεως (σκ. 31-33)· ότι η οδηγία 92/12 δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στην εκ μέρους των κρατών μελών διεύρυνση της ευθύνης του εγκεκριμένου αποθηκευτή με τον χαρακτηρισμό του ως αλληλεγγύως υπεύθυνου για τις οικονομικές συνέπειες των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν κατά την κυκλοφορία προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής (σκ. 41-43)· όμως, όταν αυτός δεν έχει διατηρήσει την κυριότητα των προϊόντων που αποτέλεσαν αντικείμενο της παραβάσεως και δεν έχει συμβατική σχέση με τους δράστες της παραβάσεως αυτής η οποία να τους καθιστά εντολοδόχους του, τέτοια ευθύνη του εγκεκριμένου αποθηκευτή, που βαίνει πέραν των προβλέψεων της οδηγίας, πρέπει να απορρέει από ρητή διάταξη εθνικού νόμου (σκ. 46)· η διάταξη δε αυτή, που επεκτείνει την ευθύνη σε τρίτο ο οποίος ούτε κύριος του λαθρεμπορεύματος είναι, ούτε συνδέεται με συμβατική σχέση με τους παραβάτες, τότε μόνο είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητος, όταν δεν δημιουργεί de facto σύστημα εις ολόκληρον αντικειμενικής ευθύνης, αλλά επιτρέπει απαλλαγή του αλληλεγγύως υποχρέου, εφ’ όσον αποδείξει ότι επέδειξε επιμέλεια ενός συνετού εμπόρου(σκ. 48-51, με παραπομπή στην απόφαση ΔΕΚ Netto Supermarkt, C-271/06). Επομένως, όπως άλλως τε έχει ήδη κριθεί από το Δικαστήριο (βλ. ΣτΕ 2703/20171727/2018), η απόφαση αυτή ούτε το ίδιο ή έστω παρόμοιο ζήτημα αφορά, ούτε άλλως τε αποκρυσταλλώνει αντίληψη για την αρχή της αναλογικότητος αντίθετη ή ασύμβατη με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Διότι, πρώτον, η αναιρεσείουσα και παραλήπτρια του λαθρεμπορεύματος συνδέεται με συμβατική σχέση με τον παραβάτη παραγγελιοδόχο της· και, δεύτερον, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 590/2015909/20151003/20151186/20153486/2015), αντίθετα απ’ ό,τι υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, δεν δημιουργείται «de facto σύστημα εις ολόκληρον αντικειμενικής ευθύνης», παρά μόνο αξιώνεται από την εταιρεία πετρελαιοειδών να επιδείξει την δέουσα επιμέλεια, δηλαδή συμπεριφορά συνετού εμπόρου(βλ. ΔΕΚ C-271/06, όπ.π., σκ. 24, 25, 27) περί την επιλογή και εποπτεία των παραγγελιοδόχων της και τον έλεγχο των παραστατικών που της διαβιβάζουν. Εν όψει των ανωτέρω η επίκληση της αποφάσεως Καρέλια του ΔΕΕ δεν μπορεί να θεμελιώσει, κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, το παραδεκτό του ως άνω λόγου ούτε υπό την δεύτερη εκδοχή του.

Δεν ανακύπτει ζήτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ λόγω του αβασίμου του τρίτου λόγου αναίρεσης

9.…, περαιτέρω, με τα δεδομένα αυτά, εφ’ όσον δηλαδή ο ανωτέρω (τρίτος) λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται στο επίπεδο του παραδεκτού και δεν εξετάζεται το βάσιμο αυτού, στο πλαίσιο του οποίου θα μπορούσαν να εγερθούν ερμηνευτικά ζητήματα σχετικά με την συμφωνία των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων προς το ενωσιακό δίκαιο, δεν ανακύπτει ζήτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. Τούτο δε, διότι το άρθρο 267 τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό μπορεί να μην υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται για λόγους απαραδέκτου, που άπτονται της ενώπιον του δικαστηρίου αυτού διαδικασίας, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας(βλ. ΔΕΕ Aquino, C-3/16, σκ. 48-49), το δε δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, όπως αυτό νοείται στο δίκαιο της Ένωσης, δεν απαιτεί την ύπαρξη δικαστικής κρίσεως δύο βαθμών δικαιοδοσίας ή αναιρετικού ελέγχου, αρκεί οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το δίκαιο αυτό να τηρούνται τουλάχιστον σε έναν από τους βαθμούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις που απορρέουν από το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, με τις οποίες ο Έλληνας νομοθέτης διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, σταθμίζοντας το δικαίωμα των διαδίκων να ακουσθεί η υπόθεσή τους από το αναιρετικό δικαστήριο, με σκοπό την διόρθωση τυχόν νομικών σφαλμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με την επιτακτική ανάγκη αποσυμφορήσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο όγκο αναιρετικών υποθέσεων, εφαρμόζονται αδιακρίτως, κατ’ απολύτως πανομοιότυπο τρόπο σε όλες τις αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ είτε αναφέρονται σε παραβάσεις κανόνων του δικαίου της Ένωσης είτε σε παραβάσεις κανόνων του εθνικού δικαίου, τηρουμένης συνεπώς της αρχής της ισοδυναμίας.

Αλυσιτελής η εξέταση του δεύτερου λόγου αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 138 ΚΔΔ

10.…, εν όψει όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω, παρίσταται αλυσιτελής η εξέταση του παραδεκτού του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται - συναφώς με τον ανωτέρω εξετασθέντα λόγο - ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 138 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στο μέτρο που απέρριψε, ως απαραδέκτως προβληθέντα με υπόμνημα, ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας περί αντίθεσης του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα προς τις ενωσιακές αρχές της αναλογικότητος και της ασφάλειας δικαίου, τις οποίες, όμως, όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως. Κατά τη συγκλίνουσα άποψη του Συμβούλου Κ. Νικολάου και των δύο Παρέδρων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι το ζήτημα της συμβατότητας του άρθρου 108 (σε συνδυασμό με το άρθρο 99 παρ. 2) του Τελωνειακού Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό έχει ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί στην αναιρετική απόφαση ΣτΕ 590/2015 (και, συνακόλουθα, στην ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραπέμπει στην αναιρετική απόφαση ΣτΕ 590/2015) προς τις ενωσιακές αρχές της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας εγείρεται με τον τρίτο και με τον έκτο από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης και για το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μειοψηφία που διατυπώνεται στη σκέψη 14.

  Τέταρτος λόγος αναίρεσης (αντίθετη προς τα άρθρα 6 και 7 παρ. 1 ΕΣΔΑ και προς το άρθρο 1 ΠΠΠ ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 108 ΤΚ) - απαράδεκτος

11…, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα αντίθετα προς την ΕΣΔΑκαι, συγκεκριμένα, (α) στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και στις απορρέουσες από αυτήν αρχές της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας του νόμου στον οποίο στηρίζεται η επιβολή “ποινικών” κυρώσεων, (β) στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όσον αφορά το βάρος απόδειξης της “ποινικής” ευθύνης της εταιρείας ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ και την εφαρμογή σχετικού τεκμηρίου ευθύνης της, και (γ)στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, λόγω παραβίασης των αρχών της αναλογικότητας, της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας των κανόνων περί της επίμαχης ευθύνης της, καθώς και λόγω αντιστροφής του βάρους απόδειξης αυτής. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει νομολογία του ΣτΕ επί των ανωτέρω νομικών ζητημάτων. Ωστόσο, ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι αβάσιμος, διότι αντιθέτως το Δικαστήριο έχει κρίνει (βλ. ΣτΕ 588-590/2015, ΣτΕ 909/20151003/2015κ.ά.) ότι «Η [...] καθιερούμενη [από το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα] αστική συνευθύνη του κυρίου του λαθρεμπορεύματος δεν αποτελεί διοικητική κύρωση (βλ. ΣτΕ 144/2015) ούτε “ποινή”, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (πρβλ. ΣτΕ 3626/20147μ., 909/2015), αλλά έχει το χαρακτήρα εγγύησης για την καταβολή των καταλογιζόμενων ποσών (πρβλ. Conseil Constitutionnel Γαλλίας 21.1.2011, 2010-90 QPC, σκέψη 6)» και ότι «οι εν προκειμένω εφαρμοστέες διατάξεις [του άρθρου 108 Τ.Κ.], κατά την αληθή έννοιά τους, δεν καθιερώνουν αντικειμενική ευθύνη της εταιρείας πετρελαιοειδών σε περίπτωση εικονικού εφοδιασμού πλοίου με ελεύθερα καύσιμα, ούτε θεσπίζουν αμάχητο τεκμήριο ευθύνης της σε τέτοια περίπτωση, την υποχρεώνουν, όμως, προκειμένου να κινήσει την διαδικασία έκδοσης απόφασης συμψηφιστικής ατέλειας, να ελέγξει τα σχετικά έγγραφα που προσκομίζει ο πρατηριούχος και να πράξει κάθε τι το δυνατό, ώστε να διαπιστώσει ότι αυτά αντιστοιχούν σε πράγματι γενόμενο (και όχι εικονικό) εφοδιασμό πλοίου. Το βάρος, λοιπόν, της απόδειξης ότι η εταιρεία κατέβαλε όντως κάθε τέτοια δυνατή προσπάθεια φέρει αυτή. Εξάλλου, εφόσον η ευθύνη της δεν είναι αντικειμενική, παρά εξαρτάται από το συγγνωστό της συμπεριφοράς της, το οποίο δεν θεμελιώνεται ούτε στην έλλειψη γνώσης της λαθρεμπορίας από το νόμιμο εκπρόσωπό της ούτε στην (προβλεπόμενη από το νόμο) υπογραφή των οικείων παραστατικών παράδοσης καυσίμων και από τελωνειακό υπάλληλο, […] η επίρριψη σε αυτήν του βάρους να προβάλει και να αποδείξει περιστατικά από τα οποία μπορεί να συναχθεί ότι επέδειξε την δέουσα επιμέλεια δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και [τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ], δοθέντος, μάλιστα, ότι τα περιστατικά αυτά αφορούν δική της συμπεριφορά, εντός της σφαίρας ευθύνης και ενέργειάς της (πρβλ. ΣτΕ 3626/2014 7μ.)». Συνεπώς, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989.

Πέμπτος λόγος αναίρεσης (παραβίαση της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της επιεικέστερης κύρωσης λόγω μη εφαρμογής από το ΔΕφΠειρ της διάταξης του άρθρου 150 παρ. 1 του ν. 2960/2001) - απαράδεκτος

12.…, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι κατά παραβίαση της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της επιεικέστερης κύρωσης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (ως γενική αρχή και στο άρθρο 49 του Χάρτη) και στο άρθρο 7 παρ. 1 ΕΣΔΑ, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 150 παρ. 1 του ν. 2960/2001 (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το ν. 3583/2007), που προβλέπει ότι το πολλαπλό τέλος ανέρχεται στο τριπλάσιο των δασμών και φόρων που αναλογούν στην παράβαση, όπως του ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπόμνημά της. Προς θεμελίωση του παραδεκτού, προβάλλεται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης προς τις αποφάσεις 794/2010, 1491/2011 και 3464/2014 του ΣτΕ, καθώς και προς τις αποφάσεις του ΔΕΚ στις υποθέσεις C-420/06 (Jager), C-45/06 (Campina) και C-403/02 (Berlusconi). Ωστόσο, καμία από τις εν λόγω αποφάσεις του ΣτΕ και του ΔΕΚ που επικαλείται η αναιρεσείουσα(και ανεξαρτήτως του ότι οι αποφάσεις αυτές δεν αφορούν στο ζήτημα της αναδρομικής εφαρμογής της διάταξης που προβλέπει ηπιότερη κύρωση σε περίπτωση, όπως η παρούσα, επιβολής αλληλέγγυας ευθύνης εταιρείας για την πληρωμή χρηματικών κυρώσεων που έχουν επιβληθεί σε φυσικά πρόσωπα) δεν περιέχουν ερμηνευτική κρίση ότι, σε περίπτωση, όπως η παρούσα, στην οποία η διοικητική αρχή εφάρμοσε νομοθετική διάταξη προβλέπουσα την επιβολή χρηματικής κύρωσης ίσης με το διπλάσιο έως το δεκαπλάσιο των διαφυγουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, ενώ, με βάση μεταγενέστερη νομοθετική ρύθμιση επιβάλλεται το τριπλάσιο αυτών, σε περίπτωση δε υποτροπής το πενταπλάσιο ή ακόμη και το δεκαπλάσιο (εάν πρόκειται για υποτροπή εντός του ίδιου οικονομικού έτους), χωρίς δυνατότητα επιμέτρησης, ο εθνικός δικαστής υποχρεούται, βάσει της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης κύρωσης, να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τη μεταγενέστερη διάταξη, θεωρώντας την ευμενέστερη για τον διάδικο στον οποίο επιβλήθηκε αλληλέγγυα ευθύνη πληρωμής της καταλογισθείσας σε άλλα πρόσωπα κύρωσης, που ανέρχεται στο τετραπλάσιο των αναλογουσών στην παράβαση δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, έστω και αν ο διάδικος αυτός παρέλειψε να προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς σχετικά με τη βαρύτητα της παράβασης, τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε, το βαθμό υποτροπής του παραβάτη και τις λοιπές περιστάσεις, ώστε να θεμελιώσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναδρομικής εφαρμογής της νεότερης διάταξης, ως επιεικέστερης. Επομένως, εν προκειμένω, όπου η εφαρμογή του άρθρου 150 παρ. 1 του ν. 2960/2001, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το ν. 3853/2007, απορρίφθηκε από το δικάσαν δικαστήριο με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις του άρθρου 150 παρ. 1 του ν. 2960/2001 δεν είναι άνευ άλλου επιεικέστερες σε σχέση με τις εφαρμοσθείσες από την τελωνειακή αρχήκαι ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί την συνδρομή των προϋποθέσεων της αναδρομικής εφαρμογής ως επιεικεστέρων των διατάξεων του άρθρου 150 παρ. 1 του ν. 2960/2001, καθόσον μάλιστα το ύψος του πολλαπλού τέλους αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο της καταλογιστικής πράξης, η νομιμότητα του οποίου δεν ελέγχεται από το δικαστήριο χωρίς προβολή σχετικών λόγων, δεν στοιχειοθετείται η προβαλλόμενη ερμηνευτική αντίθεση μεταξύ της αναιρεσιβαλλομένης και των προαναφερόμενων αποφάσεων του ΣτΕ και του ΔΕΚ. Συνεπώς, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, βάσει του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989.

Έκτος λόγος αναίρεσης (παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω κήρυξης της εταιρείας πετρελαιοειδών αλληλεγγύως υπεύθυνης για την καταβολή του συνόλου των καταλογισθέντων πολλαπλών τελών που ανέρχονται στο τετραπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και φόρων) - απαράδεκτος

13…., με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι, σε υπόθεση όπως η παρούσα, στην οποία επιβάλλεται σε εταιρεία πετρελαιοειδών συνευθύνη για την καταβολή του συνόλου των καταλογισθέντων πολλαπλών τελών, που ανέρχονται στο τετραπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και φόρων, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, στο ενωσιακό δίκαιο και στην ΕΣΔΑ (άρθρ. 1 του ΠΠΠ, που προστατεύει το δικαίωμα περιουσίας), όσον αφορά το ύψος του ποσού των πολλαπλών τελών για την πληρωμή του οποίου κηρύσσεται η εταιρεία αλληλέγγυα υπεύθυνη. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του ανωτέρω έκτου λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, αφενός, ότι δεν υπάρχει αd hoc νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και, αφετέρου, ότι υπάρχει ad hoc αντίθετη νομολογία του ΔΕΕ (απόφαση ΔΕΚ 12.7.2001 Λουλουδάκης, C-262/99) και του ΕΔΔΑ (απόφαση ΕΔΔΑ της 11.1.2007, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, 35533/04). Όμως, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον έκτο λόγο αναίρεσης υπάρχει νομολογία του ΣτΕ(βλ. ΣτΕ 3626/2014 επταμ., 590/2015), λαμβανομένου υπόψη, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι η τήρηση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και ότι η ενωσιακή αρχή της αναλογικότητας (των επεμβάσεων στην επιχειρηματική ελευθερία και στο δικαίωμα επί της περιουσίας, όπως η απορρέουσα από το επίδικο μέτρο της αλληλέγγυας ευθύνης για την πληρωμή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας) γενικά γίνεται αντιληπτή και εφαρμόζεται από το παρόν Δικαστήριο κατά τρόπο παρόμοιο με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, αλλά και την αντίστοιχη απαίτηση της ΕΣΔΑ, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 52 παρ. 3 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του άρθρου 6 παρ. 3 της ΣΕΕ. Ο συναφής (επικουρικός) ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι αποφάσεις Λουλουδάκης του ΔΕΚ και Μαμιδάκης του ΕΔΔΑ επιλύουν το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον έκτο λόγο αναίρεσης κρίνεται επίσης αβάσιμος, διότι (α) καμία από τις εν λόγω αποφάσεις δεν αφορά στην κήρυξη εταιρείας ως αλληλέγγυα υπεύθυνης για την καταβολή των καταλογισθέντων σε φυσικά πρόσωπα πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, (β) από την απόφαση Λουλουδάκης του ΔΕΚ δεν προκύπτει (και, δη, με σαφήνεια) παραβίαση της ενωσιακής αρχής της αναλογικότητας σε υπόθεση όπως η παρούσα, δοθέντος ότι με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι εθνική νομοθεσία που προβλέπει, σε περίπτωση παραβάσεως του συστήματος προσωρινής εισαγωγής που θεσπίζει η οδηγία 83/182/ΕΟΚ, σύνολο κυρώσεων που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, πρόστιμα καθοριζόμενα κατ' αποκοπήν με βάση μόνον το κριτήριο του κυβισμού του οχήματος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παλαιότητά του, καθώς και πολλαπλό τέλος έως και δεκαπλάσιο των σχετικών φορολογικών επιβαρύνσεων, δεν συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, εάν η νομοθεσία αυτή δεν καθίσταται αναγκαία εκ των επιταγών της καταστολής και της προλήψεως, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της παραβάσεως και (γ) από την απόφαση Μαμιδάκης, στην οποία το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, δεν προκύπτει (και, δη, με σαφήνεια) παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας σε περίπτωση όπως η παρούσα, προεχόντως διότι το ποσό πολλαπλών τελών που είχε καταλογισθεί εις ολόκληρον (περίπου 5.000.000 ευρώ), σε βάρος του προσφεύγοντος Κυριάκου Μαμιδάκη, πέραν του ότι είχε επιβληθεί σε φυσικό πρόσωπο και όχι σε ανώνυμη εταιρεία, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το ποσό (περίπου 265.000 ευρώ) πολλαπλών τελών για την καταβολή του οποίου κηρύχθηκε, εν προκειμένω, αλληλεγγύως υπόχρεη η εταιρεία ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ και αντιστοιχούσε στο οκταπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και φόρων, ενώ, στην παρούσα υπόθεση, το ως άνω επίμαχο ποσό αντιστοιχεί στο τετραπλάσιο των διαφυγουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Άλλωστε, το σχετικό (προβληθέν με υπόμνημα) παράπονο της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε από το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ως απαράδεκτο, και με την (επάλληλη) αιτιολογία ότι το ύψος του πολλαπλού τέλους αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο της καταλογιστικής πράξης, η νομιμότητα του οποίου δεν ελέγχεται από το δικαστήριο χωρίς προβολή σχετικών λόγων, η κρίση δε αυτή δεν πλήττεται, κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, βάσει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989.

Μειοψηφoύσα γνώμη περί της ανάγκης υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων σε σχέση με τον τρίτο και τον έκτο λόγο αναίρεσης Α. Ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων

14.…, σε σχέση με τα κριθέντα στις σκέψεις 8, 9 και 13 μειοψήφησαν ο Σύμβουλος Κ. Νικολάου και οι δύο Πάρεδροι, που υποστήριξαν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, όπως ερμηνεύεται παγίως από το ΔΕΕ (νομολογία που ξεκίνησε, σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την απόφαση του ΔΕΚ της 6.10.1982, Cilfit, 283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 21), τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου, όπως είναι το ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας, οφείλουν, στην περίπτωση κατά την οποία ανακύπτει ενώπιόν τους ζήτημα σχετικό με το δίκαιο της Ένωσης, να τηρούν την υποχρέωσή τους να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα, εκτός αν διαπιστώνουν ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι ουσιώδες ή ότι η οικεία διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΚ/ΔΕΕ (acte éclairé) ή ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης είναι τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για εύλογες αμφιβολίες (acte claire), λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του δικαίου της Ένωσης, των ιδιαζουσών δυσχερειών που παρουσιάζει η ερμηνεία του και του κινδύνου αποκλίσεων της νομολογίας στο εσωτερικό της Ένωσης (βλ. λ.χ. ΔΕΕ 9.9.2015, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., C-160/14, σκέψεις 38-39 και ΔΕΕ 4.10.2018, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C-416/17, σκέψεις 108-110). Εξάλλου, οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν δύνανται να θέσουν υπό αμφισβήτηση την κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ δυνατότητα ή υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να υποβάλουν στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης όταν έχουν εύλογες αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης (βλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 5.10.2010, C-173/09,Elchinov, σκέψη 25 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 15.1.2013, Križan κ.λπ., C-416/10, σκέψη 67). Πράγματι, οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν μπορούν να θίγουν την αρμοδιότητα την οποία αντλεί από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ένα εθνικό δικαστήριο ούτε να του παρέχουν τη δυνατότητα αποφυγής των υποχρεώσεων που υπέχει από τη διάταξη αυτή (βλ. ΔΕΕ 17.3.2017, C-3/16, Aquino, σκέψη 47). Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, ελλείψει σχετικών κανόνων της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των υποκειμένων δικαίου, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, υπό τον όρο ωστόσο ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευμενείς από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας). Σε σχέση με τη δεύτερη των ανωτέρω αρχών, κάθε περίπτωση στο πλαίσιο της οποίας τίθεται το ζήτημα αν ο εθνικός δικονομικός κανόνας καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει στους ιδιώτες η έννομη τάξη της Ένωσης πρέπει να αναλύεται λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της διατάξεως αυτής στο σύνολο της ένδικης διαδικασίας, την εξέλιξη και τις ιδιαιτερότητες της διαδικασίας, την εύρυθμη διεξαγωγή της, καθώς και την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας και την αρχή της ασφάλειας δικαίου (ΔΕΕ 17.3.2017, Aquino, op.cit., σκέψη 53). Στο πλαίσιο αυτό, έχει κριθεί από το ΔΕΕ ότι εθνικοί δικονομικοί κανόνες που προβλέπουν ότι το μετ’ αναίρεση επιλαμβανόμενο δικαστήριο δεσμεύεται από τις κρίσεις της αναιρετικής απόφασης βρίσκουν όριο στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ και στην ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του (ΔΕΕ μειζ. συνθ. 5.10.2010, Elchinov, op.cit., σκέψεις 27 και 32, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία, και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 15.1.2013, Križan κ.λπ., op.cit., σκέψεις 68-73). Ενόψει των προηγουμένων, η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (βλ. ανωτέρω σκέψη 3), ερμηνευόμενη υπό το φως των αρχών της υπεροχής, της πλήρους αποτελεσματικότητας και της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, καθώς και του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι λόγος αναίρεσης με τον οποίο τίθεται, κατά τρόπο αρκούντως ειδικό και ορισμένο, ουσιώδες για την επίλυση της διαφοράς ζήτημα ερμηνείας κανόνα του ενωσιακού δικαίου, που, αυτό τούτο, δεν έχει επιλυθεί από το ΔΕΕ, ενώ έχει κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (σε άλλη ή και στην ίδια υπόθεση), δίχως υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, δεν καθίσταται απαράδεκτος εκ του ότι αφορά σε νομικό ζήτημα για το οποίο υπάρχει νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ δεν υπάρχει νομολογία του ΔΕΕ (και, επομένως, ο λόγος δεν μπορεί να συνοδεύεται, προς θεμελίωση του παραδεκτού του, από βάσιμο ισχυρισμό περί έλλειψης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή περί αντίθεσης στη νομολογία του ΔΕΕ), εφόσον με τον λόγο αυτό προβάλλεται αντίθεση προς το ενωσιακό δίκαιο, κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένης υπόψη και της σχετικής με το ζήτημα νομολογίας του ΔΕΕ (η οποία ενδέχεται να είναι και οψιγενής), να δημιουργούνται στο Δικαστήριο εύλογες αμφιβολίες για την ορθή έννοια του επίμαχου κανόνα του ενωσιακού δικαίου και, συνακόλουθα, για την ορθότητα της νομολογίας του ΣτΕ, οι οποίες (αμφιβολίες) υποχρεώνουν το Δικαστήριο να ζητήσει από το ΔΕΕ την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Πράγματι, υπό την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, την οποία υιοθετεί εμμέσως η πλειοψηφία (βλ. ανωτέρω σκέψη 9), η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 δεν είναι συμβατή προς τις αρχές της υπεροχής και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου, διότι θίγει υπέρμετρα την αρμοδιότητα που έχει το ΣτΕ από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και άγει σε ουσιώδη και αθέμιτο περιορισμό της υποχρέωσης που το παρόν Δικαστήριο υπέχει από τη διάταξη αυτή. Τούτο, άλλωστε, συνάγεται a fortiori από τη νομολογία του ΔΕΕ σχετικά με τη δυνατότητα ή την υποχρέωση του μετ’ αναίρεση επιλαμβανόμενου εθνικού δικαστηρίου σε υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνικό αναιρετικό δικαστήριο, όπως το ελληνικό ΣτΕ, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, έχει την υποχρέωση να υποβάλει (και αυτεπαγγέλτως) στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης, ακόμη και όταν αποφαίνεται μετ’ αναίρεση και εθνικός κανόνας του επιβάλλει να λύσει τη διαφορά ακολουθώντας τις νομικές θέσεις που διατυπώθηκαν στην αναιρετική απόφασή του, εάν εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του ΔΕΕ, ότι οι θέσεις αυτές, που ανάγονται σε ζητήματα ενωσιακού δικαίου ουσιώδη για την επίλυση της διαφοράς, δύνανται να είναι αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης (ΔΕΕ μειζ. συνθ. 5.10.2010, Elchinov, op.cit., σκέψη 32 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 15.1.2013, Križan κ.λπ., op.cit., σκέψη 73). Επομένως, αν γεννάται τέτοια υποχρέωση στην περίπτωση που υπάρχει ad hoc νομολογία του ΣτΕ, απορρέουσα από την αναιρετική απόφασή του, στην ίδια υπόθεση με τους ίδιους διαδίκους, μολονότι, σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, το ΣτΕ, δικάζοντας μετ’ αναίρεση, δεσμεύεται από τις κρίσεις της αναιρετικής απόφασής του, με αποτέλεσμα (σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη αυτοτελώς και όχι υπό το φως του ενωσιακού δικαίου) το απαράδεκτο των λόγων αναίρεσης για ζητήματα κριθέντα από την αναιρετική απόφαση (βλ. ΣτΕ 1480/2014417/2016 7μ, 1612/2017 κ.ά.)πολύ περισσότεροτέτοια υποχρέωση δημιουργείται στην περίπτωση που υπάρχει νομολογία του ΣτΕ, κατά την έννοια του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, στην ίδια ή/και σε άλλες υποθέσεις, η οποία έχει διαμορφωθεί χωρίς υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ και χωρίς να υπάρχει νομολογία του τελευταίου επί αυτού τούτου του τιθέμενου νομικού ζητήματος ενωσιακού δικαίου, εφόσον γεννώνται στο παρόν Δικαστήριο, ενόψει και οψιγενούς νομολογίας του ΔΕΕ, αμφιβολίες για την ορθή έννοια του ενωσιακού δικαίου, ικανές να θεμελιώσουν υποχρέωση υποβολής στο ΔΕΕ σχετικού προδικαστικού ερωτήματος. Περαιτέρω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η υιοθετηθείσα από την πλειοψηφία (στη σκέψη 9) έννοια των ανωτέρω κανόνων του ενωσιακού δικαίου, αναφορικά με εθνική ρύθμιση όπως εκείνη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, είναι τόσο εμφανής ώστε να μην απαιτείται η υποβολή σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.

Β. Εφαρμογή της ερμηνείας στην υπό κρίση υπόθεση   i. Ερμηνεία των κρίσιμων λόγων αναίρεσης (τρίτου και πέμπτου λόγου αναίρεσης)

Εν προκειμένω, στη σκέψη 3 της αναιρετικής απόφασης ΣτΕ 590/2015 κρίθηκε ότι η κήρυξη νομικού προσώπου ως αστικώς συνυπεύθυνου, σύμφωνα με το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα, για την πληρωμή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας (τα οποία επιβάλλονται στα φυσικά πρόσωπα που με δόλιες ενέργειες στέρησαν ή αποπειράθηκαν να στερήσουν το Δημόσιο από τους δασμούς και φόρους που αναλογούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας), «ως μέτρο περιοριστικό της επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος επί της περιουσίας [του νομικού προσώπου], πρέπει να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων (βλ. ΣτΕ 144/2015)». Με την τελευταία αυτή απόφαση (ΣτΕ 144/2015) υποβλήθηκε στο ΔΕΕ προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία, ιδίως, των ενωσιακών αρχών της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας, στο πλαίσιο διαφοράς από την κήρυξη εγκεκριμένου αποθηκευτή προϊόντων καπνού ως συνυπεύθυνου για την καταβολή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, βάσει του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα(υπόθεση Καρέλια, C-81/15). Ενόψει τούτων, όπως δέχεται κατ’ ουσίαν και η πλειοψηφία (βλ. ανωτέρω σκέψεις 8 και 13), η αναφορά της αναιρετικής απόφασης ΣτΕ 590/2015, όπως και η παρόμοια αναφορά των αποφάσεων ΣτΕ 3486/2015, 1186/2015, 1003/2015, 909/2015 και 588-589/2015, στις αρχές της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου, της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας, σε σχέση με τη ρύθμιση του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα, αφορά όχι μόνο στους οικείους θεμελιώδεις κανόνες του ημεδαπού δικαίου, αλλά και στις αντίστοιχες γενικές αρχές του (πρωτογενούς) δικαίου της Ένωσης, οι οποίες βρίσκουν εφαρμογή, σε υπόθεση όπως η παρούσα, μέσω της εφαρμογής της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, που διέπει τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, μεταξύ άλλων, για τα πετρελαιοειδή (πρβλ. ΔΕΕ 2.6.2016, Καπνοβιομηχανία Καρέλια Α.Ε., C-81/15, σκέψεις 35, 44 και 45), αλλά και μέσω της Οδηγίας 77/388/EOK (βλ. ιδίως άρθρο 22 παρ. 4 και 8), «περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση» (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-617/10, Åkerberg Fransson, σκέψεις 24-30). Ειδικότερα, η αναιρετική απόφαση ΣτΕ 590/2015 έκρινε ότι οι παραπάνω αρχές του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου δεν παραβιάζονται σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεδομένου ότι (α) έκρινε, με ρητή σκέψη, ότι ήταν ευχερώς προβλέψιμη από τις εταιρείες πετρελαιοειδών η υιοθετηθείσα από την εν λόγω αναιρετική απόφαση ερμηνεία του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα, σχετικά με την κήρυξή τους ως συνυπεύθυνων για την καταβολή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας (βλ. σκέψεις 5 και 6) και (β) έκρινε εφαρμοστέα τη ρύθμιση του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα (σε συνδυασμό με εκείνη των διατάξεων των άρθρων 99 παρ. 2 και 97 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα), όπως την ερμήνευσε (βλ. σκέψεις 3, 5, 6 και 8), κρίση από την οποία συνάγεται εμμέσως, πλην σαφώς, ότι οι ανωτέρω αρχές του ενωσιακού δικαίου δεν απαγορεύουν την εφαρμογή, σε υπόθεση όπως η παρούσα, της εν λόγω ρύθμισης του εθνικού δικαίου, αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα της οποίας, καθώς και σημαντικό στοιχείο του ελέγχου της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, είναι το ποσό πολλαπλών τελών για την καταβολή του οποίου κηρύσσεται συνυπεύθυνη η εταιρεία πετρελαιοειδών. Οι αυτές (ρητές ή έμμεσες) κρίσεις απαντώνται επίσης στις αποφάσεις 3486/2015, 1186/2015, 1003/2015, 909/2015 και 588-589/2015 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσηςπροβάλλεται ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα αντίθετα προς τις ενωσιακές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, όπως αυτές αποκρυσταλλώθηκαν στην απόφαση Καρέλια του ΔΕΕ, ιδίως, όσον αφορά τη δυνατότητα της εταιρείας πετρελαιοειδών να απαλλαγεί της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό ευθύνης, δείχνοντας ότι ενήργησε καλόπιστα και δίχως αμέλεια. Συναφώς, γίνεται επίκληση της μειοψηφίας ενός Συμβούλου στην απόφαση ΣτΕ 2546/2014 και προβάλλεται ότι το παρόν Δικαστήριο οφείλει να συμμορφωθεί προς τα κριθέντα με την απόφαση Καρέλια του ΔΕΕ ή, σε περίπτωση αμφιβολίας, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω τρίτου λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει αd hoc νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και ότι το Δικαστήριο οφείλει να συμμορφωθεί προς τα κριθέντα με την απόφαση Καρέλια του ΔΕΕ. Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο αναίρεσηςπροβάλλεται ότι, σε υπόθεση όπως η παρούσα, στην οποία επιβάλλεται σε εταιρεία πετρελαιοειδών, λόγω αμέλειάς της, συνευθύνη για την καταβολή του συνόλου των καταλογισθέντων πολλαπλών τελών (που ανέρχονται, κατά το νόμο, από το διπλάσιο έως το δεκαπλάσιο του ποσού των διαφυγόντων δασμών και φόρων και ορίσθηκαν, στην επίδικη περίπτωση, στο τετραπλάσιο του εν λόγω ποσού), παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, στο ενωσιακό δίκαιο και στην ΕΣΔΑ (άρ. 1 του ΠΠΠ, που προστατεύει το δικαίωμα περιουσίας), όσον αφορά το ύψος του ποσού των πολλαπλών τελών για την πληρωμή του οποίου κηρύσσεται η εταιρεία αλληλέγγυα υπεύθυνη. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του ανωτέρω έκτου λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, αφενός, ότι δεν υπάρχει αd hoc νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και, αφετέρου, ότι υπάρχει ad hoc αντίθετη νομολογία του ΔΕΚ (προαναφερόμενη απόφαση Λουλουδάκης) και του ΕΔΔΑ (απόφαση ΕΔΔΑ της 11.1.2007, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, 35533/04). Με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης (τρίτο και έκτο) τίθενται, κατά τρόπο αρκούντως ειδικό και ορισμένο, ουσιώδη για την επίλυση της διαφοράς ζητήματα ερμηνείας κανόνων του ενωσιακού δικαίου, τα οποία έχουν κριθεί (είτε ευθέως είτε εμμέσως πλην σαφώς), αφενός, με την αναιρετική απόφαση 590/2015, στην οποία στηρίζεται η αναιρεσιβαλλομένη, και, αφετέρου, με άλλες αποφάσεις του ΣτΕ (βλ. ΣτΕ 588-589/2015909/20151003/20151186/20153486/2015 - πρβλ. και ΣτΕ 3626/2014 7μ., 1628/2016441-442/2017). Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν υπάρχει νομολογία του ΣτΕ επί των ζητημάτων αυτών. Η αναιρεσείουσα φαίνεται να υποστηρίζει ότι το ζήτημα που τίθεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης επιλύθηκε με την απόφαση Καρέλια του ΔΕΕ, αλλά ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι απορριπτέος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 9. Εξίσου αβάσιμος είναι, για τους λόγους που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη (13), και ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι αποφάσεις Λουλουδάκης του ΔΕΚ και Μαμιδάκης του ΕΔΔΑ επιλύουν το νομικό ζήτημα που τίθεται με τον έκτο λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο τρίτος και ο έκτος λόγος αναίρεσης, αφενός, αφορούν σε νομικά ζητήματα κριθέντα (κατά τρόπο αντίθετο προς τα προβαλλόμενα με τους λόγους αυτούς) από την ΣτΕ 590/2015 αναιρετική απόφαση (στην οποία στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), καθώς και με τις αποφάσεις 3486/2015, 1186/2015, 1003/2015, 909/2015 και 588-589/2015 του Συμβουλίου της Επικρατείας, και, αφετέρου, δεν συνοδεύονται από βάσιμο ισχυρισμό περί αντίθεσης στη νομολογία του ΔΕΕ ή του ΕΔΔΑ. Μολαταύτα, οι ανωτέρω δύο λόγοι αναίρεσης είναι κατ’ εξαίρεση παραδεκτοί, διότι με τους λόγους αυτούς προβάλλεται αντίθεση προς τις ενωσιακές αρχές της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΚ/ΔΕΕ στις αποφάσεις Λουλουδάκης και Καρέλια, κατά τρόπο ώστε να δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες για την ορθή έννοια των επίμαχων κανόνων του ενωσιακού δικαίουκαι, συνακόλουθα, για την ορθότητα των σχετικών κρίσεων της αναιρετικής απόφασης ΣτΕ 590/2015 και των προαναφερόμενων παρόμοιων αποφάσεων του ΣτΕ.

ii. Ανάλυση της απόφασης Καρέλια του ΔΕΕ – μεταβολή της νομολογιακής πορείας του ΣτΕ

 Ειδικότερα, η απόφαση Καρέλια του ΔΕΕ παρέσχε χρήσιμα στοιχεία όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή των εν λόγω αρχών, σε σχέση με εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα, περί αλληλέγγυας ευθύνης νομικού προσώπου για την καταβολή των διοικητικών χρηματικών κυρώσεων που επιβάλλονται στους υπαίτιους παράβασης της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνονται, ιδίως, οι κρίσεις του ΔΕΕ στην απόφαση Καρέλια ότι (α) ένα τέτοιο καθεστώς αυξημένης ευθύνης (πληρωμής χρηματικών κυρώσεων), το οποίο επιβάλλεται ως κύρωση (βλ. σκέψη 47), μπορεί να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της ασφάλειας δικαίου μόνον εφόσον προβλέπεται σαφώς και ρητώς από την εθνική νομοθεσία (βλ. σκέψη 53), κρίση από την οποία φαίνεται να συνάγεται ότι, τουλάχιστον καταρχήν, απαγορεύεται η διασταλτική ερμηνεία των εθνικών διατάξεων που προβλέπουν την ως άνω ευθύνηκαι (β) εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία νομικό πρόσωπο που έλαβε κάθε μέτρο που μπορούσε ευλόγως να απαιτηθεί από αυτό, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι πράξεις του δεν οδηγούν σε συμμετοχή σε φοροδιαφυγή, απαλλάσσεται από την ανωτέρω ευθύνη (που έχει το χαρακτήρα κύρωσης: βλ. σκέψη 47), μόνον εφόσον αποδείξει ότι δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση σε θέση να έχει γνώση της πιθανότητας τέλεσης λαθρεμπορίας, ενδέχεται να είναι ασύμβατη προς την αρχή της αναλογικότητας (βλ. σκέψη 52). Κατόπιν των προεκτεθεισών κρίσεων του ΔΕΕ στην υπόθεση Καρέλια, το Συμβούλιο της Επικρατείας, επανερχόμενο στην υπόθεση αυτή, με την ΣτΕ 2330/2016απόφασή του, έκρινε αντίθετα προς τη γνώμη που είχε υιοθετήσει (κατά πλειοψηφία) στην απόφαση 144/2015, αναφορικά με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 99 (παρ. 2) και 108 του Τελωνειακού Κώδικα, ερμηνευόμενων σύμφωνα με την οδηγία 92/12 και τις θεμελιώδεις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας. Περαιτέρω, ενόψει της ίδιας απόφασης του ΔΕΕ, το παρόν Δικαστήριο, με την απόφασή του ΣτΕ 1366/2017, ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 97 (παρ. 3 και 5), 99 (παρ. 2) και 108 του Τελωνειακού Κώδικα αντίθετα προς τις προηγούμενες αποφάσεις του ΣτΕ 1370/2009, 1371/2009 και 639/2012. Επομένως, η απόφαση Καρέλια του ΔΕΕ έχει οδηγήσει στις ως άνω δύο περιπτώσεις σε μεταβολή της νομολογιακής πορείας του ΣτΕ, όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα, υπό το πρίσμα των θεμελιωδών (τόσο στην ημεδαπή όσο και στην ενωσιακή έννομη τάξη) αρχών της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου, της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας, οι απαιτήσεις των οποίων, όπως ερμηνεύονται από το ΔΕΕ, ενδέχεται να είναι εντονότερες και περισσότερο προστατευτικές για τα δικαιώματα των εταιρειών που κηρύσσονται συνυπεύθυνες για την καταβολή διοικητικών προστίμων λαθρεμπορίας, από ό,τι έχει υπολάβει το παρόν Δικαστήριο στις αποφάσεις του ΣτΕ 3486/2015, 1186/2015, 1003/2015, 909/2015 και 588-590/2015, που είναι προγενέστερες της απόφασης Καρέλια του ΔΕΕ.

iii. Αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα ερμηνευτικών παραδοχών της αναιρετικής απόφασης ΣτΕ 590/2015 προς τις γενικές αρχές της αναλογικότητας, της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας (του ενωσιακού δικαίου)

Λαμβανομένων υπόψη και των προεκτεθέντων πρόσφατων νομολογιακών δεδομένων, γεννώνται εύλογες αμφιβολίες ως προς το εάν ορισμένες από τις ερμηνευτικές παραδοχές της αναιρετικής απόφασης ΣτΕ 590/2015, καθώς και των αποφάσεων 3486/2015, 1186/2015, 1003/2015, 909/2015 και 588-589/2015 του Δικαστηρίου (οι οποίες εντάσσονται στο πλαίσιο της νομολογίας που χαράχθηκε με τις αποφάσεις 2546/2014 και 3626/2014 της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ) συνάδουν προς τις προαναφερόμενες γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. Τούτο δε, για τους ακόλουθους λόγους:

(A)Kατά το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα, για την κήρυξη ως αστικώς συνυπεύθυνου του κυρίου ή παραλήπτη των λαθρεμπορευμάτων, αρκεί, κατ’ αρχήν, ο καταλογισμός του διοικητικού αδικήματος της λαθρεμπορίας σε (ένα τουλάχιστον) φυσικό πρόσωπο, που «ενήργησεν επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτου» αυτών. Σε περίπτωση όπως η παρούσα, στην οποία, αφενός, το λαθρεμπόρευμα είναι η ποσότητα καυσίμων που παραλαμβάνει η εταιρεία πετρελαιοειδών, χωρίς να καταβάλει τους αναλογούντες φόρους, δυνάμει απόφασης συμψηφιστικής ατέλειας, και, αφετέρου, η λαθρεμπορία καταλογίζεται σε νόμιμο εκπρόσωπο του πρατηριούχου, που ενεργεί ως εντολοδόχος/αντιπρόσωπος της εταιρείας πετρελαιοειδών στο πλαίσιο του (εικονικού) εφοδιασμού πλοίων, όχι όμως και σε νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας πετρελαιοειδών (ήτοι σε πρόσωπο, όπως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της, διευθυντή της ή ακόμα και τρίτον, στο οποίο έχει ανατεθεί, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της και σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας, η οργανική εκπροσώπησή της: βλ. λ.χ. ΑΠ 603/2013), ο υπαίτιος της λαθρεμπορίας - εντολοδόχος του κυρίου και παραλήπτη του λαθρεμπορεύματος δεν έχει ενεργήσει επί του αντικειμένου της λαθρεμπορίας, αλλά επί άλλου αντικειμένου, ήτοι της ποσότητας φορολογημένων καυσίμων που διατέθηκε εικονικά σε πλοίο για ατελή χρήση. Επομένως, σε τέτοια περίπτωση, η κήρυξη της εταιρείας πετρελαιοειδών ως συνυπεύθυνης για την πληρωμή των καταλογισθέντων πολλαπλών τελών δεν καλύπτεται από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα, αλλά φαίνεται να στηρίζεται σε διασταλτική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης (του σκέλους της που ορίζει τη δεύτερη θετική προϋπόθεση για την επιβολή της αλληλέγγυας ευθύνης), με συνέπεια να μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν προβλέπεται «σαφώς και ρητώς» από την εθνική νομοθεσία (βλ. σκέψη 53 της απόφασης Καρέλια του ΔΕΕ) και, περαιτέρω, ότι δεν συνάδει προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου και τις απορρέουσες από αυτήν επιταγές της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας, που είναι ιδιαίτερα σημαντικές όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων, όπως η επίμαχη αλληλέγγυα ευθύνη για την καταβολή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας. Πάντως, φαίνεται ορθότερη η εκδοχή ότι μια τέτοια διασταλτική ερμηνεία είναι θεμιτή και μπορούσε ευχερώς να προβλεφθεί από τους επιμελείς ενδιαφερόμενους, διότι, στο ειδικό πλαίσιο της συμψηφιστικής αποκατάστασης, η ποσότητα καυσίμων που παραλαμβάνει η εταιρεία πετρελαιοειδών δίχως καταβολή των αναλογούντων φόρων χορηγείται προς αναπλήρωση των (εικονικά) διατεθέντων για ατελείς χρήσεις δασμοφορολογημένων καυσίμων της και, επομένως, συνδέεται αναπόσπαστα με τη διάθεση στην αγορά των “ελεύθερων” αυτών καυσίμων, διαμέσου του πρατηριούχου.

(Β) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 99 (παρ. 2) και 108 του Τελωνειακού Κώδικα, οι κύριοι ή οι παραλήπτες εμπορευμάτων κηρύσσονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνοι για τις οικονομικές συνέπειες (πληρωμή των διαφυγόντων δασμών και φόρων και των σχετικών προστίμων) των λαθρεμπορικών παραβάσεων που διαπράττονται, καθ’ όν χρόνον τα εμπορεύματα βρίσκονται στην σφαίρα της επιχειρηματικής ευθύνης τους, από πρόσωπα που οι προαναφερθέντες επέλεξαν για να συνεργασθούν,απαλλασσόμενοι μόνον εφόσον αυτοί αποδείξουν ότι δεν τους βαρύνει καμμία, έστω και ελαφρά, αμέλεια, η ύπαρξη της οποίας κρίνεται βάσει της επιμελείας που επιβάλλεται να καταβάλλεται εντός του κύκλου των οικονομικών δραστηριοτήτων τους και του επαγγέλματος που ασκούν(βλ. σκέψη 3 της αναιρετικής απόφασης 590/2015, με παραπομπή στην απόφαση ΣτΕ 144/2015). Η κατά τα ανωτέρω καθιερουμένη αυξημένη ευθύνη αποβλέπει, πέραν της εισπράξεως των διαφυγόντων δασμών και φόρων, στην κατά το δυνατόν εξασφάλιση της πληρωμής και, συνακόλουθα, της αποτελεσματικότητας των καταλογιζομένων προστίμων, στηρίζεται δε στην δικαιολογημένη αντίληψη του νομοθέτη ότι τα προαναφερόμενα πρόσωπα, που αποκομίζουν όφελος από την οικονομική δραστηριότητα στο πλαίσιο της οποίας διαπράττεται λαθρεμπορία, οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα με τα οποία επέλεξαν να συναλλαγούν ενεργούν κατά τρόπο που δεν άγει σε συμμετοχή σε λαθρεμπορία (βλ. σκέψη 3 της αναιρετικής απόφασης 590/2015, με παραπομπή στην απόφαση ΣτΕ 144/2015, η οποία παραπέμπει, συναφώς, στις αποφάσεις ΔΕΚ 10.7.1990, C-326/88, Hansen, σκέψη 19, ΔΕΚ 11.5.2006, C-384/04, Federation of Technological Industries σκέψεις 32-33, ΔΕΕ 28.10.2010, C-367/09, SGS Belgium, σκέψεις 57-58 και ΔΕΕ 21.12.2011, C-499/10, Vlaamse Oliemaatschappij NV, σκέψη 25). Επομένως, σε υπόθεση όπως η παρούσα(στην οποία δεν καταλογίζεται σε νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας πετρελαιοειδών το διοικητικό αδίκημα της λαθρεμπορίας και, επομένως, δεν προκύπτει γνώση τέτοιου προσώπου περί της διαπραχθείσας παράβασης και, περαιτέρω, αντίστοιχη γνώση της εταιρείας) η κατά το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα ευθύνη του κυρίου ή του παραλήπτη του λαθρεμπορεύματος συνδέεται με και δικαιολογείται (ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας) από την παράλειψή του να επιδείξει την προσήκουσα, ενόψει των συνθηκών, επιμέλεια. Η παράλειψή του αυτή διακρίνεται σαφώς από την τυχόν παράλειψή του «να κάνει κάθε τι δυνατό»(βλ. σκέψη 8 της αναιρετικής απόφασης 590/2015, καθώς και αποφάσεις ΣτΕ 2703/2017, 540/2017 7μ., 441-442/2017, 3400/2015, 3344/2015, 909/2015, 3162/2014 7μ. και 2346/2014 7μ.) ή «να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια» (βλ. σκέψη 7 της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) για να βεβαιωθεί ότι δεν τελέσθηκε παράβαση από πρόσωπο που έδρασε ως εντολοδόχος του, στο πλαίσιο της οικείας οικονομικής δραστηριότητάς του. Εξάλλου, σε υπόθεση όπως η παρούσα, η ερειδόμενη στο τέχνασμα του εικονικού εφοδιασμού λαθρεμπορία προϋποθέτει τη δόλια συμμετοχή του αρμόδιου τελωνειακού υπαλλήλου(παρουσία του οποίου πρέπει, κατά το νόμο, να γίνεται η μετάγγιση των καυσίμων στο πλοίο), καθώς και τη σύνταξη πράξης παράδοσης των καυσίμων(προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 2 της υπουργικής απόφασης Τ.3300/47/1984, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα), υπογραφόμενης και από τον εν λόγω τελωνειακό υπάλληλο, με την οποία βεβαιώνεται (ψευδώς, σε περίπτωση εικονικού εφοδιασμού), η τροφοδοσία του πλοίου με καύσιμα για ατελή χρήση. Η τοιαύτη συμμετοχή οργάνου της τελωνειακής αρχής στην τέλεση του διοικητικού αδικήματος είναι σχετική με το ζήτημα εάν ο κύριος ή παραλήπτης του λαθρεμπορεύματος κατέβαλε τη δέουσα, ενόψει των συνθηκών, επιμέλεια (πρβλ. μειοψηφία ενός Συμβούλου στη σκέψη 6 της απόφασης ΣτΕ 2546/2014 7μ. και στη σκέψη 7 της απόφασης ΣτΕ 3626/2014 7μ. - βλ. αντίθετη κρίση στη σκέψη 6 της αναιρετικής απόφασης 590/2015, καθώς και στις αποφάσεις ΣτΕ 1628/2016, 3486/2015, 1186/2015, 1003/2015, 909/2015 και 588-589/2015). Και τούτο, διότι η πράξη με την οποία βεβαιώνεται ενυπόγραφα από τον αρμόδιο τελωνειακό υπάλληλο, ήτοι από όργανο του Δημοσίου, η παράδοση των καυσίμων στο πλοίο είναι ικανή να δημιουργήσει (μαχητό) τεκμήριο ότι έλαβε όντως χώρα η βεβαιούμενη παράδοση, με συνέπεια να μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί ότι η εταιρεία πετρελαιοειδών δικαιολογείται, καταρχήν (ήτοι ελλείψει άλλων στοιχείων, ενόψει των οποίων θα μπορούσαν να γεννηθούν στον επιμελή επιχειρηματία εύλογες υπόνοιες περί αναληθούς βεβαίωσης), να δώσει πίστη στην τοιαύτη βεβαίωση του εκπροσώπου της τελωνειακής αρχής και, συνακόλουθα, να στηριχθεί σε αυτήν, προκειμένου να ζητήσει την έκδοση πράξης συμψηφιστικής ατέλειας, χωρίς να απαιτείται, και, δη, με σαφήνεια, από το προσήκον, ενόψει των συνθηκών, μέτρο επιμέλειας, να έχει κάνει κάνει κάθε τι δυνατό, για να επαληθεύσει την αλήθεια της πράξης βεβαίωσης της παράδοσης των καυσίμων στο πλοίο ή να έχει λάβει μέτρα ενεργού εποπτείας του πρατηριούχου - συνεργάτη της, δεδομένου, άλλωστε, ότι τέτοια υποχρέωση δεν προβλέπεται ρητώς και σαφώς στην κείμενη νομοθεσία, η οποία, αντίθετα, προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα παράδοσης μέσω πρατηριούχου των καυσίμων στα πλοία για ατελή χρήση, καθώς και την υπογραφή της πράξης παράδοσης των καυσίμων όχι μόνο από τον παραδίδοντα πρατηριούχο αλλά και από τον παραλαμβάνοντα πλοίαρχο ή αντιπρόσωπο αυτού, καθώς και από τον αρμόδιο τελωνειακό υπάλληλο, παρουσία του οποίου μεταγγίζονται τα καύσιμα στο εφοδιαζόμενο σκάφος. Τούτων έπεται ότι η αρνητική προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 108 του Τελωνειακού Κώδικα, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί στην αναιρετική απόφαση 590/2015 (και σε άλλες παρόμοιες αποφάσεις του Δικαστηρίου) και, συνακόλουθα, εφαρμόσθηκε στην ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ενδέχεται να αντίκειται, σε υπόθεση όπως η παρούσα, στην αρχή της αναλογικότητας, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στο άρθρο 52 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαΐκής Ένωσης.

(Γ) Ζήτημα τήρησης της ενωσιακής αρχής της αναλογικότητας ανακύπτει, επιπρόσθετα, και όσον αφορά τη βαρύτητα του μέτρου που επιβάλλεται, βάσει του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα, σε βάρος εταιρείας πετρελαιοειδών.Ειδικότερα, κατά τα προεκτεθέντα, σε υπόθεση όπως η παρούσα, η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό ευθύνη της εταιρείας πετρελαιοειδών για την πληρωμή των διοικητικών χρηματικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στους υπαίτιους της λαθρεμπορίας συνδέεται με και δικαιολογείται από την παράλειψή της να δείξει την προσήκουσα, ενόψει των συνθηκών, επιμέλεια. Το επίμαχο μέτρο ναι μεν έχειτο χαρακτήρα εγγύησης για την πληρωμή των καταλογισθέντων ποσών πολλαπλών τελών, αλλά, δια της επιβολής της εν λόγω εγγυητικής ευθύνης σε εταιρεία στην οποία δεν αποδίδεται κατ’ ουσίαν συμμετοχή στη λαθρεμπορική παράβαση (δια του καταλογισμού σε νόμιμο εκπρόσωπό της δόλιας συμμετοχής στην τέλεσή της), αλλά παράλειψή της να δείξει την προσήκουσα επιμέλεια, μέσω της λήψης των αναγκαίων και πρόσφορων μέτρων ελέγχου των πράξεων του πρατηριούχου - συνεργάτη της, έχει παράλληλα το χαρακτήρα κύρωσης, η οποία αποβλέπει, κυρίως, στην πρόληψη και στην καταστολή της αμελούς συμπεριφοράς των εταιρειών πετρελαιοειδών, στο πεδίο της σχετικής οικονομικής δραστηριότητάς τους. Στο πλαίσιο αυτό, για τον καθορισμό της βαρύτητας του επίμαχου μέτρου (συνευθύνη για την καταβολή των καταλογισθέντων ποσών διοικητικών ποινών)είναι ευλόγως υποστηρίξιμο ότι, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, (α)η καλή πίστη της εταιρείας(πρβλ. ΔΕΚ 12.7.2001, Λουλουδάκης, C-262/99, σκέψεις 75 και 76), η οποία, κατά τα προαναφερόμενα, μπορεί να θεωρηθεί ότι απορρέει από την πράξη που υπογράφει (και) ο αρμόδιος τελωνειακός υπάλληλος, με την οποία βεβαιώνεται (ψευδώς, στοιχείο το οποίο όμως, δεν προκύπτει ότι γνωρίζει ή μπορεί δικαιολογημένα να πιθανολογήσει η εταιρεία πετρελαιοειδών) ότι πραγματοποιήθηκε η παράδοση των καυσίμων σε πλοίο για ατελή χρήση, (β) το είδος και ο βαθμός της επιδειχθείσας αμέλειας(στοιχεία συνδεόμενα με τη φύση και τη σοβαρότητα της πταισματικής συμπεριφοράς της εταιρείας: πρβλ. ΔΕΚ 12.7.2001, Λουλουδάκης, op.cit., σκέψη 69, ΔΕΕ 9.2.2012, Urbán, C-210/10, σκέψεις 44 και 54-56, ΔΕΕ 16.7.2015, Chmielewski, C-255/14, σκέψη 23, ΔΕΕ 26.11.2015, Total Waste Recycling, C-487/14, σκέψη 53 και ΔΕΕ 26.5.2016, NN (L) International, C-48/15, σκέψη 59), η οποία συνίσταται, σε υπόθεση όπως η παρούσα, στην παράλειψη της εταιρείας πετρελαιοειδών να λάβει όλα τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα ενεργού εποπτείας του πρατηριούχου - συνεργάτη της και, ενόψει των συνθηκών (και ιδίως της προαναφερόμενης βεβαίωσης που δίνει όργανο της τελωνειακής αρχής), δεν φαίνεται γενικά να υπερβαίνει το όριο της ελαφράς αμέλειας εκ μέρους της, και (γ) το ύψος των καταλογισθέντων πολλαπλών τελών, για την πληρωμή του συνόλου των οποίων καθίσταται συνυπεύθυνη η εταιρεία πετρελαιοειδών και τα οποία ανέρχονται, κατά το νόμο, από το διπλάσιο (200%) μέχρι το δεκαπλάσιο (1000%) των δασμών και φόρων που αναλογούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας, και ανήλθαν εν προκειμένω στο τετραπλάσιο, ήτοι σε ποσοστό (400%) που μπορεί να θεωρηθεί (τουλάχιστον κατά το μέρος του που υπερβαίνει το 100% των αναλογούντων δασμών και φόρων) εμφανώς υπερβολικό, σε σχέση με το είδος και τη βαρύτητα του ως άνω πταίσματος της εταιρείας πετρελαιοειδών, συνεκτιμώμενης και της (κατά τα προεκτεθέντα, ενδεχόμενης) καλής της πίστηςως προς τη νομιμότητα του αιτήματός της για χορήγηση συμψηφιστικής ατέλειας (πρβλ. ΔΕΚ 12.7.2001, Λουλουδάκης, op.cit., σκέψεις 67-71 και 77 και ΔΕΕ 16.7.2015, Chmielewski, οp.cit., σκέψεις 30-33). Τούτων έπεται ότι μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί ότι, σε υπόθεση όπως η παρούσα, η εφαρμογή του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα άγει στην επιβολή μέτρου κατά παράβαση της ενωσιακής αρχής της αναλογικότητας, ενδεχομένως δε και της ενωσιακής αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθόσον η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει την επιβολή του επίμαχου μέτρου (συνευθύνη για την πληρωμή του συνόλου των καταλογισθέντων πολλαπλών τελών) χωρίς να διακρίνει ανάλογα με το εάν καταλογίζεται ή όχι σε νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας πετρελαιοειδών δόλος και συμμετοχή στην διαπραχθείσα λαθρεμπορική παράβαση.

iv. Διατύπωση προδικαστικού ερωτήματος (κατά την άποψη της μειοψηφίας)

Ενόψει των προεκτεθέντων, κατά την άποψη της μειοψηφίας, θα έπρεπε να υποβληθεί στο ΔΕΕ το εξής προδικαστικό ερώτημα: Οι Οδηγίες 92/12/ΕΟΚ και 77/388/ΕΟΚ, ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ιδίως δε των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της στενής ερμηνείας των διατάξεων που προβλέπουν διοικητικές χρηματικές κυρώσεις για παραβάσεις του ενωσιακού φορολογικού δικαίου κατά τη διακίνηση εμπορευμάτων και, περαιτέρω, αλληλέγγυα ευθύνη ορισμένων προσώπων για την πληρωμή τους, έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν την εφαρμογή, σε υπόθεση όπως η παρούσα, εθνικής κανονιστικής ρύθμισης, όπως είναι εκείνη του άρθρου 108 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 97) του Τελωνειακού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί να κηρυχθεί αλληλεγγύως συνυπεύθυνη για την πληρωμή διοικητικού προστίμου, λόγω λαθρεμπορίας, ανερχόμενου στο τετραπλάσιο των δασμών και φόρων που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της παράβασης, ανώνυμη εταιρεία πετρελαιοειδών, που καθίσταται παραλήπτρια και κυρία ποσότητας καυσίμων, χωρίς καταβολή των οφειλόμενων δασμών και φόρων, βάσει πράξεων συμψηφιστικής ατέλειας, οι οποίες εκδόθηκαν συνεπεία εικονικού εφοδιασμού, με δασμοφορολογημένα καύσιμα, πλοίων για ατελείς χρήσεις, από φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λειτουργεί πρατήριο πώλησης “ελεύθερων” αποθεμάτων καυσίμων της εταιρείας και ενήργησε για λογαριασμό (ως εντολοδόχος) της εν λόγω εταιρείας, μολονότι δεν αποδίδεται σε νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας (ήτοι, σε φυσικό πρόσωπο που εκφράζει πρωτογενώς τη βούληση της ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό της) συμμετοχή στην παράνομη ενέργεια ή/και γνώση της ενέργειας αυτής, η τέλεση της οποίας κατέστη δυνατή δια της συμμετοχής τελωνειακού υπαλλήλου και ψευδούς έγγραφης βεβαίωσης εκ μέρους του περί της παράδοσης των καυσίμων στα πλοία;

15...., τούτων έπεται ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος της που αφορά το σκέλος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί κήρυξης της εταιρείας ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ ως αλληλεγγύως υπόχρεης για την καταβολή πολλαπλών τελών ύψους 90.388.296 δραχμών (265.262,79 ευρώ).

Δ ι ά τ α ύ τ α Καταργεί τη δίκη, όσον αφορά την κήρυξη της εταιρείας ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ ως αλληλεγγύως υπόχρεης για την καταβολή δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων ποσού 22.597.074 δραχμών (66.315,70 ευρώ).    

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο