Εξελίξεις Ευγενίας Πρεβεδούρου

Δικαστήριο του Στρασβούργου και προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου (ΕΔΔΑ της 13.2.2020, Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας)

Δικαστήριο του Στρασβούργου και προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου (ΕΔΔΑ της 13.2.2020, Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας)

1.Η συνάρθρωση του δικαίου της Ένωσης και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΣΔΑ) αποτελεί αντικείμενο συνεχών συζητήσεων και αμφισβητήσεων. Συναφώς, η απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2020, 25137/16, Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας, επιβεβαιώνει και εμπλουτίζει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) όσον αφορά τις επιταγές της δίκαιης δίκης κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ υπό το πρίσμα του μηχανισμού της προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργίας της ΕΕ [1].

2. Στην απόφαση Ullens de Schooten και Rezabek κατά Βελγίου [2] το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η ΕΣΔΑ δεν εγγυάται στους διαδίκους «το δικαίωμα να αποτελέσει η υπόθεσή τους αντικείμενο προδικαστικής παραπομπής από τον εθνικό δικαστή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)» (έτσι και Baydar κατά Κάτω Χωρών) [3], αλλά ότι το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ «επιβάλλει, πάντως, στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να αιτιολογήσουν, υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου δικαίου, τις αποφάσεις με τις οποίες αρνούνται να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα». Η απαίτηση αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα ανώτατα δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο κατά το εθνικό δίκαιο (άρθρο 267 εδ. 3 ΣΛΕΕ). Ειδικότερα, τα δικαστήρια αυτά οφείλουν να αιτιολογήσουν ενδεχόμενη άρνηση προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ υπό το πρίσμα των περιορισμών της σχετικής υποχρέωσής τους, οι οποίοι απορρέουν από τη γνωστή νομολογία CILFIT: «αλυσιτέλεια του [τυχόν] ερωτήματος», «ερμηνεία της σχετικής κοινοτικής διάταξης σε προηγούμενη απόφαση του ΔΕΚ/ΔΕΕ» ή «έλλειψη εύλογης αμφιβολίας ως προς την έννοια της εφαρμοστέας κοινοτικής διάταξης». Κατά συνέπεια, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι έχει το ίδιο την αρμοδιότητα να εξακριβώσει αν το σκεπτικό των εθνικών δικαστικών αποφάσεων εκθέτει με σαφήνεια «τους λόγους για τους οποίους εκτιμούν ότι το ερώτημα δεν είναι λυσιτελές, ή ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ ή ότι η ορθή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου επιβάλλεται τόσο προδήλως ώστε δεν αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία».  Πάντως, στην απόφαση Ullens de Schooten και Rezabek κατά Βελγίου, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η αιτιολογία που προέβαλαν η βελγική Cour de cassation και το βελγικό Conseil dEtat δικαιολόγησε επαρκώς από νομική άποψη την άρνηση των δικαστηρίων αυτών να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, όπως ζητούσαν οι διάδικοι. Οι αρχές που πρέπει να εφαρμόζουν συναφώς τα εθνικά δικαστήρια συστηματοποιήθηκαν στην απόφαση Vergauwen κατά Βελγίου [4]. Ιδιαίτερης μνείας χρήζουν και οι διευκρινίσεις που παρέσχε το ΕΔΔΑ με την απόφαση Somorjai κατά Ουγγαρίας. Επισήμανε ότι ο προσφεύγων οφείλει, κατά την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία και τη σχετική νομολογία, να εκθέσει την επιχειρηματολογία του περί της ανάγκης υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο πλαίσιο του οικείου ενδίκου μέσου κατά αυτοτελή (selfcontained) και περιεκτικό (comprehensive) τρόπο, δηλαδή να εξειδικεύσει την προβαλλόμενη παράβαση (μη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ σε προηγούμενο δικαιοδοτικό βαθμό) και να αιτιολογήσει πλήρως τα αιτήματά του χωρίς αναφορά σε προηγούμενους ισχυρισμούς του. Η πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης του ανώτατου εθνικού δικαστηρίου να μην υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ κρίνεται σε σχέση με τα αιτήματα αυτά (και την επιχειρηματολογία που τα στηρίζει), τα οποία οφείλει, κατά τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, να εξετάσει το εν λόγω δικαστήριο. Συνακολούθως, η έλλειψη αιτιολογίας για τη μη υποβολή προδικαστικής παραπομπής συνάδει προς τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες εφόσον ο προσφεύγων δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα ενώπιον του ανώτατου εθνικού δικαστηρίου ούτε προέβαλε αιτιάσεις για τη μη υποβολή αυτή εκ μέρους του κατώτερου δικαστηρίου. Στη μεταγενέστερη νομολογία του, το ΕΔΔΑ δέχθηκε επίσης ότι οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος προδικαστικής παραπομπής που υποβλήθηκε από τους διαδίκους «μπορούν να απορρέουν από την αιτιολογία του υπολοίπου τμήματος της απόφασης του οικείου δικαστηρίου» (Krikorian κατά Γαλλίας, Harisch κατά Γερμανίας, Ogieriakhi κατά Ιρλανδίας) [5] ή από «κάπως έμμεσες αιτιολογίες που συνάγονται από το σκεπτικό» (Repcevirág Szövetkezet κατά Ουγγαρίας) [6].

3. Αντίθετα, στην απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2020, επ’ευκαιρία διαφοράς σχετικά με τις παθολογικές συνέπειες του εμβολιασμού κατά της ηπατίτιδας Β, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η γαλλική Cour de cassation περιορίστηκε να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης αναφέροντας απλώς ότι «παρέλκει η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ» [7]. Η υπόθεση αφορούσε προσφυγή που άσκησε κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας η ανώνυμη εταιρία Sanofi Pasteur, η οποία διατείνεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, οι διαδικαστικοί κανόνες καθορισμού του σημείου έναρξης της προθεσμίας παραγραφής αγωγής αποζημίωσης κατά της ως άνω εταιρίας κατέστησαν την αγωγή απαράγραπτη και ότι η Cour de cassation απέρριψε, χωρίς να αναφέρει τον λόγο, την αίτησή της να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25.7.1985, σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά την ευθύνη για ελαττωματικά προϊόντα. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η Cour de cassation «δεν αναφέρθηκε ρητώς σε ένα από τρία κριτήρια CILFIΤ», οπότε δεν συνάγεται ότι εκτίμησε ότι οι επίμαχες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης είχαν «ήδη αποτελέσει το αντικείμενο ερμηνείας» από το ΔΕΕ ή ότι «η ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ήταν τόσο προφανής ώστε δεν άφηνε περιθώρια για εύλογη αμφιβολία» (σκέψη 75). Η έλλειψη αιτιολογίας, επομένως, συνιστά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.  Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι η απόφαση της Cour de cassation περιέχει μεν αναφορά στα προδικαστικά ερωτήματα των οποίων την υποβολή ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρία, μέσω της διατύπωσης «παρέλκει η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ» sans quil y ait lieu de poser une question préjudicielle à la Cour de justice delUnion européenne»), πλην η απόφαση αυτή δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι «δεν αξίζει να διαβιβαστούν τα προταθέντα ερωτήματα στο ΔΕΕ» [8]. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία της απόφασης της Courde cassation δεν επιτρέπει στο ΕΔΔΑ να εξακριβώσει αν τα ερωτήματα αυτά εξετάσθηκαν υπό το πρίσμα των κριτηρίων Cilfit και, ενδεχομένως, βάσει ποιού ή ποιών από τα κριτήρια αυτά το ανώτατο εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να μη τα διαβιβάσει στο ΔΕΕ. Το ΕΔΔΑ τόνισε, μάλιστα, ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, ήταν επιβεβλημένη η ρητή αιτιολόγηση της απόφασης περί μη προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ, δεδομένου ότι, κατά την ίδια ημερομηνία, η Cour de cassation είχε εκδώσει άλλη απόφαση, στο ίδιο πλαίσιο, με αναιρεσίβλητη την εταιρία Sanofi Pasteur [9], με την οποία υπέβαλε παρεμφερή προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ σχετικά με την ερμηνεία της ίδιας οδηγίας 85/374/ΕΟΚ. Η εν λόγω προδικαστική παραπομπή κατέληξε στην απόφαση ΔΕΕ της 21.7.2017, C-621/15, N. W κ.λπ. κατά Sanofi Pasteur MSD SNC κ.λπ., EU:C:2017:484. Λαμβανομένου υπόψη και του διακυβεύματος της ένδικης διαδικασίας για την εν προκειμένω αναιρεσείουσα εταιρία, είχε ιδιαίτερη σημασία η ρητή και σαφής αναφορά του λόγου για τον οποίο απορρίφθηκε το αίτημά της περί προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ (σκέψη 80 της απόφασης Sanofi Pasteur κατά Γαλλίας).

 

Υποσημειώσεις

[1] D. Simon, Cour européenne des droits de l’homme et renvoi préjudiciel, Europe 4/2020, Repère. Για τη σχετική θεματική βλ. Β. Τουντόπουλου, Η παράλειψη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ κατά το άρθρο 234 (177) ΣυνθΕΚ υπό το πρίμ του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, ΔτΑ 2000, σ. 885 και Κ. Μαργαρίτη, Ζητήματα (μη) προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ: μια νομολογιακή προσέγγιση, ΘΠΔΔ 10/2017, σ. 935 (941).

[2] ΕΔΔΑ 20.9.2011, Ullens de Schooten και Rezabek κατά Βελγίου (3989/07 και 38353/07).

[3] ΕΔΔΑ της 14.4.2018 (55385/14).

[4] ΕΔΔΑ της 10.4.2012, 4832/04, σκέψεις 89, 90. Βλ. και ΕΔΔΑ της 28.8.2018, 60934/13, Somorjai κατά Ουγγαρίας, όπου το ΕΔΔΑ αναδεικνύει, το ίδιο, την ουσία των αρχών που διατύπωσε ήδη στην προηγούμενη σχετική νομολογία του.

[5] ΕΔΔΑ της 26.11.2013, 6459/07, Krikorian κατά Γαλλίας, της 11.4.2019, 50053/16, Harisch κατά Γερμανίας, της 30.4.2019, 57551/17, Ogieriakhi κατά Ιρλανδίας.

[6] ΕΔΔΑ της 30.4.2019, 70750/14, Repcevirág Szövetkezet κατά Ουγγαρίας.

[7] Cassation 1ère Civ., 12 nov. 2015, n° 14-17.146.

[8] Βλ. σχετικά ΕΔΔΑ της 8.4.2014, 17120/09, Dhahbi κατά Ιταλίας, σκέψεις 32-34 [E. Πρεβεδούρου, Επέμβαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στον διάλογο μεταξύ εθνικού δικαστή και Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΔΔΑ της 8ηςΑπριλίου, 17120/09, Dhabi κατά Ιταλίας), ΔιΔικ 2/2015, σ. 161], της 21.7.2015, 38369/09, Schipani κ.λπ. κατά Ιταλίας, σκέψεις 70-71 [βλ. συναφώς J. Krommendijk, “OpenSesame!”: Improving Access to the ECJ by Requiring National Courts to Reason their Refusals to Refer, ELRev April1/2017], της 16.4.2019, 55092/16, Baltic Master LTD. κατά Λιθουανίας, σκέψεις 41-43.

[9] Cassation 1ère Civ., 12 nov. 2015, n° 14-18.118.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο