Εξελίξεις Ευγενίας Πρεβεδούρου

Η κατάργηση της δίκης στις διαφορές ουσίας, ο δικαιοπλαστικός ρόλος του δικαστή ή «le juge n’est pas législateur» (με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 625/2022)

Η κατάργηση της δίκης στις διαφορές ουσίας, ο δικαιοπλαστικός ρόλος του δικαστή ή «le juge nest paslégislateur» (με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 625/2022)

1. Η βασική εισφορά της απόφασης ΣτΕ 625/2022 έγκειται στην ερμηνεία του άρθρου 142 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (στο εξής: ΚΔΔ) για την κατάργηση της ουσιαστικής δίκης υπό το πρίσμα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και των υπερνομοθετικών ερεισμάτων του. Το κεντρικό αυτό δικονομικό ζήτημα διαπλέκεται, αφενός, με τον νομικό πλουραλισμό που χαρακτηρίζει την έννομη τάξη και, αφετέρου, με τα όρια της διαπλαστικής εξουσίας του δικαστή και της σύμφωνης προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες ερμηνείας του εφαρμοστέου νομοθετήματος [1]. Σε δεύτερο επίπεδο, η απόφαση παρέχει το έναυσμα προβληματισμού ως προς τη θεμελιώδη από δογματική και πρακτική σκοπιά διάκριση μεταξύ ατομικών και κανονιστικών διοικητικών πράξεων, έστω και αν, εν προκειμένω, η φύση της προσβαλλόμενης πράξης θεωρήθηκε από το Δικαστήριο δεδομένη. Πρόκειται για απόφαση που δημιουργεί αμηχανία στον σχολιαστή, ακριβέστερα ενθουσιασμό για τον θετικό ακτιβισμό του δικαστή, προβληματισμό για την, ενδεχόμενη, υπέρβαση της δικαιοπλαστικής εξουσίας του και απορία για την φορμαλιστική προσήλωση στη δικονομική νομιμότητα. Παρά κάποια δογματικά «ατοπήματα» στη συλλογιστική του Δικαστηρίου, η λύση στην οποία καταλήγει ενισχύει εν γένει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και, ενδεχομένως, συνιστά παρότρυνση στον δικονομικό νομοθέτη, μικροσκοπικά, να τροποποιήσει τη διάταξη περί κατάργησης της δίκης στις ουσιαστικές διαφορές και, μακροσκοπικά, να επανεξετάσει το ζήτημα της ενοποίησης της δικονομίας ακυρωτικών και ουσιαστικών διαφορών. Η τελευταία αυτή διάσταση δεν αναιρεί τον συγκεκριμένο χαρακτήρα του ελέγχου συνταγματικότητας (και συμβατότητας προς τους λοιπούς υπερεθνικούς κανόνες) της κρίσιμης διάταξης. Όσον αφορά, ωστόσο, την επίλυση της υπό εξέταση διαφοράς, μάλλον καθυστερεί την οριστική διευθέτησή της, αφού την αναπέμπει στον δικαστή της ουσίας προς διασφάλιση της δικονομικής ορθοδοξίας, ενώ ο τελευταίος έχει ήδη εκφέρει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης.
Ι. Η φύση της προσβαλλόμενης πράξης και η δικονομική της μεταχείριση
2. Κατ’ αρχάς, η απόφαση 196/2014 της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) «Έγκριση του ετήσιου κόστους και των χρεώσεων χρήσης 2014 για το Ελληνικό Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ)» [2] χαρακτηρίζεται ως ατομική διοικητική πράξη [3], με την εξής αιτιολογία: με αυτήν η ΡΑΕ προβαίνει στην έγκριση αφ’ ενός μεν του ετήσιου κόστους, αφ’ ετέρου δε των χρεώσεων χρήσης του έτους 2014 για το Ελληνικό Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4001/2011 και ιδίως των άρθρων 15, 122, 123, 125, 127, 128 και 140 αυτού, καθώς επίσης, εν όψει της μη θεσπίσεως εισέτι του προβλεπόμενου στο άρθρο 128 του Ν. 4001/2011 Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, και της μεθοδολογίας που θεσπίσθηκε με τις από 31-12-2007, 15-6-2010 και 31-12-2010 αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης (Β΄ 15/2008), και του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β΄ 947 και Β΄ 209) αντιστοίχως, χωρίς με την απόφαση αυτή να θεσπίζεται κανονιστική ρύθμιση [4]. Η αιτιολογία είναι λακωνική και μάλλον συνιστά ταυτολογία: η πράξη είναι ατομική και όχι κανονιστική διότι δεν περιέχει κανονιστική ρύθμιση. Στο ίδιο πνεύμα, με τις αποφάσεις ΣτΕ 1682 και 1683/2018 χαρακτηρίζεται ως ατομική πράξη η απόφαση της ΡΑΕ με τίτλο «Έγκριση του ανταλλάγματος για την κάλυψη των δαπανών παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (ΥΚΩ) για τα έτη 2012 και 2013» (ΦΕΚ Β΄ 1873/10.7.2014), με το αιτιολογικό ότι με αυτή δεν θεσπίζονται γενικής φύσεως μέτρα οργάνωσης της λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ούτε ρυθμίζεται κατηγορία εννόμων σχέσεων ούτε, τέλος, τίθενται κανόνες αφορώντες κατηγορία υποκειμένων δικαίου, καθοριζομένων κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να προσδιορισθεί εκ των προτέρων [5]. Ειδικότερα, η απόφαση περί έγκρισης του ανταλλάγματος για την κάλυψη των δαπανών παροχής ΥΚΩ, με την οποία προσδιορίζεται, κατ’ εφαρμογήν μαθηματικού τύπου, το οφειλόμενο αντάλλαγμα για την παροχή υπηρεσίας κοινής ωφέλειας, αφορά αποκλειστικά τους συγκεκριμένους, γνωστούς ήδη κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι κατά τον κρίσιμο χρόνο (2012 -2013) πράγματι παρείχαν την κατά τα ανωτέρω υπηρεσία (και εν προκειμένω αφορά αποκλειστικά τη Δ.Ε.Η., ως μοναδικό υπόχρεο παροχής της εν λόγω υπηρεσίας την επίδικη χρονική περίοδο), έχουν δε ληφθεί υπ’ όψιν κατά την έκδοσή της και απολογιστικά στοιχεία σχετικά με την δραστηριότητα του δικαιουμένου το αντάλλαγμα για την παροχή της υπηρεσίας προμηθευτή [6].
3. Δεδομένου ότι η ατομική αυτή πράξη δεν αφορά την χορήγηση, ή άρνηση χορήγησης ή τροποποίηση ή ανάκληση διοικητικής αδείας, προσβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 4001/2011, με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Στην υπό εξέταση υπόθεση, η πράξη της ΡΑΕ προσεβλήθη με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με την απόφαση ΣτΕ 1794/2015 παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του ΔΕφΑθ, για να εκδικαστεί ως προσφυγή ουσίας. Το ΔΕφΑΘ, με την απόφαση 2866/2017, δέχθηκε την προσφυγή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη, κρίνοντας ότι η δαπάνη που δεν αναγνωρίσθηκε με αυτήν αφορά την κάλυψη του κόστους για την παροχή από τη Δ.Ε.Η. Α.Ε. ηλεκτρικής ενέργειας στους υπαλλήλους του Διαχειριστή βάσει μειωμένου τιμολογίου. Η δαπάνη αυτή συνιστά νόμιμη υποχρέωση του Διαχειριστή προς το προσωπικό του, κατά τις διατάξεις του άρθρου μόνου της Π.Υ.Σ. 127/1990, σε συνδ. με τα άρθρα 123 και 125 του Ν. 4001/2011. Εξάλλου, εντάσσεται στο πλαίσιο των εν ευρεία εννοία απολαβών του ως άνω προσωπικού. […] Ως εκ τούτου, συνιστά αναγκαία (εκ του νόμου) και εύλογη (ως μέρος των εν γένει απολαβών του προσωπικού) δαπάνη για τη λειτουργία του Διαχειριστή και εμπίπτει στις δαπάνες που λαμβάνονται υπόψη κατά την έγκριση των τιμολογίων χρέωσης κατά την περ. β΄ της παρ. 4 του άρθρου 140 του ν. 4001/2011. Συνεπώς, μη νόμιμα δεν αναγνωρίσθηκε η ένδικη δαπάνη, με την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙΙ. Το ζήτημα της κατάργησης της δίκης στο πεδίο των διαφορών ουσίας
4. Στο πλαίσιο της αναίρεσης κατά της παραπάνω απόφασης, προβάλλεται ότι έχει παύσει η ισχύς της προσβληθείσας 196/2014 απόφασης της ΡΑΕ, με την οποία εγκρίθηκαν το ετήσιο κόστος και οι αντίστοιχες χρεώσεις χρήσεως του ΕΔΔΗΕ για το έτος 2014 και ότι εκδόθηκαν συναφείς πράξεις με το ίδιο αντικείμενο (έγκριση του ετήσιου κόστους για το ΕΔΔΗΕ) κάθε επόμενο έτος. Δεδομένου ότι πρόκειται για δίκη ουσίας, εφαρμόζεται το άρθρο 142 του ΚΔΔ, που ορίζει στη μεν παράγραφο 1 περ. α΄ ότι η δίκη καταργείται αν πριν από το πέρας της τελευταίας συζήτησης εκλείψει το αντικείμενό της, στη δε παράγραφο 2 ότι η κατάργηση διαπιστώνεται με απόφαση του δικαστηρίου. Στην περίπτωση δε αυτή από καμία διάταξη του εν λόγω Κώδικα δεν προβλέπεται ρητώς η δυνατότητα συνέχισης της δίκης. Επομένως, κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής, το Διοικητικό Εφετείο θα έπρεπε να καταργήσει τη δίκη [7]. Κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, «σε περίπτωση εκλείψεως του αντικειμένου της (ουσιαστικής) δίκης, δυνατότητα συνεχίσεώς της ουδόλως αναγνωρίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας».
5. Σε αντίθεση με το άρθρο 142 ΚΔΔ που ρυθμίζει την κατάργηση της δίκης στις ουσιαστικές διαφορές και δεν προβλέπει δυνατότητα συνέχισης της δίκης, το άρθρο 32 του ΠΔ 18/1989 περιέχει ρητή διάταξη περί ιδιαίτερου συμφέροντος για τη συνέχιση της ακυρωτικής δίκης. Εν προκειμένω η αντίστοιξη των δύο νομοθετημάτων είναι σαφής και δεδομένου ότι ο ΚΔΔ είναι μεταγενέστερο νομοθέτημα, πρόθεση του νομοθέτη ήταν η διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τις ακυρωτικές δίκες. Την εν λόγω πρόθεση του νεότερου δικονομικού νομοθέτη καθιστά σαφέστερη το γεγονός ότι η αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος του ΚΔΔ π.δ/τος 341/1978, το οποίο εφαρμοζόταν επί των εκδικαζόμενων από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια διοικητικών διαφορών ουσίας του άρθρου 7 του Ν. 702/1977 (βλ. άρθρο 1 του ΠΔ 341/1978) και του Ν. 1406/1983 (βλ. άρθρο 4 του Ν. 1406/1983), προέβλεπε ρητώς ότι «[…] η δίκη καταργείται εάν μετά την άσκησιν της προσφυγής η προσβαλλομένη πράξις έπαυσεν ισχύουσα εξ οιουδήποτε λόγου, εκτός εάν ο ασκήσας ταύτην επικαλήται ιδιαίτερον έννομον συμφέρον δικαιολογούν την συνέχισιν αυτής». Επομένως, ενώ στην ακυρωτική δίκη παρέχεται στον αιτούντα η δυνατότητα να επιτύχει τη συνέχιση της δίκης και σε περίπτωση παύσης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, εφόσον αποδείξει την ύπαρξη ιδιαίτερου έννομου συμφέροντος για τη συνέχιση, στη δίκη ουσίας ο νομοθέτης εν επιγνώσει δεν αναγνωρίζει τη σχετική δυνατότητα, αφιστάμενος της προγενέστερης ρύθμισης του εν λόγω ζητήματος. Δεν υπάρχει πρόνοια αντίστοιχη προς αυτή της διάταξης του άρθρου 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989, κάτι που το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει στη σχετική νομολογία του.
6. Ωστόσο η διαφορετική προσέγγιση των δύο δικονομικών νομοθετημάτων δεν δικαιολογείται από τη διαφορετική φύση των ακυρωτικών και των ουσιαστικών διαφορών, λαμβανομένης, ιδίως, υπόψη της τάσης νομοθετικής μετατροπής των ακυρωτικών διαφορών σε διαφορές ουσίας, όπως άλλωστε συνέβη εν προκειμένω. Η προγενέστερη κατηγορηματική κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι «αν, πριν από το πέρας της τελευταίας συζητήσεως, εκλείψει το αντικείμενο της δίκης, …από καμμία διάταξη του … Κώδικος δεν προβλέπεται δυνατότητα συνεχίσεως της δίκης» [8] είναι ανεπιεικής. Για παράδειγμα, σε υποθέσεις που αφορούν αφαίρεση επαγγελματικής άδειας οδήγησης για μερικούς μήνες ή προσωρινό κλείσιμο καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, η προσφυγή ουσίας εκδικάζεται μετά την  πάροδο του χρόνου ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης, με συνέπεια η δίκη να καταργείται και ο δικαστής να μη μπορεί να τη συνεχίσει, παρόλο που θεωρεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις (ιδιαίτερο έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος). Δηλαδή θίγεται ο διάδικος λόγω της καθυστέρησης στην εκδίκαση των υποθέσεων στα ΤΔΔ. Ούτε είναι βέβαιο ότι λύση αντίστοιχη με την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 θα έδινε η αίτηση αναστολής ή η αίτηση προτίμησης.
7. Η απόφαση ΣτΕ 625/2022 σηματοδοτεί την πλήρη μεταστροφή της νομολογίας ως προς την ερμηνεία του άρθρου 142 του ΚΔΔ [9]. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Ειδικότερα, αφορά τα ένδικα βοηθήματα και μέσα κατά των αποφάσεων της ΡΑΕ, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 33 του Ν. 4001/2011 και θέτουν σε εφαρμογή το άρθρο 37 παρ. 17 της Οδηγίας 2009/72, κατά την οποία επιβάλλεται στα κράτη μέλη η υποχρέωση να εξασφαλίζουν την ύπαρξη κατάλληλων μηχανισμών δικαστικής προστασίας για την αμφισβήτηση των αποφάσεων των ρυθμιστικών αρχών στον τομέα της ενέργειας. Δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών [10], εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίζει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίζει τους δικονομικούς κανόνες περί άσκησης και εκδίκασης των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν να διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων που απονέμει στους πολίτες το δίκαιο της Ένωσης. Στους εν λόγω εθνικούς δικονομικούς κανόνες, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται και οι ρυθμίσεις περί κατάργησης της δίκης σε περίπτωση έκλειψης του αντικειμένου της διαφοράς. Η αρχή της δικονομικής αυτονομίας περιορίζεται από την τήρηση των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Ειδικότερα, οι δικονομικές λεπτομέρειες σχετικά με τις προσφυγές που σκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνει το δίκαιο της Ένωσης δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από αυτές που αφορούν παρόμοιες εθνικές προσφυγές (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας). Ωστόσο το Δικαστήριο προσθέτει εν προκειμένω και την απαίτηση να μη θίγει η εθνική (δικονομική) νομοθεσία το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, όπως το δικαίωμα αυτό προβλέπεται στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ [11]. Όπως διευκρίνισε η γενική εισαγγελέας J. Kokott [12], στην ουσία, η αρχή της αποτελεσματικότητας ως περιορισμός της δικονομικής αυτονομίας αποτελεί έκφανση του άρθρου 47 του Χάρτη, που κατοχυρώνει το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.
8. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξετάζει την κατάργηση της δίκης υπό το πρίσμα των τριών συστημάτων προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, δηλαδή του άρθρου 47 του Χάρτη, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 20 του Συντάγματος. Είναι, ίσως, η πρώτη φορά που προβαίνει σε έλεγχο της συμβατότητας του θεσμού της κατάργησης της δίκης και των δικονομικών λεπτομερειών της προς το θεμελιώδες δικαίωμα δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται σε όλες τις διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, εθνικού και υπερεθνικού επιπέδου, στο πλαίσιο, δηλαδή, του νομικού πλουραλισμού που χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δέχεται ότι η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας προϋποθέτει δικονομικό μηχανισμό, ο οποίος εγγυάται, στην πράξη και όχι θεωρητικά, τόσο το δικαίωμα άσκησης προσφυγής σε δικαστήριο όσο και το δικαίωμα δικαστικής επίλυσης της διαφοράς από δικαστήριο που διαθέτει τη δυνατότητα να εξετάσει όλα τα σχετικά πραγματικά και νομικά ζητήματα [13]. Πράγματι, «δικαστική κρίση» σημαίνει εκδίκαση στην ουσία της εισαχθείσας σε δικαστήριο διαφοράς. Η αδικαιολόγητη αποφυγή ελέγχου της ουσίας της διαφοράς και διευθέτησής της με δικαστική απόφαση ισοδυναμεί με αρνησιδικία, η οποία θίγει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στον πυρήνα του.  Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας διασφαλίζει τη δικαστική επίλυση γνήσιων διαφορών και όχι την έκδοση δικαστικής απόφασης με αμιγώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα ή χωρίς καμία εν γένει επιρροή σε έννομες σχέσεις ή καταστάσεις. Με άλλα λόγια, τα Δικαστήρια δικάζουν ζωντανές υποθέσεις και δεν εκδίδουν γνωμοδοτήσεις σε νεκρές διαφορές, τούτο δε είναι ιδιαίτερα σημαντικό ενόψει της απαίτησης για ταχύτητα στην απονομή της Δικαιοσύνης. Την αποφυγή του ενδεχομένου αυτού εξυπηρετεί ο δικονομικός θεσμός της κατάργησης της δίκης [14]. Εν προκειμένω, το δικαστήριο διακρίνει μεταξύ των δύο περιπτώσεων κατάργησης της δίκης ελλείψει αντικειμένου [15] που προβλέπει το άρθρο 32 του ΠΔ 18/1989 για τις ακυρωτικές διαφορές [16]. Στο πλαίσιο αυτό, η αυτόματη κατάργηση διοικητικής δίκης οφειλόμενη σε αναδρομική και εξ υπ’ αρχής εξάλειψη του αντικειμένου της διαφοράς (όπως συμβαίνει λ.χ. στην περίπτωση ανάκλησης ή ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης), την οποία ρυθμίζει η παράγραφος 1 του άρθρου 32, δεν προσκρούει στην αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας [17]. Δεν συμβαίνει, ωστόσο, το ίδιο στην περίπτωση της παύσης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης για το μέλλον, χωρίς να ανατραπεί εξ υπ’ αρχής, η οποία, στις ακυρωτικές δίκες, ρυθμίζεται στο άρθρο 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989. Το Δικαστήριο εξηγεί τη διαφορετική ratio των δύο περιπτώσεων, η οποία δικαιολογεί τη διαφορετική δικονομική ρύθμισή τους. Υπογραμμίζει ότι έγκειται στην ίδια την φύση των διοικητικών πράξεων να καταλείπουν διοικητικής φύσης συνέπειες και μετά την τυπική παύση ισχύος τους, δυσμενείς για τους προσφεύγοντες διαδίκους, οπότε η αυτόματη κατάργηση της δίκης στην περίπτωση αυτή, με μόνη δηλαδή αφορμή το τυπικό γεγονός της παύσης ισχύος της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης για το μέλλον, μολονότι αυτή ενδέχεται να καταλείπει βλαπτικές διοικητικής φύσης συνέπειες για τον προσφεύγοντα διάδικο, θα ισοδυναμούσε με αρνησιδικία και θα συνιστούσε κατάφωρη προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, υπό το πρίσμα τόσο του άρθρου 47 του Χάρτη όσο και των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Τη δικονομική μεταχείριση αυτών ακριβώς των «καταλοίπων» της διοικητικής πράξης, της οποίας η ισχύς έπαυσε κατά την εκκρεμοδικία, ρύθμισε ο νομοθέτης του ΠΔ 18/1989 στο άρθρο 32 παρ. 2.
9. Προς επίρρωση της συλλογιστικής του, το Δικαστήριο κάνει ένα δογματικό άλμα (σκέψη 18) δεχόμενο ότι «στο εθνικό διοικητικό δικονομικό δίκαιο ισχύει γενική αρχή, κατά την οποία στην περίπτωση που κατά τη συζήτηση της υποθέσεως έχει ήδη παύσει για οποιοδήποτε λόγο η ισχύς της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξεως για το μέλλον, η δίκη δεν καταργείται αυτομάτως, αλλά συνεχίζεται εάν ο προσφεύγων διάδικος επικαλεσθεί και αποδείξει ιδιαίτερο έννομο συμφέρον προς τούτο, δηλαδή ότι οι δυσμενείς διοικητικής φύσεως συνέπειες που δημιουργήθηκαν κατά τον χρόνο ισχύος της πράξεως διατηρούνται και μετά την παύση της ισχύος της, μη δυνάμενες να αρθούν παρά μόνο με την έκδοση δικαστικής αποφάσεως. Η ανωτέρω γενική δικονομική αρχή, η οποία εξασφαλίζει την συμβατότητα του δικονομικού θεσμού της καταργήσεως δίκης με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, αποτυπώνεται ήδη στην διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989, το οποίο διέπει την δικονομία των ακυρωτικών διαφορών», καθώς και στο άρθρο 40 παρ. 2 του ΠΔ 341/1978 που ίσχυε πριν από τον ΚΔΔ και εφαρμοζόταν επί των εκδικαζόμενων από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια διοικητικών διαφορών ουσίας. Η σκέψη, όμως, αυτή δεν φαίνεται να μπορεί να τεκμηριώσει το συμπέρασμα στο οποίο επιθυμεί να καταλήξει το Δικαστήριο, δηλαδή τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 142 ΚΔΔ ή την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 2 του ΠΔ και στις διαφορές ουσίας. Πράγματι, εάν τη συνέχιση της δίκης επιτάσσει μια αρχή δικονομικού δικαίου, η οποία δεν έχει υπερνομοθετική ισχύ, όπως συνάγεται από το σκεπτικό του Δικαστηρίου, αυτή μπορεί να τεθεί εκποδών από ρητή αντίθετη νομοθετική διάταξη, όπως το άρθρο 142 ΚΔΔ, το οποίο, μάλιστα, είναι μεταγενέστερο τόσο του άρθρου 32 παρ. 2 ΠΔ 18/1989 όσο και του άρθρου 40 παρ. 2 του ήδη καταργηθέντος ΠΔ 341/1978. Αντίθετα, για τη θεμελίωση της ανάγκης συνέχισης της δίκης σε περίπτωση παύσης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης, η οποία όμως κατέλειπε συνέπειες, αρκούν οι σκέψεις του Δικαστηρίου ως προς τις επιταγές της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, κατοχυρωμένο σε όλες τις συνιστώσες του νομικού πλουραλισμού που χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρα 47 του Χάρτη, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 20 παρ. 1 του ελληνικού Συντάγματος).
10. Το Δικαστήριο επιστρέφει στη συλλογιστική αυτή (σκέψη 19) και δέχεται ότι, η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 142 παρ. 1 στοιχείο α΄ του ΚΔΔ, που προβλέπει την κατάργηση της δίκης λόγω έκλειψης του αντικειμένου της σε περίπτωση παύσης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης, θα συνιστούσε προσβολή του πυρήνα της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, υπό το πρίσμα τόσο του άρθρου 47 του Χάρτη, όσο και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επιστρατεύει, λοιπόν, τη δικονομική αρχή που εντόπισε σε προηγούμενη σκέψη του, για να ερμηνεύσει διασταλτικά την παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 142 ΚΔΔ, υπό την έννοια ότι αυτή επιτρέπει στον προσφεύγοντα διάδικο να επικαλεσθεί ιδιαίτερο έννομο συμφέρον που δικαιολογεί την συνέχιση της δίκης, στην περίπτωση παύσης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης [18]. Ερμηνευόμενη υπό την παραπάνω έννοια, η διάταξη του άρθρου 142 παρ. 1 στοιχείο α΄ του ΚΔΔ προσλαμβάνει το περιεχόμενο της ομόλογης διάταξης του άρθρου 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 για τις ακυρωτικές διαφορές και, συνακολούθως, συνάδει προς την αρχή της αποτελεσματικής προστασίας υπό το πρίσμα και των τριών υπερνομοθετικών ερεισμάτων της. Παρά το θετικό αποτέλεσμα του συλλογισμού ως προς το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, πρόκειται αναμφίβολα για περίπτωση δικαιοπλαστικής επέμβασης του δικαστή, ο οποίος ερμηνεύει contra legem μια σαφή και μονοσήμαντη νομοθετική διάταξη, αλλοιώνοντας ή, έστω, συμπληρώνοντας προς την ορθή κατεύθυνση το περιεχόμενό της. Θα ήταν, ίσως, δογματικά συνεπέστερο και οπωσδήποτε σύμφωνο προς την αρχή της διάκρισης των εξουσιών/λειτουργιών, αν ο δικαστής διαπίστωνε την αντίθεση της εφαρμοστέας δικονομικής διάταξης προς τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 47 του Χάρτη και την άφηνε ανεφάρμοστη, καλύπτοντας, εν προκειμένω, το κενό με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989, που αφορά την ακυρωτική δίκη. H διάταξη του άρθρου 142 παρ. 1 στοιχείο α΄ του ΚΔΔ είναι προβληματική, πλην όμως δεν είναι βέβαιο ότι απόκειται στον δικαστή να « ξαναγράψει » τον νόμο ή την κανονιστική πράξη που θεωρεί ατελή. Η απόφαση φέρνει στο προσκήνιο και πάλι τον ρόλο του δικαστή όσον αφορά τη διαμόρφωση και συμπλήρωση του δικαίου, ανατροφοδοτώντας τον προβληματισμό ως προς τα όρια της «δικαιοπλαστικής» εξουσίας του. Σε παρόμοια, άλλωστε, περίπτωση η Ολομέλεια του Δικαστηρίου είχε θέσει το ίδιο τα όρια στην εξουσία του αυτή κρίνοντας ότι «το νομοθετικό αυτό κενό, της μη εισέτι εκδόσεως … διατάγματος, δεν μπορεί να πληρωθεί ερμηνευτικά από τον δικαστή, η εξουσία του οποίου να ερμηνεύει και να εφαρμόζει το νόμο στις επίδικες υποθέσεις δεν περιλαμβάνει και εξουσία, καθ’ υποκατάσταση της νομοθετικής λειτουργίας, να θεσπίζει κανόνες, η θέσπιση των οποίων στη συγκεκριμένη περίπτωση, ανατίθεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση κατά το άρθρο 43 του Συντάγματος» [19]. Σε ανάλογες πρωτοβουλίες του Γάλλου ακυρωτικού δικαστή, ο οποίος, ούτως ή άλλως, υπόκειται σε ηπιότερες δικονομικές δεσμεύσεις (συνταγματικές και νομοθετικές), επιφανείς θεωρητικοί άσκησαν αυστηρότατη κριτική, επισημαίνοντας ότι ο δικαστής δεν είναι νομοθέτης [20] και δεν μπορεί να θεσπίζει νόμους ή να διατυπώνει κανόνες δικαίου, αλλά μόνον να ερμηνεύει αυτούς που θεσπίζουν η νομοθετική εξουσία και η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση εντός των ορίων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους. Σε αντίθετη περίπτωση, παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών [21].

11. Επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι και το ίδιο το ΔΕΕ έχει δεχθεί ορισμένα όρια στην αρχή της σύμφωνης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, η οποία αποτελεί βασικό εργαλείο εναρμόνισης των εννόμων τάξεων και εξομάλυνσης των συγκρούσεων [22]. Ειδικότερα, η υποχρέωση του εθνικού δικαστή να ανατρέχει στο δίκαιο της Ένωσης όποτε ερμηνεύει και εφαρμόζει τους κρίσιμους κανόνες του εσωτερικού δικαίου οριοθετείται από τις γενικές αρχές του δικαίου και δεν είναι δυνατό να αποτελέσει έρεισμα για μια contra legem ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας [23]. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο δικαστής προσθέτει, κατ’ ουσίαν, ένα εδάφιο στο άρθρο 142 παρ. 1 στοιχείο α΄ του ΚΔΔ, εμπνεόμενος από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989. Φαίνεται να υιοθετεί εν προκειμένω το αξίωμα του γαλλικού δικαίου,  linterprétation est la forme intellectuelle de la désobéisance!.
12. Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπαγωγική σκέψη του Δικαστηρίου (σκέψη 20), το οποίο, ενώ υιοθέτησε βολονταριστική στάση ως προς την ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, επιδεικνύει αυστηρή προσήλωση στην τήρηση των ορίων του αναιρετικού ελέγχου. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, δέχεται ότι το Διοικητικό Εφετείο μη νομίμως, δηλαδή κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 142 παρ. 1 στοιχείο α΄ του ΚΔΔ, εισήλθε στην ουσία της διαφοράς, μολονότι συνέτρεχε περίπτωση κατάργησης της δίκης, λόγω της παύσης ισχύος της υπ’αριθμ. 196/2014 προσβαλλόμενης απόφασης της ΡΑΕ κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Προσάπτει, δηλαδή, στο Διοικητικό Εφετείο ότι δεν εξάντλησε το δικονομικό αντικείμενο της δίκης, στο οποίο εντάσσεται η συνδρομή των προϋποθέσεων της κατάργησής της, με συνέπεια να μην ενεργοποιηθεί η δυνατότητά του να εισέλθει στο ουσιαστικό αντικείμενο [24]. Από την άλλη πλευρά, ερμηνεύει διασταλτικά την παραπάνω διάταξη, υποχρεώνοντας, έτσι, τον δικαστή της ουσίας στον οποίο παραπέμπει την υπόθεση να εξετάσει αν συντρέχει περίπτωση συνέχισης της δίκης, εφόσον η προσφεύγουσα ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ επικαλεσθεί και αποδείξει ιδιαίτερο έννομο συμφέρον προς τούτο και, σε καταφατική περίπτωση, να ελέγξει τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων του παραδεκτού της προσφυγής πριν εισέλθει στην ουσία. Εξαφανίζει, δηλαδή, την  απόφαση του Διοικητικού Εφετείου για να αποκαταστήσει εκ των υστέρων τη δικονομική νομιμότητα, ενώ ο δικαστής της ουσίας έχει ήδη ελέγξει την ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης. Ανακύπτει και εν προκειμένω το ερώτημα της ανάγκης για τον δικαστή να αναζητεί τις συνέπειες της απόφασής προκειμένου να θεμελιώσει τη δικανική κρίση του [25]. Και για να θυμηθούμε τον αξεπέραστο Jean Rivero που είχε προσάψει στο Conseil d’Etat ότι ενίοτε  «δίδει το προβάδισμα στη δικονομική αισθητική έναντι της μέριμνας για τον διάδικο» [26]«δεν μας ενδιαφέρει η ανάπτυξη του Δικαίου, αλλά η αποτελεσματική προστασία που αντλεί από αυτό ο διάδικος» [27].Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι, στην παραπάνω αιτίαση, θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι η ασφάλεια δικαίου είναι μείζον θέμα στις δικονομικές ρυθμίσεις, οπότε ο αναιρετικός δικαστής δεν μπορεί να τις ερμηνεύει συστηματικά κατά βούληση.

 

 

[1] Βλ. τη θετική αποτίμηση της όμοιας απόφασης ΣτΕ 626/2022 σε Β. Μπουκουβάλα, Μία αριστοτεχνική σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία: Κατάργηση της δίκης και ιδιαίτερο έννομο συμφέρον προς συνέχισή της – Σχόλιο στην ΣτΕ 626/2022, www.ddikastes.gr,  ανάρτηση 8 Απριλίου 2022.

[2] ΦΕΚ Β΄ 1072/30.4.2014. Η πράξη αυτή προσβλήθηκε με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά το μέρος που με αυτή δεν συμπεριελήφθη στο κόστος λειτουργίας του ΕΔΔΗΕ δαπάνη 11,33 εκ. ευρώ για την κάλυψη της παροχής από τη ΔΕΗ ΑΕ ηλεκτρικής ενέργειας στους υπαλλήλους του Διαχειριστή βάσει μειωμένου τιμολογίου.

[3] Έτσι κρίθηκε με την απόφαση ΣτΕ 1794/2015 7μ του Δ΄ Τμήματος, το οποίο επελήφθη της αίτησης ακύρωσης που άσκησε η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ κατά της ΡΑΕ.

[4] Πρβλ ΣτΕ Ολ 693/2013, ΣτΕ 1006, 1008, 2066 – 2068/2013, 253/2014.

[5] Πρβλ. ΣτΕ 1046/2018

[6] Βλ. και ΣτΕ 2010/2019.

[7] ΣτΕ 3062/2012, 2/2013, 2581/2016, 3034, 3035/2017.

[8] ΣτΕ 3062/2012, 2581/2016, 3034/2017, 2079/2019, 257/2021.

[9] Ενδιαφέρουσες για το θέμα της νομολογιακής μεταστροφής και της έναρξης της ισχύος της είναι οι σχετικά πρόσφατες αποφάσεις ΣτΕ Ολ 800-803/2021 για την αστική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων της δικαστικής εξουσίας. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η μεταστροφή αποτελεί φαινόμενο σύμφυτο με το δικαιοδοτικό έργο και αναγκαίο μέσο για την περαιτέρω εξέλιξη της νομολογίας, τα δε δικαστήρια διαθέτουν την εξουσία προς πραγματοποίησή της. Κατά συνέπεια, η νομολογιακή μεταστροφή δεν παραβιάζει τις απορρέουσες από το Σύνταγμα (ΣτΕ Ολ 1738/2017) και την ΕΣΔΑ αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης -από τις οποίες άλλωστε δεν απορρέει δικαίωμα στη σταθερότητα της νομολογίας (ΕΔΔΑ της 29.1.2019, Orlen Lietuva Ltd κατά Λιθουανίας, 45849/13, σκέψη 80)-, παρά μόνον εάν αυτή παρίσταται αυθαίρετη ή παντελώς στερούμενη αιτιολογίας (ΕΔΔΑ της 22.5.2018, Jurešκατά Κροατίας, 24079/11, σκέψη 44, της 30.10.2010, της 12.1.2016, Borg κατά Μάλτας, 37537/13, σκέψη 111, S.SBalikliçeşme Beldes Tarim Kalkinma Kooperatifi κ.λπ. κατά Τουρκίας, 35703/05, σκέψη 28). Εξάλλου, οι ως άνω αρχές, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με την αρχή της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ουδόλως υποχρεώνουν τα δικαστήρια σε χρονική μετάθεση των εννόμων συνεπειών που συνεπάγεται η νομολογιακή μεταστροφή και, ειδικότερα, στην εφαρμογή των κανόνων και αρχών που αποτελούν το αντικείμενό της στις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση της απόφασης που την επιφέρει υποθέσεις, εκτός εάν η μεταστροφή αφορά α) σε ζητήματα παραδεκτού του ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΣτΕ Ολ 3596/1971, Ολ 605/2008, 4304/2001, 1587/2007 7μ, 1023/2009 7μ, 1913/2010 7μ, 2436/2012 7μ, 2131/2015 1898/2016 7μ, 170/2017 7μ, βλ. και ΕΔΔΑ της 26.5.2020, Gil Sanjuan κατά Ισπανίας, 48297/15, σκέψεις 36-44), β) σε δικαιώματα, αξιώσεις ή εύλογες προσδοκίες, οι οποίες ερείδονται επί παγιωθείσας νομολογίας και καθίστανται, για τον λόγο αυτό, άξιες προστασίας παρά τη μεταστροφή που συνεπάγεται την εφεξής μη αναγνώρισή τους. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, δεν νοείται άμεση εφαρμογή κανόνα αποτελούντος προϊόν νομολογιακής μεταστροφής κατά παραβίαση της αρχής της προβλεψιμότητας (πρβλ. ΕΔΔΑ της 26.5.2020, Gil Sanjua κατά Ισπανίας, της 19.2.2013, Petko Petkov κατά Βουλγαρίας, 2834/06 σκέψη 33, της 7.7.2011, Serko κατά Ουκρανίας, 39766/05, σκέψη 40). Βλ. συναφώς Σπ. Βλαχόπουλου, Οι συνταγματικές διαστάσεις της μεταβολής της νομολογίας, Εκδόσεις Ευρασία, 2019, Β. Χριστιανού, Οι μεταστροφές της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, Chloé Pros-Phalippon, Le juge administratif et les revirements de jurisprudence, LGDJ 2018. Για τη χρονική μετάθεση των αποτελεσμάτων των νομολογιακών μεταστροφών και τις διακυμάνσεις του Δικαστηρίου, βλ. ΣτΕ 1491/2015, 2131/2015. 674/2018, σκέψη 10. Η μετάθεση στο μέλλον των αποτελεσμάτων νομολογιακής μεταστροφής έχει απασχολήσει συχνά το γαλλικό Conseil d’Etat και η δογματική της θεμελίωση έχει προβληματίσει τη θεωρία [βλ. την κλασική μελέτη του J. Rivero, Sur la rétroactivité de la règle jurisprudentielle, AJDA 1968, σ. 15· J.-H. Stahl/A. Courrèges, Note a l’attention de Monsieur le Président de la Section du contentieux, RFDA 3/2004, σ. 438 (451)· B. Seiller, Pour un dispositif transitoire dans les arrêts, AJDA 4/2004, σ. 2425·  Rétroactivité de la jurisprudence et recours au juge.Concl. Y. Struillou sur CE 10 mars 2006, Société Leroy-Merlin, RFDA 3/2006, σ. 559· B. Seiller, La modulation des effets dans le temps de la règle prétorienne. Tentative iconoclaste de systématisation, in Le dialogue des juges, Mélanges en l’honneur de Bruno Genevois, Dalloz, 2009, σ. 977· B. Seiller (dir.), La rétroactivité des décisions du juge administratif, Economica, 2007. Βλ. και J. Robbe, Le report dans le temps de la règle jurisprudentielle nouvelle. État des lieux, perspectives, RFDA 2016, σ. 913, με πλήρη εποπτεία της σχετικής προβληματικής]. Κατ’ αρχήν, εφόσον ο δικαστής περιορίζεται στον εντοπισμό του ισχύοντος δικαίου, οφείλει να το εφαρμόσει στο σύνολο των διαφορών επί των οποίων αποφαίνεται, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας γέννησής τους (CE 7 octobre 2009, Société d’équipement de Tahiti et des îles, Lebon σ. 917, AJDA 2009, σ. 2437, chron. Jeannerey, σ. 2480, note J. D. Dreyfus). Η προσέγγιση αυτή υπόκειται σε εξαιρέσεις. Αφενός, η άμεση εφαρμογή νέας νομολογίας αποκλείεται εάν έχει ως συνέπεια να θίγει υπέρμετρα τις τρέχουσες συμβατικές σχέσεις (CE ass. 16 juillet 2007, Société Tropic Travaux Signalisation, Lebon σ. 360, concl. Casas), ή το δικαίωμα έννομης προστασίας (CE 17 décembre 2014, Serval, Lebon σ. 392) ή και τα δύο ταυτόχρονα (CE ass. 4 avril 2014, Département de Tarn et Garonne, Lebon σ. 70, concl. Dacosta, RFDA 2014, σ. 425, σ. 438, noteP. Delvolvé, AJDA 2014, σ. 1035,Α. Bretonneau/J. Lessi, Contentieux contractuel: la revolution rentre au port, σ. 2043,  Mutations du contentieux contractuel). Με την τελευταία απόφαση ο δικαστής αναγνωρίζει, υπέρ των τρίτων σε σχέση με τη σύμβαση και όχι μόνο υπέρ των αποκλεισθέντων από τον διαγωνισμό, τη δυνατότητα παραδεκτής άσκησης προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας με την οποία αμφισβητείται η ισχύς της σύμβασης ή συμβατικών ρητρών, συρρικνώνοντας στο ελάχιστο το πεδίο εφαρμογής της θεωρίας των αποσπαστών πράξεων και της προσβολής τους με αίτηση ακύρωσης. Στη σκέψη 5 της εν λόγω «επαναστατικής» για το δίκαιο της έννομης προστασίας στον τομέα των συμβάσεων απόφασης προβλέπεται ότι, λόγω του επιτακτικού χαρακτήρα της ασφάλειας δικαίου που αποσκοπεί στην προστασία των τρεχουσών συμβατικών σχέσεων, η νέα προσφυγή θα μπορεί να ασκηθεί μόνο κατά των συμβάσεων που υπογράφονται από την ημερομηνία δημοσίευσης της εν λόγω απόφασης. Αφετέρου, στο πλαίσιο αποζημιωτικής διαφοράς όπου είχαν ήδη καταβληθεί ποσά εν αναμονή του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης τα οποία είχαν υπολογισθεί βάσει της προγενέστερης νομολογίας, το Conseil d’Etat δέχθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σχετικά με την προστασία των περιουσιακών αγαθών, απαγορεύουν την αμφισβήτηση των εν λόγω ποσών (CE 22 octobre 2014, Centre hospitalier Dinan c. Consorts Etienne, Lebon σ. 316). Για το θέμα της άμεσης εφαρμογής των νομολογιακών μεταστροφών βλ. Ε. Πρεβεδουρου, Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις ως προς τις υποχρεωτικές διοικητικές προσφυγές στο γαλλικό δίκαιο, ΕΔΚΑ 3/2007, σ. 177 (181)· Ε. Πρεβεδούρου, Η επιρροή του ευρωπαϊκού δικαίου στη δίκη ενώπιον του ΣτΕ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σ, 51, υποσημ. 88· Ε. Πρεβεδούρου/Σ. Κυβέλος, Η μεταστροφή της νομολογίας της Ολομέλειας του ΣτΕ ως προς το παράβολο των ασφαλιστικών μέτρων (από την ΣτΕ ΕΑ Ολ 136/2013 στην ΣτΕ ΕΑ Ολ 475/2013), ΘΠΔΔ 10/2013, σ. 89.

[10] ΔΕΚ της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe, EU:C:1976:188, σκέψη 5, και 45/76, Comet, EU:C:1976:188, σκέψη 13, της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C‑312/93, Peterbroeck, EU:C:1995:437, σκέψη 12), καθώς και τις αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑453/99, Courage και Crehan, EU:C:2001:465, σκέψη 29, της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑13/01 Safalero, EU:C:2003:447, σκέψη 49, της 13ης Μαρτίου 2007, C‑432/05, Unibet, EU:C:2007:163, σκέψεις 39, 43), της 13ης Δεκεμβρίου 2017, El Hassani, C‑403/16EU:C:2017:960, σκέψη 26, της 10ης Μαρτίου 2021, Konsul Rzeczypospolitej Polskiej w N., C‑949/19EU:C:2021:186, σκέψη 43, της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Randstad Italia SpA, C‑497/20, EU:C:2021:1037, σκέψη 58.

[11] Βλ. ΔΕΕ C-510/13, E.ON Földgáz Trade, EU:C:2015:189, σκέψεις 49-50 και C-771/18, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, EU:C:2020:584, σκέψη 62.

[12] Προτάσεις στην υπόθεση C-243/15, Lesoochranárske zoskupenie VLK κατά Obvodný úrad Trenčín, EU:C:2016:491, σημείο 99.

[13] Bλ. προαναφερθείσες αποφάσεις ΔΕΕ C-199/11, Otis κ.λπ., σκέψη 49, C-771/18, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, σκέψη 59 και προαναφερθείσα απόφαση ΕΔΔΑ Fischer κατά Τσεχίας, σκέψη 43.

[14] Πρβλ. ΣτΕ Ολ 67/2009, σκέψη 8, Ολ 1303/2019, σκέψη 6, ΣτΕ 1294/2020, σκέψη 8.

[15] Σε αντιδιαστολή προς την κατάργηση της δίκης για λόγους αναγόμενους στο πρόσωπο των διαδίκων και ρυθμίζονται στα άρθρα 30 (παραίτηση) και 31 (θάνατος διαδίκου) του ΠΔ 18/1989.

[16] Βλ. συναφώς Ε. Πρεβεδούρου, Η κατάργηση της διοικητικής δίκης, Εκδ. Σάκκουλα, 2012.

[17] Υπό την επιφύλαξη βεβαίως της περιπτώσεως αναδρομικής έκλειψης του αντικειμένου της δίκης δυνάμει διατάξεως τυπικού νόμου εκδοθέντος εκκρεμούσης της δίκης (βλ. ΣτΕ Ολ 685/2019, σκέψη 11).

[18] Ενδιαφέρον θα είχε και μια άλλη ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 142 παρ. 1 στοιχείο α΄ του ΚΔΔ, το οποίο προβλέπει κατάργηση της δίκης εάν εκλείψει το αντικείμενό της. Αυτή θα συνίστατο στην αξιοποίηση της έννοιας του αντικειμένου της δίκης, η οποία, στην ελληνική δικονομική θεωρία, δεν έχει τύχει της δέουσας επεξεργασίας. Θα μπορούσε, δηλαδή να θεωρηθεί ότι, στην περίπτωση της παύσης της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης δεν εκλείπει το αντικείμενο της δίκης, διότι αυτό δεν είναι η ίδια η πράξη, αλλά οι έννομες σχέσεις διοικητικού δικαίου που αυτή διαμόρφωσε και εξακολουθούν να υφίστανται και μετά την παύση της ισχύος της.

[19] ΣτΕ Ολ689/2019.

[20] Fr. Julien-Laferrière, Le juge n’est pas législateur », AJDA 32/2016, σ. 1769.

[21] www.prevedourou.gr, Η ερμηνεία του νόμου από τον δικαστή συνιστά ανυπακοή… ενίοτε, όμως, αναγκαία και www.prevedourou.gr, Η νομολογιακή διάπλαση των κανόνων του γαλλικού διοικητικού δικονομικού δικαίου (CE, Ass., 23 juillet 2016, M. Czabaj [387763]).

[22] Βλ., αντί πολλών, V. Skouris, Der Vorrang des Europäischen Unionsrechts vor dem nationalen Recht. Unionsrecht bricht nationales Recht, EuR 2021, 3 σ. 8 (9)· Cl. Höpfner, Die systemkonforme Auslegung. Zur Auflösung einfachgesetzlicher, ver- fassungsrechtlicher und europarechtlicher Widersprüche im Recht, Mohr Siebeck, 2008, σ. 216 επ., 249 επ., 321 επ. Σημαντική συναφώς η πρόσφατη απόφαση ελληνικού ενδιαφέροντος Δ.Ε.Ε. 11.2.2021, C-760/18, Μ.Β. κατά Ο.Τ.Α. Δήμος Αγίου Νικολάου, EU:C:2021:113, σκέψεις 65, 66. Βλ. ανάλυση σε Ε. Πρεβεδούρου, Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα μεταξύ υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, συνταγματικής απαγόρευσης και σύμφωνης ερμηνείας: Με αφορμή την απόφαση Δ.Ε.Ε. 11.2.2021, C-760/18, M.Β. κ.λπ. κατά O.T.A. «Δήμος Αγίου Νικολάου», ΕΕργΔ 4/2021, σ. 389 επ.

[23] Aποφάσεις Impact, C-268/06, EU:C:2008:223, σκέψη 100, Dominguez, C-282/10, EU:C:2012:33, σκέψη 25, και Association de médiation sociale, C-176/12, EU:C:2014:2, σκέψη 39.

[24] Προϋπόθεση για την ενασχόληση του δικαστή με το ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης είναι η διερεύνηση του δικονομικού αντικειμένου, η οποία «προσνέμει στο δικαστήριο το ικαίωμα αλλάκαι την υποχρεώση ν α εξετάσει το ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης» (Κ. Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, 1986, σ. 118).

[25] Για τη σχετική προβληματική, βλ. Η. Κουβαρά, Οι συνέπειες της δικαστικής απόφασης ως θεμέλιο των νομικών κρίσεων, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, σελ. 344 (Πρόλογος: Σπ. Βλαχόπουλος).

[26] G. Cohen Jonathan, Hommage à J. Rivero, Droits fondamentaux, n° 1, juillet-décembre 2001, σ. 5 (8).

[27] Le Huron au Palais Royal, ou réflexions naïves sur le recours pour excès de pouvoir D. 1962, σ. 40: «…la justice est faite pour le justiciable et … sa valeur se mesure en termes de vie quotidienne. Ce n’est pas le développement du Droit qui nous intéresse, c’est la protection efficace qu’en tire le particulier».

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο