Η ζημία των ιδιωτών κατόχων ελληνικών χρεογράφων στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν καταλογίζεται στην ΕΚΤ (ΓεΔΕΕ της 7ης Οκτωβρίου 2015, Τ-79/13, Alessandro Accorinti κατά ΕΚΤ)

 Η ζημία των ιδιωτών κατόχων ελληνικών χρεογράφων στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν καταλογίζεται στην ΕΚΤ (ΓεΔΕΕ της 7ης Οκτωβρίου 2015, Τ-79/13, Alessandro Accorinti κατά ΕΚΤ)

1.Mε την απόφαση Τ-79/13, Alessandro Accorinti κατά ΕΚΤ [Τ79.13], που δημοσιεύθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2015, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή που άσκησαν 200 ιδιώτες κάτοχοι ελληνικών χρεογράφων (Ιταλοί υπήκοοι ως επί το πλείστον) ζητώντας από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υποχρεώσει την ΕΚΤ να αποκαταστήσει την ύψους 12 εκατομμυρίων ευρώ ζημία που τους προξένησε

- με τη συμφωνία ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, την οποία συνήψαν η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, αφενός, και η Ελληνική Δημοκρατία, αφετέρου, με αντικείμενο την ανταλλαγή των ελληνικών χρεογράφων τα οποία κατείχαν η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες με νέα ελληνικά χρεόγραφα τα οποία είχαν ίδια ονομαστική αξία, επιτόκιο, ημερομηνίες καταβολής τόκων και αποπληρωμής, αλλά διαφορετικούς αριθμούς σειράς και διαφορετικές ημερομηνίες, και

- με την απόφαση της 5ης Μαρτίου 2012, σχετικά με την καταλληλότητα εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της προσφοράς αυτής για την ανταλλαγή χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 77, σ. 19), καθώς και με άλλα μέτρα σχετιζόμενα με την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους.

2. Οι ελληνικές αρχές και ο ιδιωτικός τομέας συμφώνησαν σε οικειοθελή ανταλλαγή και μείωση κατά 53,5 % της αξίας των χρεογράφων τα οποία κατείχαν οι ιδιώτες πιστωτές [Private Sector Involvement (PSI)].  Με τον νόμο 4050/2012 της 23ης Φεβρουαρίου 2012, η Ελλάδα προέβη στην ανταλλαγή του συνόλου των χρεογράφων αυτών (περιλαμβανομένων των χρεογράφων τα οποία κατείχαν οι πιστωτές που είχαν απορρίψει την προσφορά οικειοθελούς ανταλλαγής) βάσει «ρητρών συλλογικής δράσης» (CAC). Τούτο είχε ως συνέπεια η ονομαστική αξία των ανταλλαγέντων χρεογράφων των ιδιωτών πιστωτών να μειωθεί κατά 53,5 % σε σχέση με την αξία των αρχικών χρεογράφων. Συγκεκριμένα, με τον νόμο αυτόν θεσπίστηκε διαδικασία, στο πλαίσιο των CAC, σύμφωνα με την οποία οι προταθείσες τροποποιήσεις καθίσταντο νομικά δεσμευτικές για όλους τους κατόχους χρεογράφων διεπόμενων από το ελληνικό δίκαιο και εκδοθέντων πριν την 31η Δεκεμβρίου 2011, όπως αυτά είχαν προσδιοριστεί με την πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία εγκρίθηκαν οι προσκλήσεις για το PSI, εφόσον οι εν λόγω τροποποιήσεις εγκρίνονται συλλογικά και ανεξαρτήτως σειράς από απαρτία των ομολογιούχων η οποία αντιστοιχεί τουλάχιστον στα δύο τρίτα της ονομαστικής αξίας των εν λόγω χρεογράφων. Στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η «[ΕΚΤ] και τα άλλα µέλη του Ευρωσυστήματος έχουν προβεί σε ειδικές συμφωνίες µε την [Ελληνική Δημοκρατία], ώστε να αποφευχθεί να τεθεί σε κίνδυνο η αποστολή και ο θεσμικός ρόλος τους, και ο ρόλος της [ΕΚΤ] στη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής όπως προκύπτει από τη Συνθήκη». Έτσι, με τη σύναψη και εφαρμογή της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012, εξασφαλίστηκε η «ιδιότητα του προνομιούχου πιστωτή» υπέρ των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος, προς αποφυγή της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους στο πλαίσιο του PSI και κατ’ εφαρμογή των CAC. Οι ενάγοντες, κάτοχοι ελληνικών χρεογράφων, μετείχαν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους και υπέστησαν σημαντική μείωση της ονομαστικής αξίας των χρεογράφων τους στο πλαίσιο του PSI και της διαδικασίας βάσει των CAC, διά της οποίας κατέστη υποχρεωτική η ανταλλαγή τίτλων για όλους τους εμπλεκόμενους ιδιώτες επενδυτές, βάσει του ελληνικού νόμου 4050/2012. Με την απόφαση της 5ης Μαρτίου 2012 (2012/153) η ΕΚΤ αποφάσισε ότι τα ελληνικά χρεόγραφα που δεν πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις του Ευρωσυστήματος περί πιστοληπτικής διαβάθμισης μπορούν να χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις για τις πιστωτικές εργασίες του Ευρωσυστήματος, εφόσον παρασχεθεί πιστωτική αναβάθμιση από την Ελλάδα στις εθνικές κεντρικές τράπεζες, υπό μορφή προγράμματος επαναγοράς. Περαιτέρω, με την απόφαση αυτή, η EKT εξήρτησε την καταλληλότητα των ελληνικών χρεογράφων από το πρόγραμμα επαναγοράς χρεογράφων χαμηλής αξιολογήσεως για τις πιστωτικές εργασίες του Ευρωσυστήματος υπέρ των εθνικών κεντρικών τραπεζών. Διασφαλίσθηκε έτσι ότι τα ελληνικά χρεόγραφα που διατηρούν στα χαρτοφυλάκιά τους θα εξαιρεθούν από την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους κατ’ εφαρμογήν των CAC και δεν θα υποστούν μείωση της αξίας τους. Οι ενάγοντες προσήψαν στην ΕΚΤ ότι παραβίασε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ιδιωτών κατόχων ελληνικών χρεογράφων, την αρχή της ασφάλειας δικαίου και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των ιδιωτών πιστωτών.

3. Για την πληρέστερη κατανόηση του μηχανισμού της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στην ελάφρυνση του δημοσίου χρέους, η απόφαση αυτή πρέπει να εξετασθεί από κοινού με τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου ΣτΕ Ολ 1116 και 1117/2014 του Συμβουλίου της Επικρατείας [βλ. σκέψη 18 της ΣτΕ Ολ 1116/2014]. Πάντως, η αγωγή έδωσε στο Γενικό Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει ενδιαφέροντα ζητήματα του ενωσιακού δικαίου, τόσο δικονομικής όσο και ουσιαστικής φύσης. Αυτά ανάγονται στις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αγωγής, στη σχέση της με την προσφυγή ακύρωσης κατά της ζημιογόνου πράξης, τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης παραβίασης των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχείρισης και τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης ευθύνης της Ένωσης από νόμιμες πράξεις. Επισημαίνεται ότι πολλοί ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι παρεμφερείς προς τους προβληθέντες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ι. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αγωγής αποζημίωσης (σκέψεις 49-57)

4. Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο επαναλαμβάνει και συστηματοποιεί τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αγωγής αποζημίωσης του άρθρου 44 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991. Απορρίπτοντας το κύριο επιχείρημα της ΕΚΤ περί απαραδέκτου της αγωγής, υπενθυμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 21 πρώτο εδάφιο του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 53 πρώτο εδάφιο του ίδιου Οργανισμού, και του άρθρου 44 παρ. 1 στοιχ. γ΄ του Κανονισμού Διαδικασίας, το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο πρέπει να αναφέρει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων ισχυρισμών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να εμφαίνονται κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να προετοιμάσει την άμυνά του και το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αγωγής, ενδεχομένως χωρίς άλλα στοιχεία προς στήριξή της. Προς κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, για να είναι παραδεκτή μια αγωγή, πρέπει τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου. Ειδικότερα, για να πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, το δικόγραφο με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από όργανο της Ένωσης πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την εξατομίκευση της συμπεριφοράς που ο ενάγων προσάπτει στο όργανο αυτό και τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη, καθώς και να προσδιορίζει τη φύση και την έκταση της ζημίας αυτής [ΓεΔΕΕ της 2ας Μαρτίου 2010, Arcelor κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, T‑16/04, Συλλογή, EU:T:2010:54, σκέψη 132 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

ΙΙ. Η σχέση της αγωγής αποζημίωσης προς την προσφυγή ακύρωσης κατά της ζημιογόνου πράξης (σκέψεις 58-63)

5. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τη σχέση της αγωγής αποζημίωσης με την προσφυγή ακύρωσης που έχει ασκηθεί κατά της ζημιογόνου πράξης. Τονίζει την αυτοτέλεια του ενδίκου βοηθήματος της αγωγής έναντι της προσφυγής ακύρωσης, το οποίο έχει ιδιαίτερη λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος των μέσων δικαστικής προστασίας και εξαρτάται από προϋποθέσεις άσκησης οι οποίες έχουν τεθεί λόγω του ειδικού αντικειμένου του. Ενώ σκοπός της προσφυγής ακύρωσης και της προσφυγής κατά παράλειψης είναι να επιβληθεί κύρωση λόγω του παράνομου χαρακτήρα νομικώς δεσμευτικής πράξης ή λόγω της έλλειψης τέτοιας πράξης, η αγωγή αποζημίωσης έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση ζημίας απορρέουσας από παράνομη πράξη ή συμπεριφορά καταλογιστέα σε όργανο ή οργανισμό της Ένωσης (ΔΕΚ της 23ης Μαρτίου 2004, Διαμεσολαβητής κατά Lamberts, C‑234/02 P, Συλλογή, EU:C:2004:174, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ΠΕΚ της 27ης Νοεμβρίου 2007, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και EKT, T‑3/00 και T‑337/04, Συλλογή, EU:T:2007:357, σκέψη 283, και της 3ης Μαρτίου 2010, Artegodan κατά Επιτροπής, T‑429/05, Συλλογή, EU:T:2010:60, σκέψη 50). Αφενός, η αυτοτέλεια της αγωγής αποζημίωσης δεν αναιρείται λόγω της απόφασης του ενάγοντος να ασκήσει διαδοχικά προσφυγή ακύρωσης και αγωγή αποζημίωσης. Αφετέρου, το απαράδεκτο της προσφυγής ακύρωσης δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής αποζημίωσης η οποία έχει ασκηθεί μεταγενέστερα, απλώς και μόνον επειδή αμφότερα τα ένδικα βοηθήματα στηρίζονται σε όμοιους ή ακόμη και σε ταυτόσημους λόγους ή ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, η ερμηνεία αυτή θα αντέβαινε στην αρχή της αυτοτέλειας των μέσων παροχής εννόμου προστασίας και, συνεπώς, θα αφαιρούσε από το άρθρο 268 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 340, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, την πρακτική του αποτελεσματικότητα. Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το αίτημα αποζημίωσης κρίνεται απαράδεκτο μόνον κατ’ εξαίρεση και προς διασφάλιση της μη καταστρατήγησης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ακύρωσης, όταν δηλαδή προβάλλεται μαζί με αίτημα ακύρωσης, με το σκεπτικό ότι, στην πραγματικότητα, το αίτημα αποζημίωσης αποσκοπεί στην ανάκληση ατομικής απόφασης που έχει καταστεί απρόσβλητη και η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα, αν γινόταν δεκτή, την εξαφάνιση των εννόμων αποτελεσμάτων της εν λόγω απόφασης [βλ., συναφώς, ΠΕΚ της 17ης Οκτωβρίου 2002, Astipesca κατά Επιτροπής, T‑180/00, Συλλογή, EU:T:2002:249, σκέψη 139, και της 3ης Απριλίου 2003, Vieira κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑44/01, T‑119/01 και T‑126/01, Συλλογή, EU:T:2003:98, σκέψη 213].

ΙΙΙ. Προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σκέψεις 64-72)

6. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει τη νομολογία σχετικά με τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πράξεις των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της. Η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340 δεύτερο εδάφιο ΣΛΕΕ, λόγω παράνομης συμπεριφοράς των θεσμικών οργάνων ή των οργανισμών της, εξαρτάται από τη συνδρομή συνόλου προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να πληρούνται σωρευτικά, ήτοι του παράνομου χαρακτήρα της προσαπτομένης στο θεσμικό όργανο ή στον οργανισμό συμπεριφοράς, του υποστατού της ζημίας και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προβαλλόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (ΔΕΚ της 9ης Νοεμβρίου 2006, Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑243/05 P, Συλλογή, EU:C:2006:708, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Arcelor κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 53, EU:T:2010:54, σκέψη 139 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

7. Το Γενικό Δικαστήριο εστιάζει στην έννοια της παράνομης συμπεριφοράς κατά την άσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας. H νομολογία απαιτεί να αποδεικνύεται κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος σκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες (ΔΕΚ της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, C‑352/98 P, Συλλογή, EU:C:2000:361, σκέψη 42). Αποφασιστικό κριτήριο για να διαπιστωθεί αν συντρέχει κατάφωρη παράβαση είναι το αν υπήρξε, εκ μέρους του οικείου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειάς του. Μόνον όταν το εν λόγω όργανο ή οργανισμός διαθέτει σαφώς περιορισμένη, αν όχι ανύπαρκτη, διακριτική ευχέρεια μπορεί να αρκέσει η απλή παραβίαση του δικαίου της Ένωσης προς απόδειξη της ύπαρξης κατάφωρης παραβάσεως (ΔΕΚ της 10ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Camar και Tico, C‑312/00 P, Συλλογή, EU:C:2002:736, σκέψη 54· Arcelor κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 53 ανωτέρω, EU:T:2010:54, σκέψη 141, και ATC κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, EU:T:2013:451, σκέψη 62). Περαιτέρω, όσον αφορά την κανονιστική αρμοδιότητα των θεσμικών οργάνων, περιλαμβανομένης της έκδοσης πράξεων γενικής ισχύος από την ΕΚΤ, όπως είναι η απόφαση 2012/153, έχει κριθεί ότι η περιοριστική αντίληψη της ευθύνης της Ένωσης που απορρέει από την άσκηση των κανονιστικών της αρμοδιοτήτων εξηγείται από τη σκέψη, αφενός, ότι η άσκηση της νομοθετικής εξουσίας, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υφίσταται δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων, δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από το ενδεχόμενο ασκήσεως αγωγών αποζημιώσεως οσάκις το γενικό συμφέρον της Ένωσης επιτάσσει τη θέσπιση κανονιστικών μέτρων δυναμένων να θίξουν ιδιωτικά συμφέροντα και, αφετέρου, ότι, με δεδομένη την ευρεία διακριτική ευχέρεια που χαρακτηρίζει την —απαραίτητη για την εφαρμογή κοινοτικής πολιτικής— άσκηση της κανονιστικής εξουσίας, ευθύνη της Ένωσης μπορεί να ανακύψει μόνον αν το αρμόδιο θεσμικό όργανο έχει υπερβεί κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του (ΔΕΚ της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑120/06 P και C‑121/06 P, Συλλογή, EU:C:2008:476, σκέψη 174).

IV. Παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (σκέψεις 73-84)

8. Στο πλαίσιο ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης, εξετάζεται και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου περί συνδρομής των προϋποθέσεων της αρχής αυτής, για να διαπιστώσει ότι αυτή δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω.  Πράγματι, το δικαίωμα να προβάλλουν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχουν όλοι οι πολίτες στους οποίους κάποιο από τα όργανα της Ένωσης έχει δημιουργήσει βάσιμες προσδοκίες. Το δικαίωμα επίκλησης της εν λόγω αρχής προϋποθέτει ωστόσο τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων σωρευτικώς. Πρώτον, πρέπει να έχουν δοθεί από τη διοίκηση της Ένωσης στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές. Δεύτερον, οι διαβεβαιώσεις αυτές πρέπει να μπορούν να δημιουργήσουν θεμιτή προσδοκία σ’ αυτόν προς τον οποίο απευθύνονται. Τρίτον, οι δοθείσες διαβεβαιώσεις πρέπει να συνάδουν προς τους ισχύοντες κανόνες [ΔΕΕ της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna, C‑221/09, Συλλογή, EU:C:2011:153, σκέψεις 71 και 72· της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft Neuzelle, C‑545/11, Συλλογή, EU:C:2013:169, σκέψεις 23 έως 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· της 18ης Ιουνίου 2010, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής, T‑549/08, Συλλογή, EU:T:2010:244, σκέψη 71, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Applied Microengineering κατά Επιτροπής, T‑387/09, Συλλογή, EU:T:2012:501, σκέψεις 57 και 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

9. Περαιτέρω, καίτοι η δυνατότητα επίκλησης της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ως θεμελιώδους αρχής του δικαίου της Ένωσης, παρέχεται σε όλους τους επιχειρηματίες στους οποίους ένα θεσμικό όργανο δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες, εντούτοις, όταν ένας συνετός και ενημερωμένος επιχειρηματίας είναι σε θέση να προβλέψει τη θέσπιση μέτρου της Ένωσης ικανού να βλάψει τα συμφέροντά του, δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή αυτή μετά τη λήψη ενός τέτοιου μέτρου. Επιπροσθέτως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να τρέφουν δικαιολογημένα προσδοκίες ως προς τη διατήρηση μιας υφισταμένης κατάστασης, η οποία μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της άσκησης της εξουσίας εκτίμησης που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τούτο δε ιδίως σε έναν τομέα όπως αυτός της νομισματικής πολιτικής, το αντικείμενο του οποίου απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις διακυμάνσεις της οικονομικής καταστάσεως [ΔΕΚ της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Plantanol, C‑201/08, Συλλογή, EU:C:2009:539, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· AJD Tuna, σκέψη 75 ανωτέρω, EU:C:2011:153, σκέψη 73· Agrargenossenschaft Neuzelle, σκέψη 75 ανωτέρω, EU:C:2013:169, σκέψη 26, και της 19ης Οκτωβρίου 2005, Cofradía de pescadores «San Pedro de Bermeo» κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑415/03, Συλλογή, EU:T:2005:365, σκέψη 78]. Εν προκειμένω, οι δημόσιες δηλώσεις των μελών της ΕΚΤ τις οποίες επικαλούνται οι ενάγοντες δεν συνιστούν συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις ότι αποκλείεται το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους ούτε προέρχονται από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές κατά την έννοια της νομολογίας, δεδομένου ότι τη θέσπιση τέτοιου μέτρου, το οποίο εμπίπτει ως επί το πλείστον, αν όχι αποκλειστικά, στο πεδίο της κυριαρχίας και της δημοσιονομικής εξουσίας του οικείου κράτους μέλους, ιδίως της νομοθετικής εξουσίας του μόνο το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει, οπότε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει να απορριφθεί.

10. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και στο πλαίσιο των αιτήσεων ακύρωσης που ασκήθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προβλήθηκε από τους αιτούντες ότι οι διατάξεις του Ν. 4050/2012 είναι ανεφάρμοστες, διότι θέσπισαν τις ρήτρες τροποποίησης (με συλλογική δράση επαναδιαπραγμάτευσης) εκ των υστέρων, κατά παράβαση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου στις οικονομικές συναλλαγές, οι οποίες (αρχές) αποτελούν ειδικότερες εκφάνσεις της αρχής του Κράτους Δικαίου που κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και έχουν πρόσθετη κατοχύρωση ως αρχές του Ευρωπαϊκού Ενωσιακού Δικαίου και της ΕΣΔΑ. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε ότι η επένδυση σε ομόλογα και λοιπούς τίτλους εκδόσεως ή εγγυήσεως κρατών, ως έννομη σχέση παροχής οικονομικής πίστης, δεν είναι απαλλαγμένη του κινδύνου της σύννομης περιουσιακής απώλειας, ακόμη και αν το δίκαιο που διέπει τους τίτλους δεν προβλέπει ότι πριν από τη λήξη τους είναι ενδεχόμενη η επαναδιαπραγμάτευση όρων τους, όπως η ονομαστική αξία, το τοκομερίδιο και ο χρόνος λήξεως. Τούτο, διότι από την έκδοση του τίτλου μέχρι τη λήξη του μεσολαβεί συνήθως ικανό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ενδέχεται να συμβούν γεγονότα απρόβλεπτα που περιορίζουν ουσιωδώς, ακόμη και μέχρι εκμηδενισμού, τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους – εκδότη ή εγγυητή των τίτλων. Όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα, το κράτος νομίμως επιδιώκει επαναδιαπραγμάτευση βάσει της ρήτρας “rebus sic standibus”, η οποία οριοθετεί τη γενική αρχή του δικαίου “pacta sunt servanda”.  Υπό τη δεδομένη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, η οποία αιφνιδίασε και έφερε την Ελληνική Δημοκρατία σε κατάσταση αδυναμίας να εκπληρώνει εμπροθέσμως και στο ακέραιο όλες τις οικονομικής φύσεως υποχρεώσεις της, ήτοι προ του κινδύνου της στάσης πληρωμών και της κατάρρευσης της εθνικής οικονομίας, η επιδίωξη, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012, μιας επαναδιαπραγμάτευσης μέρους του δημοσίου χρέους [ήτοι, του οφειλόμενου στον Ιδιωτικό Τομέα (Private Sector) χρέους] που αναμενόταν να έχει θετική έκβαση, δεν αντιβαίνει στα άρθρα 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στις αρχές του Συντάγματος, του Ενωσιακού Δικαίου και της ΕΣΔΑ, τις οποίες επικαλούνται οι αιτούντες. [βλ. σκέψεις 23 και 24 της ΣτΕ Ολ 1116/2014, καθώς και 25 όπου εκτίθεται η διεξοδική συλλογιστική των μειοψηφησάντων μελών του Συμβουλίου].

V. Παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης

11. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των «ιδιωτών πιστωτών» και της ρήτρας pari passu. Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εξεταστεί εάν η καταλογιζόμενη στην ΕΚΤ συμπεριφορά συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όπως αυτή έχει κατοχυρωθεί με τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΔΕΕ της 18ης Ιουλίου 2013, Sky Italia, C‑234/12, Συλλογή, EU:C:2013:496, σκέψη 15), την οποία η ΕΚΤ, ως θεσμικό όργανο της Ένωσης, υποχρεούται να τηρεί ως υπέρτερο κανόνα δικαίου της Ένωσης ο οποίος προστατεύει τους ιδιώτες. Συγκεκριμένα, η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Ο παρεμφερής χαρακτήρας διαφορετικών καταστάσεων εκτιμάται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν. Τα στοιχεία αυτά πρέπει, ιδίως, να καθορίζονται και να εκτιμώνται με γνώμονα το αντικείμενο και τον σκοπό της πράξεως της Ένωσης με την οποία καθιερώνεται η επίμαχη διάκριση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι σκοποί που διέπουν τον τομέα στον οποίο εμπίπτει η οικεία πράξη (ΔΕΚ της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ., C‑127/07, Συλλογή, EU:C:2008:728, σκέψεις 23, 25 και 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και ΔΕΕ της 12ης Μαΐου 2011, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑176/09, Συλλογή, EU:C:2011:290, σκέψεις 31 και 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

12. Εν προκειμένω, πάντως, οι ενάγοντες στηρίζονται σε εσφαλμένη παραδοχή, υποστηρίζοντας ότι όλοι οι ιδιώτες που έχουν αποκτήσει ελληνικά χρεόγραφα ως αποταμιευτές ή «ιδιώτες» πιστωτές της Ελληνικής Δημοκρατίας, αφενός, και η EKT και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, αφετέρου, βρίσκονταν, βάσει των αρχών και των σκοπών των σχετικών κανόνων στους οποίους στηρίζονται οι επίμαχες ενέργειες, σε παρεμφερή ή ακόμη και σε πανομοιότυπη κατάσταση όσον αφορά την εφαρμογή της γενικής αρχής της ίσης μεταχείρισης. H επιχειρηματολογία αυτή δεν λαμβάνει υπόψη ότι, με την επαναγορά ελληνικών χρεογράφων, ιδίως βάσει της απόφασης 2010/281, η EKT και οι εν λόγω εθνικές κεντρικές τράπεζες ενήργησαν στο πλαίσιο της εκτέλεσης των βασικών αποστολών που τους έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 127 παρ. 1 και 2 ΣΛΕΕ, και, ιδίως, του άρθρου 18 παρ. 1 πρώτη περίπτωση του καταστατικού, με σκοπό τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και την ορθή διαχείριση της νομισματικής πολιτικής, και εντός των ορίων που θέτουν οι διατάξεις της εν λόγω απόφασης. Αντίθετα, οι ενάγοντες, ως επενδυτές ή αποταμιευτές που ενήργησαν για ίδιο λογαριασμό και με γνώμονα το αποκλειστικά ιδιωτικό συμφέρον της μεγιστοποίησης των επενδύσεών τους, βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση από αυτή των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος. Ενώ, κατά το εφαρμοστέο ιδιωτικό δίκαιο, οι εν λόγω κεντρικές τράπεζες απέκτησαν, με την επαναγορά κρατικών χρεογράφων, όπως και οι ιδιώτες επενδυτές, την ιδιότητα του πιστωτή του κράτους οφειλέτη που έχει εκδώσει τα χρεόγραφα αυτά, το κοινό αυτό στοιχείο δεν δικαιολογεί να γίνει δεκτό ότι βρίσκονται σε παρεμφερή ή πανομοιότυπη κατάσταση με τους εν λόγω επενδυτές. Μια τέτοια προσέγγιση από την άποψη μόνον του ιδιωτικού δικαίου δεν λαμβάνει υπόψη ούτε το νομικό πλαίσιο της αγοράς των εν λόγω τίτλων από τις κεντρικές τράπεζες ούτε τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκονται στο πλαίσιο αυτό βάσει των εφαρμοστέων κανόνων του πρωτογενούς δικαίου, των οποίων οι αρχές και οι σκοποί πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του βαθμού ομοιότητας των συγκεκριμένων καταστάσεων υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της ίσης μεταχείρισης.

13. ‘Oσον αφορά τις αιτιάσεις που στηρίζονται στη ρήτρα pari passu, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιου κανόνα στην έννομη τάξη της Ένωσης. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η περίσταση την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, ότι η Principles Consultative Group (PCG), στην έκθεσή της του 2010 με τίτλο «Principles for Stable Capital Flows and Fair Debt Restructuring in Emerging Markets», πρότεινε να καθιερωθεί, όσον αφορά τις «αναδυόμενες αγορές», η εφαρμογή της ρήτρας pari passu σε διεθνές επίπεδο είναι αλυσιτελής όσον αφορά το αν υφίσταται τέτοιος κανόνας στην έννομη τάξη της Ένωσης. Ομοίως, οι ενάγοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς τον κανονισμό (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160, σ. 1). Με τον εν λόγω κανονισμό διαπιστώνεται η ύπαρξη σημαντικών αποκλίσεων ως προς το ζήτημα αυτό μεταξύ των εθνικών εννόμων τάξεων, περιλαμβανομένης της προνομιακής μεταχειρίσεως των πιστωτών (αιτιολογική σκέψη 11 του ίδιου κανονισμού), και θεσπίζονται μόνον ενιαίοι κανόνες για την άρση των συγκρούσεων μεταξύ νομοθεσιών, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να συντονίζεται η κατανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης, προς εξασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών στον μέγιστο δυνατό βαθμό (αιτιολογικές σκέψεις 21 και 23 του εν λόγω κανονισμού). Κατά τα λοιπά, εφόσον η επιβολή της ρήτρας pari passu ως κανόνα συνεπαγόταν την ίση μεταχείριση των πιστωτών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διαφορετική κατάσταση στην οποία βρίσκονται, αφενός, οι ιδιώτες επενδυτές και, αφετέρου, οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, οι οποίες ενεργούν στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων που υπέχουν από το άρθρο 127 ΣΛΕΕ και το άρθρο 18 του καταστατικού, η αναγνώριση της ύπαρξης τέτοιου κανόνα στην έννομη τάξη της Ένωσης θα προσέκρουε στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

14. Σημειώνεται ότι ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της ισότητας προβλήθηκε και στο πλαίσιο των αιτήσεων ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπό διαφορετική όμως οπτική, δεδομένου ότι η σύγκριση γινόταν μεταξύ ιδιωτών ομολογιούχων, δηλαδή μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων. Ειδικότερα, οι αιτούντες υποστήριξαν ότι, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επετράπη με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4050/2012 στο Υπουργικό Συμβούλιο να υπαγάγει στη συγκεκριμένη ρύθμιση τροποποίησης ομολόγων κατά τρόπο ενιαίο, ως επενδυτές, τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αιτούντων, τα φυσικά πρόσωπα δεν έχουν οικονομική συμπεριφορά επενδυτών, όπως τα νομικά πρόσωπα που δραστηριοποιούνται συστηματικά στην αγορά δημοσίου χρέους και ενδιαφέρονται για τίτλους απώτερου χρόνου λήξεως, αλλά συντηρητική συμπεριφορά αποταμιευτών περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων, που τοποθετούν σε ασφαλείς τίτλους μεσοπρόθεσμης λήξης το μη δαπανηθέν μέρος των προσόδων της εργασίας τους, αυτή δε η διαφοροποίηση επέβαλλε νομοθετική πρόβλεψη για την εξαίρεση των τίτλων των φυσικών προσώπων από τη γενική ρύθμιση (με κατάλληλη μέθοδο εξαίρεσης, όπως η ανταλλαγή τίτλων “Bonds Swap”) (σκέψη 34 της ΣτΕ Ολ 1116/2014). Το Συμβούλιο της Επικρατείας υπενθύμισε ότι η αρχή της ισότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Επισήμανε ότι η αγορά [πρωτογενής (ήτοι, κατά την έκδοση) ή δευτερογενής] και η καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο νόμιμη κτήση άυλων τίτλων έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, ανώνυμων και παρακολουθούμενων από το Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών, γεννά έναντι του εκδότη ενοχικά δικαιώματα αναιτιώδη και μη διαφοροποιούμενα επί τη βάσει προσωπικών στοιχείων. Κατέληξε, επομένως, ότι, η αρχή της ισότητας δεν επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο να επιφυλάσσει ιδιαίτερη ευνοϊκή μεταχείριση σε ορισμένους πιστωτές του επί τη βάσει των προσωπικών δεδομένων τους και συναφών υποκειμενικών στοιχείων και, συγκεκριμένα, σε φυσικά πρόσωπα με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και προσδόκιμο χρόνο ζωής, τα οποία αντιλαμβάνονται τη συναλλακτική συμπεριφορά τους ως συμπεριφορά αποταμιευτών (και όχι ως συμπεριφορά επενδυτών). Το Δικαστήριο αναφέρεται περαιτέρω στην αρχή της ισότητας, όπως κατά τα διεθνή συναλλακτικά ήθη εφαρμόζεται ειδικότερα επί σχέσεων πλειόνων πιστωτών με τον ίδιο οφειλέτη, γνωστή ως αρχή «pari passu», η οποία επιβάλλει την πορεία μέχρι την τελική λύση των σχέσεων «με ίσο βήμα» (“on equal footing”), ώστε σε περίπτωση αδυναμίας ικανοποίησης του συνόλου των απαιτήσεων των πιστωτών κάθε πιστωτής να ικανοποιηθεί ανάλογα με το ύψος της απαίτησής του («pro rata»). Υπό τα δεδομένα αυτά, η υπαγωγή των αιτούντων και των άλλων φυσικών προσώπων στις διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4050/2012 δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι στην προκειμένη περίπτωση της απρόοπτης εξέλιξης του συνόλου των πιστωτικών σχέσεων τα φυσικά πρόσωπα δεν δικαιούνται, βάσει της αρχής της ισότητας, προνομιακή μεταχείριση έναντι των λοιπών πιστωτών του Ελληνικού Δημοσίου που αντλούν τα δικαιώματά τους από τις ίδιες διατάξεις, ακόμη και αν είναι μικρή η ονομαστική αξία των τίτλων τους ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου (σκέψεις 35 και 36 της ΣτΕ 1116/2014). Κατά την άποψη που μειοψήφησε, πάντως, οι αιτούντες διαφοροποιούνται ουσιωδώς, ως προς το εγχείρημα του PSI, για λόγους νομικούς και πραγματικούς, από τους κατ’ επάγγελμα επενδυτές εν γένει και, ειδικότερα, από εκείνους που είχαν εξ αρχής συμφωνήσει να συμμετάσχουν στην επιχείρηση αναδιάταξης του ελληνικού δημοσίου χρέους. Συνεπώς, υπό την εκδοχή ότι το άρθρο πρώτο του N. 4050/2012 συμπεριέλαβε στην επιχείρηση αναδιάταξης του δημοσίου χρέους, με τη διαδικασία που το άρθρο αυτό καθιερώνει, και δικαιούχους τίτλων οι οποίοι (όπως οι αιτούντες) δεν είναι καν κατ’ επάγγελμα επενδυτές, κυρίως δε, δεν είχαν συμμετάσχει στη σχετική συμφωνία με το Ελληνικό Δημόσιο, η, παρά την ουσιώδη ως προς το επίμαχο εγχείρημα διαφοροποίηση των τελευταίων τούτων δικαιούχων, συμπερίληψή τους στις ρυθμίσεις του εν λόγω άρθρου και, περαιτέρω, η συμπερίληψη των ομολόγων τους, με τις προσβαλλόμενες πράξεις, στα «επιλέξιμα» ομόλογα που τροποποιήθηκαν, αντίκεινται στην κατοχυρωμένη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος. (σκέψη 37 της ΣτΕ Ολ 1116/2014).

VI. Κατάχρηση εξουσίας που χαρακτηρίζει τις ενέργειες της ΕΚΤ

14. Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα περί κατάχρησης εξουσίας των ενεργειών της ΕΚΤ, τονίζοντας ότι μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό διαφορετικό από τους προβαλλόμενους ή με σκοπό την παράκαμψη διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων (ΠΕΚ της 23ης Οκτωβρίου 2008, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου, T‑256/07, Συλλογή, EU:T:2008:461, σκέψη 151 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Οι ενάγοντες δεν παρέθεσαν αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις που να εμφαίνουν ότι, όσον αφορά τις προσαπτόμενες ενέργειες, η EKT ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, καταχράστηκε την ευρεία διακριτική ευχέρεια που διαθέτει βάσει του άρθρου 127 παρ. 1 και 2 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 282 παρ. 1 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 18 παρ. 1 πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του καταστατικού, ή υπέπεσε σε πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων της εν λόγω ευχέρειας ή των αρμοδιοτήτων της στον τομέα της νομισματικής πολιτικής.

15. Σημειώνεται ότι και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία του Ελληνικού Δημοσίου με το πλειοψηφούν κεφάλαιο έπρεπε να περιορισθεί στους συναινέσαντες επενδυτές και ότι συνιστά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και κακή χρήση διακριτικής εξουσίας η επέκταση της συμφωνίας χωρίς αιτιολογία, όπως εκδηλώθηκε με την αντικατάσταση των τίτλων. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη νομική εκδοχή ότι η Διοίκηση είχε απλώς διακριτική ευχέρεια να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. 8 και 9 του Ν. 4050/2012, ενώ, αντιθέτως, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η απόφαση των Ομολογιούχων ως πλειοψηφούντος κεφαλαίου, μετά τη βεβαίωσή της με πράξη του Διαχειριστή της Διαδικασίας και την έγκρισή της με Π.Υ.Σ. που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, «ισχύει έναντι πάντων, δεσμεύει το σύνολο των Ομολογιούχων και των επενδυτών των επιλέξιμων τίτλων και υπερισχύει οποιασδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας». (σκέψεις 41-43 της ΣτΕ Ολ 1116/2014).

VII. Ευθύνη από νόμιμες ενέργειες

16. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθεια των εναγόντων να αναγνωρισθεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης από νόμιμες πράξεις, κάτι όμως που δεν έχει δεχθεί το Δικαστήριο της Ένωσης, επισημαίνοντας ότι, στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, «η συγκριτική εξέταση των εννόμων τάξεων των κρατών μελών δεν παρέχει τη δυνατότητα να αναγνωρισθεί η ύπαρξη καθεστώτος εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης εκ της νομίμου ασκήσεως, από μέρους της, των κανονιστικών αρμοδιοτήτων της» [ΔΕΕ της 14ης Οκτωβρίου 2014, Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑12/13 P και C‑13/13 P, Συλλογή, EU:C:2014:2284, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει την πάγια σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, ακόμη και αν αναγνωριζόταν καταρχήν η ύπαρξη τέτοιας ευθύνης, θα έπρεπε να στηρίζεται σε ασυνήθη και ειδική ζημία των εναγόντων. Η ζημία χαρακτηρίζεται «ασυνήθης», εφόσον υπερβαίνει τα όρια των οικονομικών κινδύνων που είναι εγγενείς στις δραστηριότητες του οικείου κλάδου οικονομικής δραστηριότητας [ΓεΔΕΕ της 7ης Νοεμβρίου 2012, Syndicat des thoniers méditerranéens κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑574/08, EU:T:2012:583, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία] και ως «ειδική», εάν η οικεία πράξη θίγει συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων κατά τόπο δυσανάλογο σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις [ΠΕΚ της 28ης Απριλίου 1998, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑184/95, Συλλογή, EU:T:1998:74, σκέψη 80, και της 10ης Φεβρουαρίου 2004, Afrikanische Frucht-Compagnie και Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑64/01 και T‑65/01, Συλλογή, EU:T:2004:37, σκέψη 151]. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν ακολούθησε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro, στην υπόθεση Fiamm [ΔΕΚ της 9.9.2008, C-120/06, Fiamm, Συλλογή 2008, σ. Ι-6513], o οποίος πρότεινε την αναγνώριση καθεστώτος εξωσυμβατικης ευθύνης της Ένωσης από νόμιμες πράξεις εφόσον συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις. Ο γενικός εισαγγελέας παρακίνησε το Δικαστήριο να κάνει ένα περαιτέρω βήμα, καθιερώνοντας την αρχή της άνευ πταίσματος ευθύνης της Κοινότητας και τη μετάβαση της σχετικής νομολογίας από το στάδιο του ενδεχομένου στο στάδιο της βεβαιότητας, από τη φάση των δισταγμών στη φάση των αποφάσεων [βλ. σκέψη 18 της απόφασης της 15ης Ιουνίου 2000, C‑237/98 P, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑4549). Bλ. επίσης, με ανάλογη διατύπωση, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, 59/83, Biovilac κατά ΕΟΚ (Συλλογή 1984, σ. 4057, σκέψη 28)]. Το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχθεί στην αρχή της ισότητας των πολιτών ενώπιον των δημοσίων βαρών επί της οποίας το γαλλικό διοικητικό δίκαιο θεμελίωσε την ευθύνη από τη νομοθετική δράση.

17. Εν προκειμένω, η ζημία για την οποία κάνουν λόγο οι ενάγοντες δεν υπερβαίνει τα όρια των οικονομικών κινδύνων που είναι εγγενείς στις εμπορικές δραστηριότητες του χρηματοπιστωτικού κλάδου, στις συναλλαγές επί εμπορεύσιμων κρατικών χρεογράφων, ιδίως σε περίπτωση που, όπως συμβαίνει με την Ελληνική Δημοκρατία από τα τέλη του 2009, έχει μειωθεί η πιστοληπτική αξιολόγηση του οικείου κράτους. Αντιθέτως, πέραν της γενικής αρχής κατά την οποία κάθε πιστωτής οφείλει να επωμίζεται τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη του, ακόμη και αν ο οφειλέτης αυτός είναι κράτος, οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιούνται σε αγορές ιδιαίτερα ασταθείς, με πολλά απρόοπτα και κινδύνους μη δυνάμενους να ελεγχθούν όσον αφορά τη μείωση ή την αύξηση της αξίας τέτοιων χρεογράφων, πράγμα που ενδέχεται να αποτελέσει κίνητρο για την επίτευξη υψηλών αποδόσεων σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν είχαν εμπλακεί όλοι οι ενάγοντες σε κερδοσκοπικής φύσεως συναλλαγές, θα έπρεπε, πάντως, να έχουν επίγνωση των εν λόγω απροόπτων και κινδύνων όσον αφορά το ενδεχόμενο σημαντικής απώλειας της αξίας των αποκτηθέντων χρεογράφων. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο αν ληφθεί υπόψη ότι, ακόμη και πριν το έναυσμα της οικονομικής κρίσεως την οποία αντιμετωπίζει το Ελληνικό Δημόσιο από το 2009, το χρέος και τα ελλείμματά του βρίσκονταν ήδη σε υψηλά επίπεδα. Επομένως, η προκληθείσα από το PSI ζημία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ασυνήθης» κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας. Επίσης, η ζημία αυτή δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί ως «ειδική», διότι οι ενάγοντες υπήχθησαν, όπως και οι λοιποί ιδιώτες επενδυτές, πλην βεβαίως των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος, στο PSI και τον μηχανισμό απομείωσης που θεσπίστηκε με τον ελληνικό νόμο 4050/2012. Υπό τις συνθήκες αυτές και δεδομένου του μεγάλου αριθμού των οικείων επενδυτών, οι οποίοι προσδιορίζονται με τον εν λόγω νόμο κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, βάσει, μεταξύ άλλων, του αριθμού σειράς των επίμαχων χρεογράφων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες ανήκουν σε ειδική κατηγορία κατόχων χρεογράφων οι οποίοι έχουν πληγεί κατά τρόπο δυσανάλογο σε σχέση με άλλους κατόχους.

18. Πιο προοδευτική αποδείχθηκε στο θέμα της ευθύνης του Δημοσίου από νόμιμες πράξεις η προσέγγιση του Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, αναγνώρισε ρητά την ευθύνη του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του, όχι μόνο παράνομες, όπως ρητώς προβλέπει η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, αλλά και νόμιμες. Στη δεύτερη περίπτωση, βεβαίως, οι προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της ευθύνης είναι πιο αυστηρές. Για πρώτη φορά το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε ότι η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου στοιχειοθετείται γενικώς (εφόσον, φυσικά, συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις) στην περίπτωση πρόκλησης ζημίας από νόμιμες πράξεις, ανεξαρτήτως των ειδικώς οριζομένων περιπτώσεων (άρθρο 17 παρ. 2 επ., άρθρο 18 παρ. 5 του Συντάγματος και σχετική νομοθεσία [ΣτΕ 2165/2013]) [βλ. και την απόφαση ΣτΕ 5504/2012, την οποία παραθέτει η Ολομέλεια, και η οποία εκδόθηκε επί ακυρωτικής διαφοράς και εξέτασε το θέμα της αποζημίωσης από σύννομες πράξεις παρεμπιπτόντως. Κρίθηκε συναφώς ότι, όταν τα μέτρα που λαμβάνονται προς τον σκοπό της προστασίας μιας περιοχής έχουν ως αποτέλεσμα ουσιώδη στέρηση της χρήσης της ιδιοκτησίας, σε σχέση με τον προορισμό της, δεν αναιρείται εκ μόνου του λόγου αυτού η νομιμότητά τους, αλλά γεννάται αξίωση των τυχόν θιγομένων ιδιοκτητών προς αποζημίωση, ανάλογα με την έκταση, την ένταση και τη χρονική διάρκεια της ζημίας, αδιαφόρως εάν έχει περιληφθεί σχετική ρήτρα στην κανονιστική πράξη επιβολής των περιοριστικών όρων και απαγορεύσεων, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το επιβαλλόμενο βάρος υπερβαίνει το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης, το οποίο δικαιούται να αξιώνει το Κράτος από το σύνολο των πολιτών ή ορισμένη μερίδα τους, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος και ενόψει του κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος κοινωνικού περιεχομένου της ιδιοκτησίας, μεταβάλλεται δηλαδή σε θυσία ελαχίστων κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος]. Στην περίπτωση βεβαίως των ζημιογόνων νόμιμων πράξεων, η ευθύνη θεμελιώνεται απευθείας στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος [Προαγγελτική, επομένως, η συμβολή των καθηγητών Λ. Θεοχαροπούλου και Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου στον ΤιμΤομ για τα 75 έτη του Συμβουλίου της Επίκρατείας, με τίτλο: Υφέρπουσα νομολογιακή τάση για την αστική ευθύνη της δημοσίας εξουσίας από σύννομη ζημιογόνο υλική ενέργεια, βάσει του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος (εξ αφορμής των αποφάσεων 1693/1998 και 2774/1999 του ΣτΕ), σ. 629]. Πρόκειται μάλιστα για νομολογιακή διεύρυνση των περιπτώσεων αποζημιωτικής ευθύνης, χωρίς αυτή να είναι αναγκαία για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς. Επισημαίνεται, πάντως, ότι σε δύο αποφάσεις της Ολομέλειας σχετικά με το απαράδεκτο του ευθέος ακυρωτικού ελέγχου των κυβερνητικών πράξεων [άρθρο 45 παρ. 5 του πδ 18/1989], εξετάσθηκε σε obiter dictum το δικαίωμα αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Πράγματι, κατά την ειδική γνώμη που διατύπωσαν μέλη του Δικαστηρίου στις αποφάσεις ΣτΕ Ολ 3669/3006 και ΣτΕ Ολ 22/2007, ο αιτών που βάλλει κατά κυβερνητικής πράξης, όπως η εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης άρνηση άδειας αναγκαστικής εκτέλεσης κατά αλλοδαπού Δημοσίου, δεν στερείται του δικαιώματος δικαστικής προστασίας που προβλέπεται και κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος καθιερώνει την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών και, συνεπώς, επιτάσσει την αποκατάσταση της ζημίας, πλέον της συνήθους, που οποιοσδήποτε υφίσταται χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτό εκάστοτε προσδιορίζεται από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας.

Ειδική βιβλιογραφία Δημήτριος Γ. Τσιμπανούλης, Οι ρήτρες συλλογικής δράσης του προγράμματος ανταλλαγής ομολόγων ελληνικού δημοσίου κατά το Ν 4050/2012 υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, Τιμητικός Τόμος Ι. Δρυλλεράκη, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σσ. 303-362· σχόλια της απόφασης ΣτΕ Ολ 1116/2014 από Α. Καϊδατζή, ΑΡΜ 2014, σ. 831, σημείωση ΕΔΚΑ 2014, σ. 354, σχόλιο Α. Αργυρού ΝΟΒ 2014, σ. 1730· Ι. Λιναρίτη, Ζητήματα από την αντικατάσταση των άυλων ομολογιακών τίτλων του Δημοσίου. Παρατηρήσεις στις αποφάσεις ΣτΕ Ολ 1116 & 1117/2014, ΧΡΗΔΙΚ 2014, σ. 212· www.prevedourou.gr, Οι αγωγές ομολογιούχων κατά του Ελληνικού Δημοσίου κατόπιν της αναγκαστικής ανταλλαγής ομολόγων κατά τον Ν. 4050/2012 υπάγονται στις «αστικές ή εμπορικές υποθέσεις» κατά τον κανονισμό (EK) 1393/2007: ΔΕΕ της 11.6.2015, C 226/13, C 245/13, C 247/13 και C 578/13, Fahnenbroc κ.λπ κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Για την αστική ευθύνη από νόμιμες πράξεις, βλ. Λ. Θεοχαροπούλου/Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Υφέρπουσα νομολογιακή τάση για την αστική ευθύνη της δημοσίας εξουσίας από σύννομη ζημιογόνο υλική ενέργεια, βάσει του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος (εξ αφορμής των αποφάσεων 1693/1998 και 2774/1999 του ΣτΕ), ΤιμΤομ για τα 75 έτη του Συμβουλίου της Επίκρατείας, 2004, σ. 629· Αικ. Ρωξάνα, Ζητήματα της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΘΠΔΔ 3-4/2013, σ. 218· Ε. Πρεβεδούρου, Το διοικητικό δίκαιο παραμένει προεχόντως νομολογιακό; Εξελίξεις στο καθεστώς της αστικής ευθύνης του Δημοσίου (σχόλιο στην ΣτΕ Ολ 1501/2014), ΘΠΔΔ 5/2014, σ. 411· Γ. Αυδίκος, Ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, ΘΠΔΔ 12/2014, σ. 1044· Α. Γέροντας, Παρατηρήσεις στη ΣτΕ Ολ 1501/2014, ΕλλΔνη 4/2014, σ. 1152· Χ. Δετσαρίδης, Παρατηρήσεις στη ΣτΕ Ολ 1501/2014, ΔιΔικ 4/2014.

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο