Αρμοδιότητα του ΕΣΚΤ να υιοθετεί πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές (ΟΜΤ) – Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης προδικαστικής απόφασης (ΔΕΕ της 16ης Ιουνίου 2015, C-62/14, Gauweiler κ.λπ. κατά Deutscher Bundestag)

Αρμοδιότητα του ΕΣΚΤ να υιοθετεί πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές (ΟΜΤ) – Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης προδικαστικής απόφασης (ΔΕΕ της 16ης Ιουνίου 2015, C-62/14, Gauweiler κ.λπ. κατά Deutscher Bundestag)

1. Η απόφαση του ΔΕΕ της 16ης Ιουνίου 2015, C-62/14, Gauweiler κ.λπ. κατά Deutscher Bundestag, αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον. Εκδόθηκε επί της αίτησης προδικαστικής απόφασης που υπέβαλε το Bundesverfassungsgericht (Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας) στο πλαίσιο συνταγματικών προσφυγών που ασκήθηκαν ενώπιόν του σχετικά με τη συνδρομή που παρέσχε η Deutsche Bundesbank (Γερμανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα) για την εφαρμογή του προγράμματος OMT (το οποίο επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών [ΕΣΚΤ] να αγοράζει στις δευτερογενείς αγορές ομόλογα των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις) και την προβαλλόμενη αδράνεια της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και της Ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag) έναντι του προγράμματος αυτού. Το Bundesverfassungsgericht ρώτησε το Δικαστήριο αν οι Συνθήκες της Ένωσης επιτρέπουν στο ΕΣΚΤ να υιοθετεί πρόγραμμα όπως το πρόγραμμα OMT. Το εθνικό δικαστήριο διατηρούσε, μεταξύ άλλων, αμφιβολίες ως προς το αν το πρόγραμμα αυτό εμπίπτει στις αρμοδιότητες του ΕΣΚΤ όπως αυτές καθορίζονται από τις Συνθήκες της Ένωσης, αν συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας και αν είναι συμβατό με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης των κρατών μελών. Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι το πρόγραμμα OMT, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών και των μέσων που προβλέπονται για την επίτευξη αυτών, εμπίπτει στον τομέα της νομισματικής πολιτικής και, συνεπώς, στις αρμοδιότητες του ΕΣΚΤ και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

2. Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης, το ΔΕΕ χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τις δυσχέρειες που συνεπάγονται για το δημόσιο δίκαιο οι καταστάσεις επείγοντος. Ενόψει του ενδεχομένου αποσύνθεσης της ζώνης του ευρώ, του ζητήθηκε να αποφανθεί ως προς τις εξουσίες της ΕΚΤ, ενός θεσμικού οργάνου το οποίο, εν αντιθέσει προς άλλες κεντρικές τράπεζες, έχει ιδιαιτέρως οριοθετημένη αποστολή. Η ΕΚΤ ισχυρίσθηκε ότι το πρόγραμμα OMT αποτελεί ενδεδειγμένο μέσο για την αντιμετώπιση εξαιρετικών περιστάσεων, καθώς, παρά τον «μη συμβατικό» χαρακτήρα του και τους κινδύνους που ενέχει, σκοπός του είναι η δημιουργία του αναγκαίου πλαισίου προκειμένου η ΕΚΤ να ανακτήσει τη δυνατότητα αποτελεσματικής χρήσεως των οικείων μέσων νομισματικής πολιτικής. Αντιθέτως, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, καθώς επίσης το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς το εάν είναι αυτός ο πραγματικός σκοπός του προγράμματος, καθώς εκτιμούσαν ότι ο απώτερος σκοπός του είναι η μετατροπή της ΕΚΤ σε «δανειστή έσχατης ανάγκης» για τα κράτη της ζώνης του ευρώ.

3. Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία από πολλές απόψεις. Κατ’αρχάς, είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του, που το Bundesverfassungsgericht απευθύνεται, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, στο ΔΕΕ, υποβάλλοντας ερωτήματα ως προς τη νομιμότητα του ως άνω προγράμματος OMT. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας (σημείο 40 των προτάσεών του), ο διαρκώς επεκτεινόμενος χαρακτήρας της έννομης τάξης της Ένωσης φέρει τα αμιγώς συνταγματικά δικαστήρια των κρατών μελών στην ανάγκη να ενεργούν σταδιακά ως δικαστήρια υπό την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ [βλ. G. Martinico, Preliminary Reference and Constitutional Courts: are You in the Mood for Dialogue?, in F. Fontanelli/G. Martinico/P. Carrozza, Shaping Rule of Law through Dialogue: International and Supranational Experiences, Ed. Europa Law Publishing, Groninga, 2010· J. Ukrow, Von Luxemburg lernen heißt Integrationsgrenzen bestimmen Anmerkungen zur Vorlage-Entscheidung des Bundesverfassungsgerichts vom 14. Januar 2014, ZEuS, 2014, σ. 122· F. Mayer, Multilevel Constitutional Jurisdiction, in A. Bogdandy/J. Bast (επιμέλεια), Principles of European Constitutional Law, 2η εκδ., Ed. Hart-Beck-Nomos, 2010 και J. Komárek, The Place of Constitutional Courts in the EU, European Constitutional Law Review, 2013, σ. 9]. Η ιδιαίτερη θέση που καταλαμβάνουν τα συνταγματικά δικαστήρια στην πλειονότητα των κρατών μελών αρκούσε, κατά το παρελθόν, για να εξηγήσει τον εξαιρετικό χαρακτήρα των περιπτώσεων κατά τις οποίες τα δικαστήρια αυτά απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο, σε αναζήτηση τόσο δικαστικής αρωγής όσο και συνεργασίας προς διασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης. Η συνολική εικόνα αρχίζει να είναι διαφορετική.

4. Ιδιαίτερη βαρύτητα επίσης, πέρα από την απάντηση του ΔΕΕ επί της ουσίας της διαφοράς, η οποία έχει σημασία για τη νομισματική ένωση και το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, έχει η απόφανση επί του παραδεκτού των ερωτημάτων. Η συλλογιστική του ΔΕΕ έχει εξαιρετική σημασία για το θεσμικό δίκαιο της ΕΕ, ακριβέστερα δε για το συνταγματικό οικοδόμημα και τη σχέση του με τις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Η ίδια η διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων και ο έλεγχος του παραδεκτού τους δίνει στο ΔΕΕ τη δυνατότητα να διευκρινίσει περαιτέρω τη λειτουργία της προδικαστικής παραπομπής και τις αρμοδιότητές του ως προς την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων, προβαίνοντας σε διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η οποία του επιτρέπει ευρεία παρέμβαση για τη διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Στο ίδιο πνεύμα, ακόμη πιο σημαντική είναι η συνάρθρωση ενωσιακού δικαίου και εθνικού Συντάγματος, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο, πέρα της συμβατότητας των επίμαχων πράξεων προς το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ και τις αρχές του, ως προς την οποία υποβάλλει το ερώτημα, επισημαίνει παραβίαση της δημοκρατικής αρχής και συνακολούθως της γερμανικής συνταγματικής ταυτότητας. Ειδικότερα, ανακύπτουν δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά τη συνάρθρωση των δύο εννόμων τάξεων και τις συνέπειες της απόφασης του ΔΕΕ για τη γερμανική έννομη τάξη (Ι). Το δεύτερο, αφορά το παραδεκτό του ερωτήματος και ανάγεται στη φύση της πράξης που τίθεται εν αμφιβόλω, εν προκειμένω του προγράμματος ΟΜΤ, που δεν αποτελεί κατά κυριολεξία νομικά δεσμευτική πράξη (ΙΙ).

Ι. Επί του συστημικού προβλήματος που θέτει η αίτηση προδικαστικής απόφασης, υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας του BVerfG

Α. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου

5. Το BVerfG εκκινεί από την αρχική εκτίμηση ότι η επίμαχη πράξη της ΕΚΤ είναι παράνομη σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο, πλην όμως, προτού ολοκληρώσει τη συλλογιστική του, παραπέμπει το ζήτημα στο ΔΕΕ προκειμένου αυτό να αποφανθεί σχετικώς υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης. Το BVerfG υποβάλει την αίτηση προδικαστικής απόφασης στο πλαίσιο αυτού που χαρακτηρίζει ως έλεγχο για την ύπαρξη πράξεων της Ένωσης εκδοθεισών «καθ’ υπέρβαση εξουσίας», με συνέπειες για τη «συνταγματική ταυτότητα» της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ανακύπτει, επομένως, το ερώτημα αν η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής απόφασης μπορεί να εξετασθεί από το ΔΕΕ, στον βαθμό που το αιτούν δικαστήριο δεν αναγνωρίζει οριστική και δεσμευτική ερμηνευτική αξία στην απάντηση που θα δώσει το ΔΕΕ στην αίτηση αυτή, εφόσον εκτιμά ότι έχει την τελική ευθύνη για να αποφανθεί επί του κύρους των επίμαχων αποφάσεων βάσει των προϋποθέσεων και των ορίων που θέτει ο γερμανικός Θεμελιώδης Νόμος. Η προβληματική αυτή θυμίζει τη συλλογιστική του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας στην απόφαση ΣτΕ 3242/2004, το οποίο, σε μια έξαρση «νομολογιακού» πατριωτισμού, έκρινε ότι «… παρίσταται αλυσιτελής η διατύπωση προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΚ, προκειμένου να διευκρινισθεί, κατά τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη, η ακριβής έννοια της διατάξεως του άρθρου 24 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ, αφού και σε περίπτωση ακόμη,  που  από την απόφαση του ΔΕΚ τυχόν θα προέκυπτε ότι η ερμηνεία αυτή την καθιστά αντίθετη με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, η εφαρμογή της τελευταίας από τον Έλληνα δικαστή δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να παρακαμφθεί». Διευκρίνισε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος, «στο οποίο ορίζεται ότι οι δικαστές υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους συνάδοντες με αυτό (σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος) νόμους, δεν είναι δυνατόν στην ελληνική έννομη τάξη να αναγνωρισθεί κανόνας υπερτέρας τυπικής ισχύος από οποιαδήποτε επιτακτικού χαρακτήρος συνταγματική διάταξη, έτσι ώστε να παρακαμφθεί η εφαρμογή της, τουλάχιστον κατά την παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, και ενόσω δεν έχει θεσπισθεί, ως υπερκείμενος κανών, κοινό ευρωπαϊκό  συνταγματικό κείμενο δεσμεύον τα κράτη μέλη να τροποποιούν τα συντάγματά τους, κατά το μέρος που αντιβαίνουν προς αυτό, με συνέπεια να δημιουργείται εξουσία και καθήκον του εθνικού δικαστή, να ελέγχει το συμβατόν διατάξεων του εθνικού συντάγματος προς αυτό το ευρωπαϊκό συνταγματικό  κείμενο». Το Συμβούλιο της  Επικρατείας εγκατέλειψε την ως άνω εθνοκεντρική θεώρηση με την απόφαση ΣτΕ Ολ 3670/2006, που εκδόθηκε κατόπιν της παραπεμπτικής ΣτΕ 3242/2004, υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΚ και έθεσε όλα τα μεγάλα ζητήματα της σχέσης εθνικού Συντάγματος και κοινοτικού δικαίου [βλ. Ευ. Βενιζέλου, Ερμηνευτικός σχετικισμός, δικονομικοί καταναγκασμοί, δογματικές αντιφά- σεις και πολιτικά δι λήμματα στη νομολογία του ΣτΕ για τις σχέσεις εθνικού Συντάγματος και ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου. Η «παραδειγματική λειτουργία» της ΣτΕ Ολ 3670/2006 για το άρθρο 14 παρ. 9 Σ, ΕφημΔΔ 1/2008, σ. 85].

6. Στην απόφαση Gauweiler, το ΔΕΕ τη νομολογία του Kleinwort Benson (C‑346/93, EU:C:1995:85), κατά την οποία το ίδιο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί όταν το αιτούν δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την ερμηνεία του. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να δίδει, επί αίτησης προδικαστικής απόφασης, απαντήσεις αμιγώς συμβουλευτικού χαρακτήρα (Kleinwort Benson, σκέψεις 23 και 24). Η ερμηνεία, όμως, του δικαίου της Ένωσης δεν ήταν αναγκαία στην υπόθεση εκείνη, διότι το Δικαστήριο καλούνταν να ερμηνεύσει πράξη περιλαμβανόμενη στο δίκαιο της Ένωσης προκειμένου να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί της εφαρμογής του εθνικού δικαίου, σε μια κατάσταση στην οποία το εθνικό δίκαιο δεν παρέπεμπε ευθέως και ανεπιφυλάκτως στο δίκαιο της Ένωσης, αλλά απλώς χρησιμοποιούσε ως πρότυπο πράξη περιλαμβανόμενη στο δίκαιο της Ένωσης και επαναλάμβανε εν μέρει μόνον το περιεχόμενό της (κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, C‑217/05, EU:C:2006:784, σκέψη 21, και Les Vergers du Vieux Tauves, C‑48/07, EU:C:2008:758, σκέψη 24). Αντιθέτως, στην υπό  κρίση υπόθεση, η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά ευθέως την ερμηνεία και την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, πράγμα που συνεπάγεται ότι η παρούσα απόφαση έχει συγκεκριμένες συνέπειες για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

7. Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθύμισε, για πολλοστή φορά, τη σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων του ιδίου και των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο της διαδικασίας άμεσης συνεργασίας μεταξύ τους που θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ: κάθε εκτίμηση των επίμαχων πραγματικών περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, στο οποίο εναπόκειται να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (αποφάσεις WWF κ.λπ., C‑435/97, EU:C:1999:418, σκέψη 31, καθώς και Lucchini, C‑119/05, EU:C:2007:434, σκέψη 43), ενώ το Δικαστήριο είναι αρμόδιο αποκλειστικώς να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους των νομοθετημάτων της Ένωσης, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που του εκθέτει ο εθνικός δικαστής (απόφαση Eckelkamp κ.λπ., C‑11/07, EU:C:2008:489, σκέψη 52). Η προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου δεσμεύει, όσον αφορά την ερμηνεία ή το κύρος των επίμαχων πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, το εθνικό δικαστήριο κατά την επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη (αποφάσεις Fazenda Pública, C‑446/98, EU:C:2000:691, σκέψη 49, και Elchinov, C‑173/09, EU:C:2010:581, σκέψη 29). Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, το ΔΕΕ κατέληξε στο ότι πρέπει να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.

Β. Η ανάλυση του γενικού εισαγγελέα

α. Η ένταξη της αίτησης προδικαστικής απόφασης στη διαδικασία τελικής εκτίμησης από το εθνικό δικαστήριο περί της ύπαρξης πράξης εκδοθείσας καθ’ υπέρβαση εξουσίας

8. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επί του θέματος η εκτενής ανάλυση του γενικού εισαγγελέα, ο οποίος αφιερώνει σε αυτό τα σημεία 30-69 των προτάσεών του. Επισημαίνει ότι, μετά την επίλυση της παραμέτρου που αφορά το δίκαιο της Ένωσης, ενδέχεται άλλη παράμετρος κύρους, με την εξέταση της οποίας είναι επιφορτισμένο το BVerfG, να έχει εφαρμογή στην αυτή επίδικη πράξη: το ίδιο το εθνικό Σύνταγμα. Ο γενικός εισαγγελέας έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι η αίτηση προδικαστικής απόφασης περί του κύρους πράξης της Ένωσης δεν αποτελεί δικονομικό μηχανισμό που σκοπό έχει να διευκολύνει τα εθνικά δικαστήρια κατά την άσκηση ελέγχου περί του κύρους των πράξεων της Ένωσης, έλεγχο εκ μέρους αυτών των ιδίων υπό το πρίσμα εθνικών συνταγματικών διατάξεων, αλλά σκοπό έχει να διασφαλιστεί ότι ο έλεγχος αυτός θα γίνεται από το αποκλειστικώς αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο: το Δικαστήριο. Πράγματι, εάν η τελική κρίση όσον αφορά τη νομιμότητα πράξης της Ένωσης επιφυλασσόταν στο εθνικό δικαστήριο, η προδικαστική παραπομπή θα είχε στην περίπτωση αυτή συμβουλευτικό απλώς χαρακτήρα και θα εκπληρούσε, συνεπώς, τον σκοπό της στο σύστημα ενδίκων προσφυγών που προβλέπουν οι Συνθήκες. Με άλλα λόγια, ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο εάν το εν λόγω ερώτημα περιέχει ήδη, εγγενώς ή εννοιολογικώς, το βασικό ενδεχόμενο της κατ’ ουσίαν απόκλισης του αιτούντος δικαστηρίου από την απάντηση που θα λάβει, καθόσον αυτό αποτελεί ενδεχόμενο που δεν γίνεται δεκτό στο πλαίσιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Στην ίδια περίπου συλλογιστική στηρίζεται και η σκέψη 19 της προαναφερθείσας απόφασης ΣτΕ 3242/2004, όπου η πλειοψηφούσα άποψη διευκρινίζει γιατί δεν είναι λυσιτελής η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ, αφού αν το ΔΕΚ καταλήξει σε ασυμβατότητα εθνικής συνταγματικής διάταξης προς το κοινοτικό δίκαιο, ο εθνικός δικαστής δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει την ερμηνεία του ΔΕΚ παρακάμπτοντας τον συνταγματικό κανόνα.

9. Ο γενικός εισαγγελέας επισήμανε ότι το εισαγωγικό κεφάλαιο της διάταξης περί παραπομπής αναδεικνύει ένα έντονο στοιχείο «εξαιρετικότητας» στην πρωτοβουλία του BVerfG: η αίτηση προδικαστικής απόφασης αποτελεί την αναπόφευκτη συνέπεια μιας κατάστασης που θεωρείται «εξαιρετική», η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπέρβαση εξουσίας: η εκτίμηση περί του ότι θεσμικό ή άλλο όργανο της Ένωσης προέβη σε κατάφωρη παράβαση του συστήματος κατανομής των αρμοδιοτήτων που απορρέει από τις Συνθήκες, εκτίμηση, όμως, θεμελιούμενη στο εθνικό Σύνταγμα και λαμβάνουσα υπόψη κριτήρια απορρέοντα από αυτό. Το εθνικό δικαστήριο εκκινεί από τη βασική διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θα επρόκειτο για «προδήλως και από διαρθρωτικής απόψεως βαρύνουσας σημασίας πράξη εκδοθείσα καθ’ υπέρβαση εξουσίας» οργάνου της Ένωσης, με περαιτέρω συνέπειες στα βασικά συστατικά στοιχεία της εθνικής συνταγματικής τάξης. Προσέτι, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με το κύρος πράξης «εντάσσεται» στο πλαίσιο κύριας δίκης έχουσας ως αντικείμενο τον έλεγχο της εν λόγω πράξης υπό το πρίσμα της υπέρβασης εξουσίας. Πρόκειται για μια επί της αρχής αναγνώριση του ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να προβεί, κατά τρόπο δεσμευτικό για το εθνικό δικαστήριο, σε ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης στο πλαίσιο του ελέγχου της επίδικης πράξης. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι πιο περίπλοκο, διότι το ανωτέρω δεν αποκλείει την άσκηση διαδοχικού («επιπλέον») ελέγχου από το BVerfG, όταν είναι «πρόδηλο» ότι η επίμαχη πράξη έχει παραβιάσει την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η δε παράβαση θεωρείται «πρόδηλη» όταν συντελείται κατά «τρόπο» που συνεπάγεται «συγκεκριμένη παραβίαση» της εν λόγω αρχής και μπορεί επιπλέον να χαρακτηριστεί ως «αρκούντως κατάφωρη». Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η «ένταξη» της αίτησης προδικαστικής απόφασης στη διαδικασία τελικής εκτίμησης από το εθνικό δικαστήριο περί της ύπαρξης πράξης εκδοθείσας καθ’ υπέρβαση εξουσίας θέτει συστημικά ζητήματα.

β. Ανάλυση της σχέσης συνεργασίας του ΔΕΕ με τα εθνικά δικαστήρια

10. Με εξαιρετική σαφήνεια ο γενικός εισαγγελέας επισημαίνει ότι η «σχέση συνεργασίας» μολονότι στερείται σαφούς περιεχομένου, επιδιώκει ασφαλώς κάτι περισσότερο από ό,τι ο αόριστος «διάλογος» μεταξύ δικαστηρίων. Έσχατη θεμελίωσή της αποτελεί η αρχή σύμφωνα με την οποία η υποχρέωση που υπέχει το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο να διασφαλίζει τη βασική τάξη που απορρέει από το εθνικό σύνταγμα πρέπει να ασκείται πάντοτε με πνεύμα κατανόησης και προσοχής έναντι του δικαίου της Ένωσης («europarechtsfreundlich»), αρχή η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να συναχθεί επίσης από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο βρίσκεται εν προκειμένω αντιμέτωπο με την εξής  αμφισημία: από τη μια πλευρά, ένα εθνικό συνταγματικό δικαστήριο που αναγνωρίζει τη δέσμευση που υπέχει ως εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, και τούτο ως έκφραση μιας ειδικής σχέσης συνεργασίας και μιας γενικής αρχής δράσης υπέρ του «προγράμματος ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Από την άλλη, ωστόσο, πλευρά, ένα εθνικό δικαστήριο που αποτείνεται στο Δικαστήριο χωρίς να αποποιείται της τελικής ευθύνης του να αποφανθεί κατά νόμον όσον αφορά τους συνταγματικούς όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν την ένταξη του αντίστοιχου κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

11. Λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της υπό κρίση αίτησης, ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει κατ’ αρχάς αν αυτή εδράζεται στις βασικές αρχές στις οποίες θεμελιώθηκε με τις διαδοχικές Συνθήκες η «προδικαστική παραπομπή», επί της οποίας οικοδομήθηκε, κατά κύριο λόγο, η δικαστική διασφάλιση του δικαίου της Ένωσης [R. Lecourt, L’Europe des juges, Ed. Bruylant, Βρυξέλλες, 2008]. Η προδικαστική παραπομπή ουδέποτε δομήθηκε ως απλή «δυνατότητα» του Δικαστηρίου «να συμπέσει» στην άποψή του με το εθνικό δικαστήριο, είτε κρίνοντας ότι ορισμένη πράξη έχει εκδοθεί καθ’ υπέρβαση εξουσίας είτε προβαίνοντας σε άλλη εκτίμηση, με πιθανή συνέπεια η ενδεχόμενη «έλλειψη σύμπτωσης» να καθιστά την απάντηση του Δικαστηρίου άνευ σημασίας. Η εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από την κατ’ αρχήν διάθεση εξέτασης της δυνατότητας αποδοχής συγκεκριμένης σύμφωνης ερμηνείας της επίδικης πράξης. Τελικά, στο πλαίσιο αυτό, η αίτηση που απευθύνεται στο Δικαστήριο προς έκδοση προδικαστικής απόφασης θα μπορούσε επίσης να έχει ως έσχατη και ανεπιθύμητη συνέπεια τη συμμετοχή του ίδιου του Δικαστηρίου στην αιτιώδη αλυσίδα που θα οδηγούσε στη διάρρηξη του συνταγματικού συμφώνου στο οποίο εδράζεται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση [Α Funke, «Virtuelle verfassungsgerichtliche Kontrolle von EU-Rechtsakten: der Schlussstein?»: Anmerkung zu BVerfGE 126, 286 (Honeywell bzw. Mangold-Urteil EuGH), Zeitschrift für Gesetzgebung, 26, nº. 2, 2011, σ. 172· S. Hobe, «Abkehr von Solange? — Die Entscheidungen des Bundesverfassungsgerichts zur Vorratsdatenspeicherung und zu Honeywell», in M. Sachs/H. Siekmann, Der grundrechtsgeprägte Verfassungsstaat Festschrift für Klaus Stern zum 80. Geburtstag, Duncker & Humblot, Βερολίνο, 2012, σ. 753]. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο αφήνει να εννοηθεί ότι η παράμετρος ή το κριτήριό του εκτίμησης της επίδικης πράξης ενδέχεται να είναι διαφορετικό από αυτό που εναπόκειται στο Δικαστήριο να εφαρμόσει («ενδέχεται να μην υπάρχει πλήρης αντιστοιχία»). Τούτο θα είχε ως συνέπεια η διαφορά ενώπιον του BVerfG να είναι έως ορισμένου σημείου διαφορετική από την προηγουμένως υποβληθείσα στο Δικαστήριο. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη τόσο της προσεκτικής διατύπωσης του BVerfG όσο και της φύσης των επιχειρημάτων που αναπτύσσει, ο γενικός εισαγγελέας κλίνει υπέρ της άποψης ότι, κατ’ ουσίαν, η παράμετρος του ελέγχου υπερβάσεως εξουσίας θα είναι σε μεγάλο βαθμό η ίδια. Ειδικότερα, εφόσον σημαντικό μέρος της κρίσης περί του κύρους της επίδικης απόφασης της ΕΚΤ καθορίζεται από την ερμηνεία που δίδεται στο εύρος των αρμοδιοτήτων της Τράπεζας, ιδίως στον πρωταρχικό στόχο της «σταθερότητας των τιμών», η έννοια αυτή αποτελεί συστατικό στοιχείο τόσο της Συνθήκης (άρθρο 127, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) όσο του εθνικού Συντάγματος (άρθρο 88, in fine, του Θεμελιώδους Νόμου). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, θα πρόκειται για ερμηνεία του εύρους της ίδιας έννοιας, της «σταθερότητας των τιμών» ως κύριας αποστολής της ΕΚΤ, ανεξαρτήτως του εάν η έννοια αυτή περιλαμβάνεται στον έναν ή τον άλλο θεμελιώδη κανόνα, ή σε αμφότερους.

γ. Τα όρια της έννοιας της συνταγματικής ταυτότητας: όχι διαφορετικές παράμετροι ελέγχου ΔΕΕ και BVerfG

12. Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, στην κύρια δίκη δεν διακυβεύεται μόνον η αρχή της δοτής αρμοδιότητας (υπέρβαση εξουσιών), αλλά επίσης η «συνταγματική ταυτότητα» της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, λόγω των συνεπειών που θα είχε η επίδικη πράξη από τη σκοπιά του εθνικού συνταγματικού οργάνου το οποίο καλείται κατά κύριο λόγο να εκφράσει τη θέληση των πολιτών. «Έλεγχος υπέβασης εξουσίας» και «έλεγχος ταυτότητας», σύμφωνα με την ορολογία του BVerfG, θα συνδυάζονταν, στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Το BVerfG τονίζει, όσον αφορά τον «έλεγχο ταυτότητας», ότι, «(σ)το πλαίσιο της υφιστάμενης σχέσεως συνεργασίας, το Δικαστήριο έχει την ευθύνη για την ερμηνεία του μέτρου. Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο BVerfG να διαπιστώσει ποιος είναι ο μη απαραβίαστος πυρήνας της συνταγματικής ταυτότητας και να εξετάσει εάν το μέτρο (όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο) προσβάλλει τον πυρήνα αυτόν».

13. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη διαφορετικών παραμέτρων ελέγχου στο έργο του Δικαστηρίου και σε αυτό του BVerfG για δύο λόγους. Πρώτον, διότι είναι αδύνατον να διατηρηθεί αυτή η Ένωση, όπως την γνωρίζουμε σήμερα, εάν υπόκειτο σε απόλυτου χαρακτήρα επιφύλαξη, δυσχερώς προσδιοριζόμενη και κατ’ ουσίαν επαφιόμενη στην ελεύθερη βούληση των κρατών μελών, υπό μορφή κριτηρίου καλούμενου «συνταγματική ταυτότητα», ιδίως δε εάν τούτο διαφοροποιείται από το κριτήριο της «εθνικής ταυτότητας» του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ. Τέτοιου είδους «επιφύλαξη ταυτότητας», αυτοτελώς διαμορφωθείσα και ερμηνευόμενη από τα αρμόδια όργανα, συχνά δικαιοδοτικά, των κρατών μελών, ο αριθμός των οποίων ανέρχεται στα 28, θα συνεπαγόταν ασφαλώς για την έννομη τάξη της Ένωσης δευτερεύοντα μόνο ρόλο, τουλάχιστον από ποιοτικής απόψεως. Η ανάλυση αυτή εντάσσεται στο πνεύμα των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Pojiares Maduro στην υπόθεση του βασικού μετόχου [της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-213/07, Μηχανική A.E. (αίτησης έκδοσης προδικαστικής απόφασης: Συμβούλιο της Επικρατείας), Συλλογή 2008, σ. I-9999, ιδίως σημείο 33: «33. Αν ο σεβασμός της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών μπορεί, συνεπώς, να συνιστά θεμιτό συμφέρον ικανό να δικαιολογήσει, καταρχήν, έναν περιορισμό των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο, κατά μείζονα λόγο μπορεί να τον επικαλεστεί ένα κράτος μέλος για να δικαιολογήσει τη δική του εκτίμηση των συνταγματικών μέτρων που πρέπει να συμπληρώσουν την κοινοτική νομοθεσία προς εξασφάλιση, εντός της επικράτειάς του, των αρχών και κανόνων που θεσπίζει ή επί των οποίων βασίζεται η εν λόγω νομοθεσία. Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι ο σεβασμός αυτός της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών δεν μπορεί να εκληφθεί ως απόλυτος σεβασμός όλων των εθνικών συνταγματικών κανόνων. Αν ίσχυε αυτό, τα εθνικά συντάγματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα μέσο που θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να απαλλάσσονται από την υποχρέωση τήρησης του κοινοτικού δικαίου σε ορισμένους τομείς »]. Δεύτερον, η αξιακή ομοιογένεια αμβλύνει την έννοια της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας [βλ. αναλυτικά,  Λ. Παπαδοπούλου: Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: Το ζήτημα της «υπεροχής», Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2009]. Τούτο καθίσταται εμφανές στον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο έχει προσεγγίσει την κατηγορία των «κοινών συνταγματικών παραδόσεων» των κρατών μελών προκειμένου να αντλήσει έμπνευση κατά τη θεμελίωση του συστήματος αξιών επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση . Ειδικότερα, το Δικαστήριο προσέφυγε κατά κόρον σε αυτές τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις, προκειμένου να θεμελιώσει τη δική του παράδοση δικαιωμάτων, την παράδοση των δικαιωμάτων της Ένωσης. Η Ένωση απέκτησε κατ’ αυτόν τον τρόπο τον χαρακτήρα όχι μόνο κοινότητας δικαίου αλλά και «κοινότητας συνταγματικής παράδοσης» [Α. Vosskuhle, Der Europäische Verfassungsgerichtsverbund, TranState Working Papers nº16, Staatlichkeit im Wandel – Transformations of the State, Bremen, 2009, σ. 22]. Η κοινή αυτή συνταγματική παράδοση εμφανίζεται ως μέρος της κοινής ταυτότητας της Ένωσης, έτσι ώστε η συνταγματική ταυτότητα εκάστου κράτους μέλους, με ιδιαίτερα βεβαίως χαρακτηριστικά, στον βαθμό που καταλείπεται προς τούτο χώρος, να μη διαφοροποιείται ριζικά από την εν λόγω κοινή συνταγματική παράδοση. Αντιθέτως, μια καλώς εννοούμενη δεκτική στάση έναντι του δικαίου της Ένωσης θα οδηγούσε μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα στη διαπίστωση μιας αρχής ουσιαστικής σύγκλισης μεταξύ της συνταγματικής ταυτότητας της Ένωσης και αυτής εκάστου κράτους μέλους [H.-G. Dederer, Die Grenzen des Vorrechts des Unionsrechts, Juristenzeitung, 7/2014)].

δ. Η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ)

14. O γενικός εισαγγελέας αναλύει τη σημασία της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία έχει εφαρμογή και στα δικαστήρια, περιλαμβανομένων των δύο δικαστηρίων που μετέχουν στη σημαντική αυτή διαδικασία (R. Streinz, Der Kontrollvorbehalt des BVerfG gegenüber dem EuGH nach dem Lissabon-Urteil und dem Honeywell-Beschluss, in M. Sachs/H. Siekmann, Der grundrechtsgeprägte Verfassungsstaat Festschrift für Klaus Stern zum 80. Geburtstag, Duncker & Humblot, Βερολίνο, 2012, σ. 978· von Bogdandy/Schill, in Grabitz/Hilf/Nettesheim, Das Recht der Europäischen Union, Kommentar, EUV Art. 4 Prinzipien der föderativen Grundstruktur, αρ. περ. 50-113· W. Kahl, in Calliess/Ruffert, EUV/AEUV, EUV Art. 4, Zuständigkeiten der Union, nationale Identität, loyale Zusammenarbeit, αρ. περ. 23-116]. Αυτή η αμοιβαίως καλόπιστη στάση καθίσταται περισσότερο αναγκαία στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανώτατο δικαστήριο κράτους μέλους, κατά την υπεύθυνη άσκηση των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του, και χωρίς να προβεί σε άλλες εκτιμήσεις, εκθέτει καλή τη πίστει τον προβληματισμό του έναντι συγκεκριμένης απόφασης οργάνου της Ένωσης. Η εν λόγω αρχή της καλόπιστης συνεργασίας δεσμεύει συνεπώς το εθνικό δικαστήριο, καθόσον απόκειται σε αυτό να δώσει μορφή και περιεχόμενο στην αρχή αυτή. Όσον αφορά το Δικαστήριο, η εν λόγω αρχή το δεσμεύει με διττό τρόπο. Πρώτον, το δεσμεύει να απαντήσει με τη μέγιστη δυνατή ευθύτητα στο ερώτημα που απολύτως καλόπιστα του υποβλήθηκε. Ειδικότερα, εάν, κατά την παράθεση των σοβαρών αμφιβολιών του ως προς το κύρος ή την ερμηνεία της επίμαχης πράξης, το εθνικό δικαστήριο εκφράζεται χωρίς περιστροφές, τούτο θα πρέπει να ερμηνευθεί ως έκφραση του έντονου προβληματισμού του επί του θέματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να γίνει αντιληπτή η έκκληση της Γερμανικής Κυβέρνησης για «εποικοδομητικό» χειρισμό της υπό κρίση υπόθεσης. Δεύτερον, η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας απαιτεί από το Δικαστήριο να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια προκειμένου να δώσει ουσιαστική απάντηση στο υποβαλλόμενο ερώτημα, υπερβαίνοντας όλες τις δυσκολίες. Τούτο σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκκινήσει από συγκεκριμένη αφετηρία όσον αφορά την τελική διαμόρφωση της απαντήσεώς του.  Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο θα πρέπει να δεχθεί, ότι το εθνικό δικαστήριο, ενόψει και λαμβανομένης υπόψη της απάντησης του ΔΕΕ, και υπό την επιφύλαξη της άσκησης της δικής του αρμοδιότητας, θα αποδεχθεί ως καθοριστική για τις διαφορές των οποίων επιλαμβάνεται την απάντηση του ΔΕΕ στο υποβληθέν ερώτημα. Η καλόπιστη συνεργασία εισάγει ένα στοιχείο εμπιστοσύνης, που δύναται να αποκτήσει ιδιαίτερο περιεχόμενο στην υπό κρίση υπόθεση. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η παρούσα αίτηση προδικαστικής απόφασης φαίνεται να έχει διατυπωθεί από το BVerfG υπό όρους που επιτρέπουν στο ΔΕΕ να έχει εμπιστοσύνη, εντός λογικών ορίων, ότι το εν λόγω δικαστήριο θα αποδεχθεί ως επαρκή και οριστική την απάντηση που θα λάβει, ενώ ενδέχεται η απάντηση αυτή να του παράσχει επαρκείς παραμέτρους προκειμένου να απαντήσει στα αιτήματα που προβάλλονται στις κύριες δίκες.

ΙΙ. Παραδεκτό Α. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου

15. Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης ένα ζήτημα παραδεκτού, το οποίο έγκειται στον δεκτικό προσβολής χαρακτήρα απόφασης της οποίας παρουσιάστηκαν απλώς τα βασικά χαρακτηριστικά μέσω ενός ανακοινωθέντος Τύπου. Ενστάσεις απαραδέκτου πρότειναν η Ιρλανδία, η Ελληνική, η Ισπανική, η Γαλλική, η Ιταλική, η Ολλανδική, η Πορτογαλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ. Παρά τη μορφή του απλού ανακοινωθέντος Τύπου το οποίο δυσχερώς θα μπορούσε να θεωρηθεί δεκτικό ελέγχου νομιμότητας, οι περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, στις οποίες συγκαταλέγεται ο ειδικός ρόλος που οι δημόσιες ανακοινώσεις διαδραματίζουν στο πλαίσιο της δραστηριότητας των κεντρικών τραπεζών, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν διαφορετική απάντηση. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί, επιπλέον, ότι το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές αποτελούν απλώς την αναγγελία της έκδοσης μελλοντικών πράξεων, αν όντως αληθεύει, δεν καθιστά απαράδεκτες τις προσφυγές των προσφευγόντων της κύριας δίκης, στον βαθμό που ενδεχομένως είναι αναγκαία προληπτική ένδικη προστασία, κατ’ εφαρμογή των εθνικών δικονομικών κανόνων, προς αποτροπή ανεπανόρθωτων συνεπειών.

16.  Όσον αφορά τα επιχειρήματα ότι η διαφορά της κύριας δίκης είναι πλασματική και τεχνητή και τα προδικαστικά ερωτήματα υποθετικά, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής απόφασης, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής απόφασης για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία ή το κύρος κανόνα του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να απαντήσει (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση Melloni, C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).  Ως εκ τούτου, υπέρ των ερωτημάτων που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης συντρέχει τεκμήριο λυσιτέλειας. Η άρνηση του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος υποβληθέντος από εθνικό δικαστήριο είναι δυνατή μόνον αν προκύπτει προδήλως ότι η αιτούμενη ερμηνεία κανόνα του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση Melloni, C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

17. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν για να αποδειχθεί ο πλασματικός και τεχνητός χαρακτήρας της διαφοράς της κύριας δίκης και ο υποθετικός χαρακτήρας των υποβληθέντων ερωτημάτων στηρίζονται σε αμφισβήτηση του παραδεκτού των προσφυγών της κύριας δίκης και της εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το αιτούν δικαστήριο για να εφαρμόσει τα κριτήρια που καθορίζει το εθνικό δίκαιο. Το Δικαστήριο όμως δε είναι αρμόδιο ούτε να θέσει εν αμφιβόλω την εκτίμηση αυτή, η οποία εμπίπτει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση Lucchini, C‑119/05, EU:C:2007:434, σκέψη 43), ούτε να εξακριβώσει αν η απόφαση περί παραπομπής ελήφθη σύμφωνα με τους οργανωτικούς και δικονομικούς κανόνες του εθνικού δικαίου (απόφαση Schnorbus, C‑79/99, EU:C:2000:676, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Τα επιχειρήματα αυτά δεν αρκούν, κατά συνέπεια, να ανατρέψουν το τεκμήριο λυσιτέλειας. Το γεγονός ότι το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων που αναγγέλθηκε με το ανακοινωθέν Τύπου δεν τέθηκε σε εφαρμογή και ότι δεν θα μπορέσει να εφαρμοσθεί παρά μόνο μετά την έκδοση νέων νομικών πράξεων, δεν καθιστά τις προσφυγές της κύριας δίκης άνευ αντικειμένου, διότι το γερμανικό δίκαιο επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την παροχή προληπτικής ένδικης προστασίας σε μια τέτοια κατάσταση. Καίτοι είναι αληθές ότι οι προσφυγές της κύριας δίκης, που αποσκοπούν στην πρόληψη της προσβολής απειλούμενων δικαιωμάτων, πρέπει οπωσδήποτε να στηρίζονται σε προβλέψεις εκ φύσεως αβέβαιες, γεγονός παραμένει, κατά το αιτούν δικαστήριο, ότι το γερμανικό δίκαιο επιτρέπει τις εν λόγω προσφυγές. Στον βαθμό που, στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού (απόφαση Križan κ.λπ., C‑416/10, EU:C:2013:8, σκέψη 58), το γεγονός ότι οι αποφάσεις σχετικά με τις OMT δεν έχουν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή και ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν παρά μόνον μετά την έκδοση νέων νομικών πράξεων δεν μπορεί συνεπώς να οδηγήσει στη μη αναγνώριση του ότι η αίτηση προδικαστικής απόφασης αντιστοιχεί σε μια αντικειμενική ανάγκη για την επίλυση των διαφορών των οποίων έχει επιληφθεί το εν λόγω δικαστήριο (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Bosman, C‑415/93, EU:C:1995:463, σκέψη 65).

18. Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη ασυμβατότητα μεταξύ της εθνικής διαδικασίας της κύριας δίκης και του συστήματος που θεσπίστηκε με τα άρθρα 263 ΣΛΕΕ και 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί επί του παραδεκτού αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως αφορωσών το κύρος πράξεων του παραγώγου δικαίου που υποβάλλονται στο πλαίσιο της προσφυγής περί ελέγχου της νομιμότητας («judicial review») την οποία προβλέπει το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Δικαστήριο, στηριζόμενο στο γεγονός ότι, δυνάμει του εθνικού δικαίου, οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να ασκήσουν προσφυγή περί ελέγχου της νομιμότητας της πρόθεσης ή της υποχρέωσης της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου να συμμορφωθεί προς πράξη της Ένωσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων την ακυρότητα πράξης της Ένωσης γενικής ισχύος δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση η εν λόγω πράξη να έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο μέτρων εφαρμογής βάσει του εθνικού δικαίου. Αρκεί συναφώς να εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου πραγματική διαφορά, στο πλαίσιο της οποίας να ανακύπτει παρεμπιπτόντως το ζήτημα του κύρους της εν λόγω πράξης [βλ., κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψεις 36 και 40, καθώς και Intertanko κ.λπ., C‑308/06, EU:C:2008:312, σκέψεις 33 και 34]. Από την απόφαση περί παραπομπής όμως προκύπτει ότι τούτο ισχύει εν προκειμένω.

Β. Η ανάλυση του γενικού εισαγγελέα α. Εξέταση του κύρους «μη εκτελεστής» πράξης

19. Στις παρατηρήσεις των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων που έθεσαν ζήτημα παραδεκτού όσον αφορά τα κύρια ερωτήματα, στον βαθμό που αυτά αφορούν το κύρος συγκεκριμένης πράξης, του προγράμματος OMT, το οποίο στερείται εννόμων αποτελεσμάτων έναντι τρίτων, ο γενικός εισαγγελέας επισήμανε ότι η νομολογία του Δικαστηρίου θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να στηρίξει την ερμηνεία αυτή, δεδομένου ότι η νομολογία επί των προσφυγών ακύρωσης δεν δέχεται ότι είναι δεκτικές προσβολής πράξεις που στερούνται εννόμων αποτελεσμάτων [αποφάσεις στις υποθέσεις Société Anonyme Cimenteries κατά Επιτροπής (8/66 έως 11/66, σκέψη 91)· Sucrimex κατά Επιτροπής (133/79, EU:C:1980:104, σκέψεις 12 έως 19) και Gauff κατά Επιτροπής (182/80, EU:C:1982:78, σκέψη 18]. Και στο συγκεκριμένο πλαίσιο της αίτησης προδικαστικής απόφασης, το Δικαστήριο είχε ήδη κρίνει κατά το παρελθόν ως απαράδεκτες προδικαστικές παραπομπές με τις οποίες εκφράζονταν αμφιβολίες σε σχέση με άτυπες πράξεις, μη δημοσιευθείσες και χωρίς δεσμευτικά αποτελέσματα [απόφαση Friesland Coberco Dairy Foods (11/05, EU:C:2006:312, σκέψεις 38 έως 41)]. Τέτοιου είδους πράξη αποτελεί, σύμφωνα με τους παρεμβαίνοντες στην παρούσα διαδικασία, το πρόγραμμα OMT, η ανακοίνωση του οποίου έγινε στις 6 Σεπτεμβρίου 2012 από τον Πρόεδρο της EKT σε συνέντευξη Τύπου, ενώ ακολούθησε ανακοινωθέν Τύπου με το οποίο παρουσιάστηκαν αναλυτικώς οι βασικές τεχνικές πτυχές του.

20. Πάντως, ο γενικός εισαγγελέας θεώρησε ότι το πρόγραμμα OMT αποτελεί πράξη το κύρος της οποίας μπορεί να ελεγχθεί σε προδικαστική διαδικασία περί του κύρους, για δύο διαφορετικούς λόγους. Πρώτον, είναι καθοριστικό το γεγονός ότι πρόκειται για πράξη που καταρτίζει κατά τα γενικά χαρακτηριστικά του ένα γενικό πρόγραμμα δράσης συγκεκριμένου θεσμικού οργάνου της Ένωσης. Δεύτερον, επιβάλλεται να δοθεί προσοχή στην ιδιαίτερη σημασία που έχουν οι δημόσιες ανακοινώσεις της EKT στο πλαίσιο της εφαρμογής μιας σύγχρονης νομισματικής πολιτικής.

β. Ιδιαίτερη νομολογιακή αντιμετώπιση των προγραμμάτων δράσης

21 Είναι γνωστό ότι από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, το Δικαστήριο απαιτούσε ως προϋπόθεση προσβολής των πράξεων την ύπαρξη δεσμευτικού χαρακτήρα και δυνατότητας παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων . Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του προδικαστικού ελέγχου περί του κύρους συστάσεων, μπορούν να συντρέχουν διαζευτικώς (Grimaldi (322/88, EU:C:1989:646, σκέψεις 8 και 9) και Deutsche Shell (188/91, EU:C:1993:24, σκέψη 18). Ωστόσο, αμφότερες οι προϋποθέσεις αξιολογούνται διαφορετικά αναλόγως του άμεσου αποδέκτη της προσβαλλομένης πράξης. Η νομολογία εμφανίζεται περισσότερο ευέλικτη κατά την εφαρμογή των δύο προϋποθέσεων οσάκις η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί μέτρο σχεδιασμού ενός γενικού προγράμματος δράσεως που σκοπό έχει να δεσμεύσει την ίδια την εκδότρια αρχή, απ’ ό,τι οσάκις η πράξη περιέχει μέτρο με διαπλαστικό αποτέλεσμα στις έννομες σχέσεις με τρίτους. Ο λόγος έγκειται στο ότι τα γενικά προγράμματα δράσεως μιας δημόσιας αρχής ενδέχεται να παρουσιάζονται με άτυπη μορφή και, παρά ταύτα, να δύνανται να επηρεάζουν ευθέως την έννομη κατάσταση των ιδιωτών. Αντιθέτως, τα μέτρα των οποίων άμεσοι αποδέκτες είναι ιδιώτες πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες απαιτήσεις τύπου και ουσίας, διότι άλλως ενδέχεται να θεωρηθούν ανυπόστατα. Ένα γενικό πρόγραμμα δράσης, όπως το επίδικο, μπορεί να παρουσιάζεται με μη συμβατικές τεχνικές, μπορεί να έχει ως αποδέκτη την ίδια την εκδότρια αρχή, μπορεί εξωτερικά να είναι τυπικώς ανύπαρκτο, το γεγονός όμως ότι έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει αποφασιστικά την έννομη κατάσταση τρίτων αιτιολογεί την αντιμετώπισή του ως «πράξη» υπό ένα αντισυμβατικό πρίσμα. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε ο κίνδυνος αποδυνάμωσης από θεσμικό όργανο του συστήματος πράξεων και των αντίστοιχων δικονομικών εγγυήσεων, στον βαθμό που πράξεις με εξωτερικό αντίκτυπο θα παρουσιάζονταν υπό τον μανδύα γενικών προγραμμάτων.

22. Η νομολογία του Δικαστηρίου επέδειξε ιδιαίτερη ευελιξία κατά την εξέταση αυτού του είδους γενικών προγραμμάτων δράσεως τα οποία έχουν ικανότητα παραγωγής εξωτερικών αποτελεσμάτων. Η απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (AETR) (22/70, EU:C:1971:32), εκδοθείσα το 1971, αποτελεί σημαντικό σημείο εκκίνησης, καθώς το Δικαστήριο εξέτασε, μεταξύ άλλων, εάν έχει τον χαρακτήρα πράξεως απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη, από τα κράτη μέλη, διεθνούς συμφωνίας. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η εν λόγω απόφαση δεν συνιστούσε ούτε από άποψη τύπου ούτε από άποψη αντικειμένου ή περιεχομένου πράξη δεκτική προσβολής, αλλά πολιτική συμφωνία μεταξύ κρατών μελών στο πλαίσιο του Συμβουλίου, χωρίς πρόθεση δημιουργίας δικαιώματος, επιβολής υποχρεώσεως ή τροποποιήσεως ορισμένης εννόμου καταστάσεως. Κατά την εξέταση των επιχειρημάτων του Συμβουλίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να είναι δεκτικές δικαστικού ελέγχου «όλες οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων, όποια και αν είναι η φύση ή η μορφή τους, οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων». Μετά από εξέταση της προσβαλλομένης συμφωνίας, το Δικαστήριο σημείωσε κατά κύριο λόγο δύο χαρακτηριστικά: πρώτον, ότι η συμφωνία δεν αποτελούσε έκφραση ηθελημένου συντονισμού, αλλά αποτύπωση υποχρεωτικής «γραμμής» συμπεριφοράς· και δεύτερον, ότι οι διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας θα μπορούσαν ενδεχομένως «να παρεκκλίνουν από τις διαδικασίες που προβλέπει η Συνθήκη». Επιπλέον, και συμπληρωματικώς προς την απόφαση-σταθμό AETR (EU:C:1971:32), το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδίδεται η προσβαλλόμενη πράξη. Πέρα από το αντικειμενικό στοιχείο που αναφέρθηκε προηγουμένως, το πλαίσιο στο οποίο εγκρίνεται η πράξη μπορεί να προσφέρει συμπληρωματικές ενδείξεις που να επιβεβαιώνουν είτε την πρόθεση του εκδότη της πράξεως να παράγει αυτή αποτελέσματα σε τρίτους είτε τη γνώση που είχε ο εκδότης σχετικά με τον πιθανό εξωτερικό αντίκτυπο του μέτρου. Η σημασία που έχουν οι περιστάσεις κατεδείχθη από το Δικαστήριο στην υπόθεση Γαλλία κατά Επιτροπής (366/88. EU:C:1990:348), στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε δεκτική προσβολής εσωτερική οδηγία της Επιτροπής επειδή μπορούσε να διακριθεί από τις απλές εσωτερικές οδηγίες «τόσο ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε όσο και ως προς τον τρόπο της εκπονήσεώς της, της διατυπώσεώς της και της δημοσιεύσεώς της».

γ. Εφαρμογή της ως άνω νομολογίας στην υπό κρίση πράξη

23. Με υπόβαθρο την προπαρατεθείσα νομολογία, ο γενικός εισαγγελέας προέβη, στη συνέχεια, στην ανάλυση του κατά πόσον μπορεί να προσβληθεί η πράξη το κύρος της οποίας αμφισβητεί το αιτούν δικαστήριο. Το πρόγραμμα OMT, τουλάχιστον κατά τον τύπο του, αποτελεί μέτρο με ιδιάζοντα χαρακτηριστικά. Καταρτίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου 2012 και αποτυπώθηκε στα αντίστοιχα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίασης, τα οποία, όσον αφορά την περιγραφή των τεχνικών χαρακτηριστικών του, παρέπεμπαν σε ανακοινωθέν Τύπου που επρόκειτο να εκδοθεί αργότερα. Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του προγράμματος παρουσιάζονται λοιπόν λεπτομερώς σε συνέντευξη Τύπου παραχωρηθείσα από τον Πρόεδρο του θεσμικού οργάνου, με μεταγενέστερη ανάρτηση ενός ανακοινωθέντος Τύπου στα αγγλικά στην διαδικτυακή σελίδα της ΕΚΤ. Η δημοσίευση και διάδοση στο διαδίκτυο του προγράμματος αποτελεί το μοναδικό «επίσημο» γραπτό κείμενο που υπάρχει για το πρόγραμμα OMT, εάν εξαιρέσουμε τα σχέδια αποφάσεως και κατευθυντηρίων γραμμών που η ΕΚΤ προσκόμισε στην παρούσα διαδικασία, τα οποία όμως αποτελούν ακόμη εσωτερικά έγγραφα του θεσμικού οργάνου, εν αναμονή της οριστικής έγκρισής τους και της μεταγενέστερης δημοσίευσης τους στην Επίσημη Εφημερίδα. Στα σχέδια αυτά περιγράφονται λεπτομερώς όσα κατά γενικό τρόπο, αλλά με ιδιαίτερη σαφήνεια, παρουσιάστηκαν με το ανακοινωθέν Τύπου.

24. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, δεν χωρεί αμφιβολία ότι το πρόγραμμα OMT είναι απόφαση με συγκεκριμένο περιεχόμενο, αντικείμενο συζήτησης κατά τη διάρκεια δύο ημερών, με τα βασικά χαρακτηριστικά του να έχουν συμφωνηθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο. Επιπλέον, η δημοσίευση των βασικών χαρακτηριστικών του προγράμματος, τόσο με συνέντευξη Τύπου όσο και γραπτώς μέσω της διαδικτυακής σελίδας της ΕΚΤ επιβεβαιώνουν τη δεδομένη βούληση του θεσμικού οργάνου να δημοσιοποιήσει όσα είχαν προηγουμένως αποφασιστεί στο Διοικητικό Συμβούλιο. Πρόκειται για γενικό πρόγραμμα δράσης, καθώς με αυτό θεσπίζονται οι γενικοί όροι σύμφωνα με τους οποίους θα δράσει η ΕΚΤ σε περίπτωση που υπάρξουν προσκόμματα στους διαύλους μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, αποτελεί όμως επίσης μέτρο που επιδιώκει κατά τρόπο άμεσο εξωτερικό αποτέλεσμα. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχε ανακοινωθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα σε συνέντευξη Τύπου ούτε θα είχαν δημοσιευθεί τα βασικά χαρακτηριστικά του στη διαδικτυακή σελίδα της ΕΚΤ. Επιπλέον, οι περιστάσεις που περιβάλλουν το πρόγραμμα OMT φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι σκοπός της ΕΚΤ ήταν «να παρέμβει» στις αγορές, ενδεχομένως κατά τρόπο μη συμβατικό, έστω και μέσω της απλής ανακοινώσεως του προγράμματος. Η ομιλία του Προέδρου της ΕΚΤ της 26ης Ιουλίου 2012 στο Λονδίνο, με την οποία ανακοίνωσε τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για «τη διάσωση του κοινού νομίσματος», η συνέντευξη Τύπου της 2ας Αυγούστου που ακολούθησε τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ίδιας ημέρας, καθώς επίσης και η κατάσταση που διάφορα κράτη μέλη αντιμετώπιζαν τον χρόνο εκείνο στις αγορές κρατικών ομολόγων επιβεβαιώνουν ότι η ΕΚΤ δεν επιδίωκε με την ανακοίνωση του προγράμματος να γνωστοποιήσει απλώς τις εσωτερικές εργασίες σε σχέση με ορισμένη πρωτοβουλία που βρισκόταν ακόμη σε στάδιο διαβούλευσης, αλλά να προκαλέσει επίσης ορισμένο αποτέλεσμα με την ανακοίνωση της δημιουργίας ενός εν δυνάμει φιλόδοξου προγράμματος που απέβλεπε, όπως ισχυρίζεται η ΕΚΤ, να άρει μερικές από τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν εκείνον τον χρόνο οι δίαυλοι μεταδόσεως της νομισματικής πολιτικής. Απόδειξη τούτου είναι ο ουσιαστικός αντίκτυπος που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, προκάλεσε στις χρηματοπιστωτικές αγορές η ανακοίνωση του προγράμματος, αντίκτυπος που, σύμφωνα με την ΕΚΤ και την Επιτροπή διαρκεί ακόμη παρά την παρέλευση δύο και πλέον ετών.

δ. Πράξη δημόσιας επικοινωνίας κεντρικών τραπεζών

25. Μια άλλη ιδιαιτερότητα του προγράμματος OMT έγκειται στο ότι δεν αντικατοπτρίζει την ανακοίνωση απλής ατομικής πράξης, αλλά την ανακοίνωση ενός καθόλα κανονιστικού προγράμματος, για το μέλλον, με αρκετά ακριβείς όρους και ρυθμιστικό προσανατολισμό. Δεδομένου του περιεχομένου της, η απόφαση της ΕΚΤ που ανακοινώθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2012 δεν είναι μικρότερης σημασίας. Αντιθέτως, κατά την ημερομηνία αυτή έγιναν γνωστές οι λεπτομέρειες ενός μέτρου με μεγάλη βαρύτητα για τη ζώνη του ευρώ, το οποίο προοριζόταν, έστω και ημιτελές, να έχει διάρκεια στον χρόνο. Περαιτέρω, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά πράξη δημόσιας επικοινωνίας μιας κεντρικής τράπεζας, με την οποία δίδεται κάλυψη σε πρόγραμμα δράσης νομισματικής πολιτικής. Οι πράξεις δημόσιας επικοινωνίας των κεντρικών τραπεζών δεν μπορούν να εξομοιωθούν με αυτές των άλλων θεσμικών οργάνων, είτε είναι πολιτικού είτε τεχνικού περιεχομένου. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριάντα ετών οι κεντρικές τράπεζες γνώρισαν σημαντικές αλλαγές οι οποίες επηρέασαν τα οικεία μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής, ένα από τα οποία είναι πλέον, σύμφωνα με την ομόφωνη άποψη των ειδικών, οι δημόσιες ανακοινώσεις. Αποτελεί γεγονός ότι η πολιτική επικοινωνίας των κεντρικών τραπεζών έχει μετατραπεί σε βασικό άξονα της σύγχρονης νομισματικής πολιτικής. Εν όψει της αδυναμίας πρόβλεψης έλλογων συμπεριφορών στις αγορές, η χρήση όλων των δυνατών μέσων δημόσιας επικοινωνίας (επικοινωνιακές στρατηγικές) που έχουν στη διάθεσή τους οι κεντρικές τράπεζες αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο, προκειμένου να μη διαψευσθούν συγκεκριμένες προσδοκίες και να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής. Λαμβανομένων υπόψη του κύρους και των πληροφοριών που διαθέτουν αυτοί οι οργανισμοί, καθώς και των εξουσιών που τους παρέχουν τα συμβατικά μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής, οι ανακοινώσεις, γνώμες ή δηλώσεις των εκπροσώπων των κεντρικών τραπεζών διαδραματίζουν, εν γένει, σημαντικό ρόλο κατά την χάραξη της σύγχρονης νομισματικής πολιτικής.

26. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αδιαμφισβήτητο ότι και η ΕΚΤ έχει εντάξει την επικοινωνία μεταξύ των βασικών της μέσων νομισματικής πολιτικής. Το ίδιο το θεσμικό όργανο το αναγνώρισε κατά το παρελθόν, ενώ κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι οι δημόσιες ανακοινώσεις στις οποίες συχνά προβαίνει η ΕΚΤ, γνωστοποιώντας τις βασικές γραμμές της δράσης της ή μεταδίδοντας συγκεκριμένες γνώμες που μπορούν να αντικατοπτρίσουν μελλοντικές δράσεις του οργάνου, αποτελεί βασικό πυλώνα της δράσης της. Η ανωτέρω λειτουργία της επικοινωνίας προσδιορίζει ευκρινώς και τη φύση μιας πράξης όπως το ανακοινωθέν, στις 6 Σεπτεμβρίου 2012, πρόγραμμα OMT.

ε. Ο «λειτουργικός» χαρακτήρας της έννοιας της πράξης θεσμικού οργάνου το κύρος της οποίας μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας

27. Υπό το πρίσμα της ανωτέρω συλλογιστικής, ο γενικός εισαγγελέας τόνισε περαιτέρω ότι η εναλλακτική λύση, ήτοι η κήρυξη της αδυναμίας δικαστικής προσβολής πράξεων όπως το πρόγραμμα OMT, θα ενείχε τον κίνδυνο σημαντικός αριθμός αποφάσεων της ΕΚΤ να εκφεύγει κάθε δικαστικού ελέγχου με το απλό επιχείρημα ότι δεν έχουν ακόμη επισήμως συμφωνηθεί και δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα. Σε τελική ανάλυση, εφόσον δεν είναι αναγκαία η επίσημη δημοσίευση του μέτρου υπό την τυπική μορφή του προκειμένου να παράγει αποτελέσματα, καθώς αρκεί η διάδοσή του με συνέντευξη Τύπου ή μέσω ανακοινωθέντος Τύπου ώστε να εκδηλωθεί όλος ο αντίκτυπός του προς τα έξω, το σύστημα έκδοσης πράξεων και δικαστικού ελέγχου που προβλέπεται στις Συνθήκες θα διακυβευόταν σημαντικά εάν δεν ήταν δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητας του εν λόγω μέτρου. Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτού του είδους δράσεων της ΕΚΤ, όπου οι πράξεις δημόσιας επικοινωνίας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής, πράξη όπως η αμφισβητούμενη από το αιτούν δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου της, των αντικειμενικών αποτελεσμάτων που μπορεί να παράγει, καθώς και των περιστάσεων υπό τις οποίες συμφωνήθηκε, αποτελεί πράξη θεσμικού οργάνου το κύρος της οποίας μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

28. Η ανάλυση του γενικού εισαγγελέα προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα [ότι δηλαδή το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων που αναγγέλθηκε με το ανακοινωθέν Τύπου αποτελεί πράξη θεσμικού οργάνου το κύρος της οποίας μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ], θυμίζει τη συλλογιστική του Συμβουλίου της Επικρατείας προκειμένου να διασφαλίσει το παραδεκτό ενδίκων βοηθημάτων τα οποία αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, και στην προστασία δικαιωμάτων που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο. Έτσι, στη ΣτΕ Ολ 3053/2009 είναι εμφανής η προσπάθεια του ΣτΕ να διαμορφώσει την έννοια της εκτελεστής διοικητικής πράξης, η οποία αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης, κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίσει το παραδεκτό του οικείου βοηθήματος και συνακολούθως την ένδικη προστασία του δικαιώματος στο περιβάλλον, την οποία, εκτός του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, επιτάσσει και η σχετική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Για την επίτευξη αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, το ΣτΕ ερμηνεύει διασταλτικά τα συστατικά στοιχεία της εκτελεστής διοικητικής πράξης, αντιμετωπίζοντάς την ως «λειτουργική έννοια» [Κ. Γιαννακόπουλου, Ο διάχυτος και παρεμπίπτων δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, ΕφημΔΔ 6/2009, 825 (842)· Ε. Πρεβεδούρου, Η επιρροή του ευρωπαϊκού δικαίου στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, αρ. περ. 36 επ.], δηλαδή ως έννοια ανοικτή, έτοιμη να εμπλουτισθεί από κάθε απρόβλεπτη μελλοντική εξέλιξη και αντλούσα την ενότητά της από τη λειτουργία την οποία επιτελεί, εν προκειμένω, την εξασφάλιση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης [βλ., για τη σημασία και την εξέλιξη του περιεχομένου της «λειτουργικής έννοιας», τη μελέτη του G. Tusseau, Critique d’ une métanotion fonctionnelle. La notion (trop) fonctionnelle de “notion fonctionnelle”, RFDA 4/2009, σ. 641, με πλούσιες βιβλιογραφικές παραπομπές].

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο