Απόρριψη της αίτησης ακύρωσης των αποφάσεων περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας και μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων της στην Τράπεζα Πειραιώς (ΣτΕ Ολ 3014/2014)

Απόρριψη της αίτησης ακύρωσης των αποφάσεων περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας και μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων της στην Τράπεζα Πειραιώς (ΣτΕ Ολ 3014/2014)

1.Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 3014/2014 [ΣτΕ Ολ 3014.2014], η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση ακύρωσης των αποφάσεων περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας και περί μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων της στην Τράπεζα Πειραιώς. Ειδικότερα, ζητήθηκε η ακύρωση των ακόλουθων πράξεων: 1) της απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (εφεξής ΕΠΑΘ) της Τραπέζης της Ελλάδος με την οποία ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΤΕ», τέθηκε αυτό σε ειδική εκκαθάριση και διορίσθηκε ειδικός εκκαθαριστής, 2) της απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης (εφεξής ΕΜΕ) της Τραπέζης της Ελλάδος, με την οποία δόθηκε εντολή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ» στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ», 3) της απόφασης της ιδίας Ε.Μ.Ε. περί καθορισμού της διαφοράς αξίας μεταξύ στοιχείων παθητικού και στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάζονται από το ως άνω υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα στο πιστωτικό ίδρυμα «Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ», 4) της απόφασης της αυτής Ε.Μ.Ε., περί καθορισμού του ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του ως άνω υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος στο πιστωτικό ίδρυμα «Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ» και 5) της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών με θέμα «Καθορισμός ανώτατου ορίου ύψους αποζημίωσης ανά δικαιούχο από απαίτηση του άρθρου 154γ του Πτωχευτικού Κώδικα, κατά την ειδική εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία “ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ”».

2. Στο πλαίσιο της απόφασης αυτής, ανέκυψαν σημαντικά ζητήματα, πρώτον, διοικητικού και διοικητικού δικονομικού δικαίου, δεύτερον, γενικών αρχών συνταγματικής ισχύος και, τρίτον, ερμηνείας και εφαρμογής διατάξεων του πρωτογενούς και του παραγώγου ενωσιακού δικαίου, τα οποία πάντως είχαν ήδη αντιμετωπισθεί από το ΔΕΕ. Ειδικότερα, η Ολομέλεια επανέλαβε την πάγια νομολογία της για τη φύση της Τράπεζας της Ελλάδας ως νομικού προσώπου διφυούς χαρακτήρα και τις συνέπειες για τη νομική φύση των πράξεών της. Ανέδειξε ακόμη τη σημασία της άσκησης δημόσιας εξουσίας για τον χαρακτηρισμό πράξης διοικητικού οργάνου ως εκτελεστής διοικητικής πράξης, ανεξαρτήτως της φύσης των εννόμων σχέσεων τις οποίες αυτή ρυθμίζει κυριαρχικά, το εάν δηλαδή αυτές είναι δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (Ι). Επίσης παρέσχε διευκρινίσεις ως προς την έννοια των συναφών πράξεων (ΙΙ) και την έκταση του δικαστικού ελέγχου πράξεων που περιέχουν οικονομικές εκτιμήσεις (III). Περαιτέρω, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συλλογιστική του Δικαστηρίου σχετικά με το περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της οικονομικής ελευθερίας, την έκταση των περιορισμών της και τη συμβατότητά τους προς την αρχή της αναλογικότητας (IV) καθώς και με τις διάφορες πτυχές και εκφάνσεις της αρχή της διαφάνειας (V). Επίσης, εξέτασε τη συμβατότητα των προσβαλλόμενων πράξεων προς την οδηγία σχετικά με την προστασία και διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (VI) καθώς και την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εθνικών δικαστηρίων κατά την αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων (VΙI). Tέλος, ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 Σ, ιδίως δε την έννοια του «ειδικότερου» θέματος [βλ. και τις ΣτΕ Ολ 3013/2014, Ολ 3015/2014, Ολ 3016/2014, Ολ 3017/2014].

Ι. Νομικό πρόσωπο διφυούς χαρακτήρα. Η Τράπεζα της Ελλάδας και τα όργανά της

3.Η Τράπεζα της Ελλάδας είναι νομικό πρόσωπο διφυούς χαρακτήρα, δηλαδή λειτουργεί ως νπδδ όταν ασκεί κατά νόμο αρμοδιότητες συνδεόμενες με την άσκηση δημόσιας εξουσίας για την προστασία της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοπιστωτικό σύστημα [ν. 3601/2007«Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 178)]. Κατά συνέπεια, οι πράξεις που εκδίδει ο Διοικητής της ΤτΕ ή τα όργανα που έχει ο ίδιος εξουσιοδοτήσει κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του για την εποπτεία επί των πιστωτικών ιδρυμάτων και τον έλεγχο της πίστεως είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις, προσβαλλόμενες με αίτηση ακύρωσης. Εκτελεστή διοικητική πράξη είναι και η απόφαση Υπουργού Οικονομικών, με την οποία θεσπίσθηκε ανώτατο όριο στο ύψος αποζημίωσης ανά δικαιούχο για τις απαιτήσεις του άρθρου 154γ του Πτωχευτικού Κώδικα, εκδοθείσα κατ’ επίκληση του άρθρου 10 παρ. 19 του ν. 4051/2012. Τούτο διότι με την πράξη αυτή, που εκδίδεται κατ’ επιταγή του νόμου, ο Υπουργός Οικονομικών ασκεί δημόσια εξουσία, διότι παρεμβαίνει κυριαρχικά και θέτει περιορισμό ή ανώτατο όριο αποζημίωσης ανά δικαιούχο σε περίπτωση πιστωτών που ικανοποιούνται προνομιακά στη διαδικασία της κατάταξης, αδιαφόρως από τη φύση των απαιτήσεων αυτών, εάν πηγάζουν δηλαδή από έννομη σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

ΙΙ. Οι συναφείς πράξεις. Πράξη που λογίζεται ως συμπροσβαλλόμενη καίτοι δεν ζητείται ρητώς η ακύρωσή της

4. Ως συναφείς χαρακτηρίζονται οι πράξεις που εμφανίζουν νομικό και πραγματικό δεσμό, καθώς με τη διαδοχική έκδοση τους επιδιώκεται η επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, ήτοι, στην προκειμένη περίπτωση η εξυγίανση του πιστωτικού ιδρύματος της ΑΤΕ, που αλληλοεξαρτώνται, συνδεόμενες στενά μεταξύ τους. Ειδικότερα, η πρώτη αφορά την ανάκληση της άδειας της ΑΤΕ και τη θέση της σε ειδική εκκαθάριση, ενόψει δε αυτής εκδόθηκαν η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη, με τις οποίες ρυθμίσθηκε η μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της ΑΤΕ στην Τράπεζα Πειραιώς, με τη δε τελευταία προσβαλλόμενη ρυθμίστηκαν ζητήματα της ικανοποίησης των απαιτήσεων των εργαζόμενων στην ΑΤΕ από τη λύση της εργασιακής σχέσης με αυτήν. Επομένως, πρόκειται για πράξεις που αλληλοεξαρτώνται, συνδεόμενες στενά μεταξύ τους και, άρα ως συναφείς παραδεκτώς προσβάλλονται με την αίτηση ακύρωσης (πρβλ. ΣτΕ Ολ 4021/1998). Περαιτέρω, ναι μεν με το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης δεν προσβάλλεται ρητώς η απόφαση της ΕΠΑΘ, με την οποία αξιολογήθηκε η βιωσιμότητα της Αγροτικής Τράπεζας, ούτε και ζητείται ρητώς η ακύρωσή της. Προβάλλονται όμως λόγοι περί του μη νόμιμου της εν λόγω απόφασης, όπως και λόγοι που στρέφονται κατά των λοιπών προσβαλλόμενων πράξεων, αμφισβητούν όμως κατ’ ουσίαν την νομιμότητα της απόφασης περί μη βιωσιμότητας της ΑΤΕ, η οποία προηγήθηκε χρονικά και ήταν το έρεισμα, άλλως το προαπαιτούμενο, για την ενεργοποίηση της διαδικασίας εξυγίανσης, που ολοκληρώθηκε με την έκδοση των λοιπών προσβαλλόμενων. Προκύπτει συνεπώς ότι το αντικείμενο της δίκης και το αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας αφορούν οπωσδήποτε και τη νομιμότητα της απόφασης αυτής, η οποία πρέπει να λογισθεί ως συμπροσβαλλόμενη.

III. Έκταση δικαστικού ελέγχου των πράξεων της ΤτΕ

5. Με τις διατάξεις του ν. 3601/2007 [όπως ισχύει ιδίως μετά τις πρόσφατες τροποποιήσεις του με τον ν. 4021/2011 και ν. 4051/2012], οι οποίες μεταφέρουν στο ελληνικό δίκαιο τόσο την κοινοτική νομοθεσία όσο και διεθνή κείμενα, όπως τις συμβάσεις της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, επιδιώχθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου πλαισίου λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, η ενίσχυση του πλαισίου εποπτείας και ελέγχου, καθώς και η δυνατότητα θεσπίσεως μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων, με στόχο την αποτελεσματική διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας έναντι συστημικών κινδύνων και την ενεργό προστασία της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ιδίως ενόψει της παρούσας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής συγκυρίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα αντιμετωπίζει προβλήματα ικανά να κλονίσουν την οικονομική σταθερότητά του και να θέσουν υπό διακινδύνευση την εν γένει εύρυθμη λειτουργία του, παρέχεται η δυνατότητα στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα αρχή, να επεμβαίνει με τη λήψη των κατάλληλων διορθωτικών μέτρων προκειμένου να διαφυλαχθεί η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η εμπιστοσύνη του κοινού σε αυτό. Ειδικότερα, η ΤτΕ, δύναται να αποφασίζει, σε αντιστοιχία με τον διαπιστωθέντα κίνδυνο και προς αποτροπή αυτού, την επιβολή στο πιστωτικό ίδρυμα ενός η περισσοτέρων, από τα προβλεπόμενα στο νόμο (άρθρα 62 επ.) εποπτικών (σε πρώτο χρόνο) ή εξυγιαντικών (σε δεύτερο χρόνο) μέτρων. Στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων, η ΤτΕ έχει τη δυνατότητα, εκτός από το διορισμό Επιτρόπου και την αύξηση κεφαλαίου, να αποφασίσει την εφαρμογή πλέον δραστικών μέτρων, πάντα με γνώμονα την ανάγκη σταθεροποίησης του πιστωτικού ιδρύματος, την προστασία της εμπιστοσύνης του κοινού και τη πρόληψη δημιουργίας συστημικών κινδύνων. Τα επιμέρους μέτρα είναι η εντολή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα και η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος (με ταυτόχρονη ανάκληση της άδειας του αρχικού και θέση αυτού σε ειδική εκκαθάριση). Τέλος, ύστατο και πλέον ριζικό μέτρο είναι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος και η θέση του υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης (άρθρο 8), η οποία όμως δύναται να συνδυασθεί με τα νεοεισαχθέντα μέτρα εξυγίανσης. Η προσφυγή στο πλέον επαχθές μέτρο της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, ελεγχόμενη και μέσω της αρχής της αναλογικότητας, προϋποθέτει τη διατύπωση, από τα αρμόδια προς τούτο όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος, αιτιολογημένης κρίσεως για το μη ανατάξιμο των προβλημάτων του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος, ακόμη και υπό την εκδοχή της υιοθέτησης ηπιότερων, για την τύχη του τελευταίου, διορθωτικών μέτρων, καθώς και ότι το μέτρο τούτο παρίσταται επιβεβλημένο λόγω του επείγοντος χαρακτήρα του θέματος. Η ουσιαστική όμως κρίση αυτή των οργάνων της ΤτΕ διαφεύγει τον ακυρωτικό έλεγχο, ως αναγομένη σε εκτιμήσεις και αξιολογήσεις πραγματικών στοιχείων και δεδομένων (ΣτΕ Ολ 2250/1985, Ολ 598/1953).

6. Από τα στοιχεία του φακέλου συνάγεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις περί μη βιωσιμότητας της ΑΤΕ και ανάκλησης της άδειας λειτουργίας είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένες. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι εν προκειμένω η ΤτΕ, ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, αφενός τεκμηριωμένα και αιτιολογημένα αξιολόγησε ως μη βιώσιμη την ΑΤΕ, αφετέρου ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της ΑΤΕ κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 ν. 3601/2007, έχοντας μάλιστα εξαντλήσει, στα προηγούμενα έτη, τα προληπτικά εποπτικά μέτρα (συστάσεις, πορίσματα ελέγχου, δημιουργία προβλέψεων, απαίτηση για ΑΜΚ). Και τούτο επειδή συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αφενός της περ. iv του στοιχείου α της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου, σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος όταν αδυνατεί να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του, και αφετέρου του στοιχείου γ΄ της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπου προβλέπεται ανάκληση της άδειας του πιστωτικού ιδρύματος όταν αυτό δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια, δεν προσφέρει τα εχέγγυα ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ιδίως δεν διασφαλίζει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εμπιστευθεί οι πιστωτές του. Εξάλλου ούτε οι αιτούντες επικαλούνται ή προσκομίζουν άλλα στοιχεία που να ανατρέπουν τα δεδομένα που ελήφθησαν υπόψη. Επομένως τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά το μέτρο δε που οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν την ουσιαστική εκτίμηση των οργάνων της ΤτΕ και την αξιολόγηση από αυτά της οικονομικής κατάστασης του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

ΙV. Αρχή της οικονομικής ελευθερίας. Περιορισμοί. Αρχή της αναλογικότητας

7. Στην αρχή της οικονομικής ελευθερίας περιλαμβάνεται η επαγγελματική ελευθερία τόσο με τη μορφή της επιλογής μιας οικονομικής δραστηριότητας, όσο και με τους όρους άσκησής της. Ο νομοθέτης - ή, κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, η Διοίκηση – έχει την εξουσία να θεσπίζει, κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, περιορισμούς της ελευθερίας αυτής για λόγους δημόσιου συμφέροντος (άλλωστε κατά το άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγματος η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας). Οι περιορισμοί αυτοί δεν επιτρέπεται να φθάνουν μέχρι του σημείου ώστε να καθίσταται αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής η πραγματοποίηση των θεμιτών σκοπών της επιχειρηματικής δραστηριότητας, από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση της επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας. Πρέπει να συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν. Όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας των μέτρων που θεσπίζονται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ο νομοθέτης - στον οποίο περιλαμβάνεται και ο κανονιστικός νομοθέτης - διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης, για τον καθορισμό των ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες. Ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Τέλος οι περιορισμοί πρέπει να συνάδουν προς την αρχή της ισότητας, (πρβλ. ΣτΕ 748/1975), με την ειδικότερη μορφή της εξασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού (πρβλ. ΣτΕ 3725/1982, 3075/1982). Επομένως, η αρχή της οικονομικής ελευθερίας, όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, επιδέχεται περιορισμούς με νομοθετική ρύθμιση γενικού και αντικειμενικού χαρακτήρα, εφόσον δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Η προστασία της εθνικής οικονομίας υπό τη μορφή της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της εμπιστοσύνης των καταθετών/συναλλασσομένων συνιστά τέτοιο λόγο που επιτρέπει περιορισμούς της εν λόγω αρχής, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας.

V. Αρχή της διαφάνειας που ερείδεται τόσο στις διατάξεις του Συντάγματος όσο και στο ενωσιακό δίκαιο

8. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της διαφάνειας, ως εκδήλωση της αρχής της φανερής δράσης της διοίκησης, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της οικονομικής ελευθερίας, λόγω της μυστικότητας της διαδικασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, και με την εκδοχή ακόμη ότι η αρχή της διαφάνειας έχει τόσο ευρύ περιεχόμενο και καταλαμβάνει ενέργειες και διαδικασίες σχετικές με τη λήψη αποφάσεων οικονομικού περιεχομένου, με επιπτώσεις στους συναλλασσομένους και σε ολόκληρη την εθνική οικονομία, ο νομοθέτης προέβη, πάντως, με το επίμαχο άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, σε στάθμιση των αντιτιθέμενων εννόμων αγαθών της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσης, προς τον σκοπό διασφάλισης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και εμπέδωσης της εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων προς αυτό. Ενόψει τούτων, και ενόψει της, σύμφυτης με την ασφάλεια των συναλλαγών, υποχρέωσης εμπιστευτικότητας κατά την λήψη αποφάσεων που μπορεί να την επηρεάσουν πέραν του αναμενομένου ή και να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα του υπό λήψη μέτρου, κρίθηκε επιβεβλημένη η υποχώρηση της πρώτης έναντι της δεύτερης. Η υποχώρηση, μάλιστα, αυτή είναι μερική, αφού δεν αφορά τους δυνάμενους να μετάσχουν άμεσα στην διαδικασία οικονομικούς οργανισμούς, οι οποίοι καλούνται στις σχετικές διαβουλεύσεις, όπως συνέβη και εν προκειμένω, αλλά μόνον τρίτα πρόσωπα, μη ευθέως σχετιζόμενα προς την επιχειρούμενη ενέργεια. Η επιβολή δε του ανωτέρω περιορισμού (της μυστικότητας) στην οικονομική ελευθερία, γίνεται χάριν γενικότερου συμφέροντος που αφορά την Εθνική Οικονομία (κατά άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος η προαγωγή της είναι έργο του Κράτους το οποίο λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τον προγραμματισμό της οικονομικής δραστηριότητας στη Χώρα και την εξασφάλιση της οικονομικής ανάπτυξης όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας). Η στάθμιση και επιδίωξη αυτή του νομοθέτη καθίσταται σαφής από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4021/2011 και ανάγεται στο γεγονός ότι η ανάκληση της άδειας λειτουργούντος πιστωτικού ιδρύματος και η επακόλουθη θέση αυτού υπό ειδική εκκαθάριση είναι εύλογο να προξενεί σημαντική αναστάτωση στο ημεδαπό χρηματοπιστωτικό σύστημα, πολλώ δε μάλλον υπό το πρίσμα της σοβούσας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Σταθμίζοντας τα ανωτέρω, καθώς επίσης τις τρέχουσες περιστάσεις, ο νομοθέτης προέκρινε την ανάγκη μυστικής και ταχύτατης ολοκλήρωσης της συγκεκριμένης μορφής εξυγίανσης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν ανησυχίες των καταθετών ότι δεν πρόκειται να υποστούν ζημίες, ούτως ώστε να περιορισθεί το ενδεχόμενο της μαζικής απόσυρσης καταθέσεων και αδικαιολόγητων δευτερογενών αρνητικών επιπτώσεων σε υγιείς τράπεζες. Δεν συντρέχει, επομένως, περίπτωση προσβολής της οικονομικής ελευθερίας των μετόχων και εργαζομένων της Τράπεζας λόγω παραβιάσεως των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως, της διαφάνειας και του ελεύθερου ανταγωνισμού, και μάλιστα ανεξαρτήτως αν οι μέτοχοι και οι εργαζόμενοι της Τράπεζας θα ενομιμοποιούντο να επικαλεσθούν κατά του επίμαχου μέτρου όλες ή ορισμένες από τις αρχές αυτές.

9. Περαιτέρω, και εξ επόψεως δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η αρχή της διαφάνειας δεν είναι ούτε απαρέγκλιτη, ούτε ανεπίδεκτη περιορισμών. Συγκεκριμένα, περιορισμοί των θεμελιωδών ελευθεριών, όπως το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα ή η διαφάνεια της δράσης των οργάνων της Ενώσεως, γίνονται δεκτοί εφόσον δικαιολογούνται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, μεταξύ άλλων, και σε θέματα που άπτονται οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως οι υποθέσεις ανταγωνισμού και η διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (βλ. αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στις υποθέσεις Τ- 309/97 The Bavarian Lager Company κατά Επιτροπής της 14-10-1999, και Τ-590/2010 Gabi Thesing και Bloomberg Finance L.P. κατά Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης της 29-11-2012). Επομένως, ο υπό κρίση αποκλεισμός της δημοσιότητας της διαδικασίας δικαιολογείται κατά πρόσφορο τρόπο λόγω συνδρομής επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος (διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητος και του ελληνικού τραπεζικού συστήματος), ενώ, εξ άλλου, δεν διαπιστώθηκε διακριτική μεταχείριση, αφού η ΤτΕ παρείχε ίσες ευκαιρίες συμμετοχής σε όλα τα ενδιαφερόμενα κατάλληλα πρόσωπα για την απόκτηση του «υγιούς τμήματος» της ΑΤΕ, απορριπτόμενων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων. Τέλος, οι αποφάσεις του ΔΕΕ σχετικά με τη διαφάνεια κατά τις διαγωνιστικές διαδικασίες αφορούν την οδηγία 2004/18/ΕΚ για τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργου, προμήθειας ή υπηρεσίας, στην προκειμένη όμως περίπτωση η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων συνιστά μέτρο εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος και δεν εντάσσεται στο πεδίο των δημοσίων συμβάσεων, που διέπεται από ειδικούς κανόνες.

VI. Η έννοια της οδηγίας για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης

10. Με την Οδηγία 77/187/ΕΟΚ (EE L 61) και την τροποποιητική αυτής 98/50/ΕΚ (ΕΕ L 201) θεσπίστηκαν ρυθμίσεις σχετικές με την προστασία και διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Οι συγκεκριμένες Οδηγίες έχουν ήδη αντικατασταθεί από την Οδηγία 2001/23/ΕΚ (ΕΕ L 82), η οποία κατ’ ουσίαν τις κωδικοποίησε. Η μεταφορά των ανωτέρω Οδηγιών στην ελληνική έννομη τάξη έχει πραγματοποιηθεί με το π.δ. 178/2002 (ΦΕΚ Α΄ 162). Ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των προστατευτικών προβλέψεων της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ στην προκείμενη περίπτωση, το άρθρο 5 αυτής ορίζει ότι: «1. Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο εκχωρητής υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια δημόσια αρχή). 2. Όταν τα άρθρα 3 και 4 εφαρμόζονται σε μεταβίβαση, κατά τη διάρκεια διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του εκχωρητή (ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία αυτή έχει κινηθεί για την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή), και εφόσον η διαδικασία αυτή τελεί υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, ορισθείς από την εθνική νομοθεσία), ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι: α) υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 1, οι οφειλές του εκχωρητή, που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από εργασιακές σχέσεις και ήταν πληρωτέες πριν από τη μεταβίβαση ή πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν μεταβιβάζονται στον εκδοχέα, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτήν τη διαδικασία παρέχεται, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, προστασία τουλάχιστον ισοδύναμη προς την προβλεπόμενη για τις περιπτώσεις που διέπονται από την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, ή/και β) ο εκδοχέας, ο εκχωρητής ή το ή τα πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα εκχωρητή, αφενός, και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, αφετέρου, είναι δυνατό να συμφωνήσουν μεταβολές, στο βαθμό που το επιτρέπει η ισχύουσα νομοθεσία ή πρακτική, των όρων και προϋποθέσεων απασχόλησης των εργαζομένων, προκειμένου να διατηρηθούν οι ευκαιρίες απασχόλησης, μέσω της επιβίωσης της επιχείρησης, ή του τμήματος αυτών... 4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την παρούσα Οδηγία.». Όμοιο περιεχόμενο είχε και το άρθρο 4 και 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, το οποίο θεσπίσθηκε, κατά τη σκέψη 7 του προοιμίου αυτής: «7. ... με σκοπό την επιβίωση των αφερέγγυων επιχειρήσεων, [για τούτο δε] πρέπει να επιτρέπεται ρητά στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ σε περιπτώσεις μεταβιβάσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης και να επιτρέπονται ορισμένες παρεκκλίσεις από τις γενικές διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας σε περιπτώσεις μεταβιβάσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας». Εξ άλλου, με το άρθρο 6 του πδ 178/2002 ορίζεται ότι: «1. Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 (Α΄ 238), η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής». Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ισχύει, ως διαδικασία αφερεγγυότητας νοείται κάθε συλλογική διαδικασία που προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και τον διορισμό συνδίκου και οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβάνει δε και τη διαδικασία που περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλα μέτρα που τερματίζουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή με τερματισμό λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού. Ο κανονισμός 1346/2000 (ΕΕ L 160) εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τις διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 1 παρ. 2), για τον λόγο δε αυτό, έχει εκδοθεί η Οδηγία 2001/24/ΕΚ (ΕΕ L 125) για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας αυτής, διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων ορίζονται ως «οι συλλογικές διαδικασίες τις οποίες κινούν και ελέγχουν οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές κράτους μέλους με σκοπό τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό την εποπτεία των αρχών αυτών, ακόμη και όταν η διαδικασία αυτή περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο, ενώ με το άρθρο 12 παρ. 1 συνδέεται ευθέως η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης με την ανάκληση της άδειας πιστωτικού ιδρύματος. Συνεπώς, από τα ανωτέρω κείμενα των Οδηγιών και του Κανονισμού συνάγεται ότι ο ορισμός της διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του άρθρου 5 παρ. 1 Οδ. 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ. Κατά συνέπεια, οι εθνικές διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων του άρθρου 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ οφείλουν να αξιολογηθούν ως συνιστώσες διαδικασία πτώχευσης ή άλλη αντίστοιχη διαδικασία αφερεγγυότητας, η οποία έχει κινηθεί με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων τούτου και διεξάγονται υπό την εποπτεία δημόσιας αρχής. Επί των εν λόγω διαδικασιών, επιτρέπεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ να αποκλείουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ. Άλλωστε η συγκεκριμένη εξαίρεση γινόταν δεκτή και υπό το καθεστώς της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, (βλ. αποφάσεις ΔΕΚ υπόθεση 135/83 H.B.M. Abels της 7-2-1985 και 362/1989 Giuseppe d’ Urso της 25-7-1991).

11. Επομένως, η επίμαχη διαδικασία μεταβίβασης περιουσιακών στοιχειών ενεργητικού και παθητικού, συνοδευόμενη από την ανάκληση της άδειας και τη θέση υπό ειδική εκκαθάριση, αποσκοπεί στη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος υπό την εποπτεία τόσο της ΤτΕ, όσο και του Πτωχευτικού Δικαστηρίου του άρθρου 4 του Πτωχευτικού Κώδικα. Συνεπώς, η διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τα ανωτέρω τελεί υπό τον έλεγχο δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής, όπως προαπαιτεί το άρθρο 5 παρ. 1 Οδ. 2001/23/ΕΚ, και είναι διαδικασία ανάλογη της πτώχευσης, δεδομένου άλλωστε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να κηρυχθούν σε καθεστώς πτώχευσης κατά το άρθρο 68 παρ. 1 στοιχ. α’ Ν. 3601/2007. Άλλως, και σε κάθε περίπτωση, συνιστά διαδικασία αφερεγγυότητας εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 Οδ. 2001/23/ΕΚ. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι ότι η επίδικη διαδικασία δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων (βλ. σκ. 23- 26 της προαναφερθείσας απόφασης του ΔΕΚ στην υπόθεση C-362/1989 Giuseppe d’ Urso).

VII. Κρατική ενίσχυση. Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εθνικών δικαστηρίων

12. Τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να κρίνουν αν εθνικό μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση συμβατή προς την κοινή αγορά. Ο ισχυρισμός ότι ρύθμιση που συνεπάγεται την ελάφρυνση πιστωτικών ιδρυμάτων με μετάθεση του κόστους αυτού στο Δημόσιο συνιστά κρατική ενίσχυση σε πιστωτικά Ιδρύματα, μη συμβατή με την κοινή αγορά, και, ως εκ τούτου, αντιβαίνουσα στο άρθρο 87 παρ. 1 της Συνθήκης ΕΚ, προϋποθέτει κρίση περί του αν κρατικά μέτρα ενίσχυσης είναι συμβατά ή μη με την κοινή αγορά, που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ασκείται υπό τον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή, τα δε εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί τέτοιου ζητήματος (ΔΕΚ 22.3.1977, C-78/76, Steinike & Weinlig, Συλλ. 1977, σ. 171, σκέψη 9, ΔΕΚ 21.11.1991, C-354/90, Fédération nationale du commerce extérieur des produits alimentaires και Syndicat national des négociants et transformateurs de saumon, Συλλ. 1991, σ. I-5505, σκέψη 14, ΔΕΚ 30.3.2006, C-451/03, Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti, σκέψη 71, κ.ά.). Χαρακτηριστική συναφώς είναι η απόφαση της 18.7.2007, C-119/05 Lucchini: η κρίση περί του αν μέτρα ενισχύσεων ή ένα σύστημα ενισχύσεων συμβιβάζεται με την κοινή αγορά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία ασκείται υπό τον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή. Ο κανόνας αυτός επιβάλλεται στην εσωτερική έννομη τάξη ως συνέπεια της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου…. το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεως του εθνικού δικαίου σκοπούσας στη θέσπιση της αρχής του δεδικασμένου, όπως το άρθρο 2909 του ιταλικού αστικού κώδικα, κατά το μέτρο που η εφαρμογή της εμποδίζει την ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως χορηγηθείσας κατά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, της οποίας το ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά έχει διαπιστωθεί με απόφαση της Επιτροπής που κατέστη απρόσβλητη”.

VIII. Ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 43 παρ.2 του Συντάγματος. Έννοια του «ειδικότερου» θέματος

13. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική, επομένως, διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της. Περαιτέρω, με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι, στην περίπτωση που παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση ειδικών θεμάτων, στην περίπτωση δηλαδή του πρώτου εδαφίου της παρ. 2, φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον όμως πρόκειται, μεταξύ άλλων, περί «ειδικότερων» θεμάτων. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Οι ανωτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (ΣτΕ Ολ 1210/2010 σκ. 13-14, 235/2012 σκ. 6, 3427/2010 σκ. 11, 941/2008 σκ. 8, 2815/2004 σκ. 6, 4025/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, η επίμαχη εξουσιοδότηση εγκύρως παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών, δηλαδή σε όργανο της Διοίκησης άλλο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεδομένου ότι στον νόμο και μάλιστα στο ίδιο άρθρο 13 Α παρ. 4 του ν. 3746/2009 ρυθμίζεται, σε γενικό αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο, το θέμα της προνομιακής αξίωσης του ΤΕΚΕ (Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων) και, στη συνέχεια, καθ’ υποκατάσταση αυτού, του ΤΧΣ, έναντι του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος για το ποσό που κατέβαλε στα πλαίσια εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης. Στο ίδιο άρθρο ρυθμίζεται επίσης το θέμα του περιορισμού των απαιτήσεων των εργαζομένων, που ικανοποιούνται προνομιακά, οι οποίες προτάσσονται μάλιστα (κατά το περιοριζόμενο τμήμα) έναντι της αξιώσεως του ΤΕΚΕ. Το περαιτέρω ζήτημα του ακριβούς ποσοστού του περιορισμού αποτελεί ειδικότερο, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, θέμα.

Comments are closed.

Για να κάνουμε την εμπειρία πλοήγησής σου καλύτερη, χρησιμοποιούμε cookies. περισσότερα

Για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης στη σελίδα μας χρησιμοποιούμε cookies. Αν συνεχίσετε να πλοηγείστε στην ιστοσελίδα μας χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις σας για τα cookies, ή πατήσετε στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, σημαίνει πως δίνετε τη συναίνεσή σας για αυτό.

Κλείσιμο